A+ A A-

ΧΡΥΣΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ: ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΧΡΥΣΟΜΑΛΛΟ ΔΕΡΑΣ κριτική της Αρζού Εκέρ Ροδιτάκη

 

Το βιβλίο της Χρύσας Σπυροπούλου Αναζητώντας το Χρυσόμαλλο Δέρας εντελώς περιληπτικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι αφηγείται τις περιπέτειες που ζουν στην επαρχία της Όρντου και στην Κερασούντα της Τουρκίας η Λίζα, ο Άρης και η Ήρα μαζί με την οικογένεια της Λίζας και τον Τούρκο φίλο τους, Καντιρτζάν. Ωστόσο, η συγγραφέας μάς αφήνει να καταλάβουμε ότι το ταξίδι αυτό στην ουσία είναι μία επιστροφή στα εδάφη των προγόνων της. Στο μυθιστόρημα γινόμαστε μάρτυρες των σκέψεων και των συναισθημάτων μονάχα δύο χαρακτήρων: της Λίζας και της Ευανθίας. Η μεσήλικη Λίζα και η έφηβη Ευανθία έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: οι πρόγονοί τους αποσπάστηκαν με την ανταλλαγή από τον Πόντο.

Σε ένα άρθρο της η Χρύσα Σπυροπούλου εξομολογείται ότι στο μυθιστόρημα συμπεριλαμβάνονται αυτοβιογραφικά στοιχεία. Όπως οι πρόγονοι των ηρωίδων της, της Λίζας και της Ευανθίας, έτσι και ο παππούς Μωυσής της συγγραφέως με την ανταλλαγή εγκατέλειψε τα εδάφη όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε. Ως εκ τούτου, το σπίτι στο οποίο μεγάλωσε η συγγραφέας μοιάζει με αυτό της Λίζας. Γι' αυτόν το λόγο οι περιγραφές της θάλασσας, των χρωμάτων του τοπίου, των αποχρώσεων του πρασίνου, των φουντουκιών και των κερασιών του Πόντου δεν είναι απλώς απόρροια της φαντασίας της, αλλά αποτέλεσμα των αφηγήσεων του παππού της, ο οποίος σαν να έλεγε παραμύθι μιλούσε για τα παραδεισένια εδάφη από τα οποία απομακρύνθηκε.

Καθώς διάβαζα τις περιπέτειες των παιδιών, ζωντάνεψαν, χάρη στις εναργείς περιγραφές, οι τόποι όπου διαδραματίζεται η ιστορία με όλα τα χρώματα και τις λεπτομέρειες, και σε αυτό έπαιξε ρόλο λιγότερο η δική μου αναγνωστική ευαισθησία και πολύ περισσότερο η αγάπη της συγγραφέως για τα περιγραφόμενα εδάφη, όπως και η ευκολία με την οποία η αγάπη αυτή μεταφέρεται στον αναγνώστη.

Ένα άλλο θέμα που προσφέρει το βιβλίο σχετίζεται με τη γλώσσα. Οι Έλληνες και οι Τούρκοι χαρακτήρες του βιβλίου επικοινωνούν στην αγγλική γλώσσα, κάτι που δεν θα μπορούσαν ούτε να το φανταστούν οι πρόγονοί τους, αλλά ταυτόχρονα είναι και κάτι που συμβαίνει στις μέρες μας όταν συναντιούνται Τούρκοι και Έλληνες. Μολονότι τα αγγλικά είναι πρακτικά και αποτελεσματικά στην επικοινωνία, δεν είναι η μητρική γλώσσα των δύο πλευρών ή, αλλιώς, δεν είναι η γλώσσα με την οποία αισθάνονται σαν στο σπίτι τους. Αυτό θα μπορούσε να σχολιαστεί θετικά, επειδή μια τρίτη γλώσσα δημιουργεί ισότητα, ωστόσο ταυτόχρονα είναι ένδειξη της απόστασης μεταξύ των δύο λαών. Ο λόγος για τον οποίο αναφέρομαι σ' αυτό το σημείο στη γλώσσα είναι διότι πιστεύω ότι μία από τις «πόρτες» που ανοίγει το βιβλίο στο ζήτημα της πολιτισμικής μνήμης είναι η μητρική γλώσσα. Με μια πρώτη ματιά, μπορούμε να κατατάξουμε το βιβλίο στα εφηβικά αστυνομικά. Όμως, αν το ξανασκεφτούμε, συμπεραίνουμε ότι το βιβλίο έχει λόγο και για ζητήματα πολιτικής, οικολογίας και πολιτισμικής μνήμης. Και επειδή οι πρωταγωνιστικοί χαρακτήρες, τους οποίους παρακολουθούμε και στις πιο ιδιαίτερες στιγμές τους, είναι γυναίκες διαφορετικών γενεών (η Λίζα και η Ευανθία), μπορούμε να πούμε ότι το βιβλίο παρουσιάζει και μία φεμινιστική προσέγγιση.

Η κεντρική ηρωίδα του μυθιστορήματος, η Λίζα, καθώς τριγυρίζει μαζί με τους φίλους της, τον Άρη και τον Καντιρτζάν, στην αγορά της Όρντου, όπου έζησε ο προπάππους της ώσπου αναγκάστηκε να φύγει λόγω της ανταλλαγής των πληθυσμών, συναντά μια ηλικιωμένη γυναίκα. Ενώ ο Άρης δεν καταλαβαίνει τι λέει η ηλικιωμένη, που μιλά ποντιακά, η Λίζα χάρη στα ακούσματα που είχε απ' τη γιαγιά και τον παππού μπορεί και επικοινωνεί μαζί της. Μολονότι ανήκουν σε διαφορετικές γενιές και θρησκείες, και παρότι είναι πολίτες διαφορετικών χωρών, τα ποντιακά γίνονται ένα «σπίτι», το οποίο μπορούν να μοιραστούν μονάχα εκείνες οι δύο γυναίκες για ένα διάστημα. Στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τον Πίνακα των Γλωσσών που Κινδυνεύουν να Εξαφανιστούν της ΟΥΝΕΣΚΟ, στην Τουρκία κινδυνεύουν δεκαοκτώ και στη Ελλάδα δέκα γλώσσες. Τα ποντιακά είναι η γλώσσα που κινδυνεύει και στις δύο χώρες. Η μεταστροφή της πορείας αυτής, όπως υποδεικνύεται και στο βιβλίο, εξαρτάται από τα άτομα που θα προέλθουν απ' τις μεταγενέστερες γενιές, όπως η Λίζα, και θα διεκδικήσουν την πολιτισμική τους κληρονομιά.

Ως εκπαιδευτικός και μητέρα, καθώς διάβαζα το βιβλίο αντιλήφθηκα και τις παιδαγωγικές αξίες που προσφέρει η ιστορία στους νέους αναγνώστες στους οποίους απευθύνεται. Κι αυτό διότι προβάλλεται ως σημαντικό θέμα ο σεβασμός στον Άλλο, στη γλώσσα, στον πολιτισμό του, στη διαφορετικότητα. Επιπλέον, τονίζονται οι φιλικές σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των νέων ανθρώπων και των οικογενειών τους, μολονότι προέρχονται από διαφορετικές χώρες και έχουν όλο το βάρος της Ιστορίας του παρελθόντος. Και δεν είναι τυχαίο ότι ως μότο χρησιμοποιούνται στίχοι του Γιουνούς Εμρέ, Τούρκου ποιητή και τροβαδούρου του 13ου αιώνα, μεταφρασμένοι από τη συγγραφέα (Ελάτε, ας γίνουμε φίλοι, έστω για λίγο,/ Ας κάνουμε εύκολη τη ζωή για μας,/ Ας αγαπήσουμε και ας αγαπηθούμε,/ Κανείς δεν θα ζήσει αιώνια στη γη), ενώ σε πολλά σημεία της ιστορίας δίδονται πληροφορίες που αφορούν την πολιτισμική παράδοση και ιστορία της Τουρκίας.

Στο μεταξύ, γίνεται αναφορά στο ντοκιμαντέρ Πού πας, αδελφέ; το οποίο γυρίστηκε στην Όρντου και στην Κατερίνη κι εξιστορεί τα χνάρια που άφησε η οδυνηρή ανταλλαγή πληθυσμών και στις δύο πλευρές. Το εν λόγω ντοκιμαντέρ παρουσιάστηκε στην Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης το 2011. Ωστόσο, εγώ θέλω να προτείνω ως φάρμακο το βιβλίο Αναζητώντας το Χρυσόμαλλο Δέρας, ως πολιτισμικό προϊόν κατά της παθολογικής κατάστασης που διαπιστώνεται σ' ένα άλλο ντοκιμαντέρ, το οποίο πραγματεύεται τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Το ντοκιμαντέρ έχει τίτλο Η άλλη κωμόπολη, σκηνοθετήθηκε από την Νεφίν Ντιντς και τον Ηρακλή Μήλα και κέρδισε το Βραβείο Θεατών τον Μάρτιο του 2011 στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Οι δύο δημιουργοί της ταινίας στο διάστημα ενός έτους επισκέπτονται τη Δημητσάνα και το Μπιργκί στη Δυτική Ανατολία και συζητούν με τους κατοίκους, και ιδιαίτερα με τους νέους, τη γνώμη τους για τον Άλλο που ζει στην αντίπερα όχθη του Αιγαίου. Στο ντοκιμαντέρ, αφού εξετάζεται το πώς διδάσκεται η Ιστορία στα σχολεία, πώς αναπαρίσταται ο Άλλος στις εθνικές γιορτές, η ρητορική των προβεβλημένων ατόμων και πολιτικών γύρω από το παρελθόν, πώς παρουσιάζεται η Ιστορία στα μουσεία και τα λοιπά, οι δημιουργοί καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι όλα αυτά τα στοιχεία παίζουν σημαντικό ρόλο στην ενίσχυση και παγίωση των στερεοτύπων. Εκείνο που με συντάραξε καθώς παρακολουθούσα την ταινία ήταν το γεγονός ότι η ρητορική, που παρουσιάζει ως εχθρό τον Άλλο, επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τη γενιά της Λίζας, του Άρη και του Καντιρτζάν. Γι' αυτόν τον λόγο έχουν πολλά να μάθουν οι νέοι των δύο πλευρών απ' τη θερμή φιλία των τριών χαρακτήρων του μυθιστορήματος της Χρύσας Σπυροπούλου, οι οποίοι έχουν το πρόσωπο στραμμένο προς την Ιστορία και το μέλλον, όπως το πρόσωπο του Ιανού, και την οποία φιλία η Λίζα ονομάζει «Χρυσόμαλλο Δέρας». Για παράδειγμα, το πρώτο που μπορούν να μάθουν είναι το γκρέμισμα των προκαταλήψεων με τα ταξίδια. Αν οι νέοι του Μπιργκί είχαν επισκεφτεί έστω μία φορά την Ελλάδα και οι νέοι της Δημητσάνας την Τουρκία, αν τα παιδιά μπορούσαν να γνωρίσουν από κοντά τον πολιτισμό του άλλου, θα είχαν τη δυνατότητα να ελέγξουν τη ρητορική με την οποία είναι πολιορκημένα. Συνακόλουθα, γίνεται ελπιδοφόρος ο ενθουσιασμός της Λίζας και του Άρη που είναι έτοιμοι να «αφεθούν» στον πολιτισμό της χώρας στην οποία φιλοξενούνται και την οποία μαθαίνουν, εκτός των άλλων, και απ' τον τουριστικό οδηγό που κρατά στα χέρια του ο Καντιρτζάν.

Ολοκληρώνοντας, θα ήθελα να επιστρέψω στο θέμα της πολιτισμικής μνήμης, η οποία παραμένει και μέσω της διατήρησης και συντήρησης των μνημείων, της αρχιτεκτονικής των κτιρίων. Με αυτή την έννοια, η Εύη Παραδείση σε κείμενό της, το οποίο αναφέρεται στο βιβλίο της Χρύσας Σπυροπούλου, κάνει μία σημαντική κατά τη γνώμη μου διαπίστωση: «Η Λίζα που αντιπροσωπεύει τη νέα γενιά και η Ευανθία που αντιπροσωπεύει τη μέση ηλικία είναι οι "φορείς της μνήμης". Με τις μνήμες που φέρνουν απ' την οικογένεια στις μέρες μας και οι δύο συνάπτουν σχέσεις με διαφορετικό τρόπο. Η Ευανθία σε σχέση με τη Λίζα, ίσως επειδή είναι πιο κοντά στη γενιά που βίωσε το τραύμα της απώλειας, είναι περισσότερο θλιμμένη, περισσότερο τραυματισμένη... Εξάλλου, η ίδια εξομολογείται ότι σε μια στιγμή "αδυναμίας" έκλεψε την εικόνα απ' την εκκλησία του Αγίου Νικολάου».

Καθώς διάβαζα το βιβλίο, αναρωτήθηκα τι γνώμη θα σχηματίσει ο μέσος Τούρκος αναγνώστης σχετικά με αυτούς τους δύο χαρακτήρες. Είναι εύκολο να αγαπήσει τη Λίζα, που ακόμα είναι παιδί. Τι θα κάνουμε όμως με την Ευανθία; Υποψιάζομαι ότι ο χαρακτήρας αυτός καλεί τον αναγνώστη να συνάψει μια διαφορετική σχέση μαζί του. Σκέφτομαι ότι η Ευανθία διαθέτει τη γυναικεία δεξιότητα της ενσυναίσθησης. Ας φανταστούμε για λίγο τις σκέψεις που πέρασαν φευγαλέα απ' το μυαλό της Ευανθίας: «Σε μια εκκλησία που δεν έχει ποίμνιο, που δεν χτυπάει το καμπαναριό της, ποια είναι η ωφέλεια μιας εικόνας την οποία κανείς δεν ασπάζεται; Το πιο σημαντικό: σε ποιον ανήκει η εικόνα και ποιος είναι ο χώρος στον οποίο ανήκει;» Αν φανταστούμε πως αυτές οι ερωτήσεις πέρασαν αστραπιαία απ' το μυαλό της Ευανθίας, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι με τέτοιου ίδιους συναισθήματα απέσπασε την εικόνα.

Επειδή πάντοτε χρειαζόμαστε αφηγήματα και ιστορίες μέσα από τις οποίες οι άνθρωποι αγκαλιάζονται, σας προτείνω να διαβάσετε το μυθιστόρημα Αναζητώντας το Χρυσόμαλλο Δέρας. Ναι, είναι αλήθεια ότι ζήσαμε δεκάδες πίκρες, δεν μπορούμε να το αρνηθούμε και ούτε πρέπει. Όμως είναι αλήθεια ότι, παρ' όλες τις πίκρες, οι άνθρωποι εξακολουθούν να αγκαλιάζονται, κι αυτό είναι μια πραγματικότητα που χρειάζεται να γνωρίζουμε και να θυμόμαστε. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο αξίζει να γράφονται ιστορίες σαν κι αυτή.

Ευχαριστώ τη Χρύσα Σπυροπούλου που μοιράστηκε μαζί μας τις ωραίες της αναμνήσεις, αλλά και επειδή μας έδειξε ότι μπορούμε να βιώσουμε πολλές εμπειρίες. Και, όπως επαναλαμβάνεται στο μυθιστόρημα: «Ποτέ δεν είναι αργά».

[Μετάφραση της κριτικής: Θάνος Ζαράγκαλης]

Αναζητώντας το Χρυσόμαλλο ΔέραςΑναζητώντας το Χρυσόμαλλο Δέρας
Χρύσα Σπυροπούλου
Καστανιώτης
127 σελ.
Τιμή € 8,52
1-patakis-link

 

Εμφανίσεις: 2359

ΠΙΡΣ ΤΟΡΝΤΕΪ: ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΑΓΡΙΜΙ κριτική της Ελένης Σαραντίτη

 

«Ευρηματικό, σε κάνει να κλαις και να γελάς από την αγωνία». THE SUNDAY TIMES
«Έχω να διαβάσω ένα τόσο καλό βιβλίο από την εποχή του The Hunger Games διαβάζουμε στην GUARDIAN CHILDRENS BOOKS.

«Και εφοδιάζει την ψυχή σου με αισθήματα ευθύνης, αλληλεγγύης, θάρρους», θα πρόσθετα. «Εκτός της απολαυστικής, με ασθματικούς ρυθμούς γραφής, και του πρωτοφανούς θέματος», θα συμπλήρωνα.

Ω, μάλιστα. Ένα σπουδαίο μυθιστόρημα για νέους μεταφρασμένο εξαιρετικά από τη Βάσια Τζανακάρη, που μας έχει πλέον συνηθίσει στις σωστές μεταφράσεις.

Δυστοπικό μυθιστόρημα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Και αν η λέξη «δυστοπία» μάς οδηγεί σε έναν κόσμο φανταστικό, κόσμο φόβου και δυστυχίας, δεν διαφέρει σημαντικά από την ουτοπία που και αυτή φανταστικούς κόσμους περιγράφει· ισχυρίζονται μάλιστα ότι η διαφορά των δυο λέξεων έγκειται στο ότι η δυστοπία οδηγεί στη μελλοντική ουτοπία. Όπως χαρακτηριστικά διαπιστώνουμε να συμβαίνει τα τελευταία χρόνια, και στα βιβλία της διάσημης Καναδής συγγραφέως Μάργκαρετ Άτγουντ, η οποία έλαβε το Βραβείο Booker 2000 για το μυθιστόρημά της Ο τυφλός δολοφόνος, βιβλίο επιστημονικής φαντασίας, δυστοπικό όπως χαρακτηρίστηκε, αλλά με κάποια δειλά ανοίγματα προς την ουτοπία.

Εξάλλου, οι δυστοπίες στην τέχνη υπερτονίζουν τα αρνητικά γνωρίσματα σύγχρονων ή μελλοντικών κοινωνιών, όπου η ανθρώπινη διαβίωση και σκέψη έχουν αλλάξει προς το χειρότερο και όπου μικρές ομάδες κραταιών ανθρώπων εξουσιάζουν βάναυσα μεγάλες ομάδες πολιτών, τις οποίες εξαθλιώνουν με τον τυφλό τρόμο και την παντός είδους στέρηση. Και ας θυμηθούμε τον Θαυμαστό καινούργιο κόσμο του Άλντους Χάξλεϊ (1932), ή το 1984 του Τζορτζ Όργουελ (1949) και, επίσης, το Fahrenheit 451, γραμμένο από τον Ρέι Μπράντμπερι το 1953, κινηματογραφημένο από τον Τριφό το 1966, μυθιστορήματα κλασικά που κυκλοφόρησαν σε όλο τον κόσμο και που αναφέρονται σε κοινωνίες μελλοντικές, δυστοπικές, έργα καθαρά επιστημονικής φαντασίας· εάν τότε είχε επικρατήσει ο όρος, δυστοπικά θα χαρακτηρίζονταν και αυτά.

Δυστοπικό, λοιπόν, και Το τελευταίο αγρίμι του Άγγλου (από το Νορθάμπερλαντ) Πιρς Τόρντεϊ ο ήρωας του οποίου, ο δωδεκάχρονος Κέστερ, είναι κλεισμένος σε ένα ανήκουστα σκληρό άσυλο για προβληματικά παιδιά. Είναι όμως προβληματικός ο Κέστερ, γιος του μεγάλου καθηγητή και ζωολόγου, και κορυφαίου κτηνιάτρου, επίσης, Τζέινς; Κάθε άλλο. Είναι ένα γλυκό, ευφυέστατο παιδί, στο οποίο δόθηκε ένα χάρισμα ιερό. Μυστικό χάρισμα, εφόσον ούτε ο ίδιος το γνωρίζει: είναι προικισμένος με την πανάρχαιη και θεϊκή ικανότητα να συνομιλεί με τα ζώα. Και είναι επιπλέον εφοδιασμένος με την αρετή της εντιμότητας· και με αυτήν της υπευθυνότητας. Προσόντα που, όπως θα διαπιστώσει εξαρχής ο αναγνώστης, δεν διαθέτει άλλο πρόσωπο εξ όσων γνωρίζουν τα ζώα του αχανούς Νησιού, τα περισσότερα από τα οποία έχουν προσβληθεί από έναν φοβερό ιό, τον θανατηφόρο «ιό των κόκκινων ματιών». Έχουν, δυστυχώς, απομείνει ελάχιστα από κάθε είδος και επείγονται να φθάσουν σε περιοχή ασφαλή, κάπου όπου δεν θα κινδυνεύουν από την επαφή με τα ασθενή ή ετοιμοθάνατα, σε τόπο όπου θα μπορέσουν να επιβιώσουν. Αναγκαία, λοιπόν, η βοήθεια από έναν άνθρωπο δικό τους· και μάλλον φαίνεται ότι ο άνθρωπός τους είναι ο Κέστερ, τον οποίο απάγουν από την άθλια «Ακαδημία για Προβληματικά Παιδιά».

Αρχηγός στην πορεία προς τη σωτηρία, αλλά και εκείνος που αποφάσισε να κληθεί ο Κέστερ Τζέινς, είναι ένα ελάφι γέρικο μα μεγαλοπρεπές, γεμάτο σοφία και καλοσύνη, εμπρός στο οποίο τα άλλα ζώα παραμερίζουν για να περάσει σαν να είναι βασιλιάς. Και είναι. Διότι είναι και ταπεινό, παρά τη μεγαλοσύνη του· και οι αληθινοί βασιλιάδες είναι –πρωτίστως– ταπεινοί. Γι' αυτό, όταν αντικρίζει το δωδεκάχρονο αγόρι χαμηλώνει το κεφάλι του και μιλά ήσυχα και ευγενικά: «Είμαι η Αυτού Αγριότης και αυτά τα πλάσματα που βλέπεις είναι το αγριάδι μου. Τα τελευταία ζώα που έχουν μείνει ζωντανά. Μας οδήγησαν βόρεια, ως εκεί που τελειώνει η γη, και βρήκαμε αυτή την κρυψώνα...» Και δεν πέρασε πολλή ώρα και κάνει αδιόρατη σχεδόν υπόκλιση, ενώ μιλά συλλογισμένο: «Αυτό το γέρικο ελάφι ζητάει ταπεινά τη συγγνώμη σου. Εγώ σε κάλεσα εδώ. Εγώ έστειλα τα περιστέρια να βοηθήσουν την κατσαρίδα». Και όταν ο Κέστερ απορεί γιατί επέλεξαν αυτόν, ο σοφός και πολυταξιδεμένος αρχηγός απαντά: «Εσύ γιατί νομίζεις, νεαρέ άνθρωπε; Επειδή μπορείς να μας βοηθήσεις να βρούμε θεραπεία! Εσύ μπορείς να πεις στους ανθρώπους ότι τα τελευταία άγρια ζώα ζουν και να μας φέρεις θεραπεία – μια ειδική θεραπεία από την ανθρώπινη μαγεία σας». Αλλά ο Κέστερ Τζέινς, ο οποίος ας το γνωρίζουμε, αφότου είδε τη μητέρα του, που τη λάτρευε, να πεθαίνει πριν από έξι χρόνια, δεν ξαναμίλησε, εναντιώθηκε θυμίζοντάς του ότι είναι άλαλος· του κάκου, βέβαια, διότι το ελάφι τον πληροφόρησε ότι υπάρχουν πολλοί και διάφοροι τρόποι για να γίνει κανείς κατανοητός. Κατόπιν, υποκλίθηκε και ακούστηκε ικετευτικός: «Εμείς όμως έχουμε μόνο εσένα».

Σημειωτέον ότι αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που απάγεται το αγόρι· προηγήθηκε η αρπαγή του από τους δικτάτορες που κυβερνούν παράλογα και άνομα το Νησί, ώστε να εκφοβίσουν τον ερευνητή πατέρα του και να σταματήσει τις έρευνες τις σχετικές με το αντίδοτο που θα θεράπευε τον φυσικό κόσμο από τον επικίνδυνο ιό. Είχαν, μάλιστα, φυλακίσει και τον ίδιο τον επιστήμονα, καθώς προέβαλλε αντίσταση. Βέβαια, οι ίδιοι οι καταχραστές της ελευθερίας και της ζωής των κατοίκων ολόκληρου του Νησιού, ανθρώπων και ζώων, ιδρυτές της επιχείρησης «Φακτόριουμ» έχουν διαδώσει (ψευδώς) ότι κινδυνεύουν και τα ανθρώπινα πλάσματα από τον δολοφονικό ιό και γι' αυτό κατασκεύασαν –οι ίδιοι οι εξουσιαστές– ένα παχύρρευστο υγρό, που προσφερόταν ως μοναδική τροφή στους εξουθενωμένους και σχεδόν υποδουλωμένους πολίτες.

Θα μπορούσα να μιλώ ατέλειωτα γι' αυτό το βιβλίο. Για την εξαιρετική γραφή του, τη συμπόρευση και αγωνία, για τον αγώνα του ήρωα και των συμπολεμιστών του των ζώων, για ό,τι αποτυπώνει ή αναδεικνύει. Όμως το αφήνω στα χέρια, στη συνείδηση και την κρίση (μα και την απόλαυση) του νεαρού ή και του μεγαλύτερου αναγνώστη. Τούτο μόνο θα προσθέσω, παντοτινά και αθεράπευτα έκπληκτη: Πώς ομάδες ολόκληρες σοβαρών ανθρώπων, κοινότητες, κοινωνίες προηγμένες κάποτε, εμπρός στον παραλογισμό, την ισχύ και τη βία των δυναστών, σκύβουν το κεφάλι με ντροπή και μοιρολατρία κι ας επιθυμούν διακαώς το καλό και το ωραίο, το δίκαιο και τη χρηστή ζωή; Συνέβη κατ' επανάληψιν, συμβαίνει και τώρα, και θα επαναλαμβάνεται· δυστυχώς. Η μοναδική και σίγουρη ελπίδα μας, όμως, είναι η ύπαρξη ανθρώπων σαν τον Κέστερ. Που η καρδιά του τον οδήγησε εκεί που του ταίριαζε: στην ελευθερία και στη συναδέλφωση, στην προσφορά και στη γενναιότητα, στον σεβασμό σε όλα τα πλάσματα και, τέλος, στην ευτυχία που χαρίζει η συνείδηση του ευγενικού, αν και επίπονου, αγώνα.

Ηλικία: άνω των έντεκα ετών.

ΥΓ. Υπενθυμίζω άλλα επιλεγμένα μυθιστορήματα φαντασίας για νέους, για τα οποία έχω γράψει παλαιότερα: Κόλιν Μέλοου, Το αγριόδασος (Πατάκης), Τζον Μπόιν, Μπάρναμπι Μπρόκετ (Ψυχογιός), Λίσα Πράις, Στάρτερς (Καλέντης), Χένρι Τσάνσελορ, Το μυστικό του μουσείου (Τόπος) κ.ά.

Το τελευταίο αγρίμιΤο τελευταίο αγρίμι
Πιρς Τόρντεϊ
μετάφραση: Βάσια Τζανακάρη
Μεταίχμιο
369 σελ.
Τιμή € 14,40
1-patakis-link

 

Εμφανίσεις: 3157

ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ: ΠΩΣ ΝΑ ΜΙΛΗΣΕΤΕ ΣΤΟΥΣ ΓΟΝΕΙΣ ΣΑΣ ΓΙΑ… της Εύης Αθανασιάδου

 

Από το 2009, όταν ξεκίνησε τη λειτουργία της η Γραμμή Στήριξης Παιδιών και Εφήβων 116111, μέχρι σήμερα, έχουμε συζητήσει με χιλιάδες παιδιά και εφήβους. Η επικοινωνία μαζί τους άλλοτε μας συγκίνησε, άλλοτε μας ανησύχησε, κάποιες φορές μάς προβλημάτισε, αλλά σίγουρα μας διακίνησε έντονα συναισθήματα και την ανάγκη να είμαστε εκεί για εκείνους ακόμα και σε δύσκολες συνθήκες. Νομίζω ότι είναι πολύ σημαντικό πως όλη αυτή την αρχικά ακατέργαστη και έντονη συναισθηματικά εμπειρία καταφέραμε ως ομάδα να την αντέξουμε, να την κατανοήσουμε και να την εμπεριέξουμε συναισθηματικά, αλλά και να τη μετουσιώσουμε σε μία δημιουργική διαδικασία, όπως είναι η συγγραφή αυτού του βιβλίου. Το βιβλίο αυτό, λοιπόν, αποτελεί αφενός μία κατάθεση αυτής της συχνά τρικυμιώδους διαδρομής μέσα από την επικοινωνία μας με τους εφήβους, ενδεικτικής όπως θα φανεί παρακάτω και της εσωτερικής τους ενδοψυχικής αναταραχής• αφετέρου, την προσπάθεια οργάνωσης μίας εμπειρίας με έναν τρόπο έτσι ώστε να μπορεί ο κάθε έφηβος, γονιός, εκπαιδευτικός να τη χρησιμοποιήσει για να κατανοήσει καλύτερα τον εαυτό του, το παιδί του, τους άλλους.

Ένας όμως από τους πιο σημαντικούς στόχους της Γραμμής αλλά και του βιβλίου είναι η διευκόλυνση και η υποστήριξη μίας επικοινωνίας και ενός διαλόγου, που είναι απαραίτητο να ξεκινήσει μέσα στις οικογένειες, μέσα στα σχολεία αλλά και ανάμεσα στους εφήβους για όλα τα θέματα που απασχολούν τα παιδιά μας, και τελικά όλους μας σε όλη μας τη ζωή, και εκφράζονται τόσο έντονα και καθαρά κυρίως στην εφηβεία: τη ζωή, τον έρωτα, τον θάνατο. Ίσως ακριβώς αυτό να είναι και το δύσκολο στην αντιμετώπιση των πιεστικών και σοβαρών ερωτημάτων που θέτουν με αμεσότητα οι έφηβοι. Το γεγονός ότι κάποτε ή και σήμερα όλοι μας προσπαθούμε να τα διαπραγματευτούμε μέσα μας, με τους γονείς μας και τώρα με τα παιδιά μας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι σημαντικός αριθμός κλήσεων γίνεται από εφήβους που αρχικά δοκιμάζουν να δουν ότι κάποιος είναι στην άλλη άκρη της γραμμής για να τους ακούσει. Συχνά μένουν σιωπηλοί ή άλλοτε ρωτούν: «Τι είστε εκεί; Μπορώ να μιλήσω; Οι κλήσεις καταγράφονται;» Τα θέματα που απασχολούν τους εφήβους, οι οποίοι καλούν, και αντανακλώνται και στη θεματολογία αυτού του βιβλίου μπορεί να σχετίζονται με την ηλικιακή φάση, δηλαδή την αυτονομία-ανεξαρτητοποίηση, σχέση με γονείς και συνομιλήκους, αλλά και το σταδιακά αυξανόμενο ερωτικό ενδιαφέρον για το άλλο φύλο και τα ερωτήματα για τη σεξουαλικότητα. Επίσης, ολοένα και αυξανόμενος αριθμός εφήβων δυσκολεύεται να μιλήσει για αυτά τα ευαίσθητα θέματα στους γονείς ή και σε άλλους ενήλικες και μοιάζει να αναζητά απαντήσεις στο διαδίκτυο ή τους συνομιλήκους. Είναι οι ίδιοι έφηβοι που με δισταγμό καλούν στη Γραμμή.

Σε όλα αυτά τα ερωτήματα συχνά οι σύμβουλοι της Γραμμής ενισχύουν τους εφήβους να μιλήσουν στους γονείς τους για όσα τους απασχολούν. Και εκείνοι απαντούν: «Δεν μπορώ να μιλήσω. Δεν θα με καταλάβουν. Φοβάμαι ότι αν τους το πω θα με απορρίψουν ή θα τους στενοχωρήσω. Έχουν κι αυτοί τα δικά τους». Σε αυτή τη δυσκολία, οι σύμβουλοι προσπαθούν να βοηθήσουν τους εφήβους να ξεπεράσουν τον φόβο και την ενοχή για όσα πρωτόγνωρα συναισθήματα μπορεί να έχουν και να μιλήσουν στους γονείς τους γι' αυτά, αλλά ταυτόχρονα προσπαθούν να υποστηρίξουν τους γονείς στο να ακούσουν τα παιδιά τους αφήνοντας πίσω τις προκαταλήψεις και τους φόβους που μπορεί να προέρχονται από τις δικές τους εμπειρίες και βιώματα.

Για να μπορέσει λοιπόν ένας έφηβος να μιλήσει στους γονείς του, φαίνεται πως χρειάζεται να υπάρχουν κάποιες βασικές προϋποθέσεις: 1. Ένα αίσθημα ασφάλειας και εμπιστοσύνης, που προέρχεται από ένα οικογενειακό περιβάλλον όπου οι γονείς δίνουν το μήνυμα ότι είναι ανοιχτοί, σταθεροί και δεν χάνουν την ψυχραιμία τους από τις αντιδράσεις, αναρωτήσεις και δοκιμασίες του εφήβου, και 2. Η δυνατότητα των γονιών και των παιδιών να διεργαστούν τα συναισθήματα που προκαλούνται από τη διαφοροποίηση και αυτονόμηση του εφήβου από εκείνους, έτσι ώστε να είναι αποδεκτό ότι ο έφηβος δεν είναι πλέον ένα παιδί και δεν μπορεί να ανταποκρίνεται πάντα στις προσδοκίες και τις ανάγκες τους, παρά διαμορφώνει τη δική του προσωπικότητα και χρειάζεται τα συναισθήματα, οι επιθυμίες και οι ιδέες του να ακούγονται και να γίνονται σεβαστά.

Τα δύο τελευταία χρόνια, η οικονομική και κοινωνική κρίση έχει διαμορφώσει ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο οι έφηβοι φαίνεται να έχουν χάσει το ασφαλές, αξιόπιστο και οργανωμένο πλαίσιο που χρειάζονται για να μπορέσουν μέσα από μια σειρά ταυτίσεων με αξίες και πρότυπα, αλλά και διαφοροποιήσεις, να διαμορφώσουν τη δική τους ταυτότητα. Πολλοί έφηβοι δείχνουν μπερδεμένοι, μιλούν για μοναξιά και φόβο στο να μοιραστούν τα προβλήματά τους, και συχνά αποφεύγουν να μιλήσουν για συναισθήματα. Αυτό συναντά και μία τάση της ίδιας της φύσης της εφηβείας προς μία εκτόνωση της ψυχικής διέγερσης περισσότερο μέσα από την πράξη, την εκδραμάτιση, όπως λέμε, και την αποφυγή της ψυχικής επεξεργασίας των εμπειριών. Έτσι, συναντάμε περισσότερο από πριν εφήβους που γίνονται βίαιοι προς τους άλλους ή τον εαυτό τους ή έχουν παραβατική συμπεριφορά, εκφοβίζουν ή συνάπτουν ερωτικές σχέσεις χωρίς να ξέρουν γιατί.

Από την άλλη Γραμμή, οι γονείς αντίστοιχα μιλούν για τα δικά τους προβλήματα. Εκφράζουν έντονες αγωνίες για τα παιδιά τους και παραδέχονται ότι δεν έχουν την ψυχραιμία να αντιμετωπίσουν ακόμα και καθημερινά ζητήματα ορίων, αλλά και εύκολα θυμώνουν και χάνουν τον έλεγχο. Ίσως γιατί κάποιοι γονείς αισθάνονται και οι ίδιοι να έχουν χάσει τον έλεγχο της δικής τους ζωής.

Πιστεύω, λοιπόν, ότι σε αυτή την ιδιαίτερη συγκυρία, ο ρόλος μίας τέτοιας γραμμής και της εμπειρίας μας όπως αποτυπώνεται μέσα σε αυτό το βιβλίο είναι σημαντικός και πολύπλευρος. Είναι σημαντικό οι έφηβοι να αισθανθούν ότι υπάρχει κάποιος κοντά τους, ο οποίος έχει τον χρόνο και τον ψυχικό χώρο να τους ακούσει σε ό,τι και αν έχουν να πουν και να προσπαθήσει με κατανόηση και σεβασμό να σκεφτεί μαζί τους τι είναι καλύτερο γι' αυτούς, ενδυναμώνοντας έτσι και το αίσθημα μίας προσωπικής εσωτερικής δυναμικής που έχουν οι έφηβοι.

Ίσως τελικά αυτή η δυναμική είναι που κινητοποιεί και εμάς τους ειδικούς που ασχολούμαστε με παιδιά και εφήβους και που μας γεμίζει δημιουργικότητα και ελπίδα. Ας δούμε, λοιπόν, αυτή την επικοινωνία σαν ευκαιρία για εκείνους να διευκολυνθούν στο να μιλήσουν και να επεξεργαστούν όσα τους απασχολούν, αλλά και για εμάς να εμπνευστούμε από τη ζωντάνια τους.

Η Εύη Αθανασιάδου είναι ψυχολόγος, ψυχοθεραπεύτρια παιδιών και εφήβων, υπεύθυνη της τηλεφωνικής συμβουλευτικής υπηρεσίας Ε.Ψ.Υ.Π.Ε.

Πώς να μιλήσετε στους γονείς σας για...Πώς να μιλήσετε στους γονείς σας για...
Συλλογικό
εικονογράφηση: Λήδα Βαρβαρούση
Ε.Ψ.Υ.Π.Ε.
192 σελ.
Τιμή € 15,00
1-patakis-link

 

Εμφανίσεις: 1731

ΓΙΩΤΑ ΦΩΤΟΥ: ΟΤΑΝ ΧΑΣΑΜΕ ΤΗΝ ΝΤΟΛΥ κριτική της Ελένης Σαραντίτη

 

Ειλικρίνεια και εντιμότητα περιτρέχουν τις σελίδες του καινούργιου βιβλίου της Γιώτας Φώτου. Μυθιστόρημα νεανικό, το οποίο άπτεται των σημερινών δυσκολιών που βιώνει ο λαός μας, δυσκολίες οι οποίες απηχούν ευθέως στον ψυχισμό των παιδιών μας επηρεάζοντάς τα βαθύτατα – και ας μην, λόγω υπερηφάνειας, κάποτε και συστολής, εκφράζονται.

Ένα βιβλίο της καθημερινότητάς μας είναι, με ήρωες παιδιά, ωραίους νέους, αναθρεμμένους με αγάπη, συνοχή και καλοσύνη. Αξιαγάπητα τα δυο πρώτα εξαδέλφια πρωταγωνιστές, η Ελίζα και ο Σπύρος, και αξιοσέβαστοι οι νέοι γονείς της εντεκάχρονης Ελίζας. Ζουν την ήσυχη, αξιοπρεπή ζωή τους και παρά τα χαμηλά εισοδήματά τους είναι αυτό που λέμε άνθρωποι «νοικοκυραίοι». Το σπίτι δικό τους, διαμέρισμα τριάρι κάπου σε συνοικία εκτός Αθηνών. Το αυτοκίνητό τους, παλιό αλλά ανθεκτικό, δεν το πολυχρησιμοποιούν εφόσον έχουν την Ντόλυ. Αχ, η Ντόλυ! Το καμάρι τους. Η Ελίζα τής χάρισε τ' όνομα από το πολυαγαπημένο της άλογο του επίσης πολυαγαπημένου της Λούκι Λουκ. Μικρούλα ονειρευόταν ένα γενναίο, γοργοπόδαρο άτι. Ολόιδιο με αυτό του ωραίου μοναχικού καουμπόι. Αντ' αυτού η οικογένεια απέκτησε μια υπέροχη μοτοσικλέτα 1.100 κυβικών. Την Ντόλυ. Τη χαρά και το καμάρι τους. Ανέβαινε επάνω φορώντας το κράνος της, έδενε τα χεράκια της στη μέση του πατέρα κι ο κόσμος όλος τούς χαριζόταν. Α, ναι, σίγουρα, μεγαλώνοντας θα αποκτούσε κι εκείνη μια δικιά της. Είχε μάλιστα αποφασίσει και ποιο μοντέλο. Προς το παρόν, απολάμβανε τις διαδρομές με τη μηχανή κι εκείνη τη μοναδική αίσθηση ελευθερίας που νιώθει κανείς όταν όλα παραμερίζουν εμπρός του και δέντρα και δρόμοι οπισθοχωρούν ενώ αυτός προελαύνει.

Την πρόσεχαν πολύ την Ντόλυ, μην κακοπάθει, μην την κλέψουν, τη φύλαγαν στον ακάλυπτο της πολυκατοικίας δεμένη με αλυσίδα, σιγουρεμένη, την κοιτούσε απ' το μπαλκόνι η Ελίζα, την καμάρωνε όμορφη και μεγαλόσωμη, εντυπωσιακή, κι εκείνο το πρωινό του καλοκαιριού, ελεύθερη από σχολικές υποχρεώσεις, ξένοιαστη ήταν, λαχτάρησε μια πρωινή βόλτα, άλλωστε ο πατέρας της ήταν στο σπίτι αδειούχος, δεν θα αρνιόταν, κι έτσι βγήκε λίγο να τη δει.

Βγήκε να τη δει, αλλά δεν την είδε! Τρόμαξε. «Τι συμβαίνει, κορίτσι μου;» ανήσυχη η φωνή του πατέρα. «Μπαμπά, η Ντόλυ δεν είναι στη θέση της!» Πήρε το χέρι του, τον έσυρε μέχρι το μπαλκόνι όπου η αίσθηση της απουσίας της Ντόλυ μεγεθυνόταν με την αλυσίδα που την συγκρατούσε να κρέμεται άχρηστη. «Η Ντόλυ δεν είναι εδώ!» μίλησε σπαρακτικά η κοπελίτσα. Και ο πατέρας της, στενάζοντας: «Το ξέρω, παιδί μου». Φαρμακωμένος ακούστηκε. Και αμέσως μετά: «Ελίζα, την Ντόλυ δε θα την ξαναδείς. Δυστυχώς... δυστυχώς τη χάσαμε!» Αχ, η μαμά, να την, αχ, η μαμά απλώνει την αγκαλιά της. Αχ! «Μαμά, μας έκλεψαν τη μηχανή! Μας έκλεψαν την Ντόλυ!»

Εντούτοις. Η μηχανή δεν είχε κλαπεί. Είχε πωληθεί. Σε στιγμές κρίσης και απόγνωσης καθώς ο κύριος Λευτέρης, ο πατέρας, είχε απολυθεί από τη δουλειά του και η οικογένεια αντιμετώπιζε προβλήματα επιβίωσης, δίχως να το γνωρίζει το παιδί τους. Μάλιστα, για να μη γίνει αυτό αντιληπτό είχε δηλώσει στην κορούλα του πως είχε άδεια από την επιχείρηση στην οποία εργαζόταν ως λογιστής. Και αν του δόθηκε νωρίς, αρχή του καλοκαιριού, ε, «Την άδεια δεν μπορεί να την πάρει ο καθένας όποτε τον βολεύει. Τώρα μου την έδωσαν, τώρα την πήρα...» είχε διευκρινίσει.

Και μέρες μετά, όταν η Ελίζα και ο Σπύρος, και μαζί μερικοί ανήσυχοι, συμμέτοχοι και εκλεκτοί φίλοι έχουν αποδυθεί σε έναν στείρο αγώνα ώστε να συλληφθεί ο κλέφτης της Ντόλυ, και έπειτα από περιπέτειες και αγωνίες, η κατάσταση παρέμενε στάσιμη, και εφόσον τα παιδιά αγωνιούσαν, ο πατέρας της Ελίζας σε ιερές στιγμές ειλικρίνειας: «...Δεν έχω άδεια όπως σου είχα πει, άνεργος είμαι, γι' αυτό βρίσκομαι στο σπίτι...» είχε εξομολογηθεί ενόσω αργότερα, εμπρός στην καταποντισμένη κόρη του και τον κατάπληκτο ανιψιό του, ομολογεί: «Την Ντόλυ, Ελίζα, την πούλησα εγώ ο ίδιος... Την πούλησα επειδή χρειαζόμαστε χρήματα». Και όταν η κοπελίτσα απόρησε, και με το δίκιο της, «Γιατί δεν μας είπατε την αλήθεια από την πρώτη στιγμή;» ο πατέρας της, γεμάτος ντροπή και θλίψη, απάντησε: «Γιατί δεν θέλαμε να σας φορτώσουμε τα προβλήματά μας... Γιατί είμαστε σε πανικό...»

Μια σύγχρονη ιστορία οικογενειακού προβληματισμού, αλλά και μια ιστορία αγάπης που δύσκολα ξεπερνιέται. Η Γιώτα Φώτου, από το Δροσάτο Καρδίτσας, με αρκετά ήδη έργα στο ενεργητικό της, καταπιάνεται με το καυτό σήμερα θέμα της ανεργίας, αποσκοπώντας στο να ενημερώσει νέους, και λιγότερο νέους αναγνώστες, ότι σε κρίσεις πάσης φύσεως που προκύπτουν στις ανθρώπινες σχέσεις ή στις κοινωνικές, ακόμη και στις εθνικές ατυχίες, η ειλικρίνεια και η ενότητα είναι το γιατρικό –ή, εν πάση περιπτώσει– η ανακούφιση. Ο λόγος της συγγραφέως είναι φυσικός και καθημερινός, στις οικογένειες του παρόντος έργου της διακρίνεται ευκρινώς ο αλληλοσεβασμός, οι διάλογοι είναι φυσικότατοι, η πλοκή διαθέτει ένταση και ταχύτητα, το τέλος της ιστορίας χωρίς να είναι παρηγορητικό εμπεριέχει πολύχρωμα, μολονότι τρεμάμενα, ψήγματα ελπίδας.

Οι εντυπώσεις; Σε αυτό το καλογραμμένο, πολύ ζωηρό και εξίσου ρεαλιστικό βιβλίο, η αγάπη και η ελπίδα εμφανίζονται σε κάθε σελίδα. Βιβλίο ενδιαφέρον και, προπαντός, με ήθος.

Ηλικία: 10-14 ετών – αναλόγως, βέβαια.

Όταν χάσαμε την ΝτόλυΌταν χάσαμε την Ντόλυ
Γιώτα Φώτου
εικονογράφηση: Μάιρα Στέφου
Ψυχογιός
144 σελ.
Τιμή € 9,90

 

Εμφανίσεις: 1715

ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΣΙΩΜΟΥ: Η ΚΟΙΛΑΔΑ κριτική της Αντωνίας Γουναροπούλου

 

Πρόκειται για ένα καλά δομημένο μυθιστόρημα φαντασίας που, σε αντίθεση με ό,τι έχουμε συνηθίσει, κινείται σε τρεις άξονες: των ηρώων, της συγγραφέα και του ίδιου του αναγνώστη. Με μια γραφή ανάλαφρη και συχνά παιγνιώδη, η νεαρή συγγραφέας στήνει απέναντί της μια θεατρική σκηνή για να τοποθετήσει τους ήρωές της και να τους παρακολουθήσει να βιώνουν τα γεγονότα που ανακύπτουν στη ζωή τους. Έπειτα, έρχεται και κάθεται δίπλα μας, στις θέσεις των θεατών, τους παρατηρεί όπως κι εμείς, από απόσταση, και συζητάει μαζί μας για το νόημα της μοίρας και της τύχης ή αναρωτιέται μήπως πίσω από την απτή πραγματικότητα υπάρχει και μια άλλη, αόρατη, με καθοριστικές δυνάμεις. Λέω «από απόσταση», γιατί στο μυθιστόρημα αυτό ο φόνος είναι κάτι κακό αλλά όχι συναισθηματικά συγκλονιστικό για τον αναγνώστη, η φιλία είναι κάτι θαυμαστό αλλά περισσότερο ένα θέμα προβληματισμού παρά ένα συναίσθημα αγαλλίασης.

Στο μυθιστορηματικό σύμπαν της Αντιγόνης Σιώμου, και αντίθετα απ' ό,τι είθισται στη φανταστική λογοτεχνία, δεν υπάρχει ούτε «το απόλυτο καλό» ούτε «το απόλυτο κακό». Αντί γι' αυτό, η νεαρή συγγραφέας επιλέγει να στήσει τους χαρακτήρες της και την πλοκή της ιστορίας γύρω από τις έννοιες του σχετικού και της πολυπλοκότητας, έννοιες που επανέρχονται με συνέπεια τόσο στην πράξη των ηρώων της όσο και στις δροσερές συζητήσεις που ανοίγει η ίδια μαζί μας. Θα παρακολουθήσουμε κάποια στιγμή, για παράδειγμα, τον Ίνγκο και τον Μπόρντο, τους δύο βασικούς ήρωες, να βαδίζουν χαρούμενοι μια χειμωνιάτικη μέρα παίζοντας με τα χιόνια. Όμως ξαφνικά θα συναντήσουν δύο χωροφύλακες που, χάρη ενός απλού ελέγχου, διακινδυνεύουν την αποκάλυψη της αποστολής του Μπόρντο. Ο Μπόρντο δεν θα διστάσει: τον έχουν μεγαλώσει ως δολοφόνο και ως δολοφόνος θα αντιδράσει. Γιατί, αναρωτιέται αμέσως μετά η Σιώμου, ο Ίνγκο δεν τον εγκαταλείπει εφόσον γίνεται μάρτυρας ενός τέτοιου εγκλήματος; Η απάντηση που δίνει η νεαρή συγγραφέας δεν μπορεί παρά να μας ξαφνιάσει με τη νεανική αμφισβήτηση των αξιών που έχουμε συνηθίσει, στη ζωή και στη λογοτεχνία, να παίρνουμε ως δεδομένες: «Όπως είπα και πριν, δεν υπάρχει μία σίγουρη απάντηση. Αν όμως θέλετε να μάθετε την ταπεινή μου γνώμη, θα έλεγα ότι ο λόγος που ο Ίνγκο δεν το έβαλε στα πόδια ήταν γιατί, πριν από λίγα μόλις λεπτά, αυτός ο δολοφόνος έπαιζε μαζί του χιονοπόλεμο γελώντας».

Η Αντιγόνη Σιώμου είναι σήμερα 20 ετών. Έγραψε την Κοιλάδα κατά τη διάρκεια των τριών λυκειακών της χρόνων – ένας ακόμη λόγος, δίπλα στην πρωτόγνωρη ωριμότητα της γραφής της, για να σταθούμε και να προσέξουμε αυτό που κομίζει στο συγκαιρινό μας λογοτεχνικό πεδίο η Κοιλάδα. Πρόκειται για τη φρεσκάδα μιας νεότατης συγγραφέα που ακόμη δεν έχει «ωριμάσει», δηλαδή δεν έχει γίνει «μία από τους πολλούς»; Ή έχουμε μπροστά μας ένα ιδιαίτερο ύφος και μια συνειδητή συγγραφική απόφαση, που θα επαληθευτούν με το πέρασμα του χρόνου; Σε μια προσωπική μας επικοινωνία, η Αντιγόνη Σιώμου χαρακτήρισε τον εαυτό της ως «συγγραφέα της αμφιβολίας» – κάτι που συμβαδίζει... απόλυτα με την άρνηση των απόλυτων κατηγοριοποιήσεων που διέπει το έργο της.

Ίσως γι' αυτό, κλείνοντας το πρωτόλειο αλλά πολλά υποσχόμενο μυθιστόρημα Η κοιλάδα, ο αναγνώστης πιάνει τον εαυτό του κυρίως να συλλογίζεται παρά να έχει παρασυρθεί από συναισθήματα ταύτισης. Απολαμβάνουμε το θέαμα αυτού του σχεδόν μπρεχτικά δοσμένου έργου, καθώς κάθε τόσο ακούμε τη συγγραφέα να σκύβει δίπλα μας και να μας σχολιάζει μ' ένα μικρό χαμογελάκι συγγραφικές επιλογές και συμβάσεις ή αιώνια ερωτήματα για τον Θεό, την τύχη, τη βούληση και τα κίνητρα των ανθρώπων. Στο τέλος, η ίδια η συγγραφέας θα σηκωθεί για να κλείσει τη θεατρική σκηνή του βιβλίου μας, κι έπειτα θα γυρίσει και θα απευθυνθεί αποκλειστικά σ' εμάς, τους αναγνώστες. Δεν ξέρει, μας λέει, αν θα ξανασυναντηθούμε. Εμείς, απ' την άλλη, ευχόμαστε ολόψυχα μέσα στα επόμενα χρόνια να μας προσκαλέσει και σε ένα επόμενο λογοτεχνικό ταξίδι.

Σημείωση: Ήρθα σε επαφή με το έργο της Αντιγόνης Σιώμου ως διορθώτρια του βιβλίου της. Η λογοτεχνική ωριμότητα και πρωτοτυπία της νεότατης συγγραφέα μού κέντρισε το ενδιαφέρον πολύ πέρα από το «πεδίο δράσης μου» ως διορθώτριας, με αποτέλεσμα να προκύψει αυτό το κείμενο.

Η κοιλάδαΗ κοιλάδα
Αντιγόνη Σιώμου
Πατάκης
Σελίδες 448
Τιμή € 15,40

 

Εμφανίσεις: 3027

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr