A+ A A-

ΜΑΝΟΣ ΚΟΝΤΟΛΕΩΝ: ΜΑΝΟΛΟ ΚΑΙ ΜΑΝΟΛΙΤΟ κριτική της Διαμάντης Αναγνωστοπούλου

 

Μανόλο και Μανολίτο: οι δύο κεντρικοί ήρωες που συγκροτούν με το διάλογό τους τη διήγηση των δύο επάλληλων ιστοριών (4 εποχές και 36 αμυγδαλιές) του βιβλίου του Μάνου Κοντολέων. Εκτός όμως από κεντρικοί ήρωες, είναι και οι εκπρόσωποι δύο κόσμων, των παιδιών και των ενηλίκων, αλλά και δύο γενεών που συνδιαλέγονται, ανταλλάσσουν εμπειρίες, γνώσεις, συναισθήματα και σκέψεις.

Ο Μανολίτο «όλο ρωτά για το νόημα που έχουν όσα μαθαίνει, ζει, λέει, τραγουδά... Για τα όσα αισθάνεται». Και ο Μανόλο απαντά αλλά και ομολογεί την άγνοιά του. Ο Κοντολέων βάζει τον Μανόλο να είναι συγγραφέας. Εκτός από αυτοαναφορικό σχόλιο, η ιδιότητα του ενήλικου ήρωα χρησιμεύει για να δείξει ότι τα βιβλία, εκτός από «αποθήκες» γνώσεων είναι και χώροι υποδοχής συναισθημάτων και ιδεών, σκηνές μυστηρίων αλλά και «καθημερινών περιπετειών», «κουτιά» που φυλάσσουν αλλά και αποκαλύπτουν μυστικά.

Οι δύο επάλληλες ιστορίες του βιβλίου έχουν ως συνεκτικό ιστό την αγάπη και τη σχέση της με τη φύση. Στην πρώτη, μια παράξενη γυναίκα, μητρική και μαγική μαζί, διηγείται τέσσερις μικρές ιστορίες για τις τέσσερις εποχές του έτους. Μέσα από τα «παραμύθια» της που αποτελούν παραμυθία για τους δύο ήρωες, η κυρά Φύση μιλά για το σπίτι των ανθρώπων, τη γη, που παρουσιάζει πολλές εναλλαγές, μυρωδιές, ήχους και χρώματα. Εκφράζει τη θλίψη της για την αδιαφορία των ανθρώπων γι' αυτό το σπίτι αλλά και την ελπίδα της ότι τα παιδιά τους χτίζουν τα όνειρά τους πάνω στα δικά της σχέδια. Μιλά για την εμψύχωση της φύσης και το ξαναζωντάνεμά της μέσα από την εκδήλωση της αγάπης. Όπως η φύση ζει μέσα στον κυκλικό χρόνο έτσι και οι ηλικίες των ανθρώπων από μικρό, σε μεγαλύτερο και από εκεί σε μεγάλο και ελεύθερο, ανανεώνουν την ίδια την ανθρώπινη φύση και δεν την αφήνουν να σβήσει και να χαθεί. Γιατί «ό, τι αγαπάμε πάντα έρχεται ξανά! Και πάντα ζει».

Η δεύτερη ιστορία, οι 36 αμυγδαλιές, μιλά για μιαν αγάπη που η απουσία της ξεραίνει τα δέντρα-τις αμυγδαλιές αλλά η επιστροφή της τα κάνει να ξανανθίσουν μέσα στο χειμώνα.

Ο Κοντολέων μέσα από αυτό το βιβλίο, αν και θέτει γενικότερα ζητήματα, όπως η φύση και η σχέση της με τον άνθρωπο, η αγάπη και η φροντίδα για τον άλλο, η συνομιλία των γενεών και η μύηση, επιβεβαιώνει ότι είναι και παραμένει «συγγραφέας καθημερινής περιπέτειας», αφού όλα τα παραπάνω ζητήματα που εγείρει αφορούν τον καθημερινό βίο των ανθρώπων, μικρών και μεγάλων σε ηλικία.

Μανόλο και ΜανολίτοΜανόλο και Μανολίτο
Μάνος Κοντολέων
εικονογράφηση: Ίρις Σαμαρτζή
Πατάκη
117 σελ.
Τιμή € 7,50


 

Εμφανίσεις: 2283

ΤΟΜΙΚΟ ΙΝΟΥΙ: ΤΟ ΓΑΛΑΖΙΟ ΚΥΠΕΛΛΟ κριτική της Σταυρούλας Τσούπρου

 

Μία πολύ ευχάριστη έκπληξη μας επεφύλασσαν οι Εκδόσεις Πατάκη με την επανακυκλοφορία αυτού του βιβλίου, το οποίο είχε αποτελέσει, ήδη στα μέσα της δεκαετίας του 1970, προσωπική επιλογή-πρόταση (στις Εκδόσεις Κέδρος τότε) της συγγραφέως Ζωρζ Σαρή, η οποία και το μετέφρασε από τα γαλλικά (1η γαλλική έκδοση το 1975, 2η το 1996). Στην ιαπωνική, ο τίτλος του βιβλίου είναι Οι μικροί άνθρωποι του σπιτιού κάτω από το δέντρο και με αυτό η Τόμικο Ινούι (1924-2002) είχε εκπροσωπήσει τη χώρα της στις υποψηφιότητες για το Βραβείο Άντερσεν 1961. Πρόκειται για μία πολύ θελκτική μυθοπλαστική αφήγηση στα όρια της αλληγορίας, μιας και τοποθετείται με σαφήνεια, αλλά και παρρησία εκ μέρους της Γιαπωνέζας συγγραφέως, στην ιστορική περίοδο του Β′ Παγκοσμίου Πολέμου, αφήγηση η οποία, στην ελληνική εκδοχή της, ευτύχησε, αφενός, να αποδοθεί από μία ταλαντούχα και δυναμική συγγραφέα και, αφετέρου, να συνοδευτεί, στην πρόσφατη αυτή επανέκδοση, από μία διακριτική και ευαίσθητη στην ποιητικότητα του κειμένου εικονογράφηση.

Η Γιαπωνέζα συγγραφέας, η οποία, σε μία συνέντευξή της το 1973, είχε δηλώσει με ανακούφιση ότι ύστερα από αρκετά χρόνια (το βιβλίο εκδόθηκε το 1959) είχε μπορέσει επιτέλους να εκφράσει όσα η ίδια είχε βιώσει στην πατρίδα της στη διάρκεια του πολέμου, δανείστηκε τις φιγούρες των Μικρών Ανθρώπων (των Μίλκυ, που τρέφονται με γάλα από το θαυμαστό γαλάζιο κύπελλο) από το πολύ γνωστό βρετανικό βιβλίο The Borrowers της Mary Norton (1903-1992), το οποίο, όπως πληροφορούμαστε από τον πρόλογο της Μαρίας Τοπάλη, έγινε σειρά για τη βρετανική τηλεόραση και, πρόσφατα, χρησιμοποιήθηκε ως βάση για μία ταινία κινουμένων σχεδίων. Πέρα, ωστόσο, από την αρχική, δανεισμένη ιδέα (η οποία λειτούργησε μάλλον ως ιδεολογικό όχημα), αλλά και πέρα από τα ενδιαφέροντα πραγματολογικά στοιχεία που, οπωσδήποτε, φωτίζουν για μας έναν μακρινό και τόσο διαφορετικό πολιτισμό, εκείνο που κάνει το ανά χείρας βιβλίο να ξεχωρίζει, διότι πραγματικά ξεχωρίζει, είναι η, μέσω αυτού, θαρρετή αντιμετώπιση της σαθρής πολεμικής ρητορείας μιας χώρας που υπήρξε διαπρύσιος, όσο και ανηλεής, σύμμαχος της Ιταλίας του Μουσολίνι και, κυρίως, της Γερμανίας του Χίτλερ. Με σοφούς, λεπτούς και, ταυτόχρονα, σίγουρους χειρισμούς, η Ινούι ενσπείρει στο πλαίσιο της οικογένειας Μοριγιάμα, η οποία, παράλληλα, έχει επιφορτιστεί με τη φροντίδα των Μικρών Ανθρώπων, το στοιχείο της αμφισβήτησης της ως άνω ρητορείας, με αποτέλεσμα κάποια μέλη της να βρεθούν, την κρίσιμη στιγμή, σε αντίπαλες θέσεις. Βέβαια, η γνήσια ποιητική διάθεση της συγγραφέως, τόσο απέναντι στην ομορφιά της φύσης (της υπαίθρου) και των πλασμάτων της, όσο και απέναντι στην ιαπωνική λαϊκή παράδοση (απολαυστική από κάθε άποψη είναι η «δαιμονική» ανθρωπόμορφη παρουσία του μικρούλη Αμανέ – Ζακού), απαλύνει δραστικά το βάρβαρο κλίμα των κακουχιών και των βομβαρδισμών, που κατατρύχουν τους (μικρούς και μεγάλους) πρωταγωνιστές. Ωστόσο, η τελευταία γεύση του βιβλίου είναι μάλλον πικρή: πόσοι «πραγματικοί» άνθρωποι είναι στ' αλήθεια ικανοί να φροντίσουν αποτελεσματικά τους «φανταστικούς» Μικρούς Ανθρώπους, ώστε αυτοί οι τελευταίοι, τόσο μικροσκοπικοί και εξαρτημένοι και, την ίδια στιγμή, τόσο ολιγαρκείς, να μπορούν να συνεχίσουν απρόσκοπτα την απολύτως απλή και φυσιολογική ζωή τους;

to-galazio-kapeloΤο γαλάζιο κύπελλο
Τομίκο Ινούι
μετάφραση: Ζωρζ Σαρή
εικονογράφηση: Ανδρομάχη Γιαννοπούλου
Πατάκης
202 σελ.
Τιμή € 9,90

 

Εμφανίσεις: 2454

ΜΙΑ ΚΙΘΑΡΑ ΚΑΙ ΠΟΛΛΕΣ ΣΥΓΓΝΩΜΕΣ

της Μαρίας Ρουσάκη

Μια νέα συγγραφέας παιδικών βιβλίων, η Ιωάννα Μπαμπέτα, με το έβδομό της βιβλίο, βραβευμένο από τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά, εισχωρεί βαθιά μες στον ψυχισμό ενός εντεκάχρονου αγοριού με τις τόσο απότομες διακυμάνσεις του ευαίσθητου χαρακτήρα του και τις απροσδόκητες προεφηβικές του ανησυχίες. Ο Κωνσταντίνος μοιάζει σαν ένα κανονικό παιδί που πρόκειται να ξεκινήσει την ΣΤ' Δημοτικού, έχοντας ως λατρεία τη μουσική και την όρεξη να γίνει σωστός ροκάς, καθώς και να μάθει να παίζει κιθάρα.

Η κιθάρα για τον καινούργιο του φίλο, τον Πέτρο, αντιθέτως, είναι σύμβολο επιβίωσης. Ζει τη σκληρή πραγματικότητα της μετανάστευσης και της φτώχειας. Ο Κωνσταντίνος δεν αντιλαμβάνεται αυτή τη διάσταση της ζωής. Όλα για κείνον ακούγονται μελωδικά, ώσπου η μουσική ανατρέπει τα πάντα μέσα του κάνοντάς τον να συγκρουστεί απότομα με τις αλήθειες της ζωής. Πως υπάρχουν δυσκολίες στη ζωή, πως η επιβίωση κάνει τους ανθρώπους να υπερβαίνουν τα όριά τους για να αντέξουν, πως αλλάζουν οι επιθυμίες και οι επιλογές τους, πως η φιλία δεν είναι ένα τόσο απλό ζήτημα.

Ο αναγνώστης καταγράφει την εξέλιξη ενός παιδιού καθώς εξερευνεί τον ίδιο του τον εαυτό μέσα από τον έρωτα, τη φιλία και την οικογένεια. Μοιάζει αρχικά ο Κωνσταντίνος να μην κατανοεί τους μεγάλους.

«Πάντως, πολύ τα σκέφτονται τα πράγματα οι μεγάλοι. Αναλύσεις και ξανά αναλύσεις. Μια φιλία είναι απλώς μια φιλία. Δεν χρειάζεται να σκεφτείς κάτι πάνω σ' αυτό. Απλώς την απολαμβάνεις. Ίσως γι' αυτό οι μεγάλοι δυσκολεύονται να κάνουν φιλίες. Είναι που δυσκολεύονται να απολαύσουν τα απλά πράγματα».

Έτσι πίστευε, ώσπου όλα άρχισαν να αλλάζουν στη ζωή του εντεκάχρονου αγοριού. Όμως, η Ιωάννα Μπαμπέτα με μεγάλη χάρη αφήνει αυτή την ώριμη σύλληψη των πραγμάτων να ξεδιπλωθεί σταδιακά σαν διαδοχικά κομμάτια μουσικής. Οι μελωδίες περιπλέκονται, οι εσωτερικές αναζητήσεις δεν είναι πλέον τόσο απλοϊκές. Ο Κωνσταντίνος επομένως μαθαίνει να παίζει κιθάρα, ωστόσο κάνοντας τα απαραίτητα λάθη που θα παίξουν καθοριστικό ρόλο στη συναυλία της ζωής του και στην εικόνα του εαυτού του. Γιατί τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Απλές δεν είναι ούτε οι «συγγνώμες».

Μια κιθάρα και πολλές συγγνώμεςΜια κιθάρα και πολλές συγγνώμες
Ιωάννα Μπαμπέτα
εικονογράφηση: Σάντρα Ελευθερίου
Ψυχογιός
80 σελ.
Τιμή € 8,80

 

Εμφανίσεις: 2064

ΚΟΜΙΚΣ ΑΠΟ ΚΛΑΣΙΚΑ ΕΡΓΑ

ΚΟΜΙΚΣ ΑΠΟ ΚΛΑΣΙΚΑ ΕΡΓΑτης Ελένης Σαραντίτη

ΟΛΙΒΕΡ ΤΟΥΙΣΤ

Σε χρόνους σκληρούς, σε μέρες στερημένες, σε νύχτες παγερές και σε καιρούς οδύνης για άπειρες ανθρώπινες ομάδες, λόγω και της βιομηχανικής επανάστασης, γράφτηκε το μεγάλο αυτό έργο. Δημιουργός του ο σπουδαίος Τσαρλς Ντίκενς (Πόρτσμουθ 1812 – Λονδίνο 1870), που γεννήθηκε και ανδρώθηκε ανάμεσα στους ταλαίπωρους που μερικοί από αυτούς δεν είχαν –κυριολεκτικώς– πού την κεφαλήν κλίναι, ιδίως στις μεγαλουπόλεις της Αγγλίας. Ο πατέρας του, Τζον Ντίκενς, από οικογένεια υπηρετών, ένας καλοσυνάτος και γοητευτικός άνθρωπος, πέρασε όλη του τη ζωή στην ανέχεια και τη μιζέρια. Αναγκαζόταν να σέρνει την οικογένειά του σε όλο και μικρότερα σπίτια, σε όλο και πιο υποβαθμισμένες περιοχές, στερώντας τους την ασφάλεια, τη χαρά, κάποτε και την απαραίτητη τροφή. Για να ολοκληρωθεί η τραγωδία, το 1824, στο Λονδίνο, κλείστηκε –για χρέη– στις άθλιες ποινικές φυλακές του Μάρσαλσι, και πλέον η οικογένεια έφθασε στο μη παρέκει. Ο Τσαρλς, ο πρωτότοκος, δωδεκάχρονος τότε, αναγκάστηκε να σταματήσει το σχολείο και να γίνει θεληματάρης σε ενεχυροδανειστήριο και αργότερα εργάτης σε εργοστάσιο χρωμάτων. Αρουραίοι, λάσπες, κρύο, η φροντίδα των μικρότερων, πείνα, εκμετάλλευση, κοροϊδία, και το πιο βάρβαρο και θλιβερό, οι επισκέψεις στις φυλακές. Εκείνες οι φυλακές τον σημάδεψαν. Κι εκείνο το βλέμμα της αγωνίας του πατέρα του. Και τα χέρια του που έσφιγγαν τα βαριά κάγκελα για να μπορέσει να χορτάσει τα πρόσωπα των παιδιών και της γυναίκας του.

Τα κάγκελα αυτά, από τα οποία αρπαζόταν ο έγκλειστος πατέρας, όταν κάποτε γκρεμίστηκαν οι φυλακές του μαρτυρίου, ο Τσαρλς Ντίκενς τα ζήτησε και τα έφερε στο σπίτι του, τοποθετώντας τα σε περίοπτη θέση. Γι' αυτά τα κάγκελα και για το σπίτι του συγγραφέα, και για πολλά που τον αφορούν, μπορείτε να διαβάσετε σε ένα ταξιδιωτικό άρθρο το οποίο έγραψα έπειτα από μια επίσκεψή μου τιμής και μνήμης στο σπίτι-μουσείο του κορυφαίου Άγγλου μυθιστοριογράφου της βικτοριανής εποχής. Αν θελήσετε, μπορείτε να το αναζητήσετε στο bookbar.gr.

Ο Τσαρλς Ντίκενς, βέβαια, δεν υπήρξε μόνον μεγάλος συγγραφέας. Υπήρξε, πάνω απ' όλα, κοινωνικός συγγραφέας επηρεάζοντας με το έργο του μεγάλα πλήθη πολιτών και επεμβαίνοντας έτσι στις δομές της κοινωνίας του καιρού του. Στα έργα του επανειλημμένως αναφέρεται στις φυλακές, στα σωφρονιστικά και φιλανθρωπικά ιδρύματα αποκαλύπτοντας και καταγγέλλοντας την αδικία, τη σκληρότητα και την υποκρισία που επικρατούσαν.

Στα πρώτα και δημοφιλέστερα μυθιστορήματά του ανήκει και ο Όλιβερ Τουίστ. Κυκλοφόρησε στα 1833, αμέσως μετά την επιτυχία του έργου του Λέσχη Πίκουικ, και περιγράφει τις περιπέτειες του αγνού μικρούλη Όλιβερ με την αγγελική ψυχή στον κόσμο της φτώχειας και της αθλιότητας. Με το βιβλίο αυτό ο Ντίκενς επιχειρεί μια κατάδυση στους τόπους της φρίκης, της εκμετάλλευσης, της κακίας, της κτηνωδίας, του θανάτου, με μια σειρά εντυπωσιακές εικόνες που κραυγάζουν.

Το έργο μεταφέρθηκε επανειλημμένως στον κινηματογράφο. Ανάμεσα στις αξιοσημείωτες ταινίες αξίζει να αναφερθεί εκείνη του 1948, σε σκηνοθεσία του Ντέιβιντ Λιν και με πρωταγωνιστή τον Άλεκ Γκίνες, ο οποίος ερμήνευσε τον τρομερό Φέιγκιν με τρόπο μεγαλειώδη, και λοιπούς, εξαίρετους ερμηνευτές τον Ρόμπερτ Νιούτον και τον Χάουαρντ Ντέιβις, που ζωντάνεψε το κακοπαθημένο αλλά τελικώς δικαιωμένο αγοράκι, ήρωα του έργου, Όλιβερ. Μια ακόμη ξεχωριστή ταινία ήταν αυτή που σκηνοθέτησε ο Κάρολ Ριντ (1968) και που βασίστηκε στο κοσμαγάπητο μιούζικαλ του Λάινελ Μπαρτ Όλιβερ. Τέλος, αξίζει να θυμηθούμε τον Όλιβερ Τουίστ του Ρομάν Πολάνσκι (2005) με τον σπουδαίο Μπεν Κίνγκσλεϊ στον ρόλο του πανούργου Φέιγκιν.

Τελευταίως η κριτική τείνει να τοποθετήσει τον Τσαρλς Ντίκενς δεύτερο μετά τον Σαίξπηρ, χαρακτηρίζοντας και τους δυο –από διαφορετική σκοπιά τον καθένα– μοναδικούς λαϊκούς κλασικούς συγγραφείς της αγγλικής λογοτεχνίας, που την προσδιόρισαν και τη σφράγισαν με το σύνολο του έργου τους.

Η ιστορία του Όλιβερ Τουίστ είναι πασίγνωστη όσο και λατρεμένη: το εννιάχρονο αγοράκι δεν γνώρισε γονείς και μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο, όπου υφίσταται τη σκληρότητα και την οργή του επιστάτη όταν βρίσκει το θάρρος να ζητήσει λίγο χυλό παραπάνω. Εκδιώκεται και αποστέλλεται συστημένος σε γραφείο τελετών, όπου βιώνει απερίγραπτη κακομεταχείριση από το ζεύγος των ιδιοκτητών, έως ότου αποφασίζει να δραπετεύσει από όλα εκείνα τα αταίριαστα βάσανα οδεύοντας προς Λονδίνο. Μόνος, αθώος, ξένος και ενδεής. Ένα παιδάκι πολύ λεπτών αισθημάτων και τρόπων. Και αφελές. Στην προσπάθειά του να ακουμπήσει κάπου, θα οδηγηθεί –εν αγνοία του– σε ένα γκέτο πορτοφολάδων και κακοποιών και θα περάσει τα χίλια μύρια βάσανα, αλλά θα κρατήσει αμόλυντη την καρδιά του, ανεπηρέαστο τον ευγενικό του χαρακτήρα, και θα αγωνιστεί να παραμείνει αληθινός μέχρι να γαληνέψει η ζωή του και να αγαπηθεί από ανθρώπους δικούς του, αξιοσέβαστους, που τον εκτίμησαν και τον τίμησαν.

Το κλασικό αυτό αριστουργηματικό έργο αγαπήθηκε και εξακολουθεί να εισβάλλει γλυκά στις καρδιές μικρών και μεγάλων. Σε όλο τον κόσμο. Τελευταίως οι εκδόσεις Guy Delcourt (Γαλλία), πιστές στον δεσμό που κατά το παρελθόν αναπτύχθηκε μεταξύ κλασικής λογοτεχνίας και κόμικς, κυκλοφόρησε δυο τίτλους βασισμένους σε κλασικά έργα με την μορφή κόμικς, ή αλλιώς άλμπουμ, ή και graphic novel, τους Τρεις σωματοφύλακες του Αλεξάνδρου Δουμά και τον Όλιβερ Τουίστ του Τσαρλς Ντίκενς. Πρόκειται, εντός ολίγου, να κυκλοφορήσει και Το νησί των θησαυρών, το πολυσήμαντο έργο του Ρόμπερτ Λιούις Στίβενσον. Από τις Εκδόσεις Πατάκη και αυτό.

Όσον δε αφορά το άλμπουμ με τον Όλιβερ, είναι συναρπαστικό. Δεν μιλάμε βέβαια για το αυτούσιο κλασικό έργο, όμως το σενάριό του διατηρεί όλα τα χαρακτηριστικά του βιβλίου: πόνος και φρίκη και ανεργία που εξαπλώθηκαν μετά την κυριαρχία των μηχανών, ιδιαιτέρως στο Λονδίνο, και μείωση των μισθών των εργαζομένων, χιλιάδες παιδιά εγκαταλειμμένα να δουλεύουν σαν είλωτες ώρες ατέλειωτες, αντιθέσεις, άλλοι πάμπλουτοι (ως συνήθως...) και άλλοι στο έλεος. Και ανοχή, ή μάλλον επιταγή της παιδικής εργασίας, και μια πόλη πολύβουη, σκοτεινή από την κάπνα και την αδιαπέραστη ομίχλη, που όλα τα καταπίνει: και αγάπες και ελπίδες και συγγένειες. Και δικαιώματα. Οι εικόνες, τα χρώματα, η ροή του σεναρίου υπερτονίζουν τα δρώμενα, και τα συμβάντα υπογραμμίζουν με την απλότητά τους τα σκίτσα, που δείχνουν πρωτόγονα ενώ είναι αποτέλεσμα υψηλής τέχνης και τεχνικής και μεγάλης εκφραστικής δεινότητας. Και εμπειριών.

Το σενάριο του Λοΐκ Ντοβιλιέ μεταφέρει το βάθος και την παθιασμένη αλήθεια του μεγάλου Άγγλου συγγραφέα, τις τραγικές εικόνες, τους δυνατούς χαρακτήρες, τις μεγάλες αντιθέσεις του έργου, ενώ τα αρκετά γκροτέσκα σχέδια του Ολιβιέ Ντελουά εκφράζουν όλα όσα υπάρχουν στο βιβλίο: και την αθωότητα και την πονηριά και τη μικροψυχία και τον εκβιασμό, ακόμη και το χιούμορ. Και τον σεβασμό.

Ηλικία: άνω των δέκα ετών.

Όλιβερ Τουίστ Βασισμένο στο αριστούργημα του Κάρολου Ντίκενς Κάρολος Ντίκενς διασκευή: Λοΐκ Ντοβιλιέ μετάφραση: Χαρά Γιαννακοπούλου εικονογράφηση: Ολιβιέ Ντελουά ΠατάκηςΌλιβερ Τουίστ
Βασισμένο στο αριστούργημα του Κάρολου Ντίκενς
Κάρολος Ντίκενς
διασκευή: Λοΐκ Ντοβιλιέ
μετάφραση: Χαρά Γιαννακοπούλου
εικονογράφηση: Ολιβιέ Ντελουά
Πατάκης
237 σελ.
Τιμή € 23,90

 

 

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΣΩΜΑΤΟΦΥΛΑΚΕΣ

Ήδη στη σειρά «Κόμικς από κλασικά έργα» κυκλοφορεί και το μυθιστόρημα Οι τρεις σωματοφύλακες, το γνωστότερο και δυνατότερο έργο του Αλεξάνδρου Δουμά (πατρός). Θεωρείται ιστορικό μυθιστόρημα, αν και την Ιστορία ελάχιστα τη συναντούμε. Ως γνωστόν, ο Δουμάς αντλεί ιστορικά γεγονότα και στιγμές της Ιστορίας, χρησιμοποιώντας τα ως καμβά όπου πάνω του θα υφάνει τις δικές του λαμπρές και πολυδιαβασμένες ιστορίες.

Το έργο αρχικώς κυκλοφόρησε σε συνέχειες στο περιοδικό Le Siècle από τον Μάιο έως και τον Ιούλιο του 1844. Ο Δουμάς ισχυριζόταν ότι ήταν βασισμένο σε χειρόγραφα που ανακάλυψε στην Εθνική Βιβλιοθήκη. Αυτό αμφισβητήθηκε από πολλούς συγχρόνους του, που μάλλον είχαν δίκιο καθώς αποδείχτηκε ότι ο διάσημος συγγραφέας στηρίχτηκε στο βιβλίο Τα απομνημονεύματα του κυρίου Ντ' Αρτανιάν, υπολοχαγού των σωματοφυλάκων του βασιλιά, του Γκατέν ντε Κουρτίλ ντε Σάντρας (Κολωνία 1770). Ούτως ή άλλως, ο Αλέξανδρος Δουμάς με την εύρωστη γραφή του, τη φαντασία και την επινοητικότητά του, με τη δραματική δύναμή του έγραψε μερικά από τα πιο δημοφιλή έργα του γαλλικού Ρομαντισμού. Έγραψε και θέατρο. Και απομνημονεύματα. Πολλοί δε τον αποκαλούσαν βιομηχανία μυθιστορημάτων. Παθιασμένος με τις περιπέτειες έσπευσε, ωθούμενος από την αγάπη του για ελευθερία, στην Ιταλία, όπου πήρε μέρος στην εκστρατεία των Χιλίων του Γαριβάλδη.

Ένα από τα ιστορικά του μυθιστορήματα που ακόμη και σήμερα προκαλούν ενδιαφέρον είναι, λοιπόν, και Οι τρεις σωματοφύλακες (πρώτη έκδοση στα γαλλικά: 1844). Το μυθιστόρημα περιγράφει τις περιπέτειες του νεαρού Ντ' Αρτανιάν από την ημέρα που εγκαταλείπει το σπίτι του για να πραγματοποιήσει το μεγάλο του όνειρο: να γίνει σωματοφύλακας του βασιλιά. Οι περιπέτειές του αρχίζουν από την πρώτη εκείνη μέρα, λίγο αφότου ο πατέρας του τον ξεπροβοδούσε με ευχές και αγάπη δίνοντάς του συγχρόνως και μια συστατική επιστολή για τον παλιό του φίλο, τον κύριο Ντε Τρεβίλ, διοικητή του Σώματος των σωματοφυλάκων του βασιλιά...

Το κλασικό αυτό έργο σήμερα κυκλοφορεί διασκευασμένο, σε έκδοση κόμικς, σ' έναν θαυμάσιο τόμο, οι συντελεστές του οποίου είναι εξαιρετικά αναγνωρισμένοι για την άρτια ποιότητα της δουλειάς τους, το ταλέντο τους και τις γνώσεις τους σχετικώς με τα άλμπουμ κόμικς. Μια καινούργια ματιά, μια θαυμάσια προσέγγιση σε αιωνίως αγαπημένα έργα.
ΥΓ. Τόσο η Χαρά Γιαννακοπούλου, μεταφράστρια του Όλιβερ Τουίστ, όσο και ο Φίλιππος Μανδηλαράς, που μετέφρασε τους Τρεις σωματοφύλακες, έκαναν πολύ καλή δουλειά.
Ηλικία: άνω των δέκα ετών.

Οι τρεις σωματοφύλακες Βασισμένο στο αριστούργημα του Αλέξανδρου Δουμά Αλέξανδρος Δουμάς διασκευή: Ζαν-Νταβίντ Μορβάν, Μισέλ Ντυφράν μετάφραση: Φίλιππος Μανδηλαράς εικονογράφηση: Ρουμπέν ΠατάκηςΟι τρεις σωματοφύλακες
Βασισμένο στο αριστούργημα του Αλέξανδρου Δουμά
Αλέξανδρος Δουμάς
διασκευή: Ζαν-Νταβίντ Μορβάν, Μισέλ Ντυφράν
μετάφραση: Φίλιππος Μανδηλαράς
εικονογράφηση: Ρουμπέν
Πατάκης
196 σελ.
Τιμή € 19,90

 

Εμφανίσεις: 1582

ΟΙ ΦΥΛΑΚΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΕΡΙΩΝ

της Ελένης Σαραντίτη

 

Η Ελένη Πριοβόλου, με άνω των είκοσι ετών συνεπή και επιτυχή πορεία στα ελληνικά γράμματα, συγγραφέας δεκαεννέα παιδικών και εφηβικών βιβλίων αλλά και τεσσάρων μυθιστορημάτων για ενηλίκους, έχει κατ' επανάληψιν βραβευθεί, έγινε δε ευρέως γνωστή χάρη στην αφοσίωσή της στην τέχνη της, στην πλούσια και εκφραστική γλώσσα της που τη φροντίζει ιδιαίτερα –αυτό φαίνεται από τις πρώτες σελίδες των βιβλίων της– και, τέλος, χάρη στα θέματα των έργων της που είναι ανήσυχα, κοινωνικά, ιστορίες προβληματισμού και αισθημάτων.

Η συγγραφέας, γεννημένη στο Αγγελόκαστρο Μεσολογγίου (1959), εξηγεί πως ανατράφηκε «με τους μύθους και τα παραμύθια της γενέθλιας γης, τα πολυφωνικά άσματα της δημοτικής μουσικής, των μοιρολογιών και της βυζαντινής υμνωδίας. Από σπόντα βρέθηκα να σπουδάζω Πολιτικές Επιστήμες στην Πάντειο... Βρήκα από πολύ νωρίς καταφύγιο στις λέξεις». Καταφύγιο, λοιπόν, για τη συγγραφέα οι λέξεις, καταφυγή κι απόλαυση, εφαλτήριο κάθε λογής ωραίων συγκινήσεων και γνώσεων για πλήθος, μικρών ή μεγάλων, αναγνωστών τα βιβλία της. Διότι τι άλλο από σηματωροί ψυχής και πνεύματος είναι τα βιβλία; Αυτά πέμπουν ανελλιπώς σήματα για την επικοινωνία του πολίτη, των ανθρώπων όπου γης.

Σήμερα η Ελένη Πριοβόλου προτείνει στους εφήβους και τους νέους, μήπως και στους μεγαλύτερους, καθώς κι εγώ προσωπικώς το χάρηκα πολύ, έναν ακόμη σηματοφόρο ιδεών, σινιάλα που περιέχουν μηνύματα συναδέλφωσης, ειρήνης, αλληλεγγύης και σεβασμού – στους ανθρώπους, στη φύση, στη θρησκεία του άλλου, στα έθιμα και στις ιστορίες που κουβαλά απ' αιώνος ο κάθε λαός. Και, ακόμη, εικόνες και αντανακλάσεις σπάνιας ομορφιάς –ιδιαιτέρως όπου παρουσιάζονται οι αγέλες των περήφανων, υπέροχων αλόγων που ζουν ελεύθερα στο βουνό, για να ξεδιψάσουν στον ποταμό Νέστο:

«Ο τόπος έμοιαζε να κατοικείται από άυλες μυθολογικές μορφές της μακρινής, αρχαίας εποχής, όταν ο Νέστος, το ποτάμι τους, ήταν θεός και λατρευόταν από τους ανθρώπους. Τον ονόμαζαν Νέσσο και στις όχθες του έκαναν ιερές τελετουργίες... Ανάμεσα στα θεόρατα πλατάνια, τα πουρνάρια και τους κέδρους, ένα κοπάδι άγρια άλογα κατέβαιναν με ταχύτητα ανέμου την ήπια καταπράσινη κατωφέρεια που έγλυφε το βουνό και έφτανε ως τις όχθες του ποταμού. Εκεί κατέληγαν για να ξεδιψάσουν τα πανέμορφα άτια, με τις ανεμίζουσες χαίτες, τα δυνατά πόδια και τα στιβαρά καπούλια».

Νέσσος ονομάζεται κι ένα αγόρι, που φοιτά (κάπου κάπου!) στη Γ' Γυμνασίου μα είναι αφοσιωμένο ψυχή τε και σώματι στα άλογα. Και στου ιπποφορβείου της περιοχής αλλά, προπαντός, σε αυτά της ανυπότακτης και ελεύθερης, πανώριας αγέλης. Ονειρεύεται να ιππεύσει ένα από αυτά. Αλλά, σκέπτεται, πιάνεται ο αέρας; Δεν πιάνεται. Ο Νέσσος κατοικεί στη συνοικία των Ρομά. Ζει με την πολυμελή οικογένειά του εκεί και δουλεύει στην «Ιππική Ακαδημία τα ήμερα άλογα του Παυσανία». Είναι ο κόσμος του. Το όνομα της ράτσας του είναι Μπαλκαντζή «και όλος ο μαχαλάς τους ήταν υπερήφανοι για τη φάρα τους. Πίστευαν ότι οι πρόγονοί τους ανήκαν στους πρώτους αθίγγανους των Ινδιών, που ακολούθησαν τους στρατηγούς του Μεγάλου Αλεξάνδρου κατά την επιστροφή τους στην Ελλάδα».

Στη μικρή πόλη, όχι μακριά από την Ξάνθη, υπάρχουν τρεις συνοικίες. Ο μαχαλάς των μουσουλμάνων, των χριστιανών και των Ρομά. Χτισμένοι σε πλαγιές κατάφυτες, με τον Νέστο να κυλά ειρηνικά κάνοντας γόνιμη τη γη τους, οι κάτοικοι της οποίας δεν έχουν ιδιαίτερες διαφορές, ασχέτως γλώσσας, θρησκείας, ηθών, πολιτισμού και παμπάλαιων συνηθειών. Έχουν όμως τα παιδιά τους. Η απειρία ίσως, ο δισταγμός της προσέγγισης, ο τρόπος με τον οποίο μεγάλωσαν, οι αφηγήσεις των μεγαλυτέρων. Η Σεντέφ και η Εντά, φίλες από παιδιά, ετοιμάζονται, στις πρώτες σελίδες του βιβλίου, να επισκεφθούν το παζάρι της πόλης. Πόσο ωραία η συγγραφέας περιγράφει τη χαρά των κοριτσιών και τις συμβουλές της γιαγιάς –συμβουλές από ένα μακρινό παρελθόν– οι οποίες στα μάτια των κοριτσιών φαντάζουν αναχρονιστικές, αν και δεν το δείχνουν. Έχουν και μια άλλη καλή φίλη, γειτονοπούλα, Ναζλί το όνομά της, και φλεγόταν να πάει κι εκείνη μαζί τους αλλά οι γονείς της δεν το επέτρεψαν. Το επόμενο βράδυ, όμως, κοιμήθηκε με το βραχιολάκι που της έφεραν δώρο απ' το παζάρι οι φίλες της. Μουσουλμάνες και οι τρεις συνομήλικες, θα φοιτούσαν στη Γ' Γυμνασίου. Στην ίδια τάξη θα φοιτούσε και η Ανδρομάχη, με την οποία η Σεντέφ και η Εντά (τι όμορφα, εύηχα ονόματα!) γνωρίστηκαν στο παζάρι.

Η Ανδρομάχη μόλις είχε φτάσει στο χωριό με τους γονείς της και τον Έκτορα, τον δεκάχρονο αδελφό της. Η μητέρα ήταν η καινούργια γιατρός της περιοχής και ο πατέρας, καθηγητής πανεπιστημίου, είχε τοποθετηθεί ως υπεύθυνος του προγράμματος για την προστασία του Νέστου.

Τον πρώτο καιρό η Ανδρομάχη ήταν διαρκώς μουτρωμένη. Και κακοκαρδισμένη. Απολύτως φυσικό. Είχε ήδη κάνει ισχυρούς δεσμούς φιλίας, είχε αγαπήσει την πόλη της, την Αθήνα, τον ατομικό της χώρο, τις εξόδους σε επιλεγμένα μέρη, τέλος πάντων, βίωνε μια αλλαγή που δεν είχε επιθυμήσει ποτέ. Ο χρόνος, όμως. Και η νεότητα. Η καλή θέληση. Οι προσδοκίες και οι καινούργιες ενδιαφέρουσες δραστηριότητες. Οι συμμαθητές που έγιναν φίλοι, και πρώτος και καλύτερος, όσον αφορά την Ανδρομάχη, το τσιγγανόπουλο με το πηγαίο χιούμορ, το κοφτερό μυαλό και τη λατρεία στα άλογα, ο Νέσσος.

Δεν θα προχωρήσω σε λεπτομέρειες, μόνον θα τονίσω πως όλα τα παιδιά έγιναν μια μεγάλη ομάδα που με την πολύτιμη βοήθεια και των δασκάλων τους νιώθουν ότι δεν διαφέρουν σε τίποτε – αντιθέτως, είναι πάμπολλα αυτά που τους ενώνουν. Και θαυμαστά. Και σεβαστά: η γνώση. Η έγνοια για τη φύση. Η παρατήρηση των αστεριών. Το χιούμορ. Η αγάπη για τα βιβλία. Η αλληλεγγύη. Η προστασία των ανυπεράσπιστων. Η ισότητα και το θάρρος της γνώμης.

Α, ναι, η Ανδρομάχη, η οποία ανέκαθεν αγαπούσε τα άλογα, βρήκε τον παράδεισό της στο ιπποφορβείο.

Εξαιρετικά τα ξεδιπλώνει όλα η Ελένη Πριοβόλου και σε γλώσσα λαμπρή. Οι εικόνες της χρωματιστές, σχεδόν μοσκοβολούν την αγνότητα της φύσης. Οι διάλογοι έχουν ποικιλία, είναι ολοζώντανοι. Βλέπετε, στο βιβλίο παρακολουθούμε τρεις διαφορετικές κοινωνίες με τις παροιμίες τους, τις προτιμήσεις, τις παραδόσεις και τον διαφορετικό προφορικό λόγο. Το έργο της με τα αλλεπάλληλα γεγονότα, τις ευγενικές, παμπάλαιες αξίες, το ήθος, τα ιδανικά των νέων, προσφέρει ορίζοντες ανοιχτούς στην τέρψη και στις γνώσεις του αναγνώστη.

«Κοντά στη φωτιά, μέσα στην ευωδιαστή ανάσα του φθινοπώρου και με την τέχνη του στα χέρια, ο κύριος Ιμπραχήμ ένιωσε την αύρα του Αλλάχ δίπλα του. Άρχισε τότε να σιγοτραγουδάει ένα παλιό τραγούδι που του το είχε μάθει η νενέ του:

Κυλίστηκα και βρήκα μια φωλιά
μες στη φωλιά βρήκα μαλλιά
μες στα μαλλιά μια χτένα.
Τη χτένα την έδωσα στη νενέ μου
η νενέ μου 'δωσε ένα τσέρκι
το τσέρκι το 'δωσα στον τσοπάνο
ο τσοπάνος μου 'δωσε αρνί
το αρνί το χάρισα στον μπέη
ο μπέης μου 'δωσε άλογο
το καβαλίκεψα και πήγα στα μαύρα τα νερά.
Δυο όμορφες με κοιτάζανε
τη μεγάλη την αγάπησα
τη μικρή τη χαιρέτησα». (Παραδοσιακό ταχτάρισμα από την Τουρκία)
Ηλικία: άνω των δώδεκα ετών.

Οι φύλακες των αστεριών Ελένη Πριοβόλου ΚαστανιώτηςΟι φύλακες των αστεριών
Ελένη Πριοβόλου
Καστανιώτης
259 σελ.
Τιμή € 13,85

 

Εμφανίσεις: 1731

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr