ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΛΑΧΟΣ: FONTANERO, ΤΟ ΞΥΠΝΗΜΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ κριτική του Γιάννη Στρούμπα

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΛΑΧΟΣ: FONTANERO, ΤΟ ΞΥΠΝΗΜΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ κριτική του Γιάννη Στρούμπα

Τούτος ο καταπιεσμένος ψυχισμός αναπτύσσει στην ηρωίδα το αίσθημα πως προσκρούει «πάνω στα βράχια του παραλόγου μιας ζωής άνευ νοήματος». Επαγγελματικά, αναγκάζεται να αναλαμβάνει «βαρετά» έργα, αφού είναι εκείνα που τη συντηρούν οικονομικά, ενώ όσα έργα την ενδιαφέρουν πραγματικά και θα της προκαλούσαν ψυχική πλήρωση, είναι ελάχιστα. Οικογενειακά, αισθάνεται πως παρ' όλη την αγάπη του συζύγου της, αυτός δεν κατορθώνει να εισχωρήσει στην ψυχή της, δεν την καταλαβαίνει, δεν τη νιώθει. Πλάι στη συγκεκριμένη πραγματικότητα, η υδραυλική διαρροή δονεί με τις «ανάγωγες σταγόνες» της τα αυτιά της ηρωίδας, προκαλώντας της μιαν ανυπόφορη «ηχητική φρίκη».

Συνεχίζοντας εποικοδομητικά την παράδοση των φιλοσοφικών του θεωρήσεων, ο Βλάχος την εμπλουτίζει με το παρόν του έργο, ενδύοντάς την με τον μανδύα μιας λογοτεχνικής αλληγορίας που αναβλύζει από πηγές υδάτινες.

Αντίβαρο στη φρίκη αυτή αποτελούν τα ταξίδια σε «άγνωστα νερά», η συναίσθηση της φωνής των «μυστικών υδάτων» και η ολοκληρωτική παράδοση στη μελωδία τους. Προκειμένου να γίνει όμως το όνειρο πραγματικότητα, χρειάζονται οι κατάλληλες δυνάμεις για την ανάληψη των σχετικών πρωτοβουλιών. Κι ο άνθρωπος που θα συμβάλει στην ενεργοποίηση των σχεδίων προς την επιθυμητή κατεύθυνση είναι ο Κάρλος ο «φοντανέρο», ο επιστρατευόμενος υδραυλικός για να επιδιορθώσει τις σωληνώσεις της ύδρευσης στο σπίτι της ηρωίδας.

«Fontanero» είναι η επαγγελματική επωνυμία του Κάρλος, όπως εκείνος την αναγράφει στην επαγγελματική του κάρτα και στο φορτηγάκι του. Η «επωνυμία» του είναι έμπνευση των συναδέλφων του, στηριζόμενη στην καταγωγή του: ο Κάρλος έχει μεξικάνικη καταγωγή από την πλευρά της μητέρας του, καθηγήτριας συγκριτικής φιλολογίας στο πανεπιστήμιο. Από την πλευρά του πατέρα του, όμως, ενός επιχειρηματία με δική του κατασκευαστική εταιρεία στο Μεξικό, είναι Έλληνας. Γι' αυτό και χαρακτηρίζεται σαν ένα «ελληνομεξικανικό υβρίδιο».

Ο Κάρλος δεν είναι ένας συνηθισμένος εργολάβος υδραυλικών έργων. Ήδη από τη διακόσμηση του επαγγελματικού του οχήματος αποκαλύπτεται η καλλιτεχνική του φύση. Το φορτηγάκι του κοσμείται από εικαστικά έργα, τα οποία μάλιστα είναι αντίγραφα τοιχογραφιών. Η συγκεκριμένη διακόσμηση δεν αποτελεί μια απλή αισθητική επιλογή. Ο Κάρλος εμπνέεται από το κίνημα ζωγραφικής των μουραλιστών, που ήθελαν τα έργα τέχνης έξω από τα μουσεία, στους δρόμους, για να εξοικειώνεται μαζί τους ο αγράμματος λαός και να μαθαίνει την Ιστορία του. Όλες οι σχετικές καλλιτεχνικές ευαισθησίες φαντάζουν εντελώς αλλόκοτες στο πρόσωπο ενός τεχνίτη, ενός υδραυλικού. Η ηρωίδα εύλογα διαπιστώνει πως: «Δεν μιλούν έτσι οι υδραυλικοί». Τα πάντα όμως είναι εξηγήσιμα. Ο Κάρλος δεν έχει σπουδάσει μόνο υδραυλικός μηχανικός· έχει σπουδάσει, επίσης, ισπανική φιλολογία και συγκριτική φιλολογία. Ο παράταιρος συνδυασμός επίσης εξηγείται. Οι τεχνικές σπουδές σχετίζονται με την επιθυμία του πατέρα του, για χάρη του οποίου ο Κάρλος τις ακολούθησε, καθώς και με την προσωπική του θέληση να γνωρίσει και να ελέγχει το νερό. Οι ανθρωπιστικές του σπουδές αποδίδονται στην αγάπη του για τη μητέρα του και στην ανάγκη του να κατανοήσει τον κόσμο της και τις παραδόσεις αυτού, μελετώντας τα.

Η παράδοξη συνάντηση της ηρωίδας με τον «φοντανέρο» τής γεννά τη διερώτηση αν θα 'ταν δυνατό η νέα γνωριμία να αλλάξει τη ρότα της ζωής της. Η διερώτηση είναι απολύτως δικαιολογημένη, αφού ο Κάρλος δεν είναι ο τύπος του τεχνίτη που θα διεκπεραιώσει το καθήκον του και θα αποχωρήσει χωρίς να εμπλακεί στην προσωπική ζωή των πελατών του. Ο Κάρλος προσδίδει στην εργασία του διαστάσεις φιλοσοφικού στοχασμού και ψυχαναλυτικής εμβάθυνσης στα ενδότερα της ανθρώπινης ύπαρξης. Οι διαπιστώσεις του «φοντανέρο» δεν περιορίζονται στον προσδιορισμό του προβλήματος και στην επεξήγηση των απαιτούμενων ενεργειών προς αποκατάσταση της βλάβης. Ο «φοντανέρο» μπολιάζει τις τεχνικές του μεθόδους με τις μυθολογικές παραδόσεις που κουβαλά από τις σπουδές του στη συγκριτική μυθολογία, εμφυσώντας στο νερό πνοή και καθιστώντας το ζωντανό οργανισμό. «Το νερό δεν μπορείς να το φυλακίσεις μέσα σε σωλήνες και σε τοίχους με απόλυτη ασφάλεια. [...] Είναι ζωντανό. Όχι πεθαμένο. Κι αφού είναι ζωντανό, είναι απρόβλεπτο. Σε ξαφνιάζει. [...] Οι μύθοι όμως λένε ότι το βράδυ το νερό ξυπνά».

Η φιλοσοφική διάθεση του Κάρλος επεκτείνεται και προς το όνομα της ηρωίδας. Από το διπλό όνομα «Διονυσία-Άννα» προκύπτει το «Νύννα», με ύψιλον και δύο νι, ώστε να παραπέμπει στα αρχικά ονόματα. Η συγκεκριμένη ονοματική επιλογή ανήκει στην ηρωίδα, η οποία μάλιστα τη συσχετίζει με την «αρχιτεκτονική του ονόματος», για να θυμάται την αφετηρία της, μια αφετηρία πιθανότατα ταυτισμένη και με τον προορισμό της. Μα αν οι σκέψεις αυτές δεν είναι διόλου παράξενες για μια αρχιτεκτόνισσα, αποτελούν συνάμα και την αφορμή της στοχαστικής διάθεσης του Κάρλος. Ο Κάρλος εντοπίζει στα δομικά στοιχεία του ονόματος της Νύννας το «νυν», την επιτακτική παρότρυνση «τώρα!». Παραινεί λοιπόν την ηρωίδα να αναγνώσει σωστά το μήνυμα του ονόματός της και να το αντιμετωπίσει «ως κληρονομιά του παρελθόντος και ως δυνατότητα για μέλλον».

Η διείσδυση του Κάρλος δεν αφορά, συνεπώς, μόνο το σκάψιμο των τοίχων και τον εντοπισμό της βλάβης στις σωληνώσεις· αφορά και το σκάψιμο στην ψυχή της Νύννας, ώστε εύλογα να προκύπτει και η προαναφερθείσα ενδοσκοπική διερώτηση της ηρωίδας. Η πρόταση του Κάρλος προς τη Νύννα είναι να σκάψει εκείνη τους τοίχους της ύπαρξής της και να αναζητήσει το νερό. Η Νύννα δεν μένει αδιάφορη απέναντι στις προτροπές του Κάρλος και συζητά τη διαμάχη φωτός-σκότους που πραγματοποιείται μέσα της, σε μια «ενδιάμεση χώρα» ισορροπίας μεταξύ λυκαυγούς και λυκόφωτος, όπου και κατοικούν τα όνειρά της. Μάλιστα, οι ονειρικές αυτές εικόνες αναδύονται από «τα σκοτεινά νερά της μνήμης», σε μια άκρως μελετημένη διατύπωση του Βλάχου, που όσο κι αν προσποιείται μια φυσική εκφορά, επαναφέρει τεχνηέντως τη συζήτηση στο νερό.

Τα νερά, λοιπόν, που κυλούν εντός της ηρωίδας και τα οποία αδυνατεί να τα ακινητοποιήσει, την αναγκάζουν να κολυμπήσει για να μην πνιγεί. Το σωσίβιο σε τούτη την κολυμβητική διαδρομή το προσφέρει στη Νύννα η συγγραφή. Η συγγραφή είναι και το μεγάλο της μυστικό, αφού δεν το 'χει μοιραστεί ως τώρα με κανέναν, παρόλο που γράφει από πολύ μικρή. Η ανάγκη της συγγραφής πάντα εκδηλωνόταν για τη Νύννα «όταν την κούραζε ο θόρυβος μιας γεμάτης από υποχρεώσεις και άδειας από νόημα καθημερινότητας». Η επίσης μελετημένη από τον Βλάχο αντίθεση «γεμάτη-άδεια» αποτυπώνει την ψυχική ένταση της ηρωίδας μπροστά στο αδιέξοδο μιας άχαρης, συμβατικής, ανούσιας ζωής.

Τα ίδια νερά που υποχρεώνουν τη Νύννα να κολυμπά για να επιβιώνει, τα αντιλαμβάνεται και ο σύζυγός της, όταν αντικρίζει στα μάτια της Νύννας μια θάλασσα που κυματίζει, μια θάλασσα αδιαπέραστη από το φως. Αυτή όμως τη θάλασσα ο ίδιος αδυνατεί να την προσπελάσει, αδυνατεί να κατοικήσει στη θάλασσα από όνειρα της συζύγου του. Η συγκεκριμένη αδυναμία τού προκαλεί το αίσθημα της ταπείνωσης, αφού, παρά την αγάπη του για τη γυναίκα του, νιώθει αποκλεισμένος από τις ενδόμυχές της επιθυμίες. Τον κόσμο, ωστόσο, που αδυνατεί να «ξεκλειδώσει» ο σύζυγος, τον διοχετεύει στα υδάτινα αυλάκια του ο Κάρλος, παροτρύνοντας τη Νύννα να μην κρατά φυλακισμένο το νερό μέσα της, παρά να του διανοίξει διώρυγες, ώστε το νερό που αναβλύζει από τα όνειρά της να αρδεύει τους αγρούς της εξωτερικής της ζωής. Η άρδευση μπορεί να επιτευχθεί αν η Νύννα γνωστοποιήσει στο εξωτερικό της περιβάλλον το συγγραφικό της ταλέντο, έστω και με ψευδώνυμο.

Το μετέωρο βήμα της Νύννας, μάλιστα στην ακόμη πιο τολμηρή του εκδοχή τής συγγραφικής συνεργασίας με τον Κάρλος, θα παραμείνει ταλαντευόμενο. Το αν η Νύννα θα υπερβεί τους φόβους και θα προχωρήσει ή το αν θα παραμείνει προσκολλημένη στη σταθερή συμβατικότητα της καθημερινότητάς της επαφίεται στις διαθέσεις του αναγνώστη και στη βούλησή του να συμπλεύσει κι ο ίδιος με τη μια ή την άλλη επιλογή. Ανεξαρτήτως, ωστόσο, της άγνωστης επιλογής της Νύννας, το μήνυμα αναφορικά με την ικανή να προσδώσει στον ανθρώπινο βίο ενδιαφέρον στάση ζωής, είναι σαφέστατο: ο ποιοτικός βίος κατακτάται όταν ο άνθρωπος δεν φοβάται την καταβύθιση στα μυστικά της τέχνης, όταν επιλέγει το νερό στην ολοφώτεινη ζωτικότητά του, μακριά από τη μαυρίλα του στην άβυσσο.

Συνεχίζοντας εποικοδομητικά την παράδοση των φιλοσοφικών του θεωρήσεων, ο Βλάχος την εμπλουτίζει με το παρόν του έργο, ενδύοντάς την με τον μανδύα μιας λογοτεχνικής αλληγορίας που αναβλύζει από πηγές υδάτινες. Το μυθιστορηματικό του πλαίσιο, μάλιστα, του χαρίζει τη δυνατότητα να εξετάσει το θέμα του από ποικίλες οπτικές, μέσω της ενεργοποίησης έξι αφηγητών. Μεταξύ των αφηγητών ξεχωρίζουν οι αφηγήσεις του προσωποποιημένου νερού, αλλά και των μορφών της αρχαίας ελληνικής μυθολογικής παράδοσης, που αναδεικνύουν την υπερβατικότητα της προσέγγισης και τη γοητεία του μυστηριακού της χαρακτήρα. Χάρη σ' αυτόν, άλλωστε, είναι εφικτή η μαγική επενέργεια του νερού και της τέχνης στον άνθρωπο.

Ιδίως σε ό,τι αφορά την τέχνη, ο Βλάχος, αφορμώμενος από την τραγική σύγχρονη ελληνική πολιτισμική πραγματικότητα, που βρίσκει «τους ελληνικούς μύθους κλεισμένους στα μουσεία και τους ανθρώπους χωρίς όνειρα», πετυχαίνει με το έργο του να αποκολλήσει την τέχνη από το αποστειρωμένο και, ίσως, στείρο περιβάλλον των μουσείων και, δίνοντάς της πνοή, της αναθέτει την αποστολή να εμφυσήσει κι εκείνη, με τη σειρά της, τη δική της πνοή και τα όνειρα σε ανθρώπους στεγνούς από αντίστοιχα οράματα. Γι' αυτό η φιλοσοφική νουβέλα του μετατρέπεται μερικώς σε έναν μυθιστορηματικό οδηγό τέχνης, με πίνακες ζωγραφικής, γλυπτά, μύθους και παραδόσεις δύο ισχυρών πολιτισμών, του ελληνικού και του μεξικανικού, οι οποίοι, παρόλο που χωρίζονται από έναν εκτεταμένο ωκεανό, βρίσκουν εδώ το συγκολλητικό τους στοιχείο, σε μια συγκόλληση-πιστοποίηση της πραγματικότητας πως οι σημαίνοντες πολιτισμοί, πέρα από την τοπική τους σημασία, συνιστούν μνημεία παγκόσμιας κληρονομιάς και κτήμα για ολόκληρη την ανθρωπότητα. Η εκπληκτική σύνθεση που κοσμεί το εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο, με την παρεμβαλλόμενη προκυμαία μεταξύ της θάλασσας και της ερήμου, της άνθησης και της ξεραΐλας, αποδίδει συνοπτικά κι εύστοχα τα φιλοσοφικά διλήμματα της νουβέλας, καταδεικνύοντας την ελάχιστη απόσταση που χωρίζει την ξηρασία και την ερημιά από τη γονιμότητα και τη ζωή.

1-patakis-linkFontanero – Το ξύπνημα του νερού
Δημήτρης Βλάχος
Εκδόσεις Ρώμη
78 σελ.
Τιμή € 10,00

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Ανδρέας Φιλιππόπουλος-Μιχαλόπουλος: «Το βιβλίο του νερού»

Η λίμνη είναι οι άλλοι 1.«Όταν πια έβγαλε όλο τον αέρα από μέσα του, η υδάτινη μάζα γύρω του με τη σιμιγδαλένια αμμουδερή βάση της και τα διάφορα φύκια, ψάρια, πέτρες, είχε σταματήσει να κινείται. Όλα απλώθηκαν σαν...

ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Χαρά Κοσεγιάν: «Ναϊρί, εκεί που συναντιούνται τα ρυάκια…»

Ναϊρί… Παίρνεις το βιβλίο και σκέφτεσαι τι να σημαίνει άραγε. Το προφέρεις και ακούς νερά που τρέχουν… Όνομα κοριτσιού θα ’ναι. Αργότερα επαληθεύεται η εκδοχή σου: όνομα θηλυκό –Αρμενία, το...

ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Χλόη Κουτσουμπέλη: «Ο βοηθός του κυρίου Κλάιν»

 Ότι ο χρόνος δεν ήταν συμβατικός το αντιλήφθηκα στη σ. 44 του βιβλίου. Ο Στέφαν, ο βοηθός του κυρίου Κλάιν, ο θυρωρός, ας πούμε, της πολυκατοικίας, εντοπίζει κάποιες περίεργες λεπτομέρειες στην πρώτη...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: