A+ A A-

ΑΣΤΕΡΗΣ Ν. ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ: Η ΚΛΕΨΙΑ κριτική του Τάσου Καλούτσα

 

Είναι πια γεγονός ότι εδώ και μερικές δεκαετίες η βορειοελλαδίτικη διηγηματογραφία, χάρη και σε ορισμένους προικισμένους δημιουργούς που εμφανίστηκαν σε επαρχιακές πόλεις (Δράμα, Καβάλα, Βέροια, Καστοριά, Κοζάνη κ.ά.), είτε στη Θεσσαλονίκη, και το ποιοτικό τους βεληνεκές ξεπερνούσε τα όρια της εντοπιότητας, έχει αποκτήσει τη δική της φυσιογνωμία – θα έλεγα αυτάρκεια. Ο κατάλογος είναι μακρύς, αλλά ας περιοριστώ στα καθ' ημάς. Στην πόλη μας λοιπόν, η μικροαφήγηση –που έχει ήδη τη δική της παράδοση– μετά το 2000 ευτύχησε να έχει άξια εκπροσώπηση τόσο από παλαιότερους δόκιμους συγγραφείς (Μ.Κ. Αγαθοπούλου, Π. Μάρκογλου, Τ. Χατζητάτσης, Γ. Σκαμπαρδώνης κ.ά.), όσο και από κάποιους ταλαντούχους νεοεμφανισθέντες που δημιούργησαν με τα βιβλία τους ευρύ ορίζοντα προσδοκίας και αναρρίπισαν το ενδιαφέρον επιφανών κριτικών, τόσο του κλεινού άστεως, όσο και της περιφέρειας: Γιώργος Γκόζης (2002), Μάκης Καραγιάννης (2007), Μαρία Κουγιουμτζή (2008), Στάθης Κοψαχείλης (2011) – η απαρίθμηση είναι ενδεικτική, γιατί υπάρχουν κι άλλοι που το διηγηματογραφικό τους έργο δεν προσέχτηκε ίσως τόσο, αλλά νομίζω το αξίζει (Π. Γούτας, Κ. Αδαλόγλου, Σ. Λαζαρίδης κ.ά.). Από τους παραπάνω, ο Κοψαχείλης τύπωσε το βιβλίο του στις Εκδόσεις Θερμαϊκός, που είναι παρακλάδι του Ιανού, στη Θεσσαλονίκη. Το παράδειγμά του ακολουθεί και ο Αστέρης Ν. Μαυρουδής, που κατάγεται από το χωριό Αδάμ και ζει μόνιμα στη Σουρωτή, 28 χλμ. από την πόλη μας. Η κλεψιά, ένας τόμος με 17 σύντομα διηγήματα (μόλις 72 σελίδων) κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο κι έτυχε ήδη ευνοϊκής υποδοχής από την κριτική.
Η Μάρη Θεοδοσοπούλου, σε σχετικό πρόσφατο σημείωμά της[1] για τη συλλογή, κάνει μνεία και στην περίπτωση του Στ. Κοψαχείλη (o οποίος υπήρξε παλιότερα και συνεργάτης του καλού περιοδικού Το παραμιλητό). Όντως οι δύο συγγραφείς έχουν κάποια κοινά στοιχεία, που θα προσπαθήσω να συνοψίσω σε γενικές γραμμές: την εμφάνισή τους με βιβλίο σε ώριμη ηλικία (ο ένας γεννημένος το 1957, ο άλλος το 1954), την αφηγηματική αναπαραγωγή ενός ζωντανού κλίματος από τη ζωή της επαρχίας (του Λιτόχωρου από τον Κοψαχείλη), την περιγραφή συμβάντων σε αγροτικές οικογένειες με πρωταγωνιστές συχνά ανιόντες συγγενείς, αλλά κυρίως την οικονομία του λόγου και την αργασμένη γλώσσα (συχνά με τη χρήση ντοπιολαλιάς) που λειτουργεί και ως στοιχείο ύφους. Βέβαια, στον τρόπο ανάπτυξης των θεμάτων τους παρουσιάζουν κι αρκετές διαφορές. Στον Κοψαχείλη, λόγου χάρη, η φύση πολλές φορές κυριαρχεί ως σκηνικό περιβάλλον, τα ζώα, τα πουλιά που την εμψυχώνουν εμπλέκονται ποικιλοτρόπως στη μυθοπλασία διαδραματίζοντας ενεργό ρόλο και τα γεγονότα ενίοτε μοιάζουν εξωπραγματικά. Στον Μαυρουδή περιγράφονται περιστατικά ή στιγμιότυπα από τη ζωή φτωχών ανθρώπων που έζησαν τα «άσκημα χρόνια», από μια οπτική γωνία που η Θεοδοσοπούλου, λόγω ίσως και της ακρίβειας της περιγραφής, ονομάζει θέση «του αυτόπτη μάρτυρα». Παρατηρεί η κριτικός: «Το διήγημα θέλει ακρίβεια στη δοσολογία. Αυτό φαίνεται να το κατορθώνει ο Μαυρουδής. Δημιουργεί ευκρινείς εικόνες, καθόλου στατικές, που δένονται σε μια δυναμική αλληλουχία καταστάσεων. Εκείνο που απουσιάζει είναι οι εξάρσεις ενός παραμυθά συγγραφέα».

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι του λείπει η μυθοπλαστική διάσταση. Οι αφηγήσεις δεν είναι αυτοβιογραφικές, αλλά μάλλον βιωματικές, και οι συνήθως πρωτοπρόσωποι αφηγητές του δηλώνουν κάθε φορά διαφορετική ταυτότητα (μπορεί να είναι και διαφορετικού φύλου, π.χ. στο «Ο αρραβώνας» είναι γυναίκα), εκτός από κάποιους που επανέρχονται (όπως ο Νικολάκης, πατέρας του συγγραφέα). Ο Αστέρης Μαυρουδής φρόντισε να κρατήσει αποστάσεις από την αυτοβιογραφική καταγραφή επιδιώκοντας μια χρυσή τομή ανάμεσα στην πρώτη ύλη, που μπορεί αυτή να του προσφέρει, και τη μυθοπλασία.

Μια πρώτη μεγάλη θεματική ομάδα αποτελούν τα διηγήματα στα οποία δεσπόζει το μοτίβο της φτώχειας και της ανθρώπινης δυστυχίας. Οι ήρωες παλεύουν για την επιβίωσή τους σε «άγριες εποχές» (Κατοχή, Εμφύλιος) και με αντίξοες συνθήκες (πόλεμος, πείνα, κακουχίες, δυσμενείς καιρικές συνθήκες), υφιστάμενοι ένα σωρό ταλαιπωρίες και στερήσεις, που μερικές φορές τούς γονατίζουν. Παρ' όλα αυτά, δεν χάνουν την ανθρωπιά τους, ούτε τη συναίσθηση ευθύνης. «Δεν μου κατεβαίνει μπουκιά», δηλώνει η μάνα μιας πολυμελούς οικογένειας προς τα υπόλοιπα μέλη της, που αδημονούν να δοκιμάσουν στο τραπέζι την «άζυμη καλαμποκίσια πίτα» που τους έφτιαξε με κόπο. «Τρέξτε να τον προλάβετε». Να προλάβουν ποιον; Τον πεινασμένο Ιταλό στρατιώτη που τους χτύπησε την πόρτα, ζήτησε λίγο ψωμί κι εξαφανίστηκε πάλι στο καλντερίμι, με σκυμμένο το κεφάλι... Στην ίδια κατηγορία ανήκουν και τα διηγήματα «Βάλτος», «Καπνός», «Το ταξίδι», «Το μόνον της ζωής του».

Σε άλλη ομάδα κυριαρχούν οι περιγραφές χαρμόσυνων γεγονότων του ανθρώπινου βίου (όπως ο αρραβώνας, ο γάμος, η βάφτιση κ.τ.λ.) και δίνεται έμφαση στα διάφορα έθιμα που τηρούσε η μικρή κοινότητα που είχαν δημιουργήσει οι αγροτικές οικογένειες σ' αυτά τα προσφυγικά χωριά (ας πούμε στη Σουρωτή), όπου είχαν εγκατασταθεί κι έκαναν προκοπή. Έθιμα πατροπαράδοτα που «τηρούνταν αυστηρά» (σελ. 18). Το ομολογεί, άλλωστε, ρητά ένας ήρωας: «Έτσι ήταν το έθιμο κι εμείς τα τηρούσαμε όλα κατά γράμμα» (σελ. 32 – αναφέρεται στην παλιά συνήθεια να περιμένει ο γονιός στο σπίτι την αναγγελία του ονόματος του βαφτισμένου παιδιού του από τα πιτσιρίκια και στη συνέχεια να τα χαρτζιλικώνει). Ή κάπου αλλού λέει: «Ήταν συνήθειο σε κάθε αρραβώνα η νύφη να λέει ένα τραγούδι» (σελ. 28). Σ' αυτά τα πεζά πρωταγωνιστούν κυρίως γυναίκες και βγαίνουν συμπεράσματα, μεταξύ άλλων, για τη δύσκολη κοινωνική τους θέση (με όλους τους περιορισμούς που ίσχυαν και τα κουτσομπολιά που συνήθως συνόδευαν τις όποιες ενέργειές τους), ενώ ορισμένοι ήρωες φαίνονται προσκολλημένοι σ' έναν αυστηρό κώδικα ηθικής συμπεριφοράς (σύμφωνα και με τα ήθη της εποχής), η παρέκκλιση από τον οποίο θα μπορούσε να προκαλέσει έντονες συναισθηματικές εκρήξεις, ακόμη και φονικές πράξεις («Το Λενιώ»). Πάντως αυτή η προσήλωση του συγγραφέα στις περιγραφές τοπικών ηθών, εθίμων και εκδηλώσεων (π.χ. οι πληροφορίες που δίνονται για το πανηγύρι στον Αγ. Παντελεήμονα) προσδίδει ένα χαρακτηριστικό άρωμα στα διηγήματα επαναφέροντας στο προσκήνιο ένα παλιό ερώτημα σχετικά με την ηθογραφία ή έστω την «ανανεωμένη ηθογραφία», για να θυμηθώ έναν όρο του Κ. Στεργιόπουλου[2]. Οι ηθογράφοι, ως γνωστόν, (οι οποίοι καλλιέργησαν σχεδόν αποκλειστικά το διήγημα) χρησιμοποιούν τον τόπο καταγωγής τους ως πλαίσιο για τα έργα τους και αρέσκονται στην εθιμογραφία και τη λαογραφία, εφόσον, όπως διατείνονται φιλόλογοι και λεξικογράφοι, υπάρχει «στενή σύνδεση της ηθογρα¬φίας με την επιστήμη της λαογραφίας». Συνήθιζαν, επίσης, να κάνουν χρήση καλής δημοτικής και ντοπιολαλιάς (γλωσσικών ιδιωματισμών της περιοχής)[3]. Στοιχεία δηλαδή που εντοπίζουμε και στα διηγήματα του Αστέρη Μαυρουδή, ο οποίος μάλιστα δεν παραλείπει στην τελευταία σελίδα του βιβλίου του να ευχαριστήσει όλους όσοι του χάρισαν «λαογραφικό υλικό», καθώς κι εκείνους που του πρόσφεραν τις «πολύτιμες μαρτυρίες» τους (που καθορίζουν εν πολλοίς και το περιεχόμενο των αφηγήσεών του). Ωστόσο, αυτό που νομίζω πως κάνει ο συγγραφέας είναι να χρησιμοποιεί αυτά τα στοιχεία ως «πηγή έμπνευσης»• δεν καταγράφει απλώς τα έθιμα (με διάθεση νοσταλγίας ή εξωραϊσμού), αλλά επιδιώκει να τα εντάξει φυσιολογικά «στον αφηγηματικό κορμό του διηγήματος», μετατοπίζοντας γρήγορα το ενδιαφέρον μας προς άλλες κατευθύνσεις με κοινωνική, ψυχογραφική ή υπαρξιακή σκόπευση, διαφεύγοντας έτσι από τον ασφυκτικό χώρο του απλουστευτικού και στενού όρου της ηθογραφίας (ανανεωμένης ή μη), που κατά τον Χ. Μηλιώνη, επειδή συνεχίζει να επανεμφανίζεται (συνήθως ως μομφή) και για τους σύγχρονους πεζογράφους μας, επιτείνοντας και επεκτείνοντας τη σύγχυση, δικαίως θα έπρεπε να απορριφθεί[4].

Τρία από τα διηγήματα έχουν ολοφάνερη ιστορική βάση (με την έννοια ότι αποτελούν πυκνές συνόψεις του βίου ιστορικών προσώπων: Τσακιτζής, Φώτης Γιανκούλας, Μ. Κων/νος) και θυμίζουν κάπως τους Ρεμπέτες του Ντουνιά του Ντ. Χριστιανόπουλου. Η θέση των δύο πρώτων στον τόμο εξηγείται ίσως από το γεγονός ότι η δράση των πρωταγωνιστών τους, που διέθεταν θάρρος κι εξυπνάδα και μετεξελίχθηκαν σε λαϊκούς ήρωες, συνάδει με το γενικότερο πνεύμα της φτώχειας που διέπει τη συλλογή, άρα, κατ' επέκταση, και της αναγκαιότητας συμπαράστασης ή υπεράσπισης των φτωχών και των ανήμπορων. «Δεν είχαμε στον ήλιο μοίρα», θα πει ο Φώτης. Και παρακάτω: «Ίσα ίσα για να δουλεύουμε και να ξεχνάμε τη δυστυχία μας. Η κλεψιά σύννεφο» (σελ. 57). Στο τρίτο πεζό, με τίτλο «Ο θάνατος», η όλη σκηνοθεσία αποκαλύπτει ένα έντονο υπαρξιακό άγχος, που συνοψίζεται στην καταληκτική φράση του κειμένου. «Μπροστά στο θάνατο όλοι όμοιοι κι όλοι ανήμποροι» (σελ. 51).

Σε αντίστιξη θα έλεγα με τις δραματικές καταστάσεις που συνήθως περιγράφονται ή το (απρόβλεπτο) τραγικό τέλος σε κείμενα όπως «Τα μουστλούκια», «Το μόνον της ζωής του», ο αναγνώστης γοητεύεται από την αίσθηση του χιούμορ που συναντά σε κάποια άλλα και τον κάνουν να νιώσει ένα αίσθημα ευφο¬ρίας. Χιούμορ σπαρταριστό, που οφείλεται είτε στη χρήση της ντοπιολαλιάς στους διαλόγους («Του φτι δε μπουρώ, μα του ματ πάει φυσέκ», «Η κλεψιά») είτε σε οξύ φραστικό σαρκασμό κατά προτίμηση στο τέλος του διηγήματος («Ο ξουρισμένος», «Βάλτος»).

Ο Αστέρης Μαυρουδής εμφανίζεται στα γράμματά μας έχοντας κατακτήσει ένα προσωπικό συγγραφικό ύφος, που έχει ωστόσο ορισμένες αναγνωρίσιμες συγγένειες. Ο ίδιος, εξάλλου, παραδέχεται ότι στους συγγραφείς λειτουργεί η λεγόμενη διακειμενικότητα κι όταν αυτό συμβαίνει με δημιουργικό τρόπο, που δεν οδηγεί στη στείρα μίμηση, δεν θα ήταν άσχημο να ομολογείται. Δεν αρνείται, λοιπόν, τις οφειλές του στον Θ. Βαλτινό (που δεν είναι ίσως μόνο γλωσσικές, αλλά σ' έναν βαθμό και θεματικές, αν σκεφτούμε ότι κεντρική θέση στη θεματολογία τού μέχρι πρότινος δασκάλου του –στο εργαστήρι δημιουργικής γραφής στη Φλώρινα– κατέχει η εποχή του Εμφυλίου πολέμου). Και να προσθέσω κάτι άλλο: διατηρούσα, ίσως από ιδιοσυγκρασία, κάποιες επιφυλάξεις για όλη αυτή τη νεοθεσμική (στην Ελλάδα) διελκυστίνδα των εργαστηρίων δημιουργικής γραφής (που βέβαια εφαρμόζεται εδώ και πολλά χρόνια σε όλο τον κόσμο). Δεν ξεχνώ και το σκωπτικό διήγημα «H καμπύλη της μάθησης»[5] του David Sedaris, ο οποίος διαθέτει τη θαυμαστή ικανότητα να αυτοχλευάζεται. Ωστόσο, περιπτώσεις σαν του Αστέρη Μαυρουδή μάς πείθουν ότι όντως μπορεί να υπάρξουν αποτελέσματα για τα οποία όλοι να χαιρόμαστε. Οφείλεται, άραγε, αυτό στον χαρακτήρα του; Στη μέχρι τώρα παιδεία του; Ή στο ότι έχει μάθει ν' ακούει; Το αξιοσημείωτο είναι ότι ξέρει να σέβεται και να αξιοποιεί τα δώρα της μαθητείας του, αλλά και να... τα ξεχνάει, όταν πρόκειται να πιάσει την πένα του για ν' αρθρώσει τον δικό του, προσωπικό λόγο. Όπως θα άρμοζε να γίνεται, δηλαδή.

Τελειώνοντας, παραθέτω, ως δείγμα, ένα μικρό απόσπασμα:

Στη βάλτα πηγαίναμε παρέα δυο ή τρία άτομα. Μια μέρα που πήγαμε με τον Αριστείδη και τον Μήτσο, αυτός αργότερα έγινε μηχανικός, μας έπιασε βροχή. Όσο ήμασταν μέσα στο νερό, ήταν καλά. Άμα βγήκαμε, παγώσαμε. Πήραμε και οι τρεις από ένα δεμάτι σιαμάκο για προφύλαξη και τον ανοίξαμε στη βάση σα καλύβα. Στην κορυφή το είχαμε δεμένο. Ο καθένας από ένα μεγάλο δεμάτι. Δεμάτι-καλύβα. Η βροχή έπεφτε, τα ρούχα βρεμένα, μας έπιασε μια χασμουρίδα και τρέμαμε. Βγάλαμε ο καθένας το τορβά του για να φάμε. Εγώ είχα δυο σαρδέλες παστές, λίγο ψωμί και το λαήνι με το νερό. Το Μήτσο τον είχε τρουβαδιάσει η μάνα του με έναν κόπανο, ξέρεις, μπούτι από κότα και προσπαθούσε να το βάλει στο στόμα του. Όμως η τρεμούλα δεν τον άφηνε. Το χέρι του μια χτυπούσε στη μύτη και μια στο σαγόνι.

Τότε θυμήθηκα τον παππού τον Ζαχαρατζή και είπα στο Μήτσο.

«Ε βρε Μητσο, τα χέρια σου τρέμουν σαν τον παππού τον πετεινάρη» και λυθήκαμε στα γέλια.

Σημειώσεις:
1. Μ. Θεοδοσοπούλου, «Στη σκιά δύσκολων καιρών», Η εποχή, 16.3.2014.
2. Χ. Μηλιώνης, Σημαδιακός κι αταίριαστος, σελ. 67, εκδ. Νεφέλη, 1994.
3. Παρίσης Ι. – Παρίσης Ν., Λεξικό λογοτεχνικών όρων, σελ. 76, εκδ. Πατάκης.
4. Χ. Μηλιώνης, ό.π., σ. 72.
5. David Sedaris, Eγκώ μιλήσει καλά κάποια μέρα, εκδ. Μελάνι, 2006.

Η κλεψιάΗ κλεψιά
Αστέρης Ν. Μαυρουδής
Θερμαϊκός
72 σελ.
Τιμή € 6,00
1-patakis-link

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr