ΚΩΣΤΑΣ ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ: ΤΟ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΩΜΑ κριτική του Κώστα Χατζηαντωνίου

ΚΩΣΤΑΣ ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ: ΤΟ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΩΜΑ κριτική του Κώστα Χατζηαντωνίου

Η μεγάλη περιπέτεια του εμφύλιου ελληνικού σώματος εδώ και δύο αιώνες είναι μια ιστορική εμπειρία, δεν είναι εγκεφαλική κατασκευή. Οι εμφύλιες διαμάχες, από το 1821 ως τα χρόνια της Αντίστασης και ως τη σημερινή καταρράκωση, όπως περιγράφονται, συγκροτούν ένα σίγουρα δύσκολο μα και απαιτητικό βιβλίο, που έρχεται σαν δώρο σε μια εποχή εκδοτικής αμηχανίας και πολιτισμικής ανομβρίας.

Ο Κώστας Βούλγαρης το είχε πει ευθύς εξαρχής: τα βιβλία του εντάσσονταν σε έναν ανοιχτό αφηγηματικό κύκλο, σε μια ευρύτερη σύνθεση. Το εμφύλιο σώμα, τίτλος δηλωτικός του εμπειρικού γεγονότος αλλά και του διαρκούς αναστοχασμού πάνω στην ιστορία αυτού του γεγονότος (και στις φωνές της Ιστορίας που είναι εντέλει οι χαρακτήρες του έργου αυτού), αποτελεί και τόπο σύζευξης ενός διαλόγου όχι γι' αυτά που μας ενώνουν μόνο, αλλά και γι' αυτά που μας χωρίζουν – συχνά με τρόπο αγεφύρωτο. Κι όμως. Κάτι υπάρχει και μας ενώνει, ενώνει αυτό το σώμα. Όχι πως μέσα από τις αντιθέσεις προχωρά η ιστορία, η γλώσσα και η λογοτεχνία, όπως λένε οι ιδεαλιστές. Αυτό που μας ενώνει είναι το ήθος του ανθρώπου που καταλαβαίνει πως απέναντί του είναι ένας ανιδιοτελής και με ταλέντο τεχνίτης. Και τούτο δεν είναι λίγο σε καιρούς χυδαιότητας και φτήνιας. Καθώς στο Εμφύλιο σώμα ανασυντίθεται όλη η πεζογραφική του διαδρομή (πεζογραφήματα –και μεταξύ αυτών ολόκληρα και αυτούσια Τα άλογα της Αρκαδίας, Ο Καρτέσιος στην Τρίπολη και Στο όνειρο πάντα η Πελοπόννησο, αλλά και σημαντικά δοκίμια, κείμενα ή σπαράγματα), νιώθεις πως πρόκειται για ένα βιβλίο στο οποίο ο Βούλγαρης ολοκληρώνει μια αφηγηματική πρόταση και όχι απλώς μια προσωπική ματιά στην Ιστορία.

Ο Βούλγαρης τολμά. Άλλωστε, δεν πλήττει ούτε αργεί ώστε να τον χαρακτηρίζει η ευσέβεια. Η μορφή είναι η διαρκής ανευλαβής έγνοια του. Στο ξεκίνημα, η βαθιά αγωνία για μια Ιστορία που ρέει και ακάθεκτη περιδινεί τα πάντα απειλώντας να τα καταποντίσει στον βυθό της αφανείας. Ανάχωμα στου χρόνου το ρεύμα ο ιστορικός λόγος, συνέχει, περιθάλπει και παραδίδει στη μνήμη όχι όλα αλλά, όπως λέει ο αφηγητής στο Προοίμιο του βιβλίου, «όσα έρχονται στην αφρίζουσα χαίτη του κύματος». Με αίσθημα μαθητείας έναντι των μεγάλων δασκάλων, ειδικά όσων απωθήθηκαν ή απειλούνται με τη λήθη, την ώρα που άκοσμα, άκαρπα και περιττά κατακλύζουν τη χώρα με τη βέβηλη ασημαντότητά τους, ο Βούλγαρης σχεδιάζει και εκτελεί ένα πολυφωνικό Εμφύλιο σώμα που περιλαμβάνει αυτούσια κομμάτια της πραγματικότητας διά των φωνών της ιστορίας, οι οποίες εκβάλλουν και μιλούν μέσα στο λογοτεχνικό κείμενο. Τι καλύτερο θα μπορούσε να φανταστεί ένας συγγραφέας που ξέρει πως το τραπέζι του το δροσίζει μόνο το αεράκι της γραφής;

Το Προοίμιο του βιβλίου δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας, καθώς επέχει θέση εντολής προς τον συγγραφέα για την πορεία του στα γράμματα. Έχουμε ανάγκη εντολές; θα ρωτήσουν κάποιοι πολύ ελευθερόφρονες. Ναι, έχουμε. Γιατί όταν ζει κανείς σε έναν τόπο όπου δεσπόζουν οι ορμητικοί και αγοραίοι χρηματιζόμενοι, οι ασελγείς επιβάτες του καιρού (ειδικά στα γράμματά μας), όταν θα πρέπει κάθε μέρα να προσπερνά ραδιούργους που σαν σμήνη σκιάζουν τα λαμπρά έργα, χρειάζεται η έκσταση κι ένας ανύπαρκτος πλην παρών μυθικός προπάτορας με ύφος ιερατικό, για να μας καλέσει να πάρουμε αποστάσεις από τον άξεστο λόγο, τον λόγο που δεν έχει μορφή κι είναι υπερφίαλος, προφορικός, πολυμαθής και κακότροπος. Ο Βούλγαρης ακολούθησε με συνέπεια τη συμβουλή του ορεινού εξορίστου. Συνέλεξε μνήμες απλών ανθρώπων (οι πραγματικές φωνές της Ιστορίας) και αφηγήθηκε όλα αυτά τα χρόνια με δύναμη και χωρίς φιλοδοξίες πλαστού ύφους ή δαιδαλώδη ρητορικά σχήματα. Αφηγήθηκε την αλήθεια του Τόπου. Εν προκειμένω της Αρκαδίας. Γιατί εκεί τελούνται όλα όσα την καθιστούν τόπο-σύμβολο.

Και η αιτία; Κανείς δεν την ξέρει. Τη βλέπεις όμως καθαρά όταν αρχίζουν να τρέχουν «Τα άλογα της Αρκαδίας» και βυθίζεσαι μαζί με τον συγγραφέα στο μυθικό και το αρχαίο παρελθόν, βλέποντας θεούς, ήρωες κι ανθρώπους να αρπάζουν άλογα που αγαπάνε το κρασί ή με άροτρα γερά να χαράζουν το κράτος του λόγου. Σε έναν νέο μύθο, όπου λόγιοι και λαϊκοί γίνονται ένα και σχεδιάζεται ξανά κάτω από έναν πλάτανο το χτες των νέων, το αύριο των γερόντων. Οι μάχες και τα θρησκευτικά πάθη δεν λείπουν στην «Αερσίλοφο χώρα». Η αρχαία ευλογία μα και κατάρα της καταγωγής βαραίνει όμως, θες δε θες, στην αφήγηση, στη ζωή, στη σκέψη, στο αίσθημα. Δονεί το εμφύλιο σώμα. Ένα σώμα όπου μπορεί να συνυπάρχει «Ο Καρτέσιος στην Τρίπολη» με τους αγωνιστές που μαθαίνανε να είναι ελεύθεροι πολεμώντας. Γιατί πάντα, από τη διακήρυξη του Πολιτικού Συντάγματος του 1827, ελληνικές επαρχίες (και Έλληνες θα προσέθετα αυθαιρέτως εγώ) «είναι όσες [όσοι] έλαβον ή θα λάβουν τα όπλα κατά της οθωμανικής δυναστείας». Γιατί Έλληνας δεν γεννιέσαι. Γίνεσαι. Πολεμώντας. Το ξέρει κι η βυζαντινολόγος Άννα Ντεγιάνοβα, από τη Βουλγαρία –στην Ελλάδα καθαρίστρια– που ξαναβρίσκει το νήμα της λογοτεχνικής ζωής και τον ορθολογισμό μέσα από τον στοχασμό για την εθνική αφήγηση και τον διαφωτισμό, χωρίς τον οποίο δεν νοείται νεοελληνικό εθνικό κράτος. Ναι, υπάρχει κι η μεσαιωνική ψυχή μας, υπάρχουν και οι άλλοι βαλκανικοί λαοί που γεννούν το ερώτημα για τα όρια ανάμεσα στον χωρισμό και στην ενότητα. Άρα;

Την απάντηση θα τη δώσει και πάλι το εμφύλιο σώμα. Το έργο. Το σώμα, που είναι η από βορρά κίνηση, αυτή που αναμειγνύει τα εγώ και διαλύει τα σύνορα, αυτά που ορθώνει η ψυχή, δηλαδή το αεράκι (δροσερό ή καυτό; Και τι το ανάμεσό τους;) από τη Δύση. Στο μεταξύ, ο Βούλγαρης κεντά με τις φωνές που ακούει και μας μεταφέρει. Ο Φωτάκος δίνει το μέτρο των δυνατοτήτων μας. Η συνείδηση του Μοριά και της επανάστασης στέκει ανάμεσα σε διαφωτισμό και ρομαντισμό και αίρει την αντιμαχία τους. Η πολιορκία και η άλωση της Τριπολιτσάς φωτίζονται από το μεγάλο δίλημμα και από τους Αρβανίτες. Ο Γέρος του Μοριά και απέναντι η Διοίκηση. Ο Δράμαλης και ο Φαβιέρος, σκιές σε τόπο που ζητά απεγνωσμένα το φως. Ο Φαλμεράυερ και ο Παπαρρηγόπουλος λίγο μετά θα φέρουν λέξεις για σπαθιά ενώ τα πραγματικά σπαθιά τα κρατάνε πια οι ληστές, οι απροσκύνητοι του 19ου αιώνα. Και μετά; Μετά ο τρομερός 20ός αιώνας, από τον γαλάζιο τάφο του Μιλούτιν Μπόιτς ως τον Ηλία Λάγιο και στη λυτρωτική διακήρυξη «όχι πλέον τέχνη μολυσμένη από τη διακόσμηση». Η γραμματολογία βέβαια θα επιμένει. Ένα άγνωστο ημιτελές μυθιστόρημα και το αρχείο του πεζογράφου Γιώργου Τσουκαλά, ιταλικά ψευδώνυμα και μια αναθηματική στήλη για τον άγνωστο συγγραφέα, στερνά σημάδια ενός κόσμου που γκρεμίζεται.

Έρχεται κάποτε κι αυτή η ώρα. Μα κι όταν όλα γκρεμίζονται, μένει «Στο όνειρο πάντα η Πελοπόννησο». Στα βουνά, στη σιωπή και στη φωτιά, με το κόμμα και το πάθος να ορίζουνε τον Τόπο, αντάρτες και προδότες μαχαιρώνονται, Έλληνες και ταγματασφαλίτες πρωταγωνιστούν στο ημερολόγιο τούτο ενός αγώνα τρομερού που δεν πρέπει να ξεχαστεί και κυρίως να μη νοθευτεί από το ψέμα. Τι κι αν ο ιστορικός Τάσος Γαλανός εκών άκων φτάνει με την έρευνά του σε συμπεράσματα που θα κονιορτοποιούσαν τα ψεύδη της Ορθοκωστάς – ψεύδη ικανά να χτίσουν λαμπρές σταδιοδρομίες, ακαδημαϊκές και άλλες. Κι είναι κι εκείνες οι σελίδες του Γιάννη Πάνου, ιστορίες «από το στόμα της παλιάς Remington» που χαστουκίζουν τους ψεύτες και δείχνουν πώς ο έντιμος άνθρωπος μπορεί να τρελαθεί. Μα πού να τους εξηγείς...

Πώς θα τελειώσει όλο τούτο; Μα με την άφιξη των μεγάλων. Σολωμός και Παλαμάς φτάνουν λίγο πριν ανέβει όλος ο θίασος επί σκηνής και νιώσουμε βαθιά πως «ο άνθρωπος συντίθεται από ελάσσονα αποσπάσματα. Δεν είναι αρκούντως άρτιος, μονάδα. Και ποτέ δεν ήταν. Τα αποτελέσματα βραχνά, ενώνονται υπό την απειλή της προτεραίας ύλης, να εννοηματώσουν τον άνθρωπο». Το παρελθόν, σημειώνει ο Βούλγαρης, «είναι το όντως ον», δεν είναι ούτε άσμα, ούτε επίφοβη ρυτίδα ούτε δίβουλος έρωτας ούτε ξεπλυμένη ένδεια. Ανείπωτο είναι μόνο το ανιστόρητο. Ο έξοχος υστερόγραφος διάλογος (με πρόσωπα τον Σαιν Ζυστ και τον Ηλία Λάγιο) θα μείνει επίτευγμα λόγου ενός βιβλίου «πέρα απ' το θάνατο, την τάχα μνήμη των ανθρώπων». Τι κι αν δεν ήταν ολοκληρωμένοι ή αρραγείς οι χαρακτήρες; Θραύσματα πολλών φωνών δεν είμαστε όλοι τελικά; Το μείζον είναι η διαδικασία να διαλέξεις τις φωνές και να τις συνταιριάξεις. Και σε αυτό ο Βούλγαρης αποδεικνύεται δεινός τεχνίτης που δικαιώνει την περιπέτεια της γραφής, την περιπέτεια της μορφής.

Από τους αρμούς του εμφύλιου σώματος που συνταράσσεται από τις αντιθέσεις, ο Βούλγαρης κατάφερε να σμιλεύσει το καλούπι του βιώματος και της ελλειπτικής αναπαράστασης οραμάτων, με τρόπο που φωτίζει την τραγική τελικά διάσταση της Ιστορίας του Ανθρώπου. Ένα σώμα δυνάστης που καταδυναστεύεται. Μια μάχη με τη γλώσσα, ένας διάλογος εσωτερικός, βαθύς, ειλικρινής, για το πραγματικό. Και θα ήταν ανόητο να νομίσει κανείς ότι αυτή η πολυφωνική, πολυπρισματική ανασκόπηση είναι «μεταμοντέρνος πειραματισμός». Η μεγάλη περιπέτεια του εμφύλιου ελληνικού σώματος εδώ και δύο αιώνες είναι μια ιστορική εμπειρία, δεν είναι εγκεφαλική κατασκευή. Οι εμφύλιες διαμάχες, από το 1821 ως τα χρόνια της Αντίστασης και ως τη σημερινή καταρράκωση, όπως περιγράφονται, συγκροτούν ένα σίγουρα δύσκολο μα και απαιτητικό βιβλίο, που έρχεται σαν δώρο σε μια εποχή εκδοτικής αμηχανίας και πολιτισμικής ανομβρίας. Και καθώς ο συγγραφέας δεν φορά τα παραμορφωτικά της ιδεολογίας γυαλιά, αλλά και δεν συνθηκολογεί με τη μεταμοντέρνα αναθεώρηση της Ιστορίας, της Κοινωνίας και της Λογοτεχνίας, μπορεί κανείς, ακόμη και όταν διαφωνεί με όψεις της ερμηνείας του ως προς τις στρεβλώσεις της νέας ελληνικής ταυτότητας, να καθηλώνεται με τη συγκροτημένη και σοβαρή επιχειρηματολογία του για τα αδιέξοδα της γλώσσας, αλλά και γενικότερα για τις λαθροχειρίες της ταξικής ιδεοκρατίας.

Για έναν συγγραφέα που έχει το θάρρος να μισεί την τέχνη του λόγου όταν αυτή κλέβει την αλήθεια και ύπουλα ζητά χρησιμοθηρικό ρόλο, δεν υπάρχει καλύτερη κατακλείδα απ' αυτή που ο ίδιος ο συγγραφέας έχει. Κατακλείδα που νομίζω πως θα προσυπέγραφε κάθε ακέραιος άνθρωπος:

«Δεν είναι ηθική η ζωή που απλώς υπόκειται σε αφηρημένους κανόνες, αλλά εκείνη που δέχεται να παιχτεί, να εκτεθεί σε κίνδυνο, αμετάκλητα, χωρίς επιφυλάξεις, όπως εκείνη η λογοτεχνία που συναντά τη γλώσσα και παίζει τον εαυτό της, εκθέτοντας σε κοινή θέα την αδυναμία της να αναχθεί σε γλώσσα».

1-patakis-linkΤο εμφύλιο σώμα
Πολυφωνική μεταμυθοπλασία
Κώστας Βούλγαρης
Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου
368 σελ.
Τιμή € 15,98

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Μιχάλης Μακρόπουλος: «Τσότσηγια & Ω'μ»

Οι δύο νουβέλες που συναπαρτίζουν το νέο βιβλίο του γνωστού πεζογράφου και μεταφραστή Μιχάλη Μακρόπουλου είναι άνισες. Αυτό δεν σημαίνει πως είναι θέμα ποιότητας (όλα τα βιβλία του Μακρόπουλου είναι υψηλού...

ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Γιώργος Πύργαρης: «Τα διηγήματα της πλατείας»

Το ψηφιδωτό των μικρών πραγμάτων «Στις πλατείες συναντιέται το "εγώ", που έρχεται ανυποψίαστο από τη φωλιά του, με άλλα "εγώ". Υπάρχει εκεί ένας αυστηρός καθρέφτης που φωτίζει διαφορετικά το είδωλο που έχει ο καθείς...

ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Χρυσοξένη Προκοπάκη: «Μια τυχαία Ιφιγένεια»

Μπορεί να είναι ένα όνομα που έχει βαριά ιστορία, όμως όταν το κουβαλά μια σύγχρονη ηρωίδα χρωματίζεται αλλιώς. Η ιστορία της Χρυσοξένης Προκοπάκη είναι για μια Ιφιγένεια του σήμερα, την Ιφιγένεια...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: