A+ A A-

ΚΩΣΤΑΣ ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ: ΤΟ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΩΜΑ κριτική του Κώστα Χατζηαντωνίου

ΚΩΣΤΑΣ ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ: ΤΟ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΩΜΑ κριτική του Κώστα Χατζηαντωνίου
Εδώ και αρκετά χρόνια, η ελληνική πεζογραφία βρίσκεται σε σταυροδρόμι. Μετά το πολυσήμαντο 1989 που έδωσε νέα ώθηση στην ιδιώτευση, αλλά και έφερε στο φως μια γενιά που άρχισε να αντιλαμβάνεται καίρια υπαρκτικά και εκφραστικά αδιέξοδα της κοινωνίας και της λογοτεχνίας, η κρίση των τελευταίων χρόνων επανακαθορίζει τι είναι γνήσιο και τι είναι ψεύτικο, τι είναι σύγχρονο και τι αφόρητα πεπαλαιωμένο. Η αφηγηματική ευκολία, βέβαια, θέλει να πάρει τη ρεβάνς από τη βαθυστόχαστη πλήξη, ενώ η τάχα «μοντέρνα» εισαγωγή μεθόδων καγχάζει όταν γίνεται λόγος για νόημα. Κι όμως. Υπάρχει μια πεζογραφία που γεννημένη κάπου εκεί, στις απαρχές του αιώνα, έχει το σφρίγος να μιλά όχι μονάχα για το χτες και το σήμερα, αλλά και για την κατεύθυνση που θα έπρεπε να συζητήσουμε σοβαρά πλέον, με πρώτο ζήτημα στη συζήτηση αυτή τα όρια της λογοτεχνικής γλώσσας μας, που είναι αβάσταχτα στενά και δεδομένα.

Αυτή τη σοβαρή συζήτηση, που θα έπρεπε να είχε ήδη αρχίσει αν είχαμε πνευματική ζωή, νομίζω πως γεννά ένα πολύ σημαντικό βιβλίο που εκδόθηκε φέτος από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου. Μιλώ για την αφηγηματική σύνθεση του Κώστα Βούλγαρη, σε μορφή πολυφωνικής μεταμυθοπλασίας, με τον αποκαλυπτικό τίτλο Το εμφύλιο σώμα. Ακολουθία ανόμοιων μα επάλληλων λογοτεχνικών κύκλων που μένουν ανοιχτοί, η μεταμυθοπλασία αυτή δεν έχει σχέση με τις μεταμοντέρνες ευκολίες του συρμού, αλλά με την τραγική επίγνωση της αδυναμίας της γλώσσας να δώσει πλέον ζωή στο μυθοπλαστικό υλικό. Οι φωνές της Ιστορίας που φωτίζουν αυτό το υλικό διαπερνούν τα όρια που η πραγματικότητα θέτει στην τέχνη, μιλούν η καθεμία με τον δικό της ήχο, τη δική της αγωνία, τη δική της αλήθεια, με όλες τις δυνατές διαλέκτους. Το έργο του Βούλγαρη, διαρκής διάλογος αυτών των φωνών, άλλοτε δημιουργικός και άλλοτε οδυνηρά αδιέξοδος, ανασυνθέτει με Σκηνή Αιώνια την Αρκαδία, οριακές στιγμές της Ιστορίας, της Γλώσσας και της Λογοτεχνίας μας, από τη μυθική αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Στιγμές που γίνονται προσιτές με την κοινή ζωή πλέον των μέχρι τώρα βιβλίων του συγγραφέα.

Η μεγάλη περιπέτεια του εμφύλιου ελληνικού σώματος εδώ και δύο αιώνες είναι μια ιστορική εμπειρία, δεν είναι εγκεφαλική κατασκευή. Οι εμφύλιες διαμάχες, από το 1821 ως τα χρόνια της Αντίστασης και ως τη σημερινή καταρράκωση, όπως περιγράφονται, συγκροτούν ένα σίγουρα δύσκολο μα και απαιτητικό βιβλίο, που έρχεται σαν δώρο σε μια εποχή εκδοτικής αμηχανίας και πολιτισμικής ανομβρίας.

Ο Κώστας Βούλγαρης το είχε πει ευθύς εξαρχής: τα βιβλία του εντάσσονταν σε έναν ανοιχτό αφηγηματικό κύκλο, σε μια ευρύτερη σύνθεση. Το εμφύλιο σώμα, τίτλος δηλωτικός του εμπειρικού γεγονότος αλλά και του διαρκούς αναστοχασμού πάνω στην ιστορία αυτού του γεγονότος (και στις φωνές της Ιστορίας που είναι εντέλει οι χαρακτήρες του έργου αυτού), αποτελεί και τόπο σύζευξης ενός διαλόγου όχι γι' αυτά που μας ενώνουν μόνο, αλλά και γι' αυτά που μας χωρίζουν – συχνά με τρόπο αγεφύρωτο. Κι όμως. Κάτι υπάρχει και μας ενώνει, ενώνει αυτό το σώμα. Όχι πως μέσα από τις αντιθέσεις προχωρά η ιστορία, η γλώσσα και η λογοτεχνία, όπως λένε οι ιδεαλιστές. Αυτό που μας ενώνει είναι το ήθος του ανθρώπου που καταλαβαίνει πως απέναντί του είναι ένας ανιδιοτελής και με ταλέντο τεχνίτης. Και τούτο δεν είναι λίγο σε καιρούς χυδαιότητας και φτήνιας. Καθώς στο Εμφύλιο σώμα ανασυντίθεται όλη η πεζογραφική του διαδρομή (πεζογραφήματα –και μεταξύ αυτών ολόκληρα και αυτούσια Τα άλογα της Αρκαδίας, Ο Καρτέσιος στην Τρίπολη και Στο όνειρο πάντα η Πελοπόννησο, αλλά και σημαντικά δοκίμια, κείμενα ή σπαράγματα), νιώθεις πως πρόκειται για ένα βιβλίο στο οποίο ο Βούλγαρης ολοκληρώνει μια αφηγηματική πρόταση και όχι απλώς μια προσωπική ματιά στην Ιστορία.

Ο Βούλγαρης τολμά. Άλλωστε, δεν πλήττει ούτε αργεί ώστε να τον χαρακτηρίζει η ευσέβεια. Η μορφή είναι η διαρκής ανευλαβής έγνοια του. Στο ξεκίνημα, η βαθιά αγωνία για μια Ιστορία που ρέει και ακάθεκτη περιδινεί τα πάντα απειλώντας να τα καταποντίσει στον βυθό της αφανείας. Ανάχωμα στου χρόνου το ρεύμα ο ιστορικός λόγος, συνέχει, περιθάλπει και παραδίδει στη μνήμη όχι όλα αλλά, όπως λέει ο αφηγητής στο Προοίμιο του βιβλίου, «όσα έρχονται στην αφρίζουσα χαίτη του κύματος». Με αίσθημα μαθητείας έναντι των μεγάλων δασκάλων, ειδικά όσων απωθήθηκαν ή απειλούνται με τη λήθη, την ώρα που άκοσμα, άκαρπα και περιττά κατακλύζουν τη χώρα με τη βέβηλη ασημαντότητά τους, ο Βούλγαρης σχεδιάζει και εκτελεί ένα πολυφωνικό Εμφύλιο σώμα που περιλαμβάνει αυτούσια κομμάτια της πραγματικότητας διά των φωνών της ιστορίας, οι οποίες εκβάλλουν και μιλούν μέσα στο λογοτεχνικό κείμενο. Τι καλύτερο θα μπορούσε να φανταστεί ένας συγγραφέας που ξέρει πως το τραπέζι του το δροσίζει μόνο το αεράκι της γραφής;

Το Προοίμιο του βιβλίου δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας, καθώς επέχει θέση εντολής προς τον συγγραφέα για την πορεία του στα γράμματα. Έχουμε ανάγκη εντολές; θα ρωτήσουν κάποιοι πολύ ελευθερόφρονες. Ναι, έχουμε. Γιατί όταν ζει κανείς σε έναν τόπο όπου δεσπόζουν οι ορμητικοί και αγοραίοι χρηματιζόμενοι, οι ασελγείς επιβάτες του καιρού (ειδικά στα γράμματά μας), όταν θα πρέπει κάθε μέρα να προσπερνά ραδιούργους που σαν σμήνη σκιάζουν τα λαμπρά έργα, χρειάζεται η έκσταση κι ένας ανύπαρκτος πλην παρών μυθικός προπάτορας με ύφος ιερατικό, για να μας καλέσει να πάρουμε αποστάσεις από τον άξεστο λόγο, τον λόγο που δεν έχει μορφή κι είναι υπερφίαλος, προφορικός, πολυμαθής και κακότροπος. Ο Βούλγαρης ακολούθησε με συνέπεια τη συμβουλή του ορεινού εξορίστου. Συνέλεξε μνήμες απλών ανθρώπων (οι πραγματικές φωνές της Ιστορίας) και αφηγήθηκε όλα αυτά τα χρόνια με δύναμη και χωρίς φιλοδοξίες πλαστού ύφους ή δαιδαλώδη ρητορικά σχήματα. Αφηγήθηκε την αλήθεια του Τόπου. Εν προκειμένω της Αρκαδίας. Γιατί εκεί τελούνται όλα όσα την καθιστούν τόπο-σύμβολο.

Και η αιτία; Κανείς δεν την ξέρει. Τη βλέπεις όμως καθαρά όταν αρχίζουν να τρέχουν «Τα άλογα της Αρκαδίας» και βυθίζεσαι μαζί με τον συγγραφέα στο μυθικό και το αρχαίο παρελθόν, βλέποντας θεούς, ήρωες κι ανθρώπους να αρπάζουν άλογα που αγαπάνε το κρασί ή με άροτρα γερά να χαράζουν το κράτος του λόγου. Σε έναν νέο μύθο, όπου λόγιοι και λαϊκοί γίνονται ένα και σχεδιάζεται ξανά κάτω από έναν πλάτανο το χτες των νέων, το αύριο των γερόντων. Οι μάχες και τα θρησκευτικά πάθη δεν λείπουν στην «Αερσίλοφο χώρα». Η αρχαία ευλογία μα και κατάρα της καταγωγής βαραίνει όμως, θες δε θες, στην αφήγηση, στη ζωή, στη σκέψη, στο αίσθημα. Δονεί το εμφύλιο σώμα. Ένα σώμα όπου μπορεί να συνυπάρχει «Ο Καρτέσιος στην Τρίπολη» με τους αγωνιστές που μαθαίνανε να είναι ελεύθεροι πολεμώντας. Γιατί πάντα, από τη διακήρυξη του Πολιτικού Συντάγματος του 1827, ελληνικές επαρχίες (και Έλληνες θα προσέθετα αυθαιρέτως εγώ) «είναι όσες [όσοι] έλαβον ή θα λάβουν τα όπλα κατά της οθωμανικής δυναστείας». Γιατί Έλληνας δεν γεννιέσαι. Γίνεσαι. Πολεμώντας. Το ξέρει κι η βυζαντινολόγος Άννα Ντεγιάνοβα, από τη Βουλγαρία –στην Ελλάδα καθαρίστρια– που ξαναβρίσκει το νήμα της λογοτεχνικής ζωής και τον ορθολογισμό μέσα από τον στοχασμό για την εθνική αφήγηση και τον διαφωτισμό, χωρίς τον οποίο δεν νοείται νεοελληνικό εθνικό κράτος. Ναι, υπάρχει κι η μεσαιωνική ψυχή μας, υπάρχουν και οι άλλοι βαλκανικοί λαοί που γεννούν το ερώτημα για τα όρια ανάμεσα στον χωρισμό και στην ενότητα. Άρα;

Την απάντηση θα τη δώσει και πάλι το εμφύλιο σώμα. Το έργο. Το σώμα, που είναι η από βορρά κίνηση, αυτή που αναμειγνύει τα εγώ και διαλύει τα σύνορα, αυτά που ορθώνει η ψυχή, δηλαδή το αεράκι (δροσερό ή καυτό; Και τι το ανάμεσό τους;) από τη Δύση. Στο μεταξύ, ο Βούλγαρης κεντά με τις φωνές που ακούει και μας μεταφέρει. Ο Φωτάκος δίνει το μέτρο των δυνατοτήτων μας. Η συνείδηση του Μοριά και της επανάστασης στέκει ανάμεσα σε διαφωτισμό και ρομαντισμό και αίρει την αντιμαχία τους. Η πολιορκία και η άλωση της Τριπολιτσάς φωτίζονται από το μεγάλο δίλημμα και από τους Αρβανίτες. Ο Γέρος του Μοριά και απέναντι η Διοίκηση. Ο Δράμαλης και ο Φαβιέρος, σκιές σε τόπο που ζητά απεγνωσμένα το φως. Ο Φαλμεράυερ και ο Παπαρρηγόπουλος λίγο μετά θα φέρουν λέξεις για σπαθιά ενώ τα πραγματικά σπαθιά τα κρατάνε πια οι ληστές, οι απροσκύνητοι του 19ου αιώνα. Και μετά; Μετά ο τρομερός 20ός αιώνας, από τον γαλάζιο τάφο του Μιλούτιν Μπόιτς ως τον Ηλία Λάγιο και στη λυτρωτική διακήρυξη «όχι πλέον τέχνη μολυσμένη από τη διακόσμηση». Η γραμματολογία βέβαια θα επιμένει. Ένα άγνωστο ημιτελές μυθιστόρημα και το αρχείο του πεζογράφου Γιώργου Τσουκαλά, ιταλικά ψευδώνυμα και μια αναθηματική στήλη για τον άγνωστο συγγραφέα, στερνά σημάδια ενός κόσμου που γκρεμίζεται.

Έρχεται κάποτε κι αυτή η ώρα. Μα κι όταν όλα γκρεμίζονται, μένει «Στο όνειρο πάντα η Πελοπόννησο». Στα βουνά, στη σιωπή και στη φωτιά, με το κόμμα και το πάθος να ορίζουνε τον Τόπο, αντάρτες και προδότες μαχαιρώνονται, Έλληνες και ταγματασφαλίτες πρωταγωνιστούν στο ημερολόγιο τούτο ενός αγώνα τρομερού που δεν πρέπει να ξεχαστεί και κυρίως να μη νοθευτεί από το ψέμα. Τι κι αν ο ιστορικός Τάσος Γαλανός εκών άκων φτάνει με την έρευνά του σε συμπεράσματα που θα κονιορτοποιούσαν τα ψεύδη της Ορθοκωστάς – ψεύδη ικανά να χτίσουν λαμπρές σταδιοδρομίες, ακαδημαϊκές και άλλες. Κι είναι κι εκείνες οι σελίδες του Γιάννη Πάνου, ιστορίες «από το στόμα της παλιάς Remington» που χαστουκίζουν τους ψεύτες και δείχνουν πώς ο έντιμος άνθρωπος μπορεί να τρελαθεί. Μα πού να τους εξηγείς...

Πώς θα τελειώσει όλο τούτο; Μα με την άφιξη των μεγάλων. Σολωμός και Παλαμάς φτάνουν λίγο πριν ανέβει όλος ο θίασος επί σκηνής και νιώσουμε βαθιά πως «ο άνθρωπος συντίθεται από ελάσσονα αποσπάσματα. Δεν είναι αρκούντως άρτιος, μονάδα. Και ποτέ δεν ήταν. Τα αποτελέσματα βραχνά, ενώνονται υπό την απειλή της προτεραίας ύλης, να εννοηματώσουν τον άνθρωπο». Το παρελθόν, σημειώνει ο Βούλγαρης, «είναι το όντως ον», δεν είναι ούτε άσμα, ούτε επίφοβη ρυτίδα ούτε δίβουλος έρωτας ούτε ξεπλυμένη ένδεια. Ανείπωτο είναι μόνο το ανιστόρητο. Ο έξοχος υστερόγραφος διάλογος (με πρόσωπα τον Σαιν Ζυστ και τον Ηλία Λάγιο) θα μείνει επίτευγμα λόγου ενός βιβλίου «πέρα απ' το θάνατο, την τάχα μνήμη των ανθρώπων». Τι κι αν δεν ήταν ολοκληρωμένοι ή αρραγείς οι χαρακτήρες; Θραύσματα πολλών φωνών δεν είμαστε όλοι τελικά; Το μείζον είναι η διαδικασία να διαλέξεις τις φωνές και να τις συνταιριάξεις. Και σε αυτό ο Βούλγαρης αποδεικνύεται δεινός τεχνίτης που δικαιώνει την περιπέτεια της γραφής, την περιπέτεια της μορφής.

Από τους αρμούς του εμφύλιου σώματος που συνταράσσεται από τις αντιθέσεις, ο Βούλγαρης κατάφερε να σμιλεύσει το καλούπι του βιώματος και της ελλειπτικής αναπαράστασης οραμάτων, με τρόπο που φωτίζει την τραγική τελικά διάσταση της Ιστορίας του Ανθρώπου. Ένα σώμα δυνάστης που καταδυναστεύεται. Μια μάχη με τη γλώσσα, ένας διάλογος εσωτερικός, βαθύς, ειλικρινής, για το πραγματικό. Και θα ήταν ανόητο να νομίσει κανείς ότι αυτή η πολυφωνική, πολυπρισματική ανασκόπηση είναι «μεταμοντέρνος πειραματισμός». Η μεγάλη περιπέτεια του εμφύλιου ελληνικού σώματος εδώ και δύο αιώνες είναι μια ιστορική εμπειρία, δεν είναι εγκεφαλική κατασκευή. Οι εμφύλιες διαμάχες, από το 1821 ως τα χρόνια της Αντίστασης και ως τη σημερινή καταρράκωση, όπως περιγράφονται, συγκροτούν ένα σίγουρα δύσκολο μα και απαιτητικό βιβλίο, που έρχεται σαν δώρο σε μια εποχή εκδοτικής αμηχανίας και πολιτισμικής ανομβρίας. Και καθώς ο συγγραφέας δεν φορά τα παραμορφωτικά της ιδεολογίας γυαλιά, αλλά και δεν συνθηκολογεί με τη μεταμοντέρνα αναθεώρηση της Ιστορίας, της Κοινωνίας και της Λογοτεχνίας, μπορεί κανείς, ακόμη και όταν διαφωνεί με όψεις της ερμηνείας του ως προς τις στρεβλώσεις της νέας ελληνικής ταυτότητας, να καθηλώνεται με τη συγκροτημένη και σοβαρή επιχειρηματολογία του για τα αδιέξοδα της γλώσσας, αλλά και γενικότερα για τις λαθροχειρίες της ταξικής ιδεοκρατίας.

Για έναν συγγραφέα που έχει το θάρρος να μισεί την τέχνη του λόγου όταν αυτή κλέβει την αλήθεια και ύπουλα ζητά χρησιμοθηρικό ρόλο, δεν υπάρχει καλύτερη κατακλείδα απ' αυτή που ο ίδιος ο συγγραφέας έχει. Κατακλείδα που νομίζω πως θα προσυπέγραφε κάθε ακέραιος άνθρωπος:

«Δεν είναι ηθική η ζωή που απλώς υπόκειται σε αφηρημένους κανόνες, αλλά εκείνη που δέχεται να παιχτεί, να εκτεθεί σε κίνδυνο, αμετάκλητα, χωρίς επιφυλάξεις, όπως εκείνη η λογοτεχνία που συναντά τη γλώσσα και παίζει τον εαυτό της, εκθέτοντας σε κοινή θέα την αδυναμία της να αναχθεί σε γλώσσα».

1-patakis-linkΤο εμφύλιο σώμα
Πολυφωνική μεταμυθοπλασία
Κώστας Βούλγαρης
Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου
368 σελ.
Τιμή € 15,98

 

Διαβάστε επίσης
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Ελένη Λαδιά: «Η Φερέοικη» κριτική της Ελένης Λιντζαροπούλου

Ένα χρόνο μετά τις Θεές, το πολυσήμαντο μυθιστόρημα της Ελένης Λαδιά στο οποίο αναβίωναν τα μυθολογικά αρχέτυπα της μητέρας και της κόρης παράλληλα με την πρόσφατη ιστορία της Ελλάδας, και ενώ...

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Κατερίνα Ι. Παπαντωνίου: «Σκοτεινό ασανσέρ» κριτική του Χρίστου Παπαγεωργίου

Ποια η διαφορά ανάμεσα σε ένα ελλειπτικό μυθιστόρημα και σε μια νουβέλα, θα αναρωτηθεί αμέσως μόλις κλείσει το βιβλίο ο υποψιασμένος αναγνώστης, γνωρίζοντας πως το πρώτο είδος αφορά σε μια...

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Τόλης Νικηφόρου: «Αγνώστου Στρατιώτου» κριτική της Ελένης Χωρεάνθη

Έχω μια παλιά συνήθεια, να αρχίζω το ξεφύλλισμα και την περιδιάβαση κάθε βιβλίου, τις περισσότερες φορές, από το τέλος. Έτσι, δεν μπορώ να μην κάνω το ίδιο και με τα διηγήματα του Τόλη Νικηφόρου και να μην...

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr