A+ A A-

ΜΕΙΝΕ ΓΙΑ ΛΙΓΟ ΟΤΑΝ ΘΑ ΕΧΟΥΝ ΦΥΓΕΙ ΟΛΟΙ

της Ανθούλας Δανιήλ

Τo βιβλίο του Δημήτρη Οικονόμου, με τον τίτλο Μείνε για λίγο όταν θα έχουν φύγει όλοι, είναι ένα βιβλίο που ανοίγει παράθυρα σε πολλά πεδία για μελέτη και συζήτηση. Κύριο χαρακτηριστικό του η αντίστιξη. Αντίστιξη σε όλα. Στον τόπο και στο χρόνο, στο μέσα και στο έξω, σε μια μικρή παρέα φοιτητών και στο σύνολο της χώρας, στην αφήγηση.

Συγκεκριμένα, η ιστορία εξελίσσεται στα δέκα τελευταία χρόνια του αιώνα που έληξε, 1991-2000, και αφορά τη ζωή μιας ομάδας φοιτητών που μόλις μπήκαν στο Πολυτεχνείο γεμάτοι φιλοδοξίες, όνειρα και σχέδια για το μέλλον τους. Κεντρικός ήρωας του έργου και αφηγητής είναι ο Νίκος. Ένας ανήσυχος νέος, ρομαντικός και τρυφερός, που, πέρα από τις σπουδές στο Πολυτεχνείο, παίζει κιθάρα και συμπράττει με μια παρέα φοιτητών από διάφορες σχολές, οι οποίοι έχουν ιδρύσει ορχήστρα και χορωδία στην Πανεπιστημιακή Λέσχη. Η παρέα κάνει μεγαλεπήβολα σχέδια για το μέλλον, αλλά οι αντικειμενικές συνθήκες θα τους απογοητεύσουν. Ο Νίκος, όπως και τα άλλα παιδιά, στριμωγμένος στις μυλόπετρες της σύγχρονης πραγματικότητας και αφερεγγυότητας προς την οποία τον ωθεί το σύστημα, συνεχώς ψαλιδίζει ιδέες, φιλοδοξίες, όνειρα, μέχρι την πλήρη μεταστροφή του.

Ο τόπος προσδιορίζεται από την Αθήνα κυρίως, που βρίσκεται στο κέντρο, αλλά εξακτινώνεται στην Ευρώπη, συγκεκριμένα στο Μπελφόρ, μια μικρή πόλη της Αλσατίας, όπου η ορχήστρα παίρνει μέρος σε ένα φοιτητικό φεστιβάλ μουσικής. Κι ακόμα στην Πράγα, σε μια δραματική διαδήλωση με πολλά έκτροπα και τον Νίκο πρωταγωνιστή. Τέλος, είναι και η Μπουκαβού της Αφρικής, η ζούγκλα, όπου μαίνεται ένας άγριος εμφύλιος και όπου ένα από τα παιδιά, ο Μιχάλης, έχει πάει ως εθελοντής του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού και από όπου στέλνει, εν είδει πολεμικού ανταποκριτή, γράμματα στον Νίκο.

Η αντίστιξη του μέσα και του έξω αφορά τις έντονες ψυχικές αντιδράσεις των ηρώων στα σημαντικά περιστατικά που έχουν να αντιμετωπίσουν, όπως το οφειλόμενο σε κακοτεχνία τραγικό δυστύχημα με συνέπεια το θάνατο μιας φίλης, οι εκδρομές στα βουνά και το αίσθημα του χαμένου προορισμού, οι εσωτερικές συγκρούσεις του ήρωα, κυρίως λόγω του εργοδότη του. Αλλά και ο περιβάλλων χώρος της Αθήνας, με τα μυριάδες προβλήματα, όπως είναι οι διαδηλώσεις, πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα που ανέκυψαν (Μακεδονικό ζήτημα, Οτσαλάν, Ίμια, ναυάγιο στην Πάρο), απεργίες, η μεγάλη φωτιά στην Πεντέλη.

Μια άλλη αντίστιξη-αντινομία είναι η συμπεριφορά του ήρωα που πάντα κρατούσε αποστάσεις από τους «επαρχιώτες» συμφοιτητές και σχολίαζε την προφορά τους. Οι περιστάσεις όμως το φέρνουν να συμμετέχει σε νεκρόδειπνο για έναν σκοτωμένο αλλοδαπό στο εργοτάξιο και να πίνει τσάι με το ίδιο περιστόμιο. Κι ακόμα, ενώ βρισκόταν πάντα σε διακριτική απόσταση από τα επεισόδια στη Σχολή του ή στις διαδηλώσεις στην Αθήνα, στην Πράγα μεταμορφώνεται σε μαινόμενο ταύρο.

Και φτάνουμε στην αφήγηση, η οποία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Στην αφήγηση δεν υπάρχει αρχή-μέση-τέλος παραδοσιακά. Αλλά όλα, και η αρχή και η μέση και το τέλος, στροβιλίζονται μέσα στον αμνιακό σάκο του χρόνου. Σε δύο χρονικά επίπεδα και με τη μορφή της ημερολογιακής καταγραφής, ο Νίκος ανοίγει την αφήγηση με την καταγραφή του Ιουλίου 1998, σε πρώτο πρόσωπο και ορθή γραφή και παρεμβάλλει με διαδοχικά φλας μπακ καταγραφές από το 1991 και εντεύθεν, σε τρίτο πρόσωπο και πλάγια γραφή, οι οποίες επιμερίζονται σε εξάμηνα που είναι ο πανεπιστημιακός χρόνος. Σ’ αυτή την αφήγηση προστίθενται και τα έξι γράμματα του Μιχάλη από την Αφρική, τον Απρίλιο του 1997.

Επιχειρώντας να ερμηνεύσουμε τις μορφές της γραφής, θα λέγαμε πως ο αφηγητής αντιδιαστέλλει το εφιαλτικό «τώρα» από το παρελθόν των φοιτητικών ονείρων, ερώτων και μουσικής. Με τα λόγια του Αρθούρου Ρεμπώ «Car je est un autre = γιατί εγώ είναι ένας άλλος», ο ήρωας λέει: εγώ δεν είμαι σήμερα αυτός που ήταν τότε.

Η ζωή είναι «ένας ατέρμων κοχλίας», λέει ο Νίκος, «μια τεράστια κοσμική βίδα… όπως το σύμπαν, διαστέλλεται στο άπειρο… και επαναλαμβάνεται αενάως γύρω από έναν άξονα». Σαν αυτή τη βίδα στριφογυρίζει και η αφήγηση, η οποία σε κάθε τροχιά της ξαναπερνάει από τα ίδια πρόσωπα που μας τα έχει ήδη δείξει (ποιος είναι ποιος, τι σπουδάζει, τι σκοπεύει να κάνει, με ποιον/ποιαν ζευγαρώνει, χωρίζει), προσθέτοντας σε κάθε περιστροφή ένα στοιχείο ακόμα που τη διαφοροποιεί από την προηγούμενη. Και το ενδιαφέρον είναι πως αυτή η επανάληψη, περιστροφή, με όποιες αλλαγές επιφέρει, παρατηρείται και στο «Tourdion», ένα γαλλικό μεσαιωνικό τραγούδι που ο ήρωας και η παρέα του παίζει και τραγουδά με πάθος. Και που σε κάθε επαναφορά το βασικό μοτίβο εμπλουτίζεται κι από ένα νέο όργανο. Η μουσική είναι συνεχές σημείο αναφοράς στην αφήγηση και λόγω της ενασχόλησης των παιδιών γενικώς, και λόγω της θριαμβευτικής συμμετοχής τους στο φεστιβάλ, αλλά κυρίως, γιατί η Τέχνη τούς κρατά μακριά από τη βαρβαρότητα της καθημερινής ζωής.

Μια συμπερίληψη όλων των αντιστίξεων είναι η ζούγκλα της Αφρικής, με την αυθεντική σε πρωτογονισμό, αιμοδιψή και απροκάλυπτη αγριότητα, απέναντι στην Αθήνα με τον καμουφλαρισμένο δυτικότροπο πολιτισμό, ειδικά όταν γίνεται λόγος για το εργοτάξιο όπου εργάζεται ο Νίκος, πλάι σε ανασφάλιστους αλλοδαπούς εργάτες, η τύχη των οποίων θυμίζει σκλάβους στα λατομεία της Σικελίας. Εκεί όπου βρίσκει έδαφος η απληστία, η κυνικότητα, η εγκληματική αμέλεια των ιθυνόντων μπροστά στο γρήγορο κέρδος (τα χρήματα προέρχονται από την Ε.Ε.). Εκεί στο εργοτάξιο ο ήρωας, τηρουμένων των αναλογιών, βιώνει τη μοίρα των εξαθλιωμένων εργατών, παραμένοντας εξαπατημένος και απλήρωτος, όπως κι εκείνοι.

Είναι ευφυές το ότι στην παρέα τα παιδιά είναι από διαφορετικές σχολές, μελλοντικοί πολιτικοί μηχανικοί, γιατροί, δικηγόροι, δάσκαλοι, συγγραφείς, καλλιτέχνες, γιατί έτσι έχουμε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα της αστικής κοινωνίας του παρόντος μας. Είναι επίσης ευφυές που ο συγγραφέας χρησιμοποίησε τη χορωδία, γιατί έτσι απέδωσε πιο παραστατικά την ονειρική ανέμελη υπόσταση του νέου ανθρώπου. Ωστόσο, ένας άλλος νέος άνθρωπος, ο Μιχάλης, καθόλου ανέμελος, διακινδυνεύει τη ζωή του κάθε μέρα στην Μπουκαβού. Ο Μιχάλης, που βαδίζει στα σκοτεινά σαν τον Μιχάλη του Σεφέρη, που φώναζε μέσα στη νύχτα «στα σκοτεινά πηγαίνουμε στα σκοτεινά προχωρούμε οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά» [[1]]. Αλλά και ο Νίκος στα σκοτεινά. Όμως, ο Νίκος γράφει και «ένα χέρι με πένα αξίζει όσο κι ένα χέρι με αλέτρι», λέει ο Ρεμπώ [[2]]. Μπορεί λοιπόν να μη διαπρέψει ως πολιτικός μηχανικός, θα διαπρέψει όμως ως συγγραφέας. Γιατί ο αναγνώστης, πέρα από την ενδιαφέρουσα σχολιαστική ματιά του στα πράγματα, θα ανακαλύψει τη λογοτεχνικότητα του κειμένου, τις πρωτότυπες παραστατικότατες περιγραφές –της φύσης, των ερώτων, των τραγουδιών– καθώς επίσης κι εκείνες τις άγριες, καταστροφικές, ρεαλιστικές περιγραφές, είτε γίνονται στο Πολυτεχνείο, είτε γίνονται στην Πράγα, είτε γίνονται στην ψυχή του.

Τελικώς, ο υπερήφανος Νίκος που, όπως όλοι οι νέοι, ήθελε ανεξαρτησία και αυτονομία από την οικογένεια και έκρινε απαξιωτικά συμπεριφορές της προηγούμενης γενιάς, θα ζητήσει βοήθεια από τον πατέρα του, θα ανακάμψει, θα επιβιώσει έχοντας μάθει από τα πάθη του, επιβεβαιώνοντας το αρχαίο ρητό «το πάθος μάθος». Γιατί η εμπειρία δεν αποκτιέται, παρά μόνο σε κατευθείαν επαφή με τα πράγματα. «Κατάσαρκα», είναι το επίρρημα που χρησιμοποιεί ο Σεφέρης.

Όσον αφορά τον τίτλο, συμπεραίνω και συσχετίζω ίσως κουτά [[3]] (το ρήμα είναι του Καβάφη), αλλά νομίζω ότι αναφέρεται στη μουσική. Και γιατί «μείνε για λίγο»; Θα απαντήσω πάλι καβαφικά: «Τα φάρμακά σου φέρε Τέχνη της Ποιήσεως / που κάμνουνε για λίγο να μη νοιώθεται η πληγή» [[4]]. Γιατί τα προβλήματα παραμένουν, δεν θεραπεύονται. Η ζωή αξίζει να τη ζήσεις για έναν μεγάλο έρωτα και για την Τέχνη. Κι ο αναβαπτισμένος από την εμπειρία Νίκος, αυτή τη στιγμή έχει στο πλάι του την οικογένειά του, τους φίλους του, τον έρωτα και τη μουσική. Τη μουσική που «μας προσφέρει πάντα το τεκμήριο της αθωότητας» και «είναι η σταθερά στη ζωή μας».

Μείνε για λίγο όταν θα έχουν φύγει όλοιΜείνε για λίγο όταν θα έχουν φύγει όλοι
Δημήτρης Οικονόμου
Μελάνι
391 σελ.
Τιμή € 16,00

 



[[1]] Ποιήματα, «Ο τελευταίος σταθμός».

[[2]] Μια Εποχή στην Κόλαση, «Αίμα κακό», μτφρ. Νίκος Σπάνιας, εκδ. Γνώση, 1981.

[[3]] Ποιήματα, «Μέρες του 1896», «Μα η κοινωνία που ήταν σεμνότυφη συσχέτιζε κουτά».

[[4]] Ποιήματα, «Μελαγχολία Ιάσωνος Κλεάνδρου· ποιητού εν Κομμαγηνή· 595 μ.Χ.».

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr