A+ A A-

ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ: ΠΩΣ ΝΑ ΜΙΛΗΣΕΤΕ ΣΤΟΥΣ ΓΟΝΕΙΣ ΣΑΣ ΓΙΑ… της Εύης Αθανασιάδου

 

Από το 2009, όταν ξεκίνησε τη λειτουργία της η Γραμμή Στήριξης Παιδιών και Εφήβων 116111, μέχρι σήμερα, έχουμε συζητήσει με χιλιάδες παιδιά και εφήβους. Η επικοινωνία μαζί τους άλλοτε μας συγκίνησε, άλλοτε μας ανησύχησε, κάποιες φορές μάς προβλημάτισε, αλλά σίγουρα μας διακίνησε έντονα συναισθήματα και την ανάγκη να είμαστε εκεί για εκείνους ακόμα και σε δύσκολες συνθήκες. Νομίζω ότι είναι πολύ σημαντικό πως όλη αυτή την αρχικά ακατέργαστη και έντονη συναισθηματικά εμπειρία καταφέραμε ως ομάδα να την αντέξουμε, να την κατανοήσουμε και να την εμπεριέξουμε συναισθηματικά, αλλά και να τη μετουσιώσουμε σε μία δημιουργική διαδικασία, όπως είναι η συγγραφή αυτού του βιβλίου. Το βιβλίο αυτό, λοιπόν, αποτελεί αφενός μία κατάθεση αυτής της συχνά τρικυμιώδους διαδρομής μέσα από την επικοινωνία μας με τους εφήβους, ενδεικτικής όπως θα φανεί παρακάτω και της εσωτερικής τους ενδοψυχικής αναταραχής• αφετέρου, την προσπάθεια οργάνωσης μίας εμπειρίας με έναν τρόπο έτσι ώστε να μπορεί ο κάθε έφηβος, γονιός, εκπαιδευτικός να τη χρησιμοποιήσει για να κατανοήσει καλύτερα τον εαυτό του, το παιδί του, τους άλλους.

Ένας όμως από τους πιο σημαντικούς στόχους της Γραμμής αλλά και του βιβλίου είναι η διευκόλυνση και η υποστήριξη μίας επικοινωνίας και ενός διαλόγου, που είναι απαραίτητο να ξεκινήσει μέσα στις οικογένειες, μέσα στα σχολεία αλλά και ανάμεσα στους εφήβους για όλα τα θέματα που απασχολούν τα παιδιά μας, και τελικά όλους μας σε όλη μας τη ζωή, και εκφράζονται τόσο έντονα και καθαρά κυρίως στην εφηβεία: τη ζωή, τον έρωτα, τον θάνατο. Ίσως ακριβώς αυτό να είναι και το δύσκολο στην αντιμετώπιση των πιεστικών και σοβαρών ερωτημάτων που θέτουν με αμεσότητα οι έφηβοι. Το γεγονός ότι κάποτε ή και σήμερα όλοι μας προσπαθούμε να τα διαπραγματευτούμε μέσα μας, με τους γονείς μας και τώρα με τα παιδιά μας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι σημαντικός αριθμός κλήσεων γίνεται από εφήβους που αρχικά δοκιμάζουν να δουν ότι κάποιος είναι στην άλλη άκρη της γραμμής για να τους ακούσει. Συχνά μένουν σιωπηλοί ή άλλοτε ρωτούν: «Τι είστε εκεί; Μπορώ να μιλήσω; Οι κλήσεις καταγράφονται;» Τα θέματα που απασχολούν τους εφήβους, οι οποίοι καλούν, και αντανακλώνται και στη θεματολογία αυτού του βιβλίου μπορεί να σχετίζονται με την ηλικιακή φάση, δηλαδή την αυτονομία-ανεξαρτητοποίηση, σχέση με γονείς και συνομιλήκους, αλλά και το σταδιακά αυξανόμενο ερωτικό ενδιαφέρον για το άλλο φύλο και τα ερωτήματα για τη σεξουαλικότητα. Επίσης, ολοένα και αυξανόμενος αριθμός εφήβων δυσκολεύεται να μιλήσει για αυτά τα ευαίσθητα θέματα στους γονείς ή και σε άλλους ενήλικες και μοιάζει να αναζητά απαντήσεις στο διαδίκτυο ή τους συνομιλήκους. Είναι οι ίδιοι έφηβοι που με δισταγμό καλούν στη Γραμμή.

Σε όλα αυτά τα ερωτήματα συχνά οι σύμβουλοι της Γραμμής ενισχύουν τους εφήβους να μιλήσουν στους γονείς τους για όσα τους απασχολούν. Και εκείνοι απαντούν: «Δεν μπορώ να μιλήσω. Δεν θα με καταλάβουν. Φοβάμαι ότι αν τους το πω θα με απορρίψουν ή θα τους στενοχωρήσω. Έχουν κι αυτοί τα δικά τους». Σε αυτή τη δυσκολία, οι σύμβουλοι προσπαθούν να βοηθήσουν τους εφήβους να ξεπεράσουν τον φόβο και την ενοχή για όσα πρωτόγνωρα συναισθήματα μπορεί να έχουν και να μιλήσουν στους γονείς τους γι' αυτά, αλλά ταυτόχρονα προσπαθούν να υποστηρίξουν τους γονείς στο να ακούσουν τα παιδιά τους αφήνοντας πίσω τις προκαταλήψεις και τους φόβους που μπορεί να προέρχονται από τις δικές τους εμπειρίες και βιώματα.

Για να μπορέσει λοιπόν ένας έφηβος να μιλήσει στους γονείς του, φαίνεται πως χρειάζεται να υπάρχουν κάποιες βασικές προϋποθέσεις: 1. Ένα αίσθημα ασφάλειας και εμπιστοσύνης, που προέρχεται από ένα οικογενειακό περιβάλλον όπου οι γονείς δίνουν το μήνυμα ότι είναι ανοιχτοί, σταθεροί και δεν χάνουν την ψυχραιμία τους από τις αντιδράσεις, αναρωτήσεις και δοκιμασίες του εφήβου, και 2. Η δυνατότητα των γονιών και των παιδιών να διεργαστούν τα συναισθήματα που προκαλούνται από τη διαφοροποίηση και αυτονόμηση του εφήβου από εκείνους, έτσι ώστε να είναι αποδεκτό ότι ο έφηβος δεν είναι πλέον ένα παιδί και δεν μπορεί να ανταποκρίνεται πάντα στις προσδοκίες και τις ανάγκες τους, παρά διαμορφώνει τη δική του προσωπικότητα και χρειάζεται τα συναισθήματα, οι επιθυμίες και οι ιδέες του να ακούγονται και να γίνονται σεβαστά.

Τα δύο τελευταία χρόνια, η οικονομική και κοινωνική κρίση έχει διαμορφώσει ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο οι έφηβοι φαίνεται να έχουν χάσει το ασφαλές, αξιόπιστο και οργανωμένο πλαίσιο που χρειάζονται για να μπορέσουν μέσα από μια σειρά ταυτίσεων με αξίες και πρότυπα, αλλά και διαφοροποιήσεις, να διαμορφώσουν τη δική τους ταυτότητα. Πολλοί έφηβοι δείχνουν μπερδεμένοι, μιλούν για μοναξιά και φόβο στο να μοιραστούν τα προβλήματά τους, και συχνά αποφεύγουν να μιλήσουν για συναισθήματα. Αυτό συναντά και μία τάση της ίδιας της φύσης της εφηβείας προς μία εκτόνωση της ψυχικής διέγερσης περισσότερο μέσα από την πράξη, την εκδραμάτιση, όπως λέμε, και την αποφυγή της ψυχικής επεξεργασίας των εμπειριών. Έτσι, συναντάμε περισσότερο από πριν εφήβους που γίνονται βίαιοι προς τους άλλους ή τον εαυτό τους ή έχουν παραβατική συμπεριφορά, εκφοβίζουν ή συνάπτουν ερωτικές σχέσεις χωρίς να ξέρουν γιατί.

Από την άλλη Γραμμή, οι γονείς αντίστοιχα μιλούν για τα δικά τους προβλήματα. Εκφράζουν έντονες αγωνίες για τα παιδιά τους και παραδέχονται ότι δεν έχουν την ψυχραιμία να αντιμετωπίσουν ακόμα και καθημερινά ζητήματα ορίων, αλλά και εύκολα θυμώνουν και χάνουν τον έλεγχο. Ίσως γιατί κάποιοι γονείς αισθάνονται και οι ίδιοι να έχουν χάσει τον έλεγχο της δικής τους ζωής.

Πιστεύω, λοιπόν, ότι σε αυτή την ιδιαίτερη συγκυρία, ο ρόλος μίας τέτοιας γραμμής και της εμπειρίας μας όπως αποτυπώνεται μέσα σε αυτό το βιβλίο είναι σημαντικός και πολύπλευρος. Είναι σημαντικό οι έφηβοι να αισθανθούν ότι υπάρχει κάποιος κοντά τους, ο οποίος έχει τον χρόνο και τον ψυχικό χώρο να τους ακούσει σε ό,τι και αν έχουν να πουν και να προσπαθήσει με κατανόηση και σεβασμό να σκεφτεί μαζί τους τι είναι καλύτερο γι' αυτούς, ενδυναμώνοντας έτσι και το αίσθημα μίας προσωπικής εσωτερικής δυναμικής που έχουν οι έφηβοι.

Ίσως τελικά αυτή η δυναμική είναι που κινητοποιεί και εμάς τους ειδικούς που ασχολούμαστε με παιδιά και εφήβους και που μας γεμίζει δημιουργικότητα και ελπίδα. Ας δούμε, λοιπόν, αυτή την επικοινωνία σαν ευκαιρία για εκείνους να διευκολυνθούν στο να μιλήσουν και να επεξεργαστούν όσα τους απασχολούν, αλλά και για εμάς να εμπνευστούμε από τη ζωντάνια τους.

Η Εύη Αθανασιάδου είναι ψυχολόγος, ψυχοθεραπεύτρια παιδιών και εφήβων, υπεύθυνη της τηλεφωνικής συμβουλευτικής υπηρεσίας Ε.Ψ.Υ.Π.Ε.

Πώς να μιλήσετε στους γονείς σας για...Πώς να μιλήσετε στους γονείς σας για...
Συλλογικό
εικονογράφηση: Λήδα Βαρβαρούση
Ε.Ψ.Υ.Π.Ε.
192 σελ.
Τιμή € 15,00
1-patakis-link

 

Εμφανίσεις: 1699

ΓΙΩΤΑ ΦΩΤΟΥ: ΟΤΑΝ ΧΑΣΑΜΕ ΤΗΝ ΝΤΟΛΥ κριτική της Ελένης Σαραντίτη

 

Ειλικρίνεια και εντιμότητα περιτρέχουν τις σελίδες του καινούργιου βιβλίου της Γιώτας Φώτου. Μυθιστόρημα νεανικό, το οποίο άπτεται των σημερινών δυσκολιών που βιώνει ο λαός μας, δυσκολίες οι οποίες απηχούν ευθέως στον ψυχισμό των παιδιών μας επηρεάζοντάς τα βαθύτατα – και ας μην, λόγω υπερηφάνειας, κάποτε και συστολής, εκφράζονται.

Ένα βιβλίο της καθημερινότητάς μας είναι, με ήρωες παιδιά, ωραίους νέους, αναθρεμμένους με αγάπη, συνοχή και καλοσύνη. Αξιαγάπητα τα δυο πρώτα εξαδέλφια πρωταγωνιστές, η Ελίζα και ο Σπύρος, και αξιοσέβαστοι οι νέοι γονείς της εντεκάχρονης Ελίζας. Ζουν την ήσυχη, αξιοπρεπή ζωή τους και παρά τα χαμηλά εισοδήματά τους είναι αυτό που λέμε άνθρωποι «νοικοκυραίοι». Το σπίτι δικό τους, διαμέρισμα τριάρι κάπου σε συνοικία εκτός Αθηνών. Το αυτοκίνητό τους, παλιό αλλά ανθεκτικό, δεν το πολυχρησιμοποιούν εφόσον έχουν την Ντόλυ. Αχ, η Ντόλυ! Το καμάρι τους. Η Ελίζα τής χάρισε τ' όνομα από το πολυαγαπημένο της άλογο του επίσης πολυαγαπημένου της Λούκι Λουκ. Μικρούλα ονειρευόταν ένα γενναίο, γοργοπόδαρο άτι. Ολόιδιο με αυτό του ωραίου μοναχικού καουμπόι. Αντ' αυτού η οικογένεια απέκτησε μια υπέροχη μοτοσικλέτα 1.100 κυβικών. Την Ντόλυ. Τη χαρά και το καμάρι τους. Ανέβαινε επάνω φορώντας το κράνος της, έδενε τα χεράκια της στη μέση του πατέρα κι ο κόσμος όλος τούς χαριζόταν. Α, ναι, σίγουρα, μεγαλώνοντας θα αποκτούσε κι εκείνη μια δικιά της. Είχε μάλιστα αποφασίσει και ποιο μοντέλο. Προς το παρόν, απολάμβανε τις διαδρομές με τη μηχανή κι εκείνη τη μοναδική αίσθηση ελευθερίας που νιώθει κανείς όταν όλα παραμερίζουν εμπρός του και δέντρα και δρόμοι οπισθοχωρούν ενώ αυτός προελαύνει.

Την πρόσεχαν πολύ την Ντόλυ, μην κακοπάθει, μην την κλέψουν, τη φύλαγαν στον ακάλυπτο της πολυκατοικίας δεμένη με αλυσίδα, σιγουρεμένη, την κοιτούσε απ' το μπαλκόνι η Ελίζα, την καμάρωνε όμορφη και μεγαλόσωμη, εντυπωσιακή, κι εκείνο το πρωινό του καλοκαιριού, ελεύθερη από σχολικές υποχρεώσεις, ξένοιαστη ήταν, λαχτάρησε μια πρωινή βόλτα, άλλωστε ο πατέρας της ήταν στο σπίτι αδειούχος, δεν θα αρνιόταν, κι έτσι βγήκε λίγο να τη δει.

Βγήκε να τη δει, αλλά δεν την είδε! Τρόμαξε. «Τι συμβαίνει, κορίτσι μου;» ανήσυχη η φωνή του πατέρα. «Μπαμπά, η Ντόλυ δεν είναι στη θέση της!» Πήρε το χέρι του, τον έσυρε μέχρι το μπαλκόνι όπου η αίσθηση της απουσίας της Ντόλυ μεγεθυνόταν με την αλυσίδα που την συγκρατούσε να κρέμεται άχρηστη. «Η Ντόλυ δεν είναι εδώ!» μίλησε σπαρακτικά η κοπελίτσα. Και ο πατέρας της, στενάζοντας: «Το ξέρω, παιδί μου». Φαρμακωμένος ακούστηκε. Και αμέσως μετά: «Ελίζα, την Ντόλυ δε θα την ξαναδείς. Δυστυχώς... δυστυχώς τη χάσαμε!» Αχ, η μαμά, να την, αχ, η μαμά απλώνει την αγκαλιά της. Αχ! «Μαμά, μας έκλεψαν τη μηχανή! Μας έκλεψαν την Ντόλυ!»

Εντούτοις. Η μηχανή δεν είχε κλαπεί. Είχε πωληθεί. Σε στιγμές κρίσης και απόγνωσης καθώς ο κύριος Λευτέρης, ο πατέρας, είχε απολυθεί από τη δουλειά του και η οικογένεια αντιμετώπιζε προβλήματα επιβίωσης, δίχως να το γνωρίζει το παιδί τους. Μάλιστα, για να μη γίνει αυτό αντιληπτό είχε δηλώσει στην κορούλα του πως είχε άδεια από την επιχείρηση στην οποία εργαζόταν ως λογιστής. Και αν του δόθηκε νωρίς, αρχή του καλοκαιριού, ε, «Την άδεια δεν μπορεί να την πάρει ο καθένας όποτε τον βολεύει. Τώρα μου την έδωσαν, τώρα την πήρα...» είχε διευκρινίσει.

Και μέρες μετά, όταν η Ελίζα και ο Σπύρος, και μαζί μερικοί ανήσυχοι, συμμέτοχοι και εκλεκτοί φίλοι έχουν αποδυθεί σε έναν στείρο αγώνα ώστε να συλληφθεί ο κλέφτης της Ντόλυ, και έπειτα από περιπέτειες και αγωνίες, η κατάσταση παρέμενε στάσιμη, και εφόσον τα παιδιά αγωνιούσαν, ο πατέρας της Ελίζας σε ιερές στιγμές ειλικρίνειας: «...Δεν έχω άδεια όπως σου είχα πει, άνεργος είμαι, γι' αυτό βρίσκομαι στο σπίτι...» είχε εξομολογηθεί ενόσω αργότερα, εμπρός στην καταποντισμένη κόρη του και τον κατάπληκτο ανιψιό του, ομολογεί: «Την Ντόλυ, Ελίζα, την πούλησα εγώ ο ίδιος... Την πούλησα επειδή χρειαζόμαστε χρήματα». Και όταν η κοπελίτσα απόρησε, και με το δίκιο της, «Γιατί δεν μας είπατε την αλήθεια από την πρώτη στιγμή;» ο πατέρας της, γεμάτος ντροπή και θλίψη, απάντησε: «Γιατί δεν θέλαμε να σας φορτώσουμε τα προβλήματά μας... Γιατί είμαστε σε πανικό...»

Μια σύγχρονη ιστορία οικογενειακού προβληματισμού, αλλά και μια ιστορία αγάπης που δύσκολα ξεπερνιέται. Η Γιώτα Φώτου, από το Δροσάτο Καρδίτσας, με αρκετά ήδη έργα στο ενεργητικό της, καταπιάνεται με το καυτό σήμερα θέμα της ανεργίας, αποσκοπώντας στο να ενημερώσει νέους, και λιγότερο νέους αναγνώστες, ότι σε κρίσεις πάσης φύσεως που προκύπτουν στις ανθρώπινες σχέσεις ή στις κοινωνικές, ακόμη και στις εθνικές ατυχίες, η ειλικρίνεια και η ενότητα είναι το γιατρικό –ή, εν πάση περιπτώσει– η ανακούφιση. Ο λόγος της συγγραφέως είναι φυσικός και καθημερινός, στις οικογένειες του παρόντος έργου της διακρίνεται ευκρινώς ο αλληλοσεβασμός, οι διάλογοι είναι φυσικότατοι, η πλοκή διαθέτει ένταση και ταχύτητα, το τέλος της ιστορίας χωρίς να είναι παρηγορητικό εμπεριέχει πολύχρωμα, μολονότι τρεμάμενα, ψήγματα ελπίδας.

Οι εντυπώσεις; Σε αυτό το καλογραμμένο, πολύ ζωηρό και εξίσου ρεαλιστικό βιβλίο, η αγάπη και η ελπίδα εμφανίζονται σε κάθε σελίδα. Βιβλίο ενδιαφέρον και, προπαντός, με ήθος.

Ηλικία: 10-14 ετών – αναλόγως, βέβαια.

Όταν χάσαμε την ΝτόλυΌταν χάσαμε την Ντόλυ
Γιώτα Φώτου
εικονογράφηση: Μάιρα Στέφου
Ψυχογιός
144 σελ.
Τιμή € 9,90

 

Εμφανίσεις: 1678

ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΣΙΩΜΟΥ: Η ΚΟΙΛΑΔΑ κριτική της Αντωνίας Γουναροπούλου

 

Πρόκειται για ένα καλά δομημένο μυθιστόρημα φαντασίας που, σε αντίθεση με ό,τι έχουμε συνηθίσει, κινείται σε τρεις άξονες: των ηρώων, της συγγραφέα και του ίδιου του αναγνώστη. Με μια γραφή ανάλαφρη και συχνά παιγνιώδη, η νεαρή συγγραφέας στήνει απέναντί της μια θεατρική σκηνή για να τοποθετήσει τους ήρωές της και να τους παρακολουθήσει να βιώνουν τα γεγονότα που ανακύπτουν στη ζωή τους. Έπειτα, έρχεται και κάθεται δίπλα μας, στις θέσεις των θεατών, τους παρατηρεί όπως κι εμείς, από απόσταση, και συζητάει μαζί μας για το νόημα της μοίρας και της τύχης ή αναρωτιέται μήπως πίσω από την απτή πραγματικότητα υπάρχει και μια άλλη, αόρατη, με καθοριστικές δυνάμεις. Λέω «από απόσταση», γιατί στο μυθιστόρημα αυτό ο φόνος είναι κάτι κακό αλλά όχι συναισθηματικά συγκλονιστικό για τον αναγνώστη, η φιλία είναι κάτι θαυμαστό αλλά περισσότερο ένα θέμα προβληματισμού παρά ένα συναίσθημα αγαλλίασης.

Στο μυθιστορηματικό σύμπαν της Αντιγόνης Σιώμου, και αντίθετα απ' ό,τι είθισται στη φανταστική λογοτεχνία, δεν υπάρχει ούτε «το απόλυτο καλό» ούτε «το απόλυτο κακό». Αντί γι' αυτό, η νεαρή συγγραφέας επιλέγει να στήσει τους χαρακτήρες της και την πλοκή της ιστορίας γύρω από τις έννοιες του σχετικού και της πολυπλοκότητας, έννοιες που επανέρχονται με συνέπεια τόσο στην πράξη των ηρώων της όσο και στις δροσερές συζητήσεις που ανοίγει η ίδια μαζί μας. Θα παρακολουθήσουμε κάποια στιγμή, για παράδειγμα, τον Ίνγκο και τον Μπόρντο, τους δύο βασικούς ήρωες, να βαδίζουν χαρούμενοι μια χειμωνιάτικη μέρα παίζοντας με τα χιόνια. Όμως ξαφνικά θα συναντήσουν δύο χωροφύλακες που, χάρη ενός απλού ελέγχου, διακινδυνεύουν την αποκάλυψη της αποστολής του Μπόρντο. Ο Μπόρντο δεν θα διστάσει: τον έχουν μεγαλώσει ως δολοφόνο και ως δολοφόνος θα αντιδράσει. Γιατί, αναρωτιέται αμέσως μετά η Σιώμου, ο Ίνγκο δεν τον εγκαταλείπει εφόσον γίνεται μάρτυρας ενός τέτοιου εγκλήματος; Η απάντηση που δίνει η νεαρή συγγραφέας δεν μπορεί παρά να μας ξαφνιάσει με τη νεανική αμφισβήτηση των αξιών που έχουμε συνηθίσει, στη ζωή και στη λογοτεχνία, να παίρνουμε ως δεδομένες: «Όπως είπα και πριν, δεν υπάρχει μία σίγουρη απάντηση. Αν όμως θέλετε να μάθετε την ταπεινή μου γνώμη, θα έλεγα ότι ο λόγος που ο Ίνγκο δεν το έβαλε στα πόδια ήταν γιατί, πριν από λίγα μόλις λεπτά, αυτός ο δολοφόνος έπαιζε μαζί του χιονοπόλεμο γελώντας».

Η Αντιγόνη Σιώμου είναι σήμερα 20 ετών. Έγραψε την Κοιλάδα κατά τη διάρκεια των τριών λυκειακών της χρόνων – ένας ακόμη λόγος, δίπλα στην πρωτόγνωρη ωριμότητα της γραφής της, για να σταθούμε και να προσέξουμε αυτό που κομίζει στο συγκαιρινό μας λογοτεχνικό πεδίο η Κοιλάδα. Πρόκειται για τη φρεσκάδα μιας νεότατης συγγραφέα που ακόμη δεν έχει «ωριμάσει», δηλαδή δεν έχει γίνει «μία από τους πολλούς»; Ή έχουμε μπροστά μας ένα ιδιαίτερο ύφος και μια συνειδητή συγγραφική απόφαση, που θα επαληθευτούν με το πέρασμα του χρόνου; Σε μια προσωπική μας επικοινωνία, η Αντιγόνη Σιώμου χαρακτήρισε τον εαυτό της ως «συγγραφέα της αμφιβολίας» – κάτι που συμβαδίζει... απόλυτα με την άρνηση των απόλυτων κατηγοριοποιήσεων που διέπει το έργο της.

Ίσως γι' αυτό, κλείνοντας το πρωτόλειο αλλά πολλά υποσχόμενο μυθιστόρημα Η κοιλάδα, ο αναγνώστης πιάνει τον εαυτό του κυρίως να συλλογίζεται παρά να έχει παρασυρθεί από συναισθήματα ταύτισης. Απολαμβάνουμε το θέαμα αυτού του σχεδόν μπρεχτικά δοσμένου έργου, καθώς κάθε τόσο ακούμε τη συγγραφέα να σκύβει δίπλα μας και να μας σχολιάζει μ' ένα μικρό χαμογελάκι συγγραφικές επιλογές και συμβάσεις ή αιώνια ερωτήματα για τον Θεό, την τύχη, τη βούληση και τα κίνητρα των ανθρώπων. Στο τέλος, η ίδια η συγγραφέας θα σηκωθεί για να κλείσει τη θεατρική σκηνή του βιβλίου μας, κι έπειτα θα γυρίσει και θα απευθυνθεί αποκλειστικά σ' εμάς, τους αναγνώστες. Δεν ξέρει, μας λέει, αν θα ξανασυναντηθούμε. Εμείς, απ' την άλλη, ευχόμαστε ολόψυχα μέσα στα επόμενα χρόνια να μας προσκαλέσει και σε ένα επόμενο λογοτεχνικό ταξίδι.

Σημείωση: Ήρθα σε επαφή με το έργο της Αντιγόνης Σιώμου ως διορθώτρια του βιβλίου της. Η λογοτεχνική ωριμότητα και πρωτοτυπία της νεότατης συγγραφέα μού κέντρισε το ενδιαφέρον πολύ πέρα από το «πεδίο δράσης μου» ως διορθώτριας, με αποτέλεσμα να προκύψει αυτό το κείμενο.

Η κοιλάδαΗ κοιλάδα
Αντιγόνη Σιώμου
Πατάκης
Σελίδες 448
Τιμή € 15,40

 

Εμφανίσεις: 2967

ΚΟΛΙΝ ΜΕΛΟΫ: ΑΓΡΙΟΔΑΣΟΣ κριτική της Ελένης Σαραντίτη

 

Λογοτεχνία του φανταστικού. Ή περιπέτεια φαντασίας. Ή ένα μυθιστόρημα που δύσκολα το αφήνεις από τα χέρια σου. Γιατί το Αγριόδασος είναι ολόκληρο ένα βιβλίο σαγήνης. Που κατακτά. Που παγιδεύει γλυκά. Από την πρώτη κιόλας αράδα:

«Πώς κατάφεραν πέντε κοράκια να σηκώσουν στον αέρα ένα μωρό δέκα κιλών ήταν κάτι που η Πρου δεν μπορούσε να το καταλάβει, αλλά σίγουρα αυτή ήταν η τελευταία της έγνοια. Για την ακρίβεια, αν έπρεπε να φτιάξει μια λίστα με τις έγνοιες της εκείνη τη στιγμή που καθόταν αποσβολωμένη στο παγκάκι του πάρκου και παρακολουθούσε τον μικρό της αδελφό, τον Μακ, να απογειώνεται στα νύχια αυτών των πέντε μαύρων κορακιών, η εξιχνίαση του κατορθώματος αυτού σίγουρα θα βρισκόταν στον πάτο της λίστας. Πρώτη έγνοια στη λίστα: Ο μικρός της αδελφός, του οποίου είχε την ευθύνη, έπεφτε θύμα απαγωγής από πουλιά. Κι αμέσως από κάτω: Τι είχαν σκοπό να τον κάνουν;»

Μαγεία, σκέφθηκα αυτομάτως, και η σκέψη μου πλανήθηκε σε θρύλους και παραμύθια που έφθαναν από τα βάθη των αιώνων, σε ιστορίες σκοτεινές που αφηγούνταν απαγωγές παιδιών λόγω αθέτησης υποχρέωσης γονέα απέναντι σε δύναμη ανώτερη από αυτόν, που όμως κάποτε εισάκουσε την επιθυμία του για τεκνοποιία. Ένα από τα γοητευτικότερα από αυτά τα παραμύθια είναι η «Μαρούλα», της οποίας η μητέρα δεν μπορούσε να κάνει παιδί κι ολημερίς παρακαλούσε τον Θεό με δάκρυα και καρδιοχτύπια να τη συντρέξει. Ένα πρωί που στεκόταν στο παράθυρό της, βλέπει τον ήλιο ολόλαμπρο, δυνατό, Θεός τής φάνηκε. «Ήλιε μου, κυρ Ήλιε μου, δώσε μου ένα παιδί και σαν γίνει δώδεκα χρονών, έλα και πάρε το» ικέτεψε. Την άκουσε και τη συμπόνεσε ο ήλιος και της έδωσε ένα κοριτσάκι σαν την αυγή όμορφο, που η ευτυχισμένη μάνα το ονόμασε Μαρούλα. Όσο μεγάλωνε η Μαρούλα, τόσο ομόρφαινε. Γλυκιά, γελαστή, ένα πλάσμα χαριτωμένο. Έως ότου έγινε δώδεκα χρονών και τη συνάντησε στη βρύση ο ήλιος. Είχε πάρει τη μορφή παλικαριού. «Να πεις της μάνας σου, εκείνο που μου έταξε, πότε θα μου το δώσει;» την πλησίασε και της είπε. Και «Ποιος είσαι εσύ;» ρώτησε η Μαρούλα, αλλά το παλικάρι τής αποκρίθηκε: «Πες εσύ στη μάνα σου και εκείνη θα καταλάβει ποιος είμαι». Και τελικώς, όσο και αν η μάνα αρνήθηκε, όπως και αν την έκρυψε, ο ήλιος την πήρε στο παλάτι του που το τριγύριζε εύοσμο περιβόλι. Το παραμύθι της Μαρούλας είχε καλό τέλος – όπως, εξάλλου, όλα τα παραμύθια. Η κοπέλα επέστρεψε στη μάνα της, έστω κι αν τράβηξε του λιναριού τα πάθη.

Και ο μικρούλης, μόλις ενός έτους, Μακ, ο απαχθείς από τα κοράκια, τώρα κοιμάται στο πατρικό του, ενώ η αδελφή του τον κανακεύει και τον κοιμίζει με παραμύθια. Ανάμεσά τους κι εκείνο που θυμίζει ότι:

«Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε ένα μικρό αγόρι με τη μεγάλη του αδερφή. Πριν όμως από αυτό, ένας άντρας και μια γυναίκα ζούσαν εδώ, στον Άγιο Ιωάννη του Πόρτλαντ, και το μόνο που ήθελαν ήταν να κάνουν μια οικογένεια. Για να κάνουν όμως παιδιά, έπρεπε να κάνουν μια συμφωνία με μια σατανική βασίλισσα που ζούσε σ' ένα δάσος πέρα μακριά. Η συμφωνία έλεγε ότι, όταν θα έφτανε η στιγμή, η σατανική βασίλισσα θα ερχόταν για το δεύτερο παιδί, το μικρό αγόρι, για να το πάρει μαζί της στο δασωμένο της βασίλειο. Και μια μέρα, έκανε ακριβώς αυτό. Η αδερφή του, όμως, δεν μπορούσε να το δεχτεί. Ανέβηκε λοιπόν στο ποδήλατό της.

»Και έτρεξε ξοπίσω του...
»Μέσα στο βαθύ, σκοτεινό δάσος...»

Έτρεξε, λοιπόν, η νεαρή Πρου με προορισμό τους δασωμένους λόφους, τον Αδιάβατο Αγριότοπο, όπως τον αποκαλούν, ή Αγριόδασος, τόπο μυστηρίου, άγνωστο και απωθητικό στους κατοίκους του Πόρτλαντ, οι οποίοι μόνο να τον βλέπουν και να υποθέτουν γι' αυτόν μπορούν. Κανείς ποτέ δεν διάβηκε τα σύνορά του. Και αν η Πρου μπόρεσε να περάσει τα όρια, αυτό οφειλόταν στο ότι η γέννησή της επιτεύχθηκε χάρη σ' ένα ισχυρό πλάσμα του Αδιάβατου Αγριότοπου. Ανήκε, δηλαδή, κατά το ήμισυ εκεί. Ημίαιμο μάλιστα την είχαν αποκαλέσει. Έτρεξε, λοιπόν, αναζητώντας τον μικρούλη Μάκυ με την ψυχή στο στόμα και με τη συντροφιά και συμπαράσταση ενός συμμαθητή και γείτονά της.

Κόσμος ανήκουστος κατοικεί το Αγριόδασος. Άνθρωποι και ζώα, σμήνη πτηνών, βασιλιάδες, δέντρα που μιλούν και κογιότ μισθοφόροι, αετοί βασιλιάδες και κλαδιά που σώζουν ζωές, φυσιολάτρες φωτισμένοι και άλλοι πολίτες με ένστικτα κακούργα, ληστές, μύστες, η ακμαία ακατάβλητη φύση, νέοι και μεγαλύτεροι, επαναστάτες και διοικητές, στρατιώτες και εμπορευόμενοι και μια πανέμορφη, πανίσχυρη μάγισσα. Επίσης, παρακολουθούμε προδοσίες και απώλειες, διαπιστώνουμε συγκίνηση και ευαισθησία, πράξεις μίσους και πράξεις αυτοθυσίας, βλέπουμε την αναμενόμενη επικράτηση των αγαθών δυνάμεων του δάσους, ενόσω οι δυο σπουδαίοι ήρωες και φίλοι, η Πρου και ο Κέρτις, προσπαθούν να βάλουν μια τάξη στην καρδιά τους και να κρατήσουν την ισορροπία τους σε όλη αυτή την παραζάλη. Να αντέξουν και οι ίδιοι, βεβαίως, και να βρουν με κάθε κόστος τον μικρούλη Μακ, τον οποίο ετοιμαζόταν να θυσιάσει η σκοτεινή καλλονή και παντοδύναμη μάγισσα κυβερνήτρα Αλεξάνδρα, η γυναίκα που είχε βοηθήσει το άτεκνο κάποτε ζευγάρι να φέρει δυο παιδιά στον κόσμο.

Είχε εμφανιστεί σαν φάντασμα εμπρός τους. «Θα σας κάνω να πιάσετε παιδί, αλλά πρώτα πρέπει να συμφωνήσετε σε κάτι... Αν κάνετε ποτέ δεύτερο παιδί, το παιδί αυτό θα μου ανήκει» είχε εξηγήσει εξαρχής.

«Το βιβλίο αυτό μοιάζει με το άγριο, παράξενο δάσος που περιγράφει. Νιώθεις τον κίνδυνο και την αγωνία, νιώθεις ότι θα σου συμβούν πράγματα τόσο τρομακτικά που ο κόσμος δεν έχει ξαναδεί. Όταν μπήκα, δεν ήθελα να ξαναβγώ» έγραψε για το Αγριόδασος ο συγγραφέας Λέμονι Σνίκετ.

Το ίδιο ακριβώς αισθάνθηκα κι εγώ: γλυκά και διπλά αιχμαλωτισμένη! Γοητευμένη!

Αλλά, ευτυχώς, η συναρπαστική περιπέτεια δεν τελειώνει εδώ, διότι το Αγριόδασος είναι ο πρώτος από τους τρεις τόμους του συγκλονιστικού έργου «Τα χρονικά του Αγριόδασους» του Αμερικανού συγγραφέα και μουσικού Κόλιν Μελόυ, το οποίο εικονογράφησε, ερμηνεύοντάς το μοναδικά, η σύζυγός του Κάρσον Έλλις.
Εύγε στην Αργυρώ Πιπίνη για τη μετάφραση!
Για μεγάλα παιδιά και για ενηλίκους.

Τα χρονικά του Αγριόδασους: ΑγριόδασοςΤα χρονικά του Αγριόδασους: Αγριόδασος
Κόλιν Μελόυ
μετάφραση: Αργυρώ Πιπίνη
εικονογράφηση: Κάρσον Έλλις
Πατάκης
600 σελ.
Τιμή € 17,90

 

Εμφανίσεις: 2666

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΗΤΣΙΑΛΗ: ΘΑ ΣΕ ΣΩΣΩ Ο,ΤΙ ΚΙ ΑΝ ΓΙΝΕΙ κριτική της Μένης Κανατσούλη

 

Η Μητσιάλη με τα βιβλία της έχει ήδη στρατευθεί, κατά μια έννοια, στη συγγραφή ιστοριών για παιδιά –και μάλιστα μικρών ηλικιών– με θέματα την πολυπολιτισμικότητα και τον ρατσισμό. Το Θα σε σώσω ό,τι κι αν γίνει κινείται στην ίδια θεματική, μόνο που τώρα το αποτολμά για μεγαλύτερες ηλικίες, ειδικότερα για το εφηβικό κοινό αλλά και όχι μόνο. Η συγγραφική της συνέπεια σε μια τέτοια θεματική σίγουρα αποδεικνύει την ευαισθησία της για κοινωνικά και ιδεολογικά ζητήματα που πλήττουν τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, αλλά επίσης δείχνει και τις λογοτεχνικές της ανησυχίες, καθώς δοκιμάζει να πραγματευθεί το θέμα αυτό για ένα άλλο κοινό. Το να απευθυνθεί σε εφήβους αναμφισβήτητα τη θέτει σε διαδικασία όχι μόνο να ξεδιπλώσει ενδιαφέρουσες και απρόβλεπτες πτυχές στην πλοκή της ιστορίας, αλλά και να εμβαθύνει περισσότερο στους χαρακτήρες ή να πλέξει πιο σύνθετα τις αφηγηματικές της τεχνικές.

Βασικός της ήρωας είναι ο Ντιμίτρι, ένα αγόρι από τη Βουλγαρία, που αποφασίζει να φύγει στα κρυφά από τον τόπο του ακολουθώντας την αγαπημένη του Σόνια. Η αφήγηση ξεκινά λοιπόν με ένα αγγελοπουλικό τοπίο, ομιχλώδες και κάπως ζοφερό, καθώς ο Ντιμίτρι μπαίνει κρυφά στο τρένο προσπαθώντας να αφουγκραστεί από μακριά τι συμβαίνει στη Σόνια του. Η όμορφη αλλά κουτσή Σόνια μαζί με άλλα παιδιά μεταφέρονται κρυφά από τους δουλέμπορους ως εμπορεύματα που θα διοχετευθούν στην Ελλάδα, είτε στην αγορά του πουλημένου έρωτα είτε στη ζητιανιά.

Το βιβλίο υιοθετεί την τριτοπρόσωπη αφήγηση, που όμως επικεντρώνεται αποκλειστικά στον Ντιμίτρι. Μέσα από τη δική του ματιά παρακολουθούμε τα γεγονότα, γνωρίζουμε όσα υποπίπτουν στη δική του αντίληψη. Ο ευαίσθητος αλλά και αποφασισμένος να σώσει την αγαπημένη του, Ντιμίτρι, καθώς ταξιδεύει, επαναφέρει σκηνές από τη ζωή του. Το παρόν του ανακατωμένο με το παρελθόν που ανακαλεί συνθέτουν με επιτυχημένο τρόπο την ψυχολογία αυτού του αγοριού που βρίσκεται στην αρχή της εφηβείας του. Από τη μια, βιώνει με όλη του τη δύναμη το σημαντικότερο ίσως συμβάν της εφηβείας: την αγνή και δυνατή αγάπη. Από την άλλη, όμως, αναπαρίστανται όλοι οι φόβοι του, αλλά και η αισιοδοξία του, το όνειρο, η ελπίδα. Μέσα στις αναμνήσεις του ξεπροβάλλει ο κόσμος που περιέβαλλε τη μέχρι τώρα ζωή του: η φτώχεια, αλλά και μια οικογένεια που στενάζει από το βάρος της φτώχειας. Ένας πατέρας αδιάφορος, μια μάνα γεμάτη νοιάξιμο για το παιδί της, αλλά ξεζουμισμένη από την πολλή εργασία. Οι δυο γονείς που αναγκάζονται στο τέλος να φύγουν για την Ελλάδα, και κάπου χάνονται εκεί, αντιπροσωπεύουν όλες αυτές τις στρατιές αδύναμων και φοβισμένων μεταναστών, που τους αισθανόμαστε άφωνους και απρόσωπους γύρω μας. Η Μητσιάλη θέλει να τους δώσει πρόσωπο, θέλει να τους δώσει φωνή και να μας πουν μέσω του Ντιμίτρι την ιστορία τους.

Ο Ντιμίτρι, όταν πια οι γονείς του θα έχουν φύγει, θα μείνει μόνος με τη γιαγιά του. Η γιαγιά είναι η πιο αμφιλεγόμενη αλλά για μένα προσωπικά πολύ ενδιαφέρουσα λογοτεχνική μορφή. Προβάλλεται μάλλον ως αρνητικός χαρακτήρας, καθώς προκαλεί τον τρόμο στον μικρό Ντιμίτρι. Είναι σκληρή με έναν ωμό ρεαλισμό, απότομη και χωρίς στοργή για τον εγγονό της. Όμως ταυτόχρονα είναι η μόνη που έμεινε κοντά του. Ίσως πάλι είναι η άλλη όψη για την τόσο θετική εικόνα της ταλαιπωρημένης μάνας που κυριαρχεί στο μυαλό του Ντιμίτρι.

Ενδιαφέρον εύρημα σε όλη την εξέλιξη της ιστορίας είναι ότι σχεδόν ύστερα από κάθε κεφάλαιο απευθύνει στη μητέρα του ένα γράμμα –και μόνο σ' αυτήν–, θέτοντας όμως έτσι μια σειρά ερωτημάτων στον αναγνώστη: Τα γράμματα θα φτάσουν ποτέ στη μητέρα του; Θα συναντηθεί μαζί της; Μήπως τα γράμματα τα απευθύνει στον εαυτό του;

Το άλλο βασικό εύρημα του βιβλίου είναι η διακειμενική συνομιλία των ηρώων με τους δύο βασικούς χαρακτήρες από τον Άνθρωπο που γελά του Βίκτωρος Ουγκώ. Ο Ντιμίτρι και η Σόνια παραλληλίζονται με τον Γκυντλαίν και την Ντέα. Ο Ντιμίτρι, γοητευμένος από την ανάγνωση του βιβλίου από την αγαπημένη του Σόνια, ανακαλεί συνεχώς σελίδες και σκηνές από εκείνον, τον αλλοτινό και επίσης κατατρεγμένο έρωτα.

Με ενδιαφέρον παρακολουθούμε τη διάπλαση των λογοτεχνικών, αν και δευτερευόντων, χαρακτήρων. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ακολουθείται μια σύμβαση του παραμυθιού, από δω οι καλοί και από κει οι κακοί χαρακτήρες: οι κακοί Βούλγαροι δουλέμποροι, οι Έλληνες ρατσιστές, αλλά και τα άδικα αρπαγμένα παιδιά, τα θύματα, η Σόνια, η Γκάλια και τόσα άλλα, ο Ντιμίτρι. Όμως ανάμεσα στους χαρακτήρες υπάρχουν και αυτοί που εμφανώς αλλάζουν, που εξελίσσονται, γιατί στη ζωή συμβαίνουν γεγονότα που μας αλλάζουν. Όπως έγινε με τον Νίκο, που ξεκίνησε με μια παρέα Ελλήνων ρατσιστών οι οποίοι είχαν ως στόχο και σκοπό να τρομοκρατούν και να κακομεταχειρίζονται μετανάστες. Όμως ο Νίκος παραφυλάγοντας και παρατηρώντας τον Ντιμίτρι, θα γίνει φίλος του και θα του σταθεί, θα τον περιθάλψει στο σπίτι του, όταν ύστερα από τόση ταλαιπωρία ο Ντιμίτρι θα αρρωστήσει, και θα τον βοηθήσει να απελευθερώσει τη Σόνια.

Στο ξετύλιγμα της υπόθεσης διαπιστώνουμε μια έντονη ανθρωπιστική πρόθεση, η συγγραφέας θέλει να πιστεύει στο καλό που υπάρχει στην ψυχή των ανθρώπων. Υπάρχει μια ωραιοποίηση, ένας ρομαντισμός μέσα στη σκληρότητα της πραγματικότητας που περιβάλλει τα «ανθρώπινα εμπορεύματα». Μια ποιητικότητα, μια ομορφιά αναδύεται μέσα από την ασχήμια, ίσως ως ένας τρόπος για να προβληθεί η ματιά του εφήβου για το όνειρο που δεν θέλει και δεν πρέπει να χάσει. Γιατί ο έφηβος μπορεί να κατορθώσει το ακατόρθωτο, μας λέει η Μητσιάλη: «έχει μέσα του όλα αυτά τα συναισθήματα, ξέρει ότι, ακόμη κι αν ποτέ κανείς δεν μάθει τι έχει κάνει, τι κατάφερε, φτάνει για τον ίδιο. Φτάνει για να πατήσει γερά στα πόδια του την υπόλοιπή του ζωή» (σ.188).

Θα σε σώσω ό,τι κι αν γίνειΘα σε σώσω ό,τι κι αν γίνει
Αλεξάνδρα Μητσιάλη
Εκδόσεις Παπαδόπουλος
192 σελ.
Τιμή € 8,99

 

Εμφανίσεις: 2620

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr