ΑΛΜΑ ΘΑ ΠΕΙ ΨΥΧΗ

της Σοφίας Ηλιάδου-Τάχου

Στη σελίδα 354, η συγγραφέας γράφει: «Γύρισα την πλάτη προς την αντίθετη κατεύθυνση, προς το σπίτι μου. Η πόλη είχε αρχίσει να ξυπνάει. Οι άνθρωποι αγουροξυπνημένοι πήγαιναν στις δουλειές τους. Alma, ψυχή μου, πώς με πρόδωσες απόψε; Μ' άφησες να γίνω άλλος από ό,τι ήμουν. Ή μήπως νόμιζα ότι ήμουν άλλος;»

Το ποιοτικό βάρος του τίτλου είναι ουσιαστικό για την εξέλιξη του μυθιστορήματος, αφού η καθυστερημένη σημασιοδότηση της λέξης-κλειδί του τίτλου, άλμα ή ψυχή, αποσκοπεί στη συμπύκνωση της δραματικής ουσίας του κειμένου και στη διαχείρισή της ως σημείου κορύφωσης, που θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις μιας κρίσης στο συνειδησιακό επίπεδο: ένας φιλόδοξος ρεπόρτερ-δημοσιογράφος, που ξεπουλάει με αρκετή δόση τυχοδιωκτικού κυνισμού την ψυχή του για λίγα ψίχουλα επιτυχημένης δημοσιότητας, ανακαλύπτει σε μια στιγμή βαθιάς αυτογνωσίας τον άλλο του εαυτό ή εκείνον που νόμιζε πως δεν είχε. Και οι διαστάσεις αυτής της κατακτημένης αυτογνωσίας θα εμποδίσουν την ισορροπία των σχέσεων και των ερωτικών του συνευρέσεων με τη γυναίκα-θύμα, τη Μαρία, αντικείμενο του ερωτικού του πόθου, η οποία φαίνεται ότι κρατούσε και το κλειδί της ψυχικής του ισορροπίας. Αυτή η καθυστερημένη ένταξη της λέξης άλμα στο νοηματικό της συγκείμενο υπαγορεύεται από τις ανάγκες της πλοκής και συνιστά το μυστήριο της ιστορίας που αναζητούν μέσα από μετακινήσεις, επισκέψεις και διερευνήσεις στη Φλώρινα οι κεντρικοί ήρωες, προκειμένου να ανιχνεύσουν την αυτοκτονία του ρεπόρτερ-δημοσιογράφου, του Μύρωνα. Ενώ το τραγικό ρητορικό ερώτημα που κατατίθεται εδώ στο τέλος της φράσης αποτελεί φωτογραφία του εσωτερικού χάους της ανθρώπινης αβύσσου, ένα κοίταγμα μέσα στα άδυτα και τις κρυφές γωνιές της ανθρώπινης ψυχής που αποκαλύπτει αντιφάσεις και αδιέξοδα. Τέτοια που κάνουν τον άνθρωπο να μετεωρίζεται ανάμεσα στο μεγαλείο και την αυτοκαταστροφή, στην αυτοπραγμάτωση και την αυτοκατάλυση. Αντιφάσεις που οδηγούν στην ύβρη και τη νέμεση.

Η φυσική διάσταση του τοπίου της Φλώρινας αποτυπώνεται με παλ φωτοσκιάσεις συναισθημάτων. Στην ατμόσφαιρα πλανιέται μια μελαγχολία που κατακάθεται στις άκρες της σκέψης σαν την πρωινή δροσιά στα φύλλα. Η συμβολιστική προέκταση των συναισθημάτων στο στήσιμο του τοπίου συνυπάρχει με τα ρεαλιστικά στοιχεία του, το ποτάμι, τις γέφυρες, τα αρχοντικά που αθροίζονται κατά μήκος της κοίτης του Σακουλέβα. Μόνο που η περιγραφή δεν αποτελεί στοιχείο της πλοκής, αλλά στοιχείο της σκηνοθεσίας.

Η μετάβαση στο χώρο-πλαίσιο πραγματώνεται μέσα από το εύρημα μιας φωτογραφίας που απεικονίζει το ερωτικό ζευγάρι, τον Μύρωνα και τη Μαρία, με πλαίσιο το χιονισμένο τοπίο του Σακουλέβα και φέρει ένα ποίημα που χρήζει αποκωδικοποίησης με τα σημαίνοντα και τις συνυποδηλώσεις του.

Η αποκρυπτογράφηση των συμβόλων οδηγεί κατευθείαν στη Φλώρινα με τα σημαινόμενα λυγκών, λυγκηστίς, Βοράς, ποταμός να παραπέμπουν χωρίς αμφιβολία σε αυτήν. Παρότι όμως το πλαίσιο δεν κουβαλάει, πέρα από τα στοιχεία του φυσικού τοπίου, τις άδηλες μνήμες των συγκυριακών διαδρομών της ιστορίας και δεν συλλαμβάνει το ηχόχρωμα της αποθησαυρισμένης εμπειρίας των βιωμάτων, ο φακός αρθρώνει με γνησιότητα τον δικό του λόγο συμβάλλοντας με πειστικότητα στη σκηνοθεσία του χώρου. Η Φλώρινα μετασχηματίζεται σε πλαίσιο της ιστορίας. Και είναι αυτή η λειτουργία μια από τις εξέχουσες και σπάνιες ίσως διαδρομές της αφήγησης που την αφορούν.

Πέρα από το φυσικό ως πλαίσιο και στοιχείο σκηνοθεσίας, στο μυθιστόρημα ελλοχεύει ένα επίπεδο μεταφυσικού μυστικισμού που κατασκευάζεται με υλικά που υποβάλλουν την αίσθηση μιας άτεγκτης και τελεσίδικης νομοτέλειας, που κινείται έξω από τα πράγματα και ελέγχει τις ανθρώπινες διαδρομές μέσα στο συγκείμενο της ιστορίας. Μέσα στο υποβλητικό τοπίο ενός υπερρεαλιστικού κόσμου κυρίαρχο είναι το μοτίβο της υποκατάστασης του ενός αδερφού από τον άλλο, σε στιγμές υπέρβασης, από τις ερωτικές τους συντρόφους. Έτσι η Ισμήνη, την ώρα που παρέα με τον Στέφανο αναζητούν ίχνη του Μύρωνα στο κλειστό του δωμάτιο, αναρωτιέται: «Τι άρωμα άραγε να φορούσε ο Μύρωνας...» ανακατασκευάζοντας, μέσα από την υποβολή του χώρου, τα θραύσματα της εικόνας του Μύρωνα, της μόνης που είχε αποτυπώσει από την έλευσή του στο βιβλιοπωλείο όπου έδενε το μυθιστόρημά της. Και στην ουσία αναζητώντας τις πρωτογενείς πηγές των ερωτικών της προκλήσεων/προσκλήσεων.

«Έμεινε εκεί σε μια ρωγμή του χώρου και του χρόνου ζουμάροντας στα επιμέρους στοιχεία του νέου άνδρα: στα καστανόξανθα μαλλιά του, στο μακρύ καρό πουκάμισο, στους στενούς γοφούς, στο φαρδύ παντελόνι...»

Η υποκατάσταση αποκτά ηχόχρωμα ερωτικής μέθεξης στη συνεύρεση της Μαρίας με τον Στέφανο/Μύρωνα. Η συγγραφέας αποδίδει στο σημείο αυτό ένα από τα πιο δυνατά της κείμενα:

«Έπειτα, δίχως ο Στέφανος να το περιμένει, άπλωσε το χέρι της... Θέλω να σε αγκαλιάσω, Μύρωνα, για μια φορά ακόμα, θέλω να αγγίξω το σώμα σου. Έκαναν έρωτα σπρωγμένοι μονάχα από την ανάγκη των σωμάτων...»

Η αφετηρία της πλοκής είναι ευρηματική... Για να εξελιχτεί η αφήγηση, επιλέγεται η μη ευθύγραμμη τεχνική στην αποτύπωση της χρονικής ακολουθίας των γεγονότων. Το μυθιστόρημα ξεκινάει από το τέλος, δηλαδή από τη δημοσιοποίηση του γεγονότος της αυτοκτονίας του Μύρωνα. Στην ουσία έχουμε δύο ερωτικά ζευγάρια που εναλλάσσονται έξω από τις κοινωνικές συμβάσεις, ακόμα και πέρα από τη νομοτέλεια των χρονικών ακολουθιών που επικαθορίζουν το υλικό από το φαντασιακό, θρυμματίζουν την κρούστα των βεβαιοτήτων του κόσμου μας και, ιχνηλατώντας το φθαρτό, το πεπερασμένο και το υποκειμενικό, διεισδύουν στο πεδίο του φαντασιακού, το οποίο και ερμηνεύουν ως μια άλλη όψη του εμπειρικού υλισμού. Μέσα από τη διαρκή εναλλαγή του εμπειρικού υλισμού με το φαντασιακό καταλύονται οι μανιχαϊστικές δεοντολογίες που επιτάσσουν την εκλογίκευση, τον έλεγχο των συναισθημάτων, την πειθαρχημένη σεξουαλικότητα και οδηγούν τα ερωτικά ζεύγη σε εναλλαγές πόθου, πάθους και αυτοπραγμάτωσης.

Η ψυχογράφηση των βασικών προσώπων γίνεται μέσα από τις οπτικές γωνίες των οικείων τους προσώπων. Μέσα από την καταπληκτική αντιφατικότητα αναζητούμε το αληθινό τους πρόσωπο που χάνεται μέσα στα συναισθήματα, το πάθος και τον ρεαλισμό της τελικής τους επιλογής... Το λεξιλόγιο είναι πλούσιο, περιγράφει με άνεση τα τοπία και τα συναισθήματα, ενώ η πλοκή περνάει μέσα από τις συμπληγάδες της αναζήτησης και συντηρεί το παιχνίδι ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, που συνυφαίνεται με τη μυστηριακή γοητεία του σύμπαντος και ενισχύει τον μέσα μας πλούτο.

Άλμα θα πει ψυχήΆλμα θα πει ψυχή
Σοφία Δημοπούλου-Πύρζα
Ωκεανός
379 σελ.
Τιμή € 16,90

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr