A+ A A-

ΣΧΟΛΙΚΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

της Λίτσας Ψαραύτη

 

Ο συγγραφέας έδειξε από το πρώτο βιβλίο το ταλέντο του και το διαπιστώνουμε και στα επόμενα έργο του που διακρίθηκαν με βραβεία και επαίνους. Το τελευταίο βιβλίο είναι συγχρόνως και το πρώτο του, αφού πρόκειται για επανέκδοση του βραβευθέντος το 1996 από τη Γ. Λ. Σ. μυθιστορήματος. Ένα θέμα που ήταν επίκαιρο τότε, αλλά δυστυχώς παραμένει ακόμα πιο επίκαιρο σήμερα, ο ρατσισμός, είναι το κεντρικό του μοτίβο. Μόνο που σε αυτή την περίπτωση είναι ιδωμένο από άλλη σκοπιά. Με φόντο μια σχολική παράσταση σε σχολείο της Γερμανίας, ο Έλληνας πρωταγωνιστής Γιώργος, μαθητής της Β’ Γυμνασίου, γνωρίζει το μίσος και το διαχωρισμό από πρώτο χέρι. Πολλοί Γερμανοί συμμαθητές του, αλλά και οι γονείς τους εναντιώνονται σε αυτόν. Το μικρό αγόρι βρίσκει απροσδόκητους σύμμαχους στα πρόσωπα κάποιων άλλων παιδιών από την τάξη του, που κι αυτά είχαν περιθωριοποιηθεί από την κοινωνία πριν από αυτόν. Ο Άντρεας, ο Τούρκος Τζάφερ, αλλά και ο κύριος Μίκαελ, ο καθηγητής, υποστηρίζουν τον Γιώργο και δίνουν κι αυτοί τη δική τους μάχη για το δίκαιο.

Ένα εξαιρετικό αντιρατσιστικό μυθιστόρημα, με τρυφερότητα αλλά και με βία, που περιγράφει το πώς είναι να βρίσκεται κάποιος στη θέση του «ξένου», να είναι απέναντι σε μια κοινωνία που υποτίθεται πως είναι προηγμένη. Ο πρωταγωνιστής σηκώνει άγχη και προβλήματα δυσανάλογα μεγάλα για την ηλικία του, αλλά τα παλεύει με όπλα την υπομονή, τη φιλία και την πίστη για το δίκιο του.

Το βιβλίο αυτό πρέπει να διαβαστεί τόσο από παιδιά όσο και από γονείς για να συνειδητοποιήσουν όλοι πώς είναι να βρίσκεται κάποιος στη θέση του «ξένου», αλλά και πώς τα θύματα δεν επιτρέπεται να γίνουν θύτες.

Σχολική παράσταση Βασίλης Παπαθεοδώρου ΚαστανιώτηΣχολική παράσταση
Βασίλης Παπαθεοδώρου
Καστανιώτη
127 σελ.
Τιμή € 8,52

 

Εμφανίσεις: 1303

ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ

της Ελένης Σαραντίτη

 

«Το όνομά μου είναι Ραφαέλ Φερνάντες και είμαι παιδί της χωματερής. Πολλοί μου λένε: “Ποτέ δεν ξέρεις τι θα βρεις ψάχνοντας στα σκουπίδια! Σήμερα μπορεί να είναι η τυχερή σου μέρα”. Αλλά εγώ τους λέω: “Φίλε μου, νομίζω πως ξέρω τι θα βρω”. Και ξέρω τι μπορεί να βρει κανείς, γιατί ξέρω τι βρίσκω εγώ όλα αυτά τα χρόνια που δουλεύω εδώ πέρα, έντεκα ολόκληρα χρόνια. Με μια λέξη: στούπα. Στούπα –και συγγνώμη που σας προσβάλλω– είναι η λέξη που χρησιμοποιούμε για τις ανθρώπινες ακαθαρσίες».

Μιλά ο ένας από τους τρεις πρωταγωνιστές αυτής της βαθύτατα ανθρώπινης, σπαρακτικής αλλά και σαγηνευτικής ιστορίας, για να διευκρινίσει παρακάτω: «Ήμουν παιδί των σκουπιδιών από τότε που μπορούσα να περπατάω μόνος μου και να μαζεύω πράγματα. Πόσο να ήμουν; Τριών χρονών, και είχα αρχίσει να ξεδιαλέγω… Ο Γκάρντο είναι συνεργάτης μου, δουλεύουμε πάντα μαζί. Με προσέχει…»

Ο Γκάρντο είναι συνομήλικός του. Ψηλός και λεπτός σαν ξυλαράκι. Κι αγέλαστος. Όταν τον παρατηρούν γιατί ποτέ δεν χαμογελά, «Βρέστε μου έναν λόγο για να χαμογελάσω», απαντά. Αχώριστα τα δυο αγόρια. Όπου ο ένας, εκεί κι ο άλλος. Τι αγάπη! Είπε κανείς ότι στους σκουπιδότοπους δεν φυτρώνουν και σπάνια, εξαίσια λουλούδια που μοσκοβολούν συντροφικότητα και ευθύτητα, στοργή και αφοσίωση;

Ο τρίτος από τους ήρωες του μυθιστορήματος είναι ο Αρουραίος. Μικρότερός τους κατά τέσσερα χρόνια. Το πραγματικό του όνομα ήταν Χουν-Χουν. Ερχόταν από πολύ μακριά, δεν είχε κανέναν στον κόσμο και αν δεν υπήρχε το φαγητό στο Σχολείο της Ιεραποστολής, θα είχε πεθάνει. Τον φώναζαν Αρουραίο γιατί έμενε σε μια τρύπα, συγκάτοικος με αρουραίους, και σάμπως είχε αρχίσει να τους μοιάζει. Τουλάχιστον στο τεφρό τους χρώμα.

Στη χωματερή της Μπεχάλα. Κάπου στη Μανίλα*, την πρωτεύουσα των Φιλιππίνων. Υπάρχουν αναρίθμητα παιδιά που όντως σέρνονται σε όλη τη ζωή τους στα σκουπίδια. «Η Μπεχάλα σε κάνει να θέλεις να βάλεις τα κλάματα, γιατί μοιάζει μ’ ένα φοβερό βασανιστήριο που δεν θα τελειώσει ποτέ. Αρουραίοι και παιδιά, παιδιά και αρουραίοι, και μερικές φορές σκέφτεσαι ότι η ζωή τους είναι λίγο-πολύ η ίδια…» μιλά εμπιστευτικά η εθελόντρια κοινωνική λειτουργός στο Σχολείο της Ιεραποστολής, πρόσωπο στ’ αλήθεια εξαίρετο, γεμάτο αγαθότητα και αλτρουισμό. Το όνομά της, Ολίβια. Και ο ρόλος της στην εξέλιξη της ιστορίας σημαντικός.

Στη χωματερή, λοιπόν. Kαι, λίγο αργότερα, αφότου ο Ραφαέλ παρατηρούσε πικρά ότι δεν βρίσκει κανείς τίποτα το άξιο λόγου, ψάχνοντας ανάμεσα σε χαλασμένα φαγητά, αρουραίους, σπασμένα αντικείμενα, χαρτιά, περιττώματα, το χέρι του ακινητοποιήθηκε: μια μικρή δερμάτινη τσάντα με κλειστό φερμουάρ. Ανδρική. Και μέσα ένα πορτοφόλι γεμάτο πέσος. Πλάι στο πορτοφόλι ένας διπλωμένος χάρτης και μες στον χάρτη ένα κλειδί. Υπήρχαν και κάποιες φωτογραφίες ενός κοριτσιού γύρω στα οκτώ, ορισμένα ταλαιπωρημένα έγγραφα και μια ταυτότητα. Όνομα: Χοσέ Ανχέλικο. Επάγγελμα: υπηρέτης. Τόπος κατοικίας: Πράσινοι Λόφοι.

Μετά το πρώτο βουβό ξάφνιασμα και την αθέατη τρεμούλα, οι δυο φίλοι σκέφτηκαν πως καλό θα ήταν να ψάξουν για τον κύριο Ανχέλικο. Πάντως, γύρευε τώρα… Και στη σκοτεινιά άρχισαν να αγκαλιάζονται με χορευτικά βήματα. Μετά μοιράστηκαν αμίλητοι τα χρήματα, πήρε ο Ραφαέλ τα ευρήματα, τα έχωσε στο σορτσάκι του και συνέχισαν να ξεδιαλέγουν. Δεν έπρεπε να τραβήξουν κανενός την προσοχή. Όμως αυτή η τσάντα θα άλλαζε για πάντα τη ζωή τους. Και την ψυχή τους. Έπειτα από πολύν καιρό θα σκέφτονταν πως «όλοι στη ζωή τους χρειάζονται ένα κλειδί· με το σωστό κλειδί μπορείς να ανοίξεις μια πόρτα διάπλατα. Γιατί κανένας δεν πρόκειται να ανοίξει την πόρτα για σένα». Το κλειδί άνοιγε μια θυρίδα στον σιδηροδρομικό σταθμό. Και η θυρίδα έκρυβε ένα φοβερό και ανήκουστο μυστικό, που σχετιζόταν με διαφθορά και ανηθικότητα προσώπων υπεράνω πάσης υποψίας…

Έτσι, η γειτονιά τους γέμισε από αστυνομικούς. Αν και δεν ζυγώνει συχνά η αστυνομία στην Μπεχάλα, καθότι οι απόκληροι και οι απέλπιδες συνηθίζουν να λύνουν μόνοι τους τις διαφορές και τα προβλήματά τους. Είχε όμως καυχηθεί η θεία (πες μάνα) του Ραφαέλ, έπειτα από ορισμένα χρήματα που της έδωσαν για να αγοράσει τρόφιμα, οπού συνεχώς τα στερούνταν, ότι τα παιδιά κάτι βρήκαν.

Κι εδώ κάνουμε τη γνωριμία με τον Αρουραίο. «Χρειαζόμαστε τον Αρουραίο», είπε ο Γκάρντο. «Είναι το μόνο μέρος που δεν θα ψάξουν για την τσάντα». Τώρα γραμμή για την τρύπα του. Ο Αρουραίος έχει μια λεπτή, δειλή φωνούλα και κάθεται πάνω σε στρώσεις από χαρτόνια. Γύρω του φωλιές αρουραίων. «Χρειαζόμαστε τη βοήθειά σου», είπαν οι δυο φίλοι. «Εντάξει», ένευσε χαμογελώντας το αδύνατο, υποσιτισμένο αγοράκι. Πρωτύτερα ζούσε πολύν καιρό στον Κεντρικό Σταθμό και γνώριζε πώς να τους οδηγήσει στη θυρίδα…

Ένα κυνηγητό. Ανελέητο και σπασμωδικό. Και από την πλευρά της αστυνομίας και από την πλευρά του υποκόσμου. Μα και ένας αγώνας επιβίωσης εξαντλητικός. Και τελικώς νικηφόρος. Τι φως και πόση ελπίδα εκπέμπουν αυτά τα παιδιά του «Κατώτερου Θεού», και πώς ριγεί ο αναγνώστης στη σκέψη των Αγίων Παθών τους.

Η παιδική εργασία, η φοβερή εκμετάλλευση αθώων ψυχών και ζωών, η φτώχεια, η απελπισία, η φθορά και η διαφθορά των κρατούντων, όλα, όλα τα εγγίζει με έγνοια, όλα τα καταγράφει και τα καταγγέλλει ο σπουδαίος Άγγλος συγγραφέας Άντυ Μάλλιγκαν σε αυτό το ασθματικό θρίλερ. Είναι ίσως διότι τα έζησε από κοντά διδάσκοντας αγγλικά και θεατρική τέχνη στην Ινδία, τη Βραζιλία, τις Φιλιππίνες.

Το παρόν βιβλίο έχει μεταφραστεί σε 23 χώρες ενώ ήδη ξεκίνησαν τα γυρίσματα μιας ταινίας βασισμένης στο δραματικό, όσο και εξαιρετικό, και με πανανθρώπινα μηνύματα αυτό μυθιστόρημα. Το σενάριο είναι του RichardCurtis.Το σκηνοθετεί ο Stephen Daldry (Μπίλι Έλιοτ, Ώρες).

«Τα Σκουπίδιααποτελούν μια μοντέρνα εισαγωγή στον Όλιβερ Τουίστ. Είναι μια εξαίρετη ιστορία με παιδιά που καταφέρνουν να “τη φέρουν” σε ενήλικες. Η σκληρότητά του είναι η σκληρότητα ενός παραμυθιού», έγραψαν οι Times. Όπως και το μήνυμα ελπίδας που μεταδίδεικαι που παραπέμπει σε μυθικές αφηγήσεις, θα πρόσθετα.

Όπως θα πρόσθετα, επίσης, και τα συγχαρητήριά μου στην Αργυρώ Πιπίνη για την καταπληκτική μετάφρασή της. Μια δημιουργία!

Ηλικία: 13+

*Η Μανίλα (πληθ. 1.653.171 σε έκταση μόλις 38,55 τετραγωνικών χιλιομέτρων) θεωρείται η πιο πυκνοκατοικημένη πόλη του κόσμου.

Σκουπίδια Άντυ Μάλλιγκαν μετάφραση: Αργυρώ Πιπίνη ΠατάκηςΣκουπίδια
Άντυ Μάλλιγκαν
μετάφραση: Αργυρώ Πιπίνη
Πατάκης
251 σελ.
Τιμή € 12,70

 

Εμφανίσεις: 1401

ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΑΓΑΠΗΣ

της Ελένης Σαραντίτη 

Ανάμεσα στα –όχι και λίγα– βιβλία της γνωστής συγγραφέως που έχω στα χέρια μου και τα οποία διάβασα με ξεχωριστή προσοχή, επέλεξα να παρουσιάσω το παρόν – το βρήκα μοντέρνο, ενδιαφέρον και ρεαλιστικό. Όμως ας θυμηθούμε αρχικώς ότι η Αγγλίδα συγγραφέας από το όμορφο Μπαθ (1945-) έχει γράψει πάρα πολλά βιβλία για παιδιά και νέους: κοινωνικά μυθιστορήματα, αισθηματικά, αστυνομικά, θεατρικά έργα. Και μόνο στην πατρίδα της έχουν πουληθεί περισσότερα από 25 εκατομμύρια αντίτυπα, ενώ έχουν μεταφραστεί σε 30 γλώσσες. Πρόκειται για διάσημη συγγραφέα και πολύ αγαπητή στους έφηβους αναγνώστες, καθώς στο ποικίλο έργο της αγαπά να μπαίνει στον ψυχικό κόσμο των νέων χωρίς δισταγμούς αλλά και με αβρότητα. Την απασχολεί ιδιαιτέρως η ζωή των σύγχρονων οικογενειών και τα προβλήματα –μικρά ή μεγάλα– που αναφύονται, διαρκώς και περισσότερα, απρόβλεπτα και πιο βασανιστικά – δυστυχώς.

Η θεματολογία της Τζάκλιν Ουίλσον, λοιπόν, συν μια αβίαστη, άνετη γραφή, ζωντανή και με ζωηρούς διαλόγους, κάνουν τα βιβλία της τόσο αγαπητά στους νέους, διότι μες στις σελίδες τους συχνά βλέπουν το περίγραμμα όχι μόνο του σώματός τους, αλλά της ύπαρξής τους. Σε ορισμένες σελίδες παραλλάσσει ετούτο το γενικό πλαίσιο, αναλόγως των καταστάσεων βέβαια, αλλά πάντοτε ο διάλογος και η ανταλλαγή μυστικών μεταξύ αναγνώστη και συγγραφέα είναι ολοφάνερος.

Στα Ιδιαίτερα μαθήματα αγάπης, η έφηβη Προύντενς, πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος, εκδηλώνεται από την πρώτη κιόλας αράδα: «Μισώ τον μπαμπά μου. Το ξέρω ότι πολλές έφηβες το λένε αυτό, αλλά δεν το εννοούν στ’ αλήθεια. Ή τουλάχιστον δεν νομίζω πως το εννοούν. Η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω καμιά άλλη έφηβη. Κι αυτός είναι ένας από τους λόγους που μισώ τον μπαμπά. Με κρατάει, στην ουσία, φυλακισμένη». Ωχ, Παναγιά μου, σκέπτομαι κι ο νους μου ταράσσεται. Βλέπετε, τελευταίως, πολλά παρόμοια περιστατικά έρχονται στο φως. Σταδιακά ησυχάζω…

Ωστόσο, η Προύντενς δεν σταματά εκεί:

«Χρόνια και χρονάκια τώρα, είχα μια μυστική φανταστική φίλη, ένα ενδιαφέρον κορίτσι όλο φαντασία, στην ηλικία μου, ονόματι Τζέιν. Τα πάντα είχαν αρχίσει όταν διάβασα τα πρώτα κεφάλαια της Τζέιν Έιρ. Το κορίτσι αυτό ξεπήδησε ξαφνικά από τις σελίδες του βιβλίου και τρύπωσε κατευθείαν μες στο κεφάλι μου…» Αργότερα, βέβαια, η Τζέιν παραμερίστηκε κάπως για χάρη του Τωβία, γιου του Τωβίτ, ιδωμένον αρχικώς στη Βίβλο, στην ιστορία του «Τωβίτ», στην παλιά έκδοση με την υπέροχη εικονογράφηση του Γκιστάβ Ντορέ, ενώ αργότερα τον ερωτεύτηκε κοιτώντας τον στον γνωστό πίνακα του Βερόκιο*. Αυτό το αγόρι και σεβαστικό γιο, σύμφωνα με τη Βίβλο, η Προύντενς αγάπησε ως τα κατάβαθά της. Διάβαζαν μαζί, μαζί ζωγράφιζαν, έτρωγαν, συζητούσαν. Ήταν αχώριστοι. Κάπου κάπου αντάλλασσαν και φιλιά ή ντροπαλά χάδια.

Υπάρχει όμως και μια αδελφή. Πραγματική αυτή. Γκρέις το όνομά της, ετών έντεκα αν και οι τρόποι της, οι συνήθειες και οι προτιμήσεις της παραπέμπουν σε πεντάχρονο κορίτσι. Λατρεύει τον κότσυφα του κήπου, όλα τα ερπετά, ακόμη και μια σκουληκοφωλιά κουβάλησε κι έκρυψε κάτω από το κρεβάτι της. Μοιράζονται το ίδιο δωμάτιο οι αδελφούλες, πολλές φορές και τις ίδιες σκέψεις. Και τα δυο κορίτσια είναι έγκλειστα σχεδόν. Ο τυραννικός και δύσπιστος, και επιπλέον παραδόπιστος πατέρας τους, δεν τα αφήνει μήτε μέχρι την πλατεία να πάνε, ούτε καν μέχρι το μαγαζάκι της γειτονιάς. Για το κέντρο της πόλης ούτε λόγος. Ούτε λόγος και για σχολείο. Ο ίδιος είχε αναλάβει την εκπαίδευσή τους – του το παρείχε αυτό το δικαίωμα ο νόμος. Ανέχεια, μιζέρια, ζωή άχαρη. Το σπίτι τους είναι πάνω από το βιβλιοπωλείο του πατέρα, όπου σπανίζουν οι πελάτες. Σπανίζουν και οι επισκέπτες στο διαμέρισμα. Μόνο η φαντασία της Γκρέις και της Προύντενς καλπάζει αθόρυβη και ευεργετική. Και οι εκπληκτικές ζωγραφιές της μεγάλης. Η κοπελίτσα αυτή ονειρεύεται να πάει στη Σχολή Καλών Τεχνών. «Ονειρευόμαστε άνεμε», θα μπορούσε να απευθυνθεί στην κρύα νύχτα. Ή κι εμείς θα μπορούσαμε για χάρη της να θυμηθούμε τους στίχους του Λάσκου:

Θερμοκρασία 60 υπό το μηδέν/ και το εισιτήριο προς το Βλαδιβοστόκ στην τσέπη…

Ο κύριος Μάιλς, που τους επισκέφτηκε ξαφνικά, ήταν επιθεωρητής εκπαίδευσης. Έπρεπε να διαπιστώσει εάν η Προύντενς ήταν καλώς προετοιμασμένη για τις εξετάσεις της των Πιστοποιητικών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Αλλά μετά την επίσκεψή του, τίποτε δεν ήταν σαν πριν. Το υποχρεωτικό φροντιστήριο, το εγκεφαλικό του πατέρα, ο τρόμος, η εγγραφή των κοριτσιών στο δημόσιο σχολείο της γειτονιάς – εν αγνοία βεβαίως του πατέρα τους, που νοσηλεύεται σε οικτρή κατάσταση στο τοπικό νοσοκομείο. «Ο μπαμπάς σας θα με σκοτώσει όταν το μάθει», είχε πει η αγαθή μάνα τρέμοντας από τη φρίκη. Τα δανεικά ρούχα, τα χρέη, οι δυσκολίες προσαρμογής, η περιφρονητική και σκληρή συμπεριφορά ορισμένων συμμαθητών απέναντί τους, οι ίδιες οι ταλαίπωρες κοπέλες που η μητέρα τις έντυνε από ρετάλια κι έμοιαζαν σαν να βγήκαν από ξεχασμένο παραμύθι του Μεσαίωνα, η πελαγωμένη, αδέξια μάνα με τα παλιωμένα ρούχα. Μια ζωή μέγαιρα. Κι αυτές ανυπεράσπιστες σαν γυμνά κλαριά.

Κατόπιν, ήρθε ο έρωτας. Φεγγοβόλος και μαζί θεοσκότεινος. Είχε το πρόσωπο του καθηγητή των καλλιτεχνικών της Προύντενς με το γενάκι του, το σκουλαρίκι στο ένα αυτί, το μαύρο τζιν παντελόνι, τα δυο παιδιά και τη συμπαθέστατη νέα γυναίκα του.

Κι ήμουν στο σκοτάδι. Κι ήμουν στο σκοτάδι.

Και με είδε μια αχτίδα.

Το είχε γράψει ο Κώστας Καρυωτάκης.

Το έζησε για λίγο, για όσο βαστά μια τρίλια, η νεαρή Προύντενς.

Ο έρωτας αυτός, ο πρώτος και καταλυτικός για την Προύντενς, είχε εμφανιστεί με τη μορφή της σωτηρίας αλλά και της άκρας ταπείνωσης. Περίδακρυς, αποκλεισμένη, απελπισμένη η ερωτευμένη κοπέλα, αναγκάζεται να εγκαταλείψει το σχολείο.

Πολύ σύντομα διαπίστωσαν κι οι δυο τους αυτό που με έξαρση και ενάργεια μας θύμιζε ο Κωστής Παλαμάς, όταν έγραφε:

Η Αγάπη χτίζει εδώ φωλιές, κι ο Απρίλης παραστέκει…

Σ’ αυτό το σπίτι είν’ έτοιμο να πέσει αστροπελέκι.

Το τέλος.

Αλλά η πεισματάρα η ζωή ξέρει πώς να περιμένει. Πίσω από μάντρες, πίσω από φράχτες, πίσω από φρούρια – δεν παύει να γνέφει στους νέους…

Θα ενδιαφέρει πολύ τους νεαρούς αναγνώστες το βιβλίο. Δεν πρόκειται, βέβαια για ανάγνωσμα που θα τους συνταράξει, μιλάμε για ένα βιβλίο πολύ καλογραμμένο που καταπιάνεται με θέματα γνωστά, καθημερινά, οικεία σε πολλούς. Και βέβαια, ανεξαρτήτως της ψυχογραφίας των νέων ηρώων της, η συγγραφέας εισδύει με άψογη τεχνική και πλήρη συμμετοχή και ήθος σε οικογενειακά, οικονομικά, κοινωνικά και αισθηματικά –οπωσδήποτε πιεστικά– αγωνιώδη προβλήματα των ημερών μας. Στην Ευρώπη ή όπου αλλού. Οι καταστάσεις δεν διαφέρουν ιδιαιτέρως, αν και η λύτρωση δεν έρχεται πάντα. Πλην η ζωή, ως γνωστόν, είναι πεισματάρα. Και μεγάλης αντοχής.

Στα υπέρ του μυθιστορήματος η πολύ ζωηρή και εύφωνη μετάφραση της Ράνιας Μπουμπουρή.

Ηλικία: 13+

*Βερόκιο (Verrocchio, Φλωρεντία 1435 – Βενετία 1488). Ιταλός γλύπτης, ζωγράφος και χρυσοχόος. Διηύθυνε ένα σημαντικό εργαστήρι στη Φλωρεντία. Στους μαθητές του συγκαταλέγεται και ο Λεονάρντο ντα Βίντσι.

 

Ιδιαίτερα μαθήματα αγάπης Τζάκλιν Ουίλσον μετάφραση: Ράνια Μπουμπουρή εικονογράφηση: Nick Sharratt Ψυχογιός 343 σελ. Τιμή € 11,21Ιδιαίτερα μαθήματα αγάπης
Τζάκλιν Ουίλσον
μετάφραση: Ράνια Μπουμπουρή
εικονογράφηση: Nick Sharratt
Ψυχογιός
343 σελ.
Τιμή € 11,21

 

Εμφανίσεις: 1477

H ΧΑΡΟΥΛΑ ΣΤΟΥΣ ΕΦΤΑ ΟΥΡΑΝΟΥΣ

της Χριστίνας Φραγκεσκάκη

«...Πόση γη, άραγε, να απαιτείται για να φιλοξενηθούν σπίτια και δρόμοι, γονείς και συγγενείς, φίλοι και γείτονες, ένας μικρός αδελφός, δέντρα και πουλιά, ακρογιάλια και καμινάδες, βαρκούλες και μελισσόπουλα; Πού να χωρέσουν άλογα και κατσικάκια, εκκλησιές και εξοχές, χάδια και φιλιά, αγάπες και παράπονα, αποχαιρετισμοί και ταξίδια; Βιβλία και παιχνίδια; Μεγάλη έκταση, νομίζετε; Λάθος. Ένα δωμάτιο τριάμισι επί τέσσερα είναι αρκετό για να μετακομίσουν και να εγκατασταθούν όλα όσα αγαπάς και λαχταράς».

Από τις πρώτες κιόλας σελίδες του, το καινούριο μυθιστόρημα της Ελένης Σαραντίτη, Η Χαρούλα στους εφτά ουρανούς, σε οδηγεί σ’ έναν κόσμο αξιών ακριβό και λησμονημένο, σ’ έναν άλλο κόσμο. Τρυφερό και αγαπητικό, ακέραιο και εύθραυστο. Άνθρωποι και φύση αξεδιάλυτα δεμένοι σε σύμπαν ουμανιστικό, απολαυστικό. Με κλειδιά τη γλώσσα της συγγραφέως, γλώσσα δυσεύρετη, γεμάτη θάλπος, και τις λέξεις, λέξεις ακριβές, πληθυντικές λέξεις, ο αναγνώστης ανοίγει σιγά σιγά τις πόρτες.

Τι συναντά;

Μια ποιητική χώρα. Χρώματα και μυρωδιές, ήχους αρχετυπικούς, όλες του τις αισθήσεις. Αφή, γεύση, όσφρηση και όραση μπλεγμένες σε παιχνίδια εικονικά και ηχητικά. Ευγένεια, καλοσύνη, αληθινή συγκίνηση. Συναντά τη Χαρούλα και την Ειρήνη, δυο έφηβες που ακούν την καρδιά τους και προχωρούν. Αλλά και όλους τους άλλους. Γενναιόδωρους, προικισμένους με αξιοπρέπεια, διακριτικότητα, ντροπαλότητα. Χάρες που τους οπλίζουν με δύναμη να αντισταθούν σε ό,τι παρουσιάζεται ως αναπόφευκτο, τελεσίδικο, όπως είναι η τύχη των οικείων της Χαρούλας, που ταξιδεύοντας με τον ναυτικό πατέρα αιχμαλωτίζονται από Σομαλούς πειρατές. Η έφηβη Χαρούλα, ένα πλάσμα μαγνητικό, μετακομίζει από τη Θεσσαλονίκη στη Λακωνία, στο σπίτι του αδελφικού φίλου του πατέρα της και πατέρα της Ειρήνης. Μαζί της, συμπαραστάτης στην αγωνιώδη αναμονή, όλη η οικογένεια που δεν κάθεται με τα χέρια σταυρωμένα. Τελετουργίες παρηγορητικές, εμψυχωτικές, τραπέζια, συνταγές, επισκέψεις, βόλτες, λόγια-βάλσαμο, μια συνεχής κίνηση. Και η γραφή της Ελένης Σαραντίτη μια συνεχής κίνηση κι αυτή, μέσα-έξω, έξω-μέσα, ξεδιπλώνεται σαν ποτάμι που αφήνει στο πέρασμά του αναμνήσεις, βιώματα, ονειροπολήσεις, ρεμβασμούς, αλλά και ένα δυνατό παρόν. Μια πολύτιμη φιλία. Ενσυναίσθηση, αγάπη, ελπίδα. Μέσα, το σπίτι, η εστία, οι γυναίκες. Γυναίκες-μητέρες, γυναίκες-παιδιά, γυναίκες-έφηβες, γυναίκες-ονειροπαρμένες, γυναίκες-αγκαλιά, γυναίκες-θάλασσα. Γυναίκες και νέα κορίτσια περιδιαβάζουν στην ποιητική σκηνή της Σαραντίτη και μας κάνουν σινιάλο.

Έξω η Λακωνία. Αυτός ο χώρος-πατρίδα, η άλλη αγκαλιά, μέσα από τους τρόπους και τους τροπισμούς του λόγου, προβάλλει σαν χώρος εκστατικός, ακαταμάχητος, παραδεισένιος. Η σχέση με τη φύση-μητέρα-μικρή πατρίδα που αναδύεται σε κάθε σελίδα, καταργεί τη μοναξιά, την ερημιά. Του καθενός, της Χαρούλας, που εδώ είναι ίσως η πιο μόνη.

Ο αναγνώστης έχει πολλές φορές την αίσθηση ότι διαβάζει δυο ιστορίες ταυτόχρονα, δεμένες μεταξύ τους μαγικά. Την ιστορία της Χαρούλας και την ιστορία της Λακωνίας, άλλης γυναίκας αυτής, μητρικής, καρποφόρας, ελκυστικής, αρχετυπικής. Η Χαρούλα στην αγκαλιά της Λακωνίας και η Λακωνία στην αγκαλιά της Χαρούλας. Και οι δυο στην αγκαλιά της συγγραφέως, που στοργικά τις σιγοντάρει.

Η Ελένη Σαραντίτη, με καταγωγή από τη Νεάπολη Λακωνίας, πολυβραβευμένη συγγραφέας, αρθρογράφος και κριτικός λογοτεχνίας, γίνεται εδώ, σ’ αυτό το εξαιρετικό βιβλίο, εκτός από αφηγήτρια της ιστορίας, γεωγράφος, ζωολόγος, ορνιθολόγος, βοτανολόγος, εξερευνήτρια, ανθρωπολόγος.

Μέσα από την ιστορία της Χαρούλας καταφέρνει να μας νανουρίσει μητρικά, να μας μεταμορφώσει, ψιθυρίζοντάς μας μυστικά ότι η φύση και η αγάπη δεν τελειώνουν ποτέ. Έχουν μια ανεξάντλητη γονιμότητα.

Το εμβληματικό εξώφυλλο είναι της Φωτεινής Στεφανίδη. Μια εικόνα πλημμυρισμένη από εσωτερικότητα και ψυχική διέγερση, που αφήνει βαθύ αποτύπωμα στη μνήμη και στην καρδιά!

Το βιβλίο απευθύνεται σε εφήβους και ενήλικες.

Η Χαρούλα στους εφτά ουρανούς Ελένη Σαραντίτη ΠατάκηςΗ Χαρούλα στους εφτά ουρανούς
Ελένη Σαραντίτη
Πατάκης
157 σελ.
Τιμή € 8,90

 

Εμφανίσεις: 1941

ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΗΣ ΩΡΙΑΣ

της Ελένης Σαραντίτη

«Εις πλείστους ελληνικούς τόπους υπάρχουν φρούρια καλούμενα Κάστρα της Ωριάς ή της Σουριάς, και προς τα φρούρια ταύτα συνάπτονται παραδόσεις περί αλώσεως αυτών διά δόλου υπό των Τούρκων και αυτοκτονίας της βασιλοπούλας, η οποία επί πολλά έτη ηρωικώς ανθίστατο εγκεκλεισμένη…»

Νικολάου Γ. Πολίτη «Δημοτικά Τραγούδια»

Ακριτικά

Όσα κάστρα κι αν είδα και περπάτησα,

σαν της Ωριάς το κάστρο δεν ελόγιασα.

Κάστρο θεμελιωμένο, κάστρο ξακουστό,

σαράντα οργιές του ψήλου, δώδεκα πλατύ,

μολύβι σκεπασμένο, μαρμαροχυτό,

με πόρτες ατσαλένιες κι αργυρά κλειδιά

και του γιαλού η πόρτα στράφτει μάλαμα.

Τούρκος το τριγυρίζει χρόνους δώδεκα,

δεν μπόρει να το πάρει το ερημόκαστρο…

«Πρόδηλον είναι», τονίζει ο Νικόλαος Πολίτης, «ότι το αρχέτυπον άσμα απηρτίσθη εκ στοιχείων μυθικών και ιστορικών, κοινών και εις την δημώδη ελληνικήν ποίησιν και εις τους αρχαίους μύθους».

Το κάστρο της Ωριάς, λοιπόν, στο οποίο αναφέρονται οι συγγραφείς Παντελής Σταματελόπουλος και Μαρία Ηλιοπούλου, βρίσκεται στη Αχαΐα. Ήταν το σημαντικότερο κάστρο του φράγκικου Πριγκιπάτου. Κτισμένο σε θέση στρατηγική, με θέα στο Ιόνιο και στον κάμπο της Ηλείας, προστάτευε την πρωτεύουσα του πριγκιπάτου, Ανδραβίδα, και το επίνειό της, και σημαντικότατο λιμάνι της Γλαρέντζας, σκάλα για τα πλοία των Φράγκων, των Ρωμαίων της Ανατολής, εμπόρων και απεσταλμένων. Ήταν πολύ κοντά στη σημερινή Κυλλήνη.

Το κάστρο ανεγέρθηκε στο ψηλότερο σημείο του αρχαίου Χελωνάτα* από τους Βιλλεαρδουίνους και είναι υπόδειγμα οχυρωματικής τέχνης της εποχής του και εξαιρετικής φρουριακής αρχιτεκτονικής της Φραγκοκρατίας στην Πελοπόννησο. Κτιζόταν αρκετά χρόνια από τον ηγεμόνα Γοδεφρείδο Βιλλεαρδουίνο ενώ παντού ακούγονταν οι κατάρες, οι βρισιές και οι αναθεματισμοί του καθολικού κλήρου της Αχαΐας, καθώς ο Γοδεφρείδος τους φορολόγησε για την αναγκαία –όπως υποστήριξε– κατασκευή του κάστρου.

Μέσα και γύρω από το φρούριο, ο κόσμος όπως ήταν πάντα – και όπως πάντα θα είναι: αγαπιέται, στενάζει, χαίρεται, φιλοδοξεί, μάχεται, κυριαρχεί, δίνεται, ζητά τα έργα τα καλά, δημιουργεί, αναζητά, υποβλέπει, εχθρεύεται, θρηνεί, γεννά ή υφαρπάζει, αναζητά χαμένους παραδείσους ή καινούργιες απολαύσεις, ονειρεύεται…

Στο Κλαρένς –Γλαρέντζα– μεσημέρι καυτό του Ιουνίου του 1212 και μες στη φασαρία, τον αχό και τα τρεχάματα, τα σφυροκοπήματα, τα σκαψίματα για την κατασκευή, ή μάλλον την επέκταση και ολοκλήρωση του λιμανιού σε ό,τι εξελίχθηκε αργότερα, δηλαδή στο σημαντικότερο οικονομικό κέντρο της ηγεμονίας, καταφθάνουν επτά ενετικά πλοία. Στην πρώτη γαλέρα κυματίζει η σημαία του Γοδεφρείδου Βιλλεαρδουίνου δίπλα σε αυτήν της Γαληνοτάτης. Εδώ βρίσκεται η Ματθίλδη, αγαπημένη σύζυγος του Βάλτερ, κόμητα του Νέου Οριγιόν, καθώς και οι δυο έφηβοι δίδυμοι γιοι τους, Ιούλιος και Ρωμανός. Η οικογένεια, με καταγωγή από το Οριγιόν, ένα μικρό χωριό της Καμπανίας (περιοχή της Β. Γαλλίας) είχε να ανταμώσει πάνω από δεκατρία, δύσκολα για όλους τους, χρόνια.

Η Ματθίλδη, στα δεκαεπτά της, είχε παντρευτεί τον Βάλτερ, βοηθό του πατέρα της στο σιδεράδικο. Όταν όμως εκείνος κλήθηκε να υπηρετήσει στο στρατό, που ξεκινούσε τέταρτη φορά προς απελευθέρωση των Αγίων Τόπων, έφυγε και τα χρόνια πέρασαν με την οικογένεια χωριστά. Τα παιδιά μεγάλωναν, νοσταλγούσαν, ο πατέρας τους, «Βάλτερ, από το Οριγιόν, οπλουργός της Δ’ σταυροφορίας», όπως υπέγραφε, λαχταρούσε τα πάντα πίσω στην πατρίδα, ωστόσο με τον καιρό, τη σοβαρότητα και τις ικανότητές του ονομάστηκε σταυροφόρος ενώ στο προτελευταίο του γράμμα υπέγραφε ως «Βάλτερ από το Οριγιόν, κόμης της κομητείας του Νέου Οριγιόν και ιππότης του πρίγκιπα της Αχαΐας». Γενικώς τα γράμματα και τα δώρα του ήταν παρηγοριά και ευχαρίστηση για τη νεαρή Ματθίλδη, που ζούσε ζωή χήρας, και για τους δίδυμους γιους, που δεν είχαν γνωρίσει πατέρα. Αυτό όμως το γράμμα το προτελευταίο, το οποίο είχε στείλει από την Ανδραβίδα, ήταν και το πιο ευχάριστο: Καλούσε την οικογένειά του στο πριγκιπάτο. Για μόνιμη εγκατάσταση. «Σε λιγότερο από δυο βδομάδες θα σας κλείνω στην αγκαλιά μου…» έγραφε. Τώρα λοιπόν, όρθιος, με την καρδιά του να χτυπά γλυκά και δυνατά, περιτριγυρισμένος από σταυροφόρους, από ευγενείς, γυναίκες και άνδρες, αξιωματούχους, βαρονέσες και ωραίες Ρωμαίες αρχόντισσες, συζύγους ντόπιων αρχόντων, που είχαν έλθει για να τιμήσουν το ζευγάρι και ειδικώς τον εξαιρετικά συμπαθή Βάλτερ, νιώθει αμηχανία. Αισθάνεται σαν γαμπρός. Όταν δε αποβιβάστηκε η αγαπημένη του, αγκαλιάστηκαν κι έκλαψαν από ευτυχία.

Η ζωή τους στο κάστρο του Νέου Οριγιόν ευλογήθηκε για δεκατρία χρόνια. Έπειτα, σε μια προπόνηση ξιφασκίας, το ένα από τα δυο εικοσιπεντάχρονα πλέον αδέλφια, ο Ιούλιος, σκοτώθηκε κατά λάθος από το εγχειρίδιο του αδελφού του. Σπαραγμός για τους γονείς αλλά και για τον ακούσιο και θλιβερό αδελφοκτόνο, που εγκατέλειψε γονείς και διαδοχή, τιμές, συναναστροφές, τέρψεις και κοινωνία και αναζήτησε γαλήνη, ίσως και παρηγοριά, στην ονομαστή Μονή Φιλοσόφου, στο όρος Μαίναλο. Μέχρις εκεί τον συνόδεψε η νεαρή που είχε στην υπηρεσία του, η Πατρικία, ορφανή από τον σταυροφόρο πατέρα της και με την Κεντροευρωπαία μητέρα της στην υπηρεσία της ολιγάριθμης Αυλής του Νέου Οριγιόν. Η μικρή επιδίωξε, και το πέτυχε, να πλαγιάσει όσο ταξίδευαν προς τη Μονή με τον κρυφό έρωτα της ζωής της, τον Ρωμανό, ο οποίος σε λίγο θα έδινε τον όρκο αγαμίας. Έτσι, οι δυο απελπισμένοι νέοι, για τρία μερόνυχτα έσμιγαν ερωτικά και ευφραίνονταν, αλλά και κάπως παρηγορούνταν. Όταν πίσω από τον Ρωμανό έκλεισε η βαριά πόρτα του μοναστηριού, η Πατρικία έφτιαξε μια καλύβα στο δάσος, κοντά στις όχθες του ποταμού Λούσιου, και λούφαξε εκεί ελπίζοντας ότι ο αγαπημένος της θα την αναζητούσε σύντομα.

Πλην ο Ρωμανός αρρώστησε βαριά και σε λίγο πέθανε. Το παιδί, ένα κοριτσάκι που θα έφερνε στον κόσμο σε εννιά μήνες, δεν θα γνώριζε ποτέ πατέρα. Μα ούτε και μητέρα. Ό,τι το είχε γεννήσει και το είχε τυλίξει με το μεσοφόρι της κι ό,τι θαύμαζε στο μικρό προσωπάκι τα χαρακτηριστικά του αγαπημένου της, σκεπτόμενη τώρα να επιστρέψει στο κάστρο, μια αγέλη πεινασμένων λύκων την κατασπάραξε. Το παιδί δεν το άγγιξαν. Μάλιστα, είχε την καλή τύχη να ακούσει τα κλάματά του ο φτωχός χωρικός Φωτέας, να το αναζητήσει, να το φέρει στην πονόψυχη και στοργική γυναίκα του, την Ελπινίκη, που το φρόντισε. Μαζί το ανάστησαν με αγάπη και πραότητα. Όταν ήλθε η μέρα να το βαφτίσουν, «Πολλή ζωή να έχεις, πλασματάκι του δάσους» του ευχήθηκαν κι οι δυο. Ο δε μοναχός Λέοντας, όταν το αντίκρισε στο μοναστήρι του Φιλοσόφου, όπου το οδήγησαν για το Μυστήριο, αναπήδησε. «Ήμαρτον, Κύριε!» φώναξε και σταυροκοπήθηκε. Και όταν πια είδε το σταυρό με ανάγλυφο στη μέση τον Άγιο Γεώργιο, προστάτη των ιπποτών, δώρο του πρίγκιπα Γοδεφρείδου στην οικογένεια του Βάλτερ, «Το παιδί είναι ευλογημένο. Θα ήθελα να γίνω εγώ ο πνευματικός του πατέρας», ζήτησε από τους θετούς γονείς ο δάσκαλος και μοναχός Λέοντας, γνωστός λόγιος της Κωνσταντινούπολης. Το βρέφος βαφτίστηκε Πολυζώη. Και η ζωή τού επιφύλασσε πολλές, λαμπρές, εκπλήξεις…

Ωραίο μυθιστόρημα. Θα το χαρακτήριζα ιπποτικό, αλλά είναι και κοινωνικό. Και αισθηματικό. Ασφαλώς και ιστορικό. Μας ενδιαφέρει άμεσα, ενώ περιέχει πληροφορίες από χρόνους που δεν γνωρίζουμε πλήρως και από γεγονότα που τα προσπεράσαμε. Ωραία γραμμένο, σε γλώσσα που γλιστρά, με εικόνες εντυπωσιακές, ζωντανούς χαρακτήρες, σελίδες με ατμόσφαιρα εποχής – το διάβασα με μεγάλο ενδιαφέρον. Ελπίζω ότι θα αναγνωρίσουν τις αρετές του και οι λοιποί αναγνώστες.

Οι συγγραφείς Παντελής Σταματελόπουλος και Μαρία Ηλιοπούλου καταπιάνονται με ενδιαφέροντα θέματα. Ακόμη θυμάμαι το ωραιότατο μυθιστόρημά τους Ένα κουκούτσι στο στρατό του Μεγαλέξανδρου (Kέδρος, 2001).

Ηλικία: Άνω των 13.

Το κάστρο της Ωριάς Παντελής Σταματελόπουλος, Μαρία Ηλιοπούλου ΚέδροςΤο κάστρο της Ωριάς
Παντελής Σταματελόπουλος, Μαρία Ηλιοπούλου
Κέδρος
190 σελ.
Τιμή € 9,00

 

 

 

 

 

 

*«Περί τα μέσα της οδού Πατρών και Ολυμπίας προέχει εις το κυανούν Ιόνιον πέλαγος ευρύ ακρωτήριον. Εν δε το μέσω του ακρωτηρίου τούτου υψούται εκ των αρωματωδών χαραδρών λόφος έχων το σχήμα των επιχωριαζουσών χερσαίων χελωνών, εξ ων το ακρωτήριον ονομάζετο εν τη αρχαιότητι Χελωνάτας. Επί δε της κυρτής ράχεως του χελωνόσχημου υψώματος ίστανται τα μεγαλοπρεπή ερείπια μεγάλου φεουδαρχικού κάστρου. Τούτο είναι το Clermon ή Χλεμούτσι, το πρωτεύον φρούριον της φραγκοκρατούμενης Αχαϊας…»

[Από μετάφραση γραπτών του Γερμανού περιηγητή και μελετητή Ουίλλιαμ Μίλλερ.]

 

Εμφανίσεις: 2133

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr