A+ A A-

ΚΟΜΙΚΣ ΑΠΟ ΚΛΑΣΙΚΑ ΕΡΓΑ

ΚΟΜΙΚΣ ΑΠΟ ΚΛΑΣΙΚΑ ΕΡΓΑτης Ελένης Σαραντίτη

ΟΛΙΒΕΡ ΤΟΥΙΣΤ

Σε χρόνους σκληρούς, σε μέρες στερημένες, σε νύχτες παγερές και σε καιρούς οδύνης για άπειρες ανθρώπινες ομάδες, λόγω και της βιομηχανικής επανάστασης, γράφτηκε το μεγάλο αυτό έργο. Δημιουργός του ο σπουδαίος Τσαρλς Ντίκενς (Πόρτσμουθ 1812 – Λονδίνο 1870), που γεννήθηκε και ανδρώθηκε ανάμεσα στους ταλαίπωρους που μερικοί από αυτούς δεν είχαν –κυριολεκτικώς– πού την κεφαλήν κλίναι, ιδίως στις μεγαλουπόλεις της Αγγλίας. Ο πατέρας του, Τζον Ντίκενς, από οικογένεια υπηρετών, ένας καλοσυνάτος και γοητευτικός άνθρωπος, πέρασε όλη του τη ζωή στην ανέχεια και τη μιζέρια. Αναγκαζόταν να σέρνει την οικογένειά του σε όλο και μικρότερα σπίτια, σε όλο και πιο υποβαθμισμένες περιοχές, στερώντας τους την ασφάλεια, τη χαρά, κάποτε και την απαραίτητη τροφή. Για να ολοκληρωθεί η τραγωδία, το 1824, στο Λονδίνο, κλείστηκε –για χρέη– στις άθλιες ποινικές φυλακές του Μάρσαλσι, και πλέον η οικογένεια έφθασε στο μη παρέκει. Ο Τσαρλς, ο πρωτότοκος, δωδεκάχρονος τότε, αναγκάστηκε να σταματήσει το σχολείο και να γίνει θεληματάρης σε ενεχυροδανειστήριο και αργότερα εργάτης σε εργοστάσιο χρωμάτων. Αρουραίοι, λάσπες, κρύο, η φροντίδα των μικρότερων, πείνα, εκμετάλλευση, κοροϊδία, και το πιο βάρβαρο και θλιβερό, οι επισκέψεις στις φυλακές. Εκείνες οι φυλακές τον σημάδεψαν. Κι εκείνο το βλέμμα της αγωνίας του πατέρα του. Και τα χέρια του που έσφιγγαν τα βαριά κάγκελα για να μπορέσει να χορτάσει τα πρόσωπα των παιδιών και της γυναίκας του.

Τα κάγκελα αυτά, από τα οποία αρπαζόταν ο έγκλειστος πατέρας, όταν κάποτε γκρεμίστηκαν οι φυλακές του μαρτυρίου, ο Τσαρλς Ντίκενς τα ζήτησε και τα έφερε στο σπίτι του, τοποθετώντας τα σε περίοπτη θέση. Γι' αυτά τα κάγκελα και για το σπίτι του συγγραφέα, και για πολλά που τον αφορούν, μπορείτε να διαβάσετε σε ένα ταξιδιωτικό άρθρο το οποίο έγραψα έπειτα από μια επίσκεψή μου τιμής και μνήμης στο σπίτι-μουσείο του κορυφαίου Άγγλου μυθιστοριογράφου της βικτοριανής εποχής. Αν θελήσετε, μπορείτε να το αναζητήσετε στο bookbar.gr.

Ο Τσαρλς Ντίκενς, βέβαια, δεν υπήρξε μόνον μεγάλος συγγραφέας. Υπήρξε, πάνω απ' όλα, κοινωνικός συγγραφέας επηρεάζοντας με το έργο του μεγάλα πλήθη πολιτών και επεμβαίνοντας έτσι στις δομές της κοινωνίας του καιρού του. Στα έργα του επανειλημμένως αναφέρεται στις φυλακές, στα σωφρονιστικά και φιλανθρωπικά ιδρύματα αποκαλύπτοντας και καταγγέλλοντας την αδικία, τη σκληρότητα και την υποκρισία που επικρατούσαν.

Στα πρώτα και δημοφιλέστερα μυθιστορήματά του ανήκει και ο Όλιβερ Τουίστ. Κυκλοφόρησε στα 1833, αμέσως μετά την επιτυχία του έργου του Λέσχη Πίκουικ, και περιγράφει τις περιπέτειες του αγνού μικρούλη Όλιβερ με την αγγελική ψυχή στον κόσμο της φτώχειας και της αθλιότητας. Με το βιβλίο αυτό ο Ντίκενς επιχειρεί μια κατάδυση στους τόπους της φρίκης, της εκμετάλλευσης, της κακίας, της κτηνωδίας, του θανάτου, με μια σειρά εντυπωσιακές εικόνες που κραυγάζουν.

Το έργο μεταφέρθηκε επανειλημμένως στον κινηματογράφο. Ανάμεσα στις αξιοσημείωτες ταινίες αξίζει να αναφερθεί εκείνη του 1948, σε σκηνοθεσία του Ντέιβιντ Λιν και με πρωταγωνιστή τον Άλεκ Γκίνες, ο οποίος ερμήνευσε τον τρομερό Φέιγκιν με τρόπο μεγαλειώδη, και λοιπούς, εξαίρετους ερμηνευτές τον Ρόμπερτ Νιούτον και τον Χάουαρντ Ντέιβις, που ζωντάνεψε το κακοπαθημένο αλλά τελικώς δικαιωμένο αγοράκι, ήρωα του έργου, Όλιβερ. Μια ακόμη ξεχωριστή ταινία ήταν αυτή που σκηνοθέτησε ο Κάρολ Ριντ (1968) και που βασίστηκε στο κοσμαγάπητο μιούζικαλ του Λάινελ Μπαρτ Όλιβερ. Τέλος, αξίζει να θυμηθούμε τον Όλιβερ Τουίστ του Ρομάν Πολάνσκι (2005) με τον σπουδαίο Μπεν Κίνγκσλεϊ στον ρόλο του πανούργου Φέιγκιν.

Τελευταίως η κριτική τείνει να τοποθετήσει τον Τσαρλς Ντίκενς δεύτερο μετά τον Σαίξπηρ, χαρακτηρίζοντας και τους δυο –από διαφορετική σκοπιά τον καθένα– μοναδικούς λαϊκούς κλασικούς συγγραφείς της αγγλικής λογοτεχνίας, που την προσδιόρισαν και τη σφράγισαν με το σύνολο του έργου τους.

Η ιστορία του Όλιβερ Τουίστ είναι πασίγνωστη όσο και λατρεμένη: το εννιάχρονο αγοράκι δεν γνώρισε γονείς και μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο, όπου υφίσταται τη σκληρότητα και την οργή του επιστάτη όταν βρίσκει το θάρρος να ζητήσει λίγο χυλό παραπάνω. Εκδιώκεται και αποστέλλεται συστημένος σε γραφείο τελετών, όπου βιώνει απερίγραπτη κακομεταχείριση από το ζεύγος των ιδιοκτητών, έως ότου αποφασίζει να δραπετεύσει από όλα εκείνα τα αταίριαστα βάσανα οδεύοντας προς Λονδίνο. Μόνος, αθώος, ξένος και ενδεής. Ένα παιδάκι πολύ λεπτών αισθημάτων και τρόπων. Και αφελές. Στην προσπάθειά του να ακουμπήσει κάπου, θα οδηγηθεί –εν αγνοία του– σε ένα γκέτο πορτοφολάδων και κακοποιών και θα περάσει τα χίλια μύρια βάσανα, αλλά θα κρατήσει αμόλυντη την καρδιά του, ανεπηρέαστο τον ευγενικό του χαρακτήρα, και θα αγωνιστεί να παραμείνει αληθινός μέχρι να γαληνέψει η ζωή του και να αγαπηθεί από ανθρώπους δικούς του, αξιοσέβαστους, που τον εκτίμησαν και τον τίμησαν.

Το κλασικό αυτό αριστουργηματικό έργο αγαπήθηκε και εξακολουθεί να εισβάλλει γλυκά στις καρδιές μικρών και μεγάλων. Σε όλο τον κόσμο. Τελευταίως οι εκδόσεις Guy Delcourt (Γαλλία), πιστές στον δεσμό που κατά το παρελθόν αναπτύχθηκε μεταξύ κλασικής λογοτεχνίας και κόμικς, κυκλοφόρησε δυο τίτλους βασισμένους σε κλασικά έργα με την μορφή κόμικς, ή αλλιώς άλμπουμ, ή και graphic novel, τους Τρεις σωματοφύλακες του Αλεξάνδρου Δουμά και τον Όλιβερ Τουίστ του Τσαρλς Ντίκενς. Πρόκειται, εντός ολίγου, να κυκλοφορήσει και Το νησί των θησαυρών, το πολυσήμαντο έργο του Ρόμπερτ Λιούις Στίβενσον. Από τις Εκδόσεις Πατάκη και αυτό.

Όσον δε αφορά το άλμπουμ με τον Όλιβερ, είναι συναρπαστικό. Δεν μιλάμε βέβαια για το αυτούσιο κλασικό έργο, όμως το σενάριό του διατηρεί όλα τα χαρακτηριστικά του βιβλίου: πόνος και φρίκη και ανεργία που εξαπλώθηκαν μετά την κυριαρχία των μηχανών, ιδιαιτέρως στο Λονδίνο, και μείωση των μισθών των εργαζομένων, χιλιάδες παιδιά εγκαταλειμμένα να δουλεύουν σαν είλωτες ώρες ατέλειωτες, αντιθέσεις, άλλοι πάμπλουτοι (ως συνήθως...) και άλλοι στο έλεος. Και ανοχή, ή μάλλον επιταγή της παιδικής εργασίας, και μια πόλη πολύβουη, σκοτεινή από την κάπνα και την αδιαπέραστη ομίχλη, που όλα τα καταπίνει: και αγάπες και ελπίδες και συγγένειες. Και δικαιώματα. Οι εικόνες, τα χρώματα, η ροή του σεναρίου υπερτονίζουν τα δρώμενα, και τα συμβάντα υπογραμμίζουν με την απλότητά τους τα σκίτσα, που δείχνουν πρωτόγονα ενώ είναι αποτέλεσμα υψηλής τέχνης και τεχνικής και μεγάλης εκφραστικής δεινότητας. Και εμπειριών.

Το σενάριο του Λοΐκ Ντοβιλιέ μεταφέρει το βάθος και την παθιασμένη αλήθεια του μεγάλου Άγγλου συγγραφέα, τις τραγικές εικόνες, τους δυνατούς χαρακτήρες, τις μεγάλες αντιθέσεις του έργου, ενώ τα αρκετά γκροτέσκα σχέδια του Ολιβιέ Ντελουά εκφράζουν όλα όσα υπάρχουν στο βιβλίο: και την αθωότητα και την πονηριά και τη μικροψυχία και τον εκβιασμό, ακόμη και το χιούμορ. Και τον σεβασμό.

Ηλικία: άνω των δέκα ετών.

Όλιβερ Τουίστ Βασισμένο στο αριστούργημα του Κάρολου Ντίκενς Κάρολος Ντίκενς διασκευή: Λοΐκ Ντοβιλιέ μετάφραση: Χαρά Γιαννακοπούλου εικονογράφηση: Ολιβιέ Ντελουά ΠατάκηςΌλιβερ Τουίστ
Βασισμένο στο αριστούργημα του Κάρολου Ντίκενς
Κάρολος Ντίκενς
διασκευή: Λοΐκ Ντοβιλιέ
μετάφραση: Χαρά Γιαννακοπούλου
εικονογράφηση: Ολιβιέ Ντελουά
Πατάκης
237 σελ.
Τιμή € 23,90

 

 

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΣΩΜΑΤΟΦΥΛΑΚΕΣ

Ήδη στη σειρά «Κόμικς από κλασικά έργα» κυκλοφορεί και το μυθιστόρημα Οι τρεις σωματοφύλακες, το γνωστότερο και δυνατότερο έργο του Αλεξάνδρου Δουμά (πατρός). Θεωρείται ιστορικό μυθιστόρημα, αν και την Ιστορία ελάχιστα τη συναντούμε. Ως γνωστόν, ο Δουμάς αντλεί ιστορικά γεγονότα και στιγμές της Ιστορίας, χρησιμοποιώντας τα ως καμβά όπου πάνω του θα υφάνει τις δικές του λαμπρές και πολυδιαβασμένες ιστορίες.

Το έργο αρχικώς κυκλοφόρησε σε συνέχειες στο περιοδικό Le Siècle από τον Μάιο έως και τον Ιούλιο του 1844. Ο Δουμάς ισχυριζόταν ότι ήταν βασισμένο σε χειρόγραφα που ανακάλυψε στην Εθνική Βιβλιοθήκη. Αυτό αμφισβητήθηκε από πολλούς συγχρόνους του, που μάλλον είχαν δίκιο καθώς αποδείχτηκε ότι ο διάσημος συγγραφέας στηρίχτηκε στο βιβλίο Τα απομνημονεύματα του κυρίου Ντ' Αρτανιάν, υπολοχαγού των σωματοφυλάκων του βασιλιά, του Γκατέν ντε Κουρτίλ ντε Σάντρας (Κολωνία 1770). Ούτως ή άλλως, ο Αλέξανδρος Δουμάς με την εύρωστη γραφή του, τη φαντασία και την επινοητικότητά του, με τη δραματική δύναμή του έγραψε μερικά από τα πιο δημοφιλή έργα του γαλλικού Ρομαντισμού. Έγραψε και θέατρο. Και απομνημονεύματα. Πολλοί δε τον αποκαλούσαν βιομηχανία μυθιστορημάτων. Παθιασμένος με τις περιπέτειες έσπευσε, ωθούμενος από την αγάπη του για ελευθερία, στην Ιταλία, όπου πήρε μέρος στην εκστρατεία των Χιλίων του Γαριβάλδη.

Ένα από τα ιστορικά του μυθιστορήματα που ακόμη και σήμερα προκαλούν ενδιαφέρον είναι, λοιπόν, και Οι τρεις σωματοφύλακες (πρώτη έκδοση στα γαλλικά: 1844). Το μυθιστόρημα περιγράφει τις περιπέτειες του νεαρού Ντ' Αρτανιάν από την ημέρα που εγκαταλείπει το σπίτι του για να πραγματοποιήσει το μεγάλο του όνειρο: να γίνει σωματοφύλακας του βασιλιά. Οι περιπέτειές του αρχίζουν από την πρώτη εκείνη μέρα, λίγο αφότου ο πατέρας του τον ξεπροβοδούσε με ευχές και αγάπη δίνοντάς του συγχρόνως και μια συστατική επιστολή για τον παλιό του φίλο, τον κύριο Ντε Τρεβίλ, διοικητή του Σώματος των σωματοφυλάκων του βασιλιά...

Το κλασικό αυτό έργο σήμερα κυκλοφορεί διασκευασμένο, σε έκδοση κόμικς, σ' έναν θαυμάσιο τόμο, οι συντελεστές του οποίου είναι εξαιρετικά αναγνωρισμένοι για την άρτια ποιότητα της δουλειάς τους, το ταλέντο τους και τις γνώσεις τους σχετικώς με τα άλμπουμ κόμικς. Μια καινούργια ματιά, μια θαυμάσια προσέγγιση σε αιωνίως αγαπημένα έργα.
ΥΓ. Τόσο η Χαρά Γιαννακοπούλου, μεταφράστρια του Όλιβερ Τουίστ, όσο και ο Φίλιππος Μανδηλαράς, που μετέφρασε τους Τρεις σωματοφύλακες, έκαναν πολύ καλή δουλειά.
Ηλικία: άνω των δέκα ετών.

Οι τρεις σωματοφύλακες Βασισμένο στο αριστούργημα του Αλέξανδρου Δουμά Αλέξανδρος Δουμάς διασκευή: Ζαν-Νταβίντ Μορβάν, Μισέλ Ντυφράν μετάφραση: Φίλιππος Μανδηλαράς εικονογράφηση: Ρουμπέν ΠατάκηςΟι τρεις σωματοφύλακες
Βασισμένο στο αριστούργημα του Αλέξανδρου Δουμά
Αλέξανδρος Δουμάς
διασκευή: Ζαν-Νταβίντ Μορβάν, Μισέλ Ντυφράν
μετάφραση: Φίλιππος Μανδηλαράς
εικονογράφηση: Ρουμπέν
Πατάκης
196 σελ.
Τιμή € 19,90

 

Εμφανίσεις: 1687

ΟΙ ΦΥΛΑΚΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΕΡΙΩΝ

της Ελένης Σαραντίτη

 

Η Ελένη Πριοβόλου, με άνω των είκοσι ετών συνεπή και επιτυχή πορεία στα ελληνικά γράμματα, συγγραφέας δεκαεννέα παιδικών και εφηβικών βιβλίων αλλά και τεσσάρων μυθιστορημάτων για ενηλίκους, έχει κατ' επανάληψιν βραβευθεί, έγινε δε ευρέως γνωστή χάρη στην αφοσίωσή της στην τέχνη της, στην πλούσια και εκφραστική γλώσσα της που τη φροντίζει ιδιαίτερα –αυτό φαίνεται από τις πρώτες σελίδες των βιβλίων της– και, τέλος, χάρη στα θέματα των έργων της που είναι ανήσυχα, κοινωνικά, ιστορίες προβληματισμού και αισθημάτων.

Η συγγραφέας, γεννημένη στο Αγγελόκαστρο Μεσολογγίου (1959), εξηγεί πως ανατράφηκε «με τους μύθους και τα παραμύθια της γενέθλιας γης, τα πολυφωνικά άσματα της δημοτικής μουσικής, των μοιρολογιών και της βυζαντινής υμνωδίας. Από σπόντα βρέθηκα να σπουδάζω Πολιτικές Επιστήμες στην Πάντειο... Βρήκα από πολύ νωρίς καταφύγιο στις λέξεις». Καταφύγιο, λοιπόν, για τη συγγραφέα οι λέξεις, καταφυγή κι απόλαυση, εφαλτήριο κάθε λογής ωραίων συγκινήσεων και γνώσεων για πλήθος, μικρών ή μεγάλων, αναγνωστών τα βιβλία της. Διότι τι άλλο από σηματωροί ψυχής και πνεύματος είναι τα βιβλία; Αυτά πέμπουν ανελλιπώς σήματα για την επικοινωνία του πολίτη, των ανθρώπων όπου γης.

Σήμερα η Ελένη Πριοβόλου προτείνει στους εφήβους και τους νέους, μήπως και στους μεγαλύτερους, καθώς κι εγώ προσωπικώς το χάρηκα πολύ, έναν ακόμη σηματοφόρο ιδεών, σινιάλα που περιέχουν μηνύματα συναδέλφωσης, ειρήνης, αλληλεγγύης και σεβασμού – στους ανθρώπους, στη φύση, στη θρησκεία του άλλου, στα έθιμα και στις ιστορίες που κουβαλά απ' αιώνος ο κάθε λαός. Και, ακόμη, εικόνες και αντανακλάσεις σπάνιας ομορφιάς –ιδιαιτέρως όπου παρουσιάζονται οι αγέλες των περήφανων, υπέροχων αλόγων που ζουν ελεύθερα στο βουνό, για να ξεδιψάσουν στον ποταμό Νέστο:

«Ο τόπος έμοιαζε να κατοικείται από άυλες μυθολογικές μορφές της μακρινής, αρχαίας εποχής, όταν ο Νέστος, το ποτάμι τους, ήταν θεός και λατρευόταν από τους ανθρώπους. Τον ονόμαζαν Νέσσο και στις όχθες του έκαναν ιερές τελετουργίες... Ανάμεσα στα θεόρατα πλατάνια, τα πουρνάρια και τους κέδρους, ένα κοπάδι άγρια άλογα κατέβαιναν με ταχύτητα ανέμου την ήπια καταπράσινη κατωφέρεια που έγλυφε το βουνό και έφτανε ως τις όχθες του ποταμού. Εκεί κατέληγαν για να ξεδιψάσουν τα πανέμορφα άτια, με τις ανεμίζουσες χαίτες, τα δυνατά πόδια και τα στιβαρά καπούλια».

Νέσσος ονομάζεται κι ένα αγόρι, που φοιτά (κάπου κάπου!) στη Γ' Γυμνασίου μα είναι αφοσιωμένο ψυχή τε και σώματι στα άλογα. Και στου ιπποφορβείου της περιοχής αλλά, προπαντός, σε αυτά της ανυπότακτης και ελεύθερης, πανώριας αγέλης. Ονειρεύεται να ιππεύσει ένα από αυτά. Αλλά, σκέπτεται, πιάνεται ο αέρας; Δεν πιάνεται. Ο Νέσσος κατοικεί στη συνοικία των Ρομά. Ζει με την πολυμελή οικογένειά του εκεί και δουλεύει στην «Ιππική Ακαδημία τα ήμερα άλογα του Παυσανία». Είναι ο κόσμος του. Το όνομα της ράτσας του είναι Μπαλκαντζή «και όλος ο μαχαλάς τους ήταν υπερήφανοι για τη φάρα τους. Πίστευαν ότι οι πρόγονοί τους ανήκαν στους πρώτους αθίγγανους των Ινδιών, που ακολούθησαν τους στρατηγούς του Μεγάλου Αλεξάνδρου κατά την επιστροφή τους στην Ελλάδα».

Στη μικρή πόλη, όχι μακριά από την Ξάνθη, υπάρχουν τρεις συνοικίες. Ο μαχαλάς των μουσουλμάνων, των χριστιανών και των Ρομά. Χτισμένοι σε πλαγιές κατάφυτες, με τον Νέστο να κυλά ειρηνικά κάνοντας γόνιμη τη γη τους, οι κάτοικοι της οποίας δεν έχουν ιδιαίτερες διαφορές, ασχέτως γλώσσας, θρησκείας, ηθών, πολιτισμού και παμπάλαιων συνηθειών. Έχουν όμως τα παιδιά τους. Η απειρία ίσως, ο δισταγμός της προσέγγισης, ο τρόπος με τον οποίο μεγάλωσαν, οι αφηγήσεις των μεγαλυτέρων. Η Σεντέφ και η Εντά, φίλες από παιδιά, ετοιμάζονται, στις πρώτες σελίδες του βιβλίου, να επισκεφθούν το παζάρι της πόλης. Πόσο ωραία η συγγραφέας περιγράφει τη χαρά των κοριτσιών και τις συμβουλές της γιαγιάς –συμβουλές από ένα μακρινό παρελθόν– οι οποίες στα μάτια των κοριτσιών φαντάζουν αναχρονιστικές, αν και δεν το δείχνουν. Έχουν και μια άλλη καλή φίλη, γειτονοπούλα, Ναζλί το όνομά της, και φλεγόταν να πάει κι εκείνη μαζί τους αλλά οι γονείς της δεν το επέτρεψαν. Το επόμενο βράδυ, όμως, κοιμήθηκε με το βραχιολάκι που της έφεραν δώρο απ' το παζάρι οι φίλες της. Μουσουλμάνες και οι τρεις συνομήλικες, θα φοιτούσαν στη Γ' Γυμνασίου. Στην ίδια τάξη θα φοιτούσε και η Ανδρομάχη, με την οποία η Σεντέφ και η Εντά (τι όμορφα, εύηχα ονόματα!) γνωρίστηκαν στο παζάρι.

Η Ανδρομάχη μόλις είχε φτάσει στο χωριό με τους γονείς της και τον Έκτορα, τον δεκάχρονο αδελφό της. Η μητέρα ήταν η καινούργια γιατρός της περιοχής και ο πατέρας, καθηγητής πανεπιστημίου, είχε τοποθετηθεί ως υπεύθυνος του προγράμματος για την προστασία του Νέστου.

Τον πρώτο καιρό η Ανδρομάχη ήταν διαρκώς μουτρωμένη. Και κακοκαρδισμένη. Απολύτως φυσικό. Είχε ήδη κάνει ισχυρούς δεσμούς φιλίας, είχε αγαπήσει την πόλη της, την Αθήνα, τον ατομικό της χώρο, τις εξόδους σε επιλεγμένα μέρη, τέλος πάντων, βίωνε μια αλλαγή που δεν είχε επιθυμήσει ποτέ. Ο χρόνος, όμως. Και η νεότητα. Η καλή θέληση. Οι προσδοκίες και οι καινούργιες ενδιαφέρουσες δραστηριότητες. Οι συμμαθητές που έγιναν φίλοι, και πρώτος και καλύτερος, όσον αφορά την Ανδρομάχη, το τσιγγανόπουλο με το πηγαίο χιούμορ, το κοφτερό μυαλό και τη λατρεία στα άλογα, ο Νέσσος.

Δεν θα προχωρήσω σε λεπτομέρειες, μόνον θα τονίσω πως όλα τα παιδιά έγιναν μια μεγάλη ομάδα που με την πολύτιμη βοήθεια και των δασκάλων τους νιώθουν ότι δεν διαφέρουν σε τίποτε – αντιθέτως, είναι πάμπολλα αυτά που τους ενώνουν. Και θαυμαστά. Και σεβαστά: η γνώση. Η έγνοια για τη φύση. Η παρατήρηση των αστεριών. Το χιούμορ. Η αγάπη για τα βιβλία. Η αλληλεγγύη. Η προστασία των ανυπεράσπιστων. Η ισότητα και το θάρρος της γνώμης.

Α, ναι, η Ανδρομάχη, η οποία ανέκαθεν αγαπούσε τα άλογα, βρήκε τον παράδεισό της στο ιπποφορβείο.

Εξαιρετικά τα ξεδιπλώνει όλα η Ελένη Πριοβόλου και σε γλώσσα λαμπρή. Οι εικόνες της χρωματιστές, σχεδόν μοσκοβολούν την αγνότητα της φύσης. Οι διάλογοι έχουν ποικιλία, είναι ολοζώντανοι. Βλέπετε, στο βιβλίο παρακολουθούμε τρεις διαφορετικές κοινωνίες με τις παροιμίες τους, τις προτιμήσεις, τις παραδόσεις και τον διαφορετικό προφορικό λόγο. Το έργο της με τα αλλεπάλληλα γεγονότα, τις ευγενικές, παμπάλαιες αξίες, το ήθος, τα ιδανικά των νέων, προσφέρει ορίζοντες ανοιχτούς στην τέρψη και στις γνώσεις του αναγνώστη.

«Κοντά στη φωτιά, μέσα στην ευωδιαστή ανάσα του φθινοπώρου και με την τέχνη του στα χέρια, ο κύριος Ιμπραχήμ ένιωσε την αύρα του Αλλάχ δίπλα του. Άρχισε τότε να σιγοτραγουδάει ένα παλιό τραγούδι που του το είχε μάθει η νενέ του:

Κυλίστηκα και βρήκα μια φωλιά
μες στη φωλιά βρήκα μαλλιά
μες στα μαλλιά μια χτένα.
Τη χτένα την έδωσα στη νενέ μου
η νενέ μου 'δωσε ένα τσέρκι
το τσέρκι το 'δωσα στον τσοπάνο
ο τσοπάνος μου 'δωσε αρνί
το αρνί το χάρισα στον μπέη
ο μπέης μου 'δωσε άλογο
το καβαλίκεψα και πήγα στα μαύρα τα νερά.
Δυο όμορφες με κοιτάζανε
τη μεγάλη την αγάπησα
τη μικρή τη χαιρέτησα». (Παραδοσιακό ταχτάρισμα από την Τουρκία)
Ηλικία: άνω των δώδεκα ετών.

Οι φύλακες των αστεριών Ελένη Πριοβόλου ΚαστανιώτηςΟι φύλακες των αστεριών
Ελένη Πριοβόλου
Καστανιώτης
259 σελ.
Τιμή € 13,85

 

Εμφανίσεις: 1905

ΣΧΟΛΙΚΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

της Λίτσας Ψαραύτη

 

Ο συγγραφέας έδειξε από το πρώτο βιβλίο το ταλέντο του και το διαπιστώνουμε και στα επόμενα έργο του που διακρίθηκαν με βραβεία και επαίνους. Το τελευταίο βιβλίο είναι συγχρόνως και το πρώτο του, αφού πρόκειται για επανέκδοση του βραβευθέντος το 1996 από τη Γ. Λ. Σ. μυθιστορήματος. Ένα θέμα που ήταν επίκαιρο τότε, αλλά δυστυχώς παραμένει ακόμα πιο επίκαιρο σήμερα, ο ρατσισμός, είναι το κεντρικό του μοτίβο. Μόνο που σε αυτή την περίπτωση είναι ιδωμένο από άλλη σκοπιά. Με φόντο μια σχολική παράσταση σε σχολείο της Γερμανίας, ο Έλληνας πρωταγωνιστής Γιώργος, μαθητής της Β’ Γυμνασίου, γνωρίζει το μίσος και το διαχωρισμό από πρώτο χέρι. Πολλοί Γερμανοί συμμαθητές του, αλλά και οι γονείς τους εναντιώνονται σε αυτόν. Το μικρό αγόρι βρίσκει απροσδόκητους σύμμαχους στα πρόσωπα κάποιων άλλων παιδιών από την τάξη του, που κι αυτά είχαν περιθωριοποιηθεί από την κοινωνία πριν από αυτόν. Ο Άντρεας, ο Τούρκος Τζάφερ, αλλά και ο κύριος Μίκαελ, ο καθηγητής, υποστηρίζουν τον Γιώργο και δίνουν κι αυτοί τη δική τους μάχη για το δίκαιο.

Ένα εξαιρετικό αντιρατσιστικό μυθιστόρημα, με τρυφερότητα αλλά και με βία, που περιγράφει το πώς είναι να βρίσκεται κάποιος στη θέση του «ξένου», να είναι απέναντι σε μια κοινωνία που υποτίθεται πως είναι προηγμένη. Ο πρωταγωνιστής σηκώνει άγχη και προβλήματα δυσανάλογα μεγάλα για την ηλικία του, αλλά τα παλεύει με όπλα την υπομονή, τη φιλία και την πίστη για το δίκιο του.

Το βιβλίο αυτό πρέπει να διαβαστεί τόσο από παιδιά όσο και από γονείς για να συνειδητοποιήσουν όλοι πώς είναι να βρίσκεται κάποιος στη θέση του «ξένου», αλλά και πώς τα θύματα δεν επιτρέπεται να γίνουν θύτες.

Σχολική παράσταση Βασίλης Παπαθεοδώρου ΚαστανιώτηΣχολική παράσταση
Βασίλης Παπαθεοδώρου
Καστανιώτη
127 σελ.
Τιμή € 8,52

 

Εμφανίσεις: 1361

ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ

της Ελένης Σαραντίτη

 

«Το όνομά μου είναι Ραφαέλ Φερνάντες και είμαι παιδί της χωματερής. Πολλοί μου λένε: “Ποτέ δεν ξέρεις τι θα βρεις ψάχνοντας στα σκουπίδια! Σήμερα μπορεί να είναι η τυχερή σου μέρα”. Αλλά εγώ τους λέω: “Φίλε μου, νομίζω πως ξέρω τι θα βρω”. Και ξέρω τι μπορεί να βρει κανείς, γιατί ξέρω τι βρίσκω εγώ όλα αυτά τα χρόνια που δουλεύω εδώ πέρα, έντεκα ολόκληρα χρόνια. Με μια λέξη: στούπα. Στούπα –και συγγνώμη που σας προσβάλλω– είναι η λέξη που χρησιμοποιούμε για τις ανθρώπινες ακαθαρσίες».

Μιλά ο ένας από τους τρεις πρωταγωνιστές αυτής της βαθύτατα ανθρώπινης, σπαρακτικής αλλά και σαγηνευτικής ιστορίας, για να διευκρινίσει παρακάτω: «Ήμουν παιδί των σκουπιδιών από τότε που μπορούσα να περπατάω μόνος μου και να μαζεύω πράγματα. Πόσο να ήμουν; Τριών χρονών, και είχα αρχίσει να ξεδιαλέγω… Ο Γκάρντο είναι συνεργάτης μου, δουλεύουμε πάντα μαζί. Με προσέχει…»

Ο Γκάρντο είναι συνομήλικός του. Ψηλός και λεπτός σαν ξυλαράκι. Κι αγέλαστος. Όταν τον παρατηρούν γιατί ποτέ δεν χαμογελά, «Βρέστε μου έναν λόγο για να χαμογελάσω», απαντά. Αχώριστα τα δυο αγόρια. Όπου ο ένας, εκεί κι ο άλλος. Τι αγάπη! Είπε κανείς ότι στους σκουπιδότοπους δεν φυτρώνουν και σπάνια, εξαίσια λουλούδια που μοσκοβολούν συντροφικότητα και ευθύτητα, στοργή και αφοσίωση;

Ο τρίτος από τους ήρωες του μυθιστορήματος είναι ο Αρουραίος. Μικρότερός τους κατά τέσσερα χρόνια. Το πραγματικό του όνομα ήταν Χουν-Χουν. Ερχόταν από πολύ μακριά, δεν είχε κανέναν στον κόσμο και αν δεν υπήρχε το φαγητό στο Σχολείο της Ιεραποστολής, θα είχε πεθάνει. Τον φώναζαν Αρουραίο γιατί έμενε σε μια τρύπα, συγκάτοικος με αρουραίους, και σάμπως είχε αρχίσει να τους μοιάζει. Τουλάχιστον στο τεφρό τους χρώμα.

Στη χωματερή της Μπεχάλα. Κάπου στη Μανίλα*, την πρωτεύουσα των Φιλιππίνων. Υπάρχουν αναρίθμητα παιδιά που όντως σέρνονται σε όλη τη ζωή τους στα σκουπίδια. «Η Μπεχάλα σε κάνει να θέλεις να βάλεις τα κλάματα, γιατί μοιάζει μ’ ένα φοβερό βασανιστήριο που δεν θα τελειώσει ποτέ. Αρουραίοι και παιδιά, παιδιά και αρουραίοι, και μερικές φορές σκέφτεσαι ότι η ζωή τους είναι λίγο-πολύ η ίδια…» μιλά εμπιστευτικά η εθελόντρια κοινωνική λειτουργός στο Σχολείο της Ιεραποστολής, πρόσωπο στ’ αλήθεια εξαίρετο, γεμάτο αγαθότητα και αλτρουισμό. Το όνομά της, Ολίβια. Και ο ρόλος της στην εξέλιξη της ιστορίας σημαντικός.

Στη χωματερή, λοιπόν. Kαι, λίγο αργότερα, αφότου ο Ραφαέλ παρατηρούσε πικρά ότι δεν βρίσκει κανείς τίποτα το άξιο λόγου, ψάχνοντας ανάμεσα σε χαλασμένα φαγητά, αρουραίους, σπασμένα αντικείμενα, χαρτιά, περιττώματα, το χέρι του ακινητοποιήθηκε: μια μικρή δερμάτινη τσάντα με κλειστό φερμουάρ. Ανδρική. Και μέσα ένα πορτοφόλι γεμάτο πέσος. Πλάι στο πορτοφόλι ένας διπλωμένος χάρτης και μες στον χάρτη ένα κλειδί. Υπήρχαν και κάποιες φωτογραφίες ενός κοριτσιού γύρω στα οκτώ, ορισμένα ταλαιπωρημένα έγγραφα και μια ταυτότητα. Όνομα: Χοσέ Ανχέλικο. Επάγγελμα: υπηρέτης. Τόπος κατοικίας: Πράσινοι Λόφοι.

Μετά το πρώτο βουβό ξάφνιασμα και την αθέατη τρεμούλα, οι δυο φίλοι σκέφτηκαν πως καλό θα ήταν να ψάξουν για τον κύριο Ανχέλικο. Πάντως, γύρευε τώρα… Και στη σκοτεινιά άρχισαν να αγκαλιάζονται με χορευτικά βήματα. Μετά μοιράστηκαν αμίλητοι τα χρήματα, πήρε ο Ραφαέλ τα ευρήματα, τα έχωσε στο σορτσάκι του και συνέχισαν να ξεδιαλέγουν. Δεν έπρεπε να τραβήξουν κανενός την προσοχή. Όμως αυτή η τσάντα θα άλλαζε για πάντα τη ζωή τους. Και την ψυχή τους. Έπειτα από πολύν καιρό θα σκέφτονταν πως «όλοι στη ζωή τους χρειάζονται ένα κλειδί· με το σωστό κλειδί μπορείς να ανοίξεις μια πόρτα διάπλατα. Γιατί κανένας δεν πρόκειται να ανοίξει την πόρτα για σένα». Το κλειδί άνοιγε μια θυρίδα στον σιδηροδρομικό σταθμό. Και η θυρίδα έκρυβε ένα φοβερό και ανήκουστο μυστικό, που σχετιζόταν με διαφθορά και ανηθικότητα προσώπων υπεράνω πάσης υποψίας…

Έτσι, η γειτονιά τους γέμισε από αστυνομικούς. Αν και δεν ζυγώνει συχνά η αστυνομία στην Μπεχάλα, καθότι οι απόκληροι και οι απέλπιδες συνηθίζουν να λύνουν μόνοι τους τις διαφορές και τα προβλήματά τους. Είχε όμως καυχηθεί η θεία (πες μάνα) του Ραφαέλ, έπειτα από ορισμένα χρήματα που της έδωσαν για να αγοράσει τρόφιμα, οπού συνεχώς τα στερούνταν, ότι τα παιδιά κάτι βρήκαν.

Κι εδώ κάνουμε τη γνωριμία με τον Αρουραίο. «Χρειαζόμαστε τον Αρουραίο», είπε ο Γκάρντο. «Είναι το μόνο μέρος που δεν θα ψάξουν για την τσάντα». Τώρα γραμμή για την τρύπα του. Ο Αρουραίος έχει μια λεπτή, δειλή φωνούλα και κάθεται πάνω σε στρώσεις από χαρτόνια. Γύρω του φωλιές αρουραίων. «Χρειαζόμαστε τη βοήθειά σου», είπαν οι δυο φίλοι. «Εντάξει», ένευσε χαμογελώντας το αδύνατο, υποσιτισμένο αγοράκι. Πρωτύτερα ζούσε πολύν καιρό στον Κεντρικό Σταθμό και γνώριζε πώς να τους οδηγήσει στη θυρίδα…

Ένα κυνηγητό. Ανελέητο και σπασμωδικό. Και από την πλευρά της αστυνομίας και από την πλευρά του υποκόσμου. Μα και ένας αγώνας επιβίωσης εξαντλητικός. Και τελικώς νικηφόρος. Τι φως και πόση ελπίδα εκπέμπουν αυτά τα παιδιά του «Κατώτερου Θεού», και πώς ριγεί ο αναγνώστης στη σκέψη των Αγίων Παθών τους.

Η παιδική εργασία, η φοβερή εκμετάλλευση αθώων ψυχών και ζωών, η φτώχεια, η απελπισία, η φθορά και η διαφθορά των κρατούντων, όλα, όλα τα εγγίζει με έγνοια, όλα τα καταγράφει και τα καταγγέλλει ο σπουδαίος Άγγλος συγγραφέας Άντυ Μάλλιγκαν σε αυτό το ασθματικό θρίλερ. Είναι ίσως διότι τα έζησε από κοντά διδάσκοντας αγγλικά και θεατρική τέχνη στην Ινδία, τη Βραζιλία, τις Φιλιππίνες.

Το παρόν βιβλίο έχει μεταφραστεί σε 23 χώρες ενώ ήδη ξεκίνησαν τα γυρίσματα μιας ταινίας βασισμένης στο δραματικό, όσο και εξαιρετικό, και με πανανθρώπινα μηνύματα αυτό μυθιστόρημα. Το σενάριο είναι του RichardCurtis.Το σκηνοθετεί ο Stephen Daldry (Μπίλι Έλιοτ, Ώρες).

«Τα Σκουπίδιααποτελούν μια μοντέρνα εισαγωγή στον Όλιβερ Τουίστ. Είναι μια εξαίρετη ιστορία με παιδιά που καταφέρνουν να “τη φέρουν” σε ενήλικες. Η σκληρότητά του είναι η σκληρότητα ενός παραμυθιού», έγραψαν οι Times. Όπως και το μήνυμα ελπίδας που μεταδίδεικαι που παραπέμπει σε μυθικές αφηγήσεις, θα πρόσθετα.

Όπως θα πρόσθετα, επίσης, και τα συγχαρητήριά μου στην Αργυρώ Πιπίνη για την καταπληκτική μετάφρασή της. Μια δημιουργία!

Ηλικία: 13+

*Η Μανίλα (πληθ. 1.653.171 σε έκταση μόλις 38,55 τετραγωνικών χιλιομέτρων) θεωρείται η πιο πυκνοκατοικημένη πόλη του κόσμου.

Σκουπίδια Άντυ Μάλλιγκαν μετάφραση: Αργυρώ Πιπίνη ΠατάκηςΣκουπίδια
Άντυ Μάλλιγκαν
μετάφραση: Αργυρώ Πιπίνη
Πατάκης
251 σελ.
Τιμή € 12,70

 

Εμφανίσεις: 1466

ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΑΓΑΠΗΣ

της Ελένης Σαραντίτη 

Ανάμεσα στα –όχι και λίγα– βιβλία της γνωστής συγγραφέως που έχω στα χέρια μου και τα οποία διάβασα με ξεχωριστή προσοχή, επέλεξα να παρουσιάσω το παρόν – το βρήκα μοντέρνο, ενδιαφέρον και ρεαλιστικό. Όμως ας θυμηθούμε αρχικώς ότι η Αγγλίδα συγγραφέας από το όμορφο Μπαθ (1945-) έχει γράψει πάρα πολλά βιβλία για παιδιά και νέους: κοινωνικά μυθιστορήματα, αισθηματικά, αστυνομικά, θεατρικά έργα. Και μόνο στην πατρίδα της έχουν πουληθεί περισσότερα από 25 εκατομμύρια αντίτυπα, ενώ έχουν μεταφραστεί σε 30 γλώσσες. Πρόκειται για διάσημη συγγραφέα και πολύ αγαπητή στους έφηβους αναγνώστες, καθώς στο ποικίλο έργο της αγαπά να μπαίνει στον ψυχικό κόσμο των νέων χωρίς δισταγμούς αλλά και με αβρότητα. Την απασχολεί ιδιαιτέρως η ζωή των σύγχρονων οικογενειών και τα προβλήματα –μικρά ή μεγάλα– που αναφύονται, διαρκώς και περισσότερα, απρόβλεπτα και πιο βασανιστικά – δυστυχώς.

Η θεματολογία της Τζάκλιν Ουίλσον, λοιπόν, συν μια αβίαστη, άνετη γραφή, ζωντανή και με ζωηρούς διαλόγους, κάνουν τα βιβλία της τόσο αγαπητά στους νέους, διότι μες στις σελίδες τους συχνά βλέπουν το περίγραμμα όχι μόνο του σώματός τους, αλλά της ύπαρξής τους. Σε ορισμένες σελίδες παραλλάσσει ετούτο το γενικό πλαίσιο, αναλόγως των καταστάσεων βέβαια, αλλά πάντοτε ο διάλογος και η ανταλλαγή μυστικών μεταξύ αναγνώστη και συγγραφέα είναι ολοφάνερος.

Στα Ιδιαίτερα μαθήματα αγάπης, η έφηβη Προύντενς, πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος, εκδηλώνεται από την πρώτη κιόλας αράδα: «Μισώ τον μπαμπά μου. Το ξέρω ότι πολλές έφηβες το λένε αυτό, αλλά δεν το εννοούν στ’ αλήθεια. Ή τουλάχιστον δεν νομίζω πως το εννοούν. Η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω καμιά άλλη έφηβη. Κι αυτός είναι ένας από τους λόγους που μισώ τον μπαμπά. Με κρατάει, στην ουσία, φυλακισμένη». Ωχ, Παναγιά μου, σκέπτομαι κι ο νους μου ταράσσεται. Βλέπετε, τελευταίως, πολλά παρόμοια περιστατικά έρχονται στο φως. Σταδιακά ησυχάζω…

Ωστόσο, η Προύντενς δεν σταματά εκεί:

«Χρόνια και χρονάκια τώρα, είχα μια μυστική φανταστική φίλη, ένα ενδιαφέρον κορίτσι όλο φαντασία, στην ηλικία μου, ονόματι Τζέιν. Τα πάντα είχαν αρχίσει όταν διάβασα τα πρώτα κεφάλαια της Τζέιν Έιρ. Το κορίτσι αυτό ξεπήδησε ξαφνικά από τις σελίδες του βιβλίου και τρύπωσε κατευθείαν μες στο κεφάλι μου…» Αργότερα, βέβαια, η Τζέιν παραμερίστηκε κάπως για χάρη του Τωβία, γιου του Τωβίτ, ιδωμένον αρχικώς στη Βίβλο, στην ιστορία του «Τωβίτ», στην παλιά έκδοση με την υπέροχη εικονογράφηση του Γκιστάβ Ντορέ, ενώ αργότερα τον ερωτεύτηκε κοιτώντας τον στον γνωστό πίνακα του Βερόκιο*. Αυτό το αγόρι και σεβαστικό γιο, σύμφωνα με τη Βίβλο, η Προύντενς αγάπησε ως τα κατάβαθά της. Διάβαζαν μαζί, μαζί ζωγράφιζαν, έτρωγαν, συζητούσαν. Ήταν αχώριστοι. Κάπου κάπου αντάλλασσαν και φιλιά ή ντροπαλά χάδια.

Υπάρχει όμως και μια αδελφή. Πραγματική αυτή. Γκρέις το όνομά της, ετών έντεκα αν και οι τρόποι της, οι συνήθειες και οι προτιμήσεις της παραπέμπουν σε πεντάχρονο κορίτσι. Λατρεύει τον κότσυφα του κήπου, όλα τα ερπετά, ακόμη και μια σκουληκοφωλιά κουβάλησε κι έκρυψε κάτω από το κρεβάτι της. Μοιράζονται το ίδιο δωμάτιο οι αδελφούλες, πολλές φορές και τις ίδιες σκέψεις. Και τα δυο κορίτσια είναι έγκλειστα σχεδόν. Ο τυραννικός και δύσπιστος, και επιπλέον παραδόπιστος πατέρας τους, δεν τα αφήνει μήτε μέχρι την πλατεία να πάνε, ούτε καν μέχρι το μαγαζάκι της γειτονιάς. Για το κέντρο της πόλης ούτε λόγος. Ούτε λόγος και για σχολείο. Ο ίδιος είχε αναλάβει την εκπαίδευσή τους – του το παρείχε αυτό το δικαίωμα ο νόμος. Ανέχεια, μιζέρια, ζωή άχαρη. Το σπίτι τους είναι πάνω από το βιβλιοπωλείο του πατέρα, όπου σπανίζουν οι πελάτες. Σπανίζουν και οι επισκέπτες στο διαμέρισμα. Μόνο η φαντασία της Γκρέις και της Προύντενς καλπάζει αθόρυβη και ευεργετική. Και οι εκπληκτικές ζωγραφιές της μεγάλης. Η κοπελίτσα αυτή ονειρεύεται να πάει στη Σχολή Καλών Τεχνών. «Ονειρευόμαστε άνεμε», θα μπορούσε να απευθυνθεί στην κρύα νύχτα. Ή κι εμείς θα μπορούσαμε για χάρη της να θυμηθούμε τους στίχους του Λάσκου:

Θερμοκρασία 60 υπό το μηδέν/ και το εισιτήριο προς το Βλαδιβοστόκ στην τσέπη…

Ο κύριος Μάιλς, που τους επισκέφτηκε ξαφνικά, ήταν επιθεωρητής εκπαίδευσης. Έπρεπε να διαπιστώσει εάν η Προύντενς ήταν καλώς προετοιμασμένη για τις εξετάσεις της των Πιστοποιητικών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Αλλά μετά την επίσκεψή του, τίποτε δεν ήταν σαν πριν. Το υποχρεωτικό φροντιστήριο, το εγκεφαλικό του πατέρα, ο τρόμος, η εγγραφή των κοριτσιών στο δημόσιο σχολείο της γειτονιάς – εν αγνοία βεβαίως του πατέρα τους, που νοσηλεύεται σε οικτρή κατάσταση στο τοπικό νοσοκομείο. «Ο μπαμπάς σας θα με σκοτώσει όταν το μάθει», είχε πει η αγαθή μάνα τρέμοντας από τη φρίκη. Τα δανεικά ρούχα, τα χρέη, οι δυσκολίες προσαρμογής, η περιφρονητική και σκληρή συμπεριφορά ορισμένων συμμαθητών απέναντί τους, οι ίδιες οι ταλαίπωρες κοπέλες που η μητέρα τις έντυνε από ρετάλια κι έμοιαζαν σαν να βγήκαν από ξεχασμένο παραμύθι του Μεσαίωνα, η πελαγωμένη, αδέξια μάνα με τα παλιωμένα ρούχα. Μια ζωή μέγαιρα. Κι αυτές ανυπεράσπιστες σαν γυμνά κλαριά.

Κατόπιν, ήρθε ο έρωτας. Φεγγοβόλος και μαζί θεοσκότεινος. Είχε το πρόσωπο του καθηγητή των καλλιτεχνικών της Προύντενς με το γενάκι του, το σκουλαρίκι στο ένα αυτί, το μαύρο τζιν παντελόνι, τα δυο παιδιά και τη συμπαθέστατη νέα γυναίκα του.

Κι ήμουν στο σκοτάδι. Κι ήμουν στο σκοτάδι.

Και με είδε μια αχτίδα.

Το είχε γράψει ο Κώστας Καρυωτάκης.

Το έζησε για λίγο, για όσο βαστά μια τρίλια, η νεαρή Προύντενς.

Ο έρωτας αυτός, ο πρώτος και καταλυτικός για την Προύντενς, είχε εμφανιστεί με τη μορφή της σωτηρίας αλλά και της άκρας ταπείνωσης. Περίδακρυς, αποκλεισμένη, απελπισμένη η ερωτευμένη κοπέλα, αναγκάζεται να εγκαταλείψει το σχολείο.

Πολύ σύντομα διαπίστωσαν κι οι δυο τους αυτό που με έξαρση και ενάργεια μας θύμιζε ο Κωστής Παλαμάς, όταν έγραφε:

Η Αγάπη χτίζει εδώ φωλιές, κι ο Απρίλης παραστέκει…

Σ’ αυτό το σπίτι είν’ έτοιμο να πέσει αστροπελέκι.

Το τέλος.

Αλλά η πεισματάρα η ζωή ξέρει πώς να περιμένει. Πίσω από μάντρες, πίσω από φράχτες, πίσω από φρούρια – δεν παύει να γνέφει στους νέους…

Θα ενδιαφέρει πολύ τους νεαρούς αναγνώστες το βιβλίο. Δεν πρόκειται, βέβαια για ανάγνωσμα που θα τους συνταράξει, μιλάμε για ένα βιβλίο πολύ καλογραμμένο που καταπιάνεται με θέματα γνωστά, καθημερινά, οικεία σε πολλούς. Και βέβαια, ανεξαρτήτως της ψυχογραφίας των νέων ηρώων της, η συγγραφέας εισδύει με άψογη τεχνική και πλήρη συμμετοχή και ήθος σε οικογενειακά, οικονομικά, κοινωνικά και αισθηματικά –οπωσδήποτε πιεστικά– αγωνιώδη προβλήματα των ημερών μας. Στην Ευρώπη ή όπου αλλού. Οι καταστάσεις δεν διαφέρουν ιδιαιτέρως, αν και η λύτρωση δεν έρχεται πάντα. Πλην η ζωή, ως γνωστόν, είναι πεισματάρα. Και μεγάλης αντοχής.

Στα υπέρ του μυθιστορήματος η πολύ ζωηρή και εύφωνη μετάφραση της Ράνιας Μπουμπουρή.

Ηλικία: 13+

*Βερόκιο (Verrocchio, Φλωρεντία 1435 – Βενετία 1488). Ιταλός γλύπτης, ζωγράφος και χρυσοχόος. Διηύθυνε ένα σημαντικό εργαστήρι στη Φλωρεντία. Στους μαθητές του συγκαταλέγεται και ο Λεονάρντο ντα Βίντσι.

 

Ιδιαίτερα μαθήματα αγάπης Τζάκλιν Ουίλσον μετάφραση: Ράνια Μπουμπουρή εικονογράφηση: Nick Sharratt Ψυχογιός 343 σελ. Τιμή € 11,21Ιδιαίτερα μαθήματα αγάπης
Τζάκλιν Ουίλσον
μετάφραση: Ράνια Μπουμπουρή
εικονογράφηση: Nick Sharratt
Ψυχογιός
343 σελ.
Τιμή € 11,21

 

Εμφανίσεις: 1547

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr