A+ A A-

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΥΣΣΑΣ: Ο ΚΗΠΟΥΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΑΙΡΟΣΚΟΠΟΣ κριτική της Ανθούλας Δανιήλ

 

Το μυθιστόρημα του Δημήτρη Φύσσα Ο κηπουρός και ο καιροσκόπος μάλλον θα έπρεπε να φέρει επεξηγηματικό προσδορισμό «αποδομητικής σύλληψης», αν υπάρχει τέτοιος όρος. Διότι η σύλληψη τέτοιας δομής μόνον φανταστική θα μπορούσε να είναι και το θέμα, αν και πραγματικό, σαν φανταστικό μοιάζει. Και όπως θα έλεγε και ο φανταστικός ποιητής «Φερνάζης» του πραγματικού ποιητή Καβάφη: «Πού τώρα ο ένδοξός μας βασιλεύς [...] μ' ελληνικά ποιήματα ν' ασχοληθεί/ Μέσα σε πόλεμο – φαντάσου, ελληνικά ποιήματα», εδώ δεν έχουμε ποιήματα, αλλά έχουμε λαχανόκηπους και θερμοκρασίες.

Στα χρόνια του Μεταξά, του γνωστού Μεταξά, δύο άντρες ασχολούνται με το μεράκι τους. Bella gerant alii, tu felix Austria nube. Με άλλα λόγια, ας κάνουν πόλεμο οι άλλοι, εσύ ευτυχισμένη Αυστρία, παντρεύου, ήτοι να παντρευτείς και να απολαύσεις τη ζωή σου.

Οι δύο ήρωες του βιβλίου, λοιπόν, όπως προσημαίνεται από τον τίτλο, με τα χαρακτηριστικά της ονειροφαντασίας τους ονόματα, είναι ο «κηπουρός» Αστεριάδης και ο «καιροσκόπος» Χωματάς. Ονόματα και ιδιότητες αντιστρόφως ανάλογα. Ωστόσο, σαν τους μαθητευόμενους στη Σχολή Σοφιστικής στις Νεφέλες του Αριστοφάνη, που άλλοι επισκοπούν τη γη και άλλοι τον ουρανό, ο Αστεριάδης και ο Χωματάς, ενδιαφερόμενοι ο ένας για τους λαχανόκηπους και ο άλλος για τον καιρό, συναντώνται τυχαία τον καιρό των εορτασμών της 4ης Αυγούστου και επιχειρούν να συνεργαστούν όσο μπορούν πάνω σ' αυτό που είναι γι' αυτούς μεράκι και επιστήμη.

Ωστόσο, η διείσδυση στα ενδότερα του βιβλίου, όπως δείχνουν και οι τίτλοι «Παρθένα βαθυστόχαστα ιλαρή» (Καρυωτάκης), «Η Γιάννα και η πόλη», «Η φαινομένη μονομανία», «Το σφαγείο μας βρίσκεται στην αυλή» και «Ούτε με την ΟΠΛΑ ούτε με τη ''Χ''», είναι ιστορικά οδυνηρή και καθόλου «ιλαρή».

Αρχής γενομένης από ένα κληροδότημα προς τον Δήμον Αθηναίων ενός κήπου, εν έτει 1938, ανοίγει ο κρουνός της αφήγησης. Ο Χωματάς μετράει και καταγράφει τη θερμοκρασία στις ασφαλτοστρωμένες επιφάνειες (που τότε ήταν το ¼ της όλης επιφάνειας οδών και πλατειών) και παρατηρεί ότι κατά την περίοδο της μεγάλης ζέστης φαίνονται τα αιωρούμενα θερμά στρώματα αέρος και η θερμοκρασία μπορεί να ξεπεράσει και τους 50 βαθμούς Κελσίου• φονική, δηλαδή. Ενώ η κατώτατη θερμοκρασία που έχει στα χαρτιά του είναι εκείνη του -10,4, τον Φεβρουάριο του 1934, επίσης φονική. Καταγράφονται στο βιβλίο ως εάν πρόκειται για Καζαμία και, πλην της καυτής θερμοκρασίας, του ανυπόφορου ψύχους και των κήπων, άλλα συμβαίνοντα όπως φυματίωση, στρατιωτικά, Μικρασία. Εκεί και ο Μεταξάς και ο θάνατός του και το ΟΧΙ του αλλά και τα ρετσινόλαδά του, και οι φασιστικοί χαιρετισμοί, ο πόλεμος, τα συν και τα πλην του «μπαρμπα-Γιάννη», η γερμανική επίθεση που θα γίνει από τη Βουλγαρία, όπως η ιταλική έγινε από την Αλβανία, η τσάπα, ως μονάδα μέτρησης παροχής ύδατος, οι Βρετανοί και η λήξη του πολέμου, όλα στον ίδιο κυκεώνα. Εκεί και η Γιάννα και τα προσωπικά του συγγραφέα.

Το υλικό του βιβλίου καταγράφεται σε ενότητες διακριτές η μία από την άλλη και αριθμημένες, έτσι ώστε να φαίνεται η εν ευθέτω χρόνω αξιοποίησή του, ωστόσο επί του παρόντος επανέρχεται αισθητά εμπλουτισμένο με πληροφορίες τιμών μαύρης αγοράς και πολιτικών συμβάντων και οπωσδήποτε λαχανόκηποι, θερμοκρασίες, βομβαρδισμοί, πολεμικά ανακοινωθέντα, ανάπηροι, Κατοχή, Αντίσταση, νέες τιμές που σταδιακά από τριψήφιες εξελίσσονται σε επταψήφιες, και όσο αυξάνουν οι τιμές της θερμοκρασίας, έτσι αυξάνουν και οι τιμές των προϊόντων. Και όλα με την ίδια κατάταξη, σαν σημειώσεις σε ξεχωριστά κουτάκια αριθμημένα, τίποτα να μην ξεχωρίζει ως σημαντικότερο άλλου. Κι ο θρήνος μιας μάνας για τον γιο της είναι ίδιος με τον θρήνο ενός πτηνού για τον θάνατο του νεοσσού του, λέει, και η κραυγή της Αντιγόνης, όταν είδε ψιλόν τον νεκρό αδελφό της, με πτηνού θρηνούντος παρομοιάστηκε, λέμε. Κι εμείς σώσαμε έναν Γερμανό, άλλοι Άγγλους, άλλοι Ιταλούς κι άλλοι Εβραίους.

Και η γλώσσα, αυτό το δυναμικό εργαλείο, στα χέρια του Φύσσα μεταμορφώνεται διαρκώς: τηλεγραφική και αναλυτική, συνοπτική και περιγραφική, γραφειοκρατική και απλή κοινή, νομική, επίσημη και διευκρινιστική: «συγνώμη» και όχι «συγγνώμην», όπως είναι το επισημότερο σωστό, και θουκυδίδειες ή ξενοφώντειες εκφράσεις «δεξιά τω εισπλέοντι»... Η γλώσσα είναι πάντα ίδια, όπως και το κλίμα την εποχή του Ησιόδου, πριν 2.700 χρόνια.

Ο συγγραφέας ανατρέχει σε γνωστούς ποιητές και πεζογράφους, Έλληνες και ξένους επιφανείς των Γραμμάτων και των τεχνών, για να τεκμηριώσει τις απόψεις του, ανατρέχει σε φράσεις και παροιμίες, σε λόγια της καθημερινής ζωής και στις ανακοινώσεις του Φρουραρχείου. Και σταματά σε τοποθεσίες, ονομασίες, δρόμους, κήπους, νερά, πηγάδια, υδραγωγεία, ρέματα, ρυάκια. Αποκαθίσταται εις το ορθόν: η Δημοτική Αγορά και όχι η Βαρβάκειος Αγορά, όπως από «αναθηναϊσμό» λέγεται σήμερα, εφόσον το «Βαρβάκειο Λύκειο» γκρεμίστηκε και η Αγορά απλώς πήρε τη θέση του.

Όλα αυτά τα αφορώντα την όμορφη Αθήνα είναι το υλικό για να γράψει το βιβλίο του, σαν νέος Δημήτριος Καμπούρογλους, αθηναιογράφος: «Στέγη για μένα είναι η επιστήμη, η γυναίκα, οι φίλοι, η πόλη μου και ο κάθε μεμονωμένος άνθρωπος που σκέφτεται, ροζ, πράσινος, μπλε, πορτοκαλής ή πολύχρωμος. Ή άχρωμος. Τέτοια ηρωικά όμως να μην τα βάλω στον πρόλογο, ν' αφήσω το βιβλίο να μιλήσει από μόνο του». Και μιλά: «...ήρωες πάνω στα βουνά, που απελευθέρωσαν, λέει, την Ελλάδα. Τίποτα δε απελευθέρωσαν. Ούτε οι Γερμανοί, ούτε οι Ιταλοί νωρίτερα, κατείχανε ποτέ τα κατσάβραχα. Οι Γερμανοί νοιάζονταν μόνο για τις πόλεις, τα λιμάνια, τα τρένα, τ' αεροδρόμια και τους κεντρικούς δρόμους... Οι ήρωες είναι εδώ στις πόλεις» κι έτσι η αφήγηση γλιστρά, εν όψει της αναχωρήσεως των Γερμανών, στις εκκαθαρίσεις, στον εμφύλιο που ετοιμάζεται, στον διχασμό που θα αιματοκυλήσει τη χώρα και τον λαό. Και όσο ψυχρά κι αν μεταφέρει τις πληροφορίες, όσο κι αν διατείνεται ότι μένει εκτός και ουδέτερος, η ιδέα μας είναι ότι δεν μένει. «Κύριε, όχι μ' αυτούς, ας γίνει αλλιώς το θέλημά σου» έγραφε ο Σεφέρης στο «Υστερόγραφο», «Ούτε με την ΟΠΛΑ ούτε με τη ''Χ''» λέει ο Φύσσας. Η καταγγελία του αδιανόητου εμφυλιακού αιματοκυλίσματος δεν μπορεί να μπει κατά παράταξιν με τους μαυραγορίτες, τους λαχανόκηπους και τα πηγάδια.

Θα μπορούσαμε να πούμε πως ο Φύσσας δουλεύει σε δύο διαφάνειες. Η μία είναι οι κήποι και τα νερά και η άλλη είναι η εμφύλια τραγωδία. Η μία φαίνεται μέσα από την άλλη, χωρίς να ξεχωρίζει ποια η μία και ποια η άλλη. Έτσι ο φυσικός κόσμος –ο παράδεισος– και το ιστορικό πλαίσιο –η κόλαση– συνυπάρχουν. Και μπορεί βεβαίως το 99% του ενδιαφέροντος των δύο ενδιαφερομένων επιστημόνων ηρώων του βιβλίου να είναι οι κήποι και το κλίμα, ο μη hypocrite lecteur όμως δεν θα πει πως η αμεριμνησία των κήπων και των ρυακίων δεν ήταν το άλλοθι της φρίκης, ούτε ότι διαβάζοντας ή περιδιαβάζοντας περί άλλα τυρβάζεται και περνώντας τη γέφυρα της Κολοκυνθούς βλέπει τους απέραντους λαχανόκηπους και όχι τα λυσσασμένα τροχοφόρα. Εβδομήντα χρόνια μετά, ο καθένας στοχάζεται τους νεκρούς του και ακούει τις φωνές τους.

o-kipouros-kai-o-keroskomposΟ κηπουρός και ο καιροσκόπος
Δημήτρης Φύσσας
Βιβλιοπωλείον της Εστίας
260 σελ.
Τιμή € 12,00
1-patakis-link

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr