A+ A A-

ΛΙΤΣΑ ΨΑΡΑΥΤΗ: ΠΟΤΕ, ΜΑ ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ… κριτική της Ελένης Σαραντίτη

 

Η γνωστότατη, και κατ' επανάληψιν βραβευμένη, συγγραφέας Λίτσα Ψαραύτη, συχνότατα στα βιβλία της καταπιάνεται με προβλήματα και αγωνίες που κατατρώγουν τις νεανικές ψυχές, βυθίζοντας στην απόγνωση και στο σκότος ζωές που θα έπρεπε να κυριαρχούνται από τη μέθη των ονείρων και της δημιουργίας, και να περιβάλλονται από το φως των ανθισμένων χρόνων. Aς θυμηθούμε το Αυγό της έχιδνας (Έπαινος της Ακαδημίας Αθηνών, Εκδ. Πατάκη, 1996), μα και τα Επικίνδυνα παιχνίδια (Εκδ. Πατάκη, 2013) ή την Εξαφάνιση (Εκδ. Πατάκη, 1996), βιβλία γραμμένα με γνώση και συναίσθηση, ρεαλισμό και μια γλώσσα ευκίνητη κι ευέλικτη, διόλου απωθητική στους νέους. Απεναντίας· γλώσσα μοντέρνα με αποχρώσεις.

Βεβαίως, η δημοφιλής συγγραφέας έχει κυκλοφορήσει και βιβλία ιστορικού περιεχομένου, όπως η θαυμάσια Κασσάνδρα, η μάντισσα της Τροίας (Εκδ. Πατάκη, 2009), Η σπηλιά της γοργόνας (Εκδ. Πατάκη, 2007), Τα δάκρυα της Περσεφόνης (Εκδ. Πατάκη, 1996), αλλά και βιβλία για πολύ μικρά ή λιγότερο μικρά παιδιά, έχει κάνει δε και ωραιότατες μεταφράσεις. Παρουσία συνεχής, εγρήγορη, πασίγνωστη στους εφήβους, με τους οποίους έχει επαφή αδιάλειπτη, με το καινούργιο της βιβλίο κάνει άλλο ένα σταθερό βήμα προς τους νέους και τα αναγνώσματά τους, ξεκινώντας έναν ακόμη ειλικρινή διάλογο στον οποίο τίποτε δεν παρασιωπάται αλλά και τίποτε δεν καταγγέλλεται με ύφος αυθεντίας. Η συγγραφέας, έπειτα από πολυετή θητεία στα γράμματα και στα της ζωής, ξέρει πώς να καταδεικνύει αλλά και γνωρίζει πώς να κατανοεί και να συμμερίζεται. Η στάση της αυτή είναι λυτρωτική και για τους ήρωές της αλλά και για τους αναγνώστες, που την ελπίδα αποζητούν· και στα αναγνώσματα αλλά –κυρίως– στη ζωή.

Η ιστορία είναι των ημερών μας. Μια από τις τόσες δραματικές περιπτώσεις που, δυστυχώς, μας κληροδότησαν το κοντινό παρελθόν και η στάση μας η ανέμελη και συχνότατα άκριτη: Μια οικογένεια πτωχευμένη. Άτομα που ζούσαν στη χλιδή, τώρα φυτοζωούν και μοναχά στη συμπαράσταση συγγενών στηρίζονται. Η κρίση, θα πουν κάποιοι. Ναι, αλλά και η ζωή τους, με την κοσμικότητα, τα περιττά έξοδα, την επίδειξη, τον νεοπλουτισμό, την αποξένωση των γονέων από τα παιδιά τους, καθώς δεν τους περίσσευε χρόνος γι' αυτά, προηγούνταν οι ρηχές κοινωνικές σχέσεις· έπειτα ήταν και τα πανάκριβα σχολεία, τα πολυτελή αυτοκίνητα, ακολούθησε η χαρτοπαιξία, οι σπάνιες αντίκες, κι άλλα κι άλλα, δεν υπάρχει συγκρατημός στις περιπτώσεις αυτές. Η –τετραμελής– οικογένεια ζούσε «το όνειρό της». Ή μάλλον ζούσε στα σύννεφα· και ουδεμία σκέψη για περίσκεψη, αν και τα μηνύματα έφθαναν από παντού και οι κλυδωνισμοί του συστήματος γίνονταν πλέον αντιληπτοί.

Κλύδων ή κλυδασμός καλείτο στην αρχαία ελληνική η ορμή των κυμάτων, η θαλασσοταραχή (Στράβων 182). Κλυδωνίζομαι, πληρούμαι κυμάτων, ταράσσομαι.

Μες στη θαλασσοταραχή βρέθηκε η οικογένεια. Και αφέθηκε εκτεθειμένη «παντί ανέμω». Εν μια νυκτί. Η έφηβη κόρη της οικογένειας, Ηλέκτρα το όνομά της, η οποία είναι και η αφηγήτρια της περιπετειώδους όσο και ενδιαφέρουσας ιστορίας, εξομολογείται: «Αλήθεια, πόσος καιρός έχει περάσει από τότε που όλα ήταν όμορφα και φωτεινά; Κάνω τον λογαριασμό και δεν είναι ούτε ένας χρόνος. Η κατρακύλα ήρθε σαν την ξαφνική καταιγίδα στη μέση μιας καλοκαιριάτικης μέρας. Για να γλιτώσουμε το ακριβό ενοίκιο της μονοκατοικίας στην Πεντέλη, μετακομίσαμε στο ισόγειο διαμέρισμα των παππούδων μας...» Στη Νέα Ιωνία. Εκεί βρήκαν ανοιχτές αγκαλιές κι ένα καταφύγιο να ζεσταθούν οι τρέμουσες ψυχές τους. Πρόστρεξαν με τα ελάχιστα πια υπάρχοντά τους, τα αναγκαία, ενώ κρύσταλλα, πορσελάνες, έπιπλα, πίνακες, αντίκες και μετάξια, ασημικά, σερβίτσια δυσεύρετα, το πιάνο της μικρής, αυτοκίνητα, όλα όσα πληρούσαν μα και αντιπροσώπευαν τη μέχρι τότε ζωή τους, πουλήθηκαν. Σε τιμές εξευτελιστικές. Και τα υπέροχα κοσμήματα της μητέρας παραδόθηκαν στα καταστήματα που έχουν αναρτημένη επιγραφή από χρυσό και αγοράζουν χρυσό και που, δυστυχώς, γέμισαν τον τόπο μας. Η ανάγκη. Και οι απ' αιώνος εκμεταλλευτές που πέφτουν σαν τα κοράκια...

Ευνόητο είναι δε ότι τα παιδιά, από τα ιδιωτικά σχολεία, βρέθηκαν να φοιτούν σε γυμνάσιο δημόσιο, στριμωγμένα, αποξενωμένα στην αρχή, θλιμμένα και απορημένα με τις τόσες αλλαγές, χαμένοι οι παλιοί φίλοι, χαμένα και τα παλιά σχέδια, φευγάτες οι «μεγάλες προσδοκίες». Ευτυχώς, όμως, οι παππούδες παραμένουν βάλσαμο και στήριγμα, στύλοι μυστικοί, υπόσχεση ζωής – αυτοί οι σεβάσμιοι, με τα ολιγοστά εισοδήματα ηλικιωμένοι.

Ανθεκτικά τα παιδιά· η νεότητα βρίσκει κανάλια αντίστασης και κήπους μυστικούς παρηγόρησης. Παραδόξως και η μητέρα προσαρμόστηκε αρκετά εύκολα· εργάζεται, μάλιστα, πωλήτρια σε εμπορικό κατάστημα. Ο μόνος που κατέρρευσε ήταν ο πατέρας. Εξαντλήθηκε ψυχικά και σωματικά. Σωπαίνει και πίνει. Πίνει πολύ, πίνει ανεξέλεγκτα, παθιασμένα, χαμένος σ' έναν κόσμο θολό και απειλητικό. Κοιμάται μεθυσμένος. Ξυπνά για να μεθύσει ξανά. Απελπισία. Και σαν να μην αρκούσαν οι ταλαιπωρίες τους, η Ηλέκτρα ερωτεύτηκε.

«Έρωτα εσύ, με περισσή/ όταν λαβώνεις δύναμη...» Θυμάστε το εξαίσιο τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι από τον Μεγάλο Ερωτικό; Το ερμήνευσε ο Δημήτρης Ψαριανός. Οι στίχοι είναι από το β' στάσιμο της Μήδειας του Ευριπίδη, σε απόδοση Παντελή Πρεβελάκη. Rosa mystica, θάρρεψε πως ήταν αυτός ο –πρώτος– έρωτάς της. Μια αχτίδα στο σκότος που είχε κατακάτσει στην οικογένειά τους. Η ελπίδα στην απόγνωση. Αλίμονο· τον είχε γνωρίσει στο facebook. Και έκρυβε το αληθινό του όνομα, το ποιόν του, την υπόστασή του. Είχε σοβαρότατους λόγους ο εμφανιζόμενος ως Jerry F να πλησιάσει την ανυποψίαστη Ira 14. Συνήθιζαν να ανταλλάσσουν λόγια τρυφερά, λέξεις χαριτωμένες, ερωτικά μισόλογα, ξανοίγονταν· ποιες οι προτιμήσεις τους, τα γούστα τους στη μουσική, κάποτε έκανε και τον ζηλότυπο, ότι τάχα υποφέρει όταν την κοιτούν οι άλλοι, την ήθελε μόνο γι' αυτόν, την αποκοίμιζε με στίχους από τους Onirama: «Αγκαλιασμένοι σαν σχιζοφρενείς/ μακριά από έναν κόσμο που πληγώνει...», γνώριζε ο άθλιος με ποιαν είχε να κάνει, την ήξερε καλά την Ηλέκτρα, ήταν φίλος του αδελφού της κι επειδή η ίδια τον είχε απορρίψει, είχε βάλει εμπρός ένα πανούργο σχέδιο εκδίκησης. Εν τω μεταξύ, η κοπέλα όλο και πιο πολύ επιζητούσε την επικοινωνία μαζί του, όλο και πιο συχνά τον ονειρευόταν με γλυκιά ταραχή. «Το στήθος σου είναι υπέροχο, τ' αγόρια θα τρέχουν από πίσω σου. Θα σε σκέπτομαι την ώρα που θα πάω για ύπνο...» Τέτοια. Κι έλιωνε η Ηλέκτρα. Του είχε παραδώσει τη σκέψη της. Είχε αρπαχτεί από αυτόν σαν ναυαγός από μαδέρι μεσοπέλαγα...

Φυσικά, όλα αυτά τα βίωνε μόνη της παρότι είχε αποκτήσει μια φίλη, την Ερατώ, «που ώρες ώρες αγγίζει ό,τι πιο αθώο, αληθινό και όμορφο κρύβεται μέσα μου...». Άλλωστε, κοινωνική και άτομο γλυκό και λογικό καθώς ήταν, δεν άργησε να αγαπηθεί από καθηγητές και συμμαθητές, να αποκτήσει σχέσεις θερμές, με μοναδική εξαίρεση τον φίλο του αδελφού της, Μπάμπης το όνομά του, και η συμπεριφορά του άγγιζε τη χυδαιότητα· αυτόν, η Ηλέκτρα ούτε που τον πλησίαζε καν.

Τον πλησίασε μια και καλή. Όταν παίχτηκε το φοβερό δράμα. Και όταν αξημέρωτα ακόμη, νικημένη, ταπεινωμένη, πήρε τον δρόμο για το σπίτι της κλαίγοντας, παραπατώντας, ένα ράκος. Αλλά ο Μπάμπης συνέχισε την εκδίκησή του. Ένας φίλος του είχε τραβήξει φωτογραφίες την ώρα που φιλιόταν με την Ηλέκτρα και τις δημοσίευσε στο διαδίκτυο. Άρχισε να την εκβιάζει για να συνεχίζουν τη σχέση τους, ώσπου το κορίτσι έφτασε στα έσχατα όρια της απελπισίας. Τα καταφέρνουν στο τέλος οι νέοι με την ψυχή που βιάστηκε και με τον νου που θρυμματίστηκε; Στην οδυνηρή και εντέλει επίμοχθη περίπτωση της Ηλέκτρας, ναι. Απαιτείται, βέβαια, μόχθος, καρδιά καθαρή και ματιά ανοιχτή, σαν του αγριοπερίστερου άγρυπνη, καθώς θα έλεγε ο Σοφοκλής «πτηνής ως όμμα πελείας». Το κακό έχει τόσους τρόπους να μεταμορφώνεται, να επιβάλλεται, συχνά και να εξουσιάζει.

Για τον λόγο αυτό οι νέοι μας χρειάζονται όσο ποτέ άλλοτε τους συγγραφείς τους. Για ν' ανταλλάξουν μυστικά μαζί τους, για να στηριχθούν με τον λόγο τους, τον οποίο παρακινεί η γνώση και η αγάπη. Για να αισθανθούν την αμοιβαιότητα και τη ζεστασιά που οι ωραίες σελίδες προσφέρουν. Για να γνωρίζουν, να αντιστέκονται και να μη φοβούνται.

Γραμμένο στην καρδιά της κρίσης, απευθυνόμενο στα παιδιά της κρίσης, το βιβλίο της Λίτσας Ψαραύτη δεν ψαύει απλώς τη σύγχρονη ζωή· την ερευνά σε βάθος, φωτίζοντάς τη με τον τρόπο της τον ξεχωριστό.

Ηλικία: άνω των δώδεκα ετών.

Ποτέ, μα ποτέ ξανά...Ποτέ, μα ποτέ ξανά...
Μυθιστόρημα
Λίτσα Ψαραύτη
Πατάκης
146 σελ.
Τιμή € 8,20
1-patakis-link

 

Εμφανίσεις: 2600

ΚΑΘΡΙΝ ΑΠΛΓΚΕΪΤ: Ο ΕΝΑΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ ΙΒΑΝ κριτική της Ελένης Σαραντίτη

 

Σε τόσα έτη αιχμαλωσίας,
πόσα και πόσα χιλιόμετρα
ανυπομονησίας
περπατημένα σε δέκα τετραγωνικά!
[...]
Δεν αγριεύει πια, δεν εξανίσταται·
όχι πως του 'γινε συνήθεια η σκλαβιά
και πως την υποφέρει,
αλλά μονάχα από συναίσθηση περιφρονεί
και στέκεται στο ύψος του!...
Αλέξης Μπάρας, «Λέων αφρικανικός»

Βιβλίο μοναδικό! Ακριβώς σαν τον Ιβάν, τον υπέροχο ήρωά του. Που μπορεί να σε κάνει να δακρύσεις ή μπορεί και να σε κάνει να χαμογελάσεις. Πάντως αμέτοχος δεν θα μείνεις. Ιστορία αγάπης, συμμετοχής και αγώνα. Σελίδες γλυκόπικρες, που όμως στάζουν βάλσαμο στην καρδιά και κόμπους κεχριμπαρένιου μελιού στη σκέψη. Εάν προσθέσω ότι τελειώνοντας την ιστορία της Αμερικανίδας Κάθριν Άπλγκεϊτ, ο αναγνώστης, ανεξαρτήτως ηλικίας, αισθάνεται κατοικημένος από ένα απροσδόκητο έλεος και μια αγάπη που μέχρι τότε αγνοούσε την ποιότητα και την ύπαρξή της, δεν θα υπερβάλω. Σε αυτό άλλωστε οφείλεται η εξαιρετική επιτυχία του έργου παγκοσμίως. «Εάν διαβάσουμε τον Ιβάν, ποτέ πια δεν θα κοιτάξουμε τα ζώα, ιδίως αυτά που βρίσκονται σε κατάσταση αιχμαλωσίας, με τον ίδιο τρόπο. Μέρος της ομορφιάς της ψυχής του Ιβάν θα έχει περάσει, ως διά μαγείας, στη δική μας», γράφτηκε στους New York Times.

«Γεια. Με λένε Ιβάν. Είμαι γορίλας. Δεν είναι τόσο εύκολο όσο νομίζετε. Οι άνθρωποι λένε: Ο γορίλας του αυτοκινητόδρομου. Ο πίθηκος στην έξοδο 8. Ο ένας και μοναδικός Ιβάν, ο φοβερός και τρομερός γορίλας. Εμένα φωνάζουν με αυτά τα ονόματα, αλλά δεν είμαι εγώ. Εγώ είμαι ο Ιβάν, σκέτο Ιβάν, μόνο Ιβάν...» συστήνεται το μεγαλόσωμο φυλακισμένο ζώο μιλώντας μας για το παρόν, διότι αποφεύγει να θυμάται το παρελθόν και την ευτυχισμένη ζωή του πέρα μακριά, στο τροπικό δάσος της Κεντρικής Αφρικής. Αποστρέφει δε το πρόσωπό του από την ημέρα εκείνη που εισέβαλαν οι άνθρωποι. «Όταν μας έπιασαν με την αδελφή μου, μας έβαλαν σ' ένα σκοτεινό κασόνι που μύριζε κατρουλιά και φόβο. Κάτι μου 'λεγε μέσα μου ότι για να ζήσω έπρεπε να αφήσω την παλιά μου ζωή να πεθάνει...» Και αυτό έκανε.

Μα εφόσον είχε περάσει τόσον καιρό χωρίς την παρηγοριά και τη ζεστασιά ενός άλλου πλάσματος δίπλα του, δέχεται σχεδόν με άπληστη χαρά την παρουσία του Μπομπ, ενός πανέξυπνου σκύλου στη φυλακή του, ο οποίος φωλιάζει και συχνά αποκοιμιέται στην κοιλιά του Ιβάν. Έχει και μια φίλη από κελί διπλανό, μια μεγαλόσωμη καλόκαρδη ελεφαντίνα, τη Στέλλα. Είναι και μια κοπελίτσα που του κρατά συντροφιά πολλά απογεύματα, πλάσμα ευαίσθητο και λαμπερό. Τζούλια το όνομά της· πατέρας της ο καθαριστής του Εμπορικού Κέντρου, όπου και το –σε μαρασμό ευρισκόμενο– τσίρκο. Μιλάει μαζί του, του κουβαλά χαρτιά και μπογιές για να ζωγραφίζει μιας και ο Ιβάν, φύση καλλιτεχνική, αγαπά τα σχέδια και τα χρώματα. «Νομίζω πως γεννήθηκα καλλιτέχνης. Ακόμη κι όταν ήμουν μωρό, στην αγκαλιά της μάνας μου, είχα καλλιτεχνικό μάτι...» Ζωγραφίζει συχνά και κάτω από πίεση· ο ιδιοκτήτης του τσίρκου πουλά στους επισκέπτες τα σχέδιά του. Αποτυπώνει αυτά που βλέπει και, αργότερα, αυτά που φαντάζεται. Και αυτά που φέρνει στον νου είναι όμορφα πράγματα. Κάποτε και σοφά. Πάντοτε δε βουτηγμένα στη γλύκα της αγάπης. Πονά η καρδούλα του όταν βλέπει το μολυσμένο πόδι της Στέλλας, κακοφορμισμένο από τις παλιές αλυσίδες. Ανησυχεί διαπιστώνοντας ότι δεν καλείται κτηνίατρος. Θλίβεται όταν βλέπει να καταφθάνει καινούργιος συγκάτοικος: μια παιδούλα ελεφαντίνα, η Ρούμπι. Σκέπτεται τι θα τραβήξει ως να μάθει τα νούμερά της, τρομάζει στον ατέλειωτο εγκλεισμό που την περιμένει, ενώ λέει στην παλιά του φίλη και βαριά άρρωστη πια ελεφαντίνα, τη Στέλλα, που έκλεισε πρόθυμα στην αγκαλιά της τη μικρή νεοαφιχθείσα, να μην ανησυχεί καθόλου κι αυτός θα γίνει ο προστάτης της· ο ίδιος θα τη φροντίσει και θα την οδηγήσει σε μέρος ελεύθερο και ασφαλές. «Σου το υπόσχομαι, Στέλλα», λέει. «Σου δίνω τον λόγο μου ως ενήλικος γορίλας».

Ένας μεγαλόσωμος ενήλικος γορίλας που ζωγραφίζει και που έχει καρδιά αγγέλου και συνείδηση αγωνιστή! Και μια κοπελίτσα καλή κι ανοιχτομάτα που δίνει και παίρνει χαρά, που έχει αίσθηση του δικαίου και μαθαίνει από νωρίς πώς να είναι αλληλέγγυα και πώς να συμπαρίσταται σε όλα τα πλάσματα που δοκιμάζονται, μα και στα άλλα που κυνηγούν το όνειρό τους.

Το τέλος έρχεται με εικόνες γεμάτες φως, αεράκι μυρωμένο, ανοιχτωσιές καταπράσινες, αγάπες, έρωτες και ανάσες ελευθερίας. «"Είσαι ο Ένας και Μοναδικός Ιβάν", φωνάζει ο Μπομπ. "Ο Φοβερός και Τρομερός Γορίλας", ψιθυρίζω».

«Ο Νικητής!» θα πρόσθετα εγώ, δυνατά, για να ακουστώ από όλους εκεί, στην υπέροχη εξοχή των ονείρων της Στέλλας και των αγώνων του Ιβάν και της Τζούλιας.

Η παρούσα, πολύ φροντισμένη έκδοση, με τις μοντέρνες και εκφραστικές εικόνες της Πατρίτσια Καστελάο, έχει και ένα άλλο προσόν: αυτό της μετάφρασης της Κλαίρης Παπαμιχαήλ.

Τέλος, να προσθέσω ότι το μυθιστόρημα χωρίζεται σε μικρά, κοφτά κεφάλαια, μερικά από τα οποία είναι τόσο πυκνά, επιγραμματικά και ποιητικά, ώστε ενεργούν ως στάσιμα ωθώντας τον αναγνώστη σε παραπάνω σκέψεις και συλλογισμούς.

Ο ένας και μοναδικός ΙβάνΟ ένας και μοναδικός Ιβάν
Κάθριν Άπλγκεϊτ
μετάφραση: Κλαίρη Παπαμιχαήλ
εικονογράφηση: Πατρίτσια Καστελάο
Polaris
320 σελ.
Τιμή € 12,20
1-patakis-link

 

Εμφανίσεις: 1916

ΧΡΥΣΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ: ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΧΡΥΣΟΜΑΛΛΟ ΔΕΡΑΣ κριτική της Αρζού Εκέρ Ροδιτάκη

 

Το βιβλίο της Χρύσας Σπυροπούλου Αναζητώντας το Χρυσόμαλλο Δέρας εντελώς περιληπτικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι αφηγείται τις περιπέτειες που ζουν στην επαρχία της Όρντου και στην Κερασούντα της Τουρκίας η Λίζα, ο Άρης και η Ήρα μαζί με την οικογένεια της Λίζας και τον Τούρκο φίλο τους, Καντιρτζάν. Ωστόσο, η συγγραφέας μάς αφήνει να καταλάβουμε ότι το ταξίδι αυτό στην ουσία είναι μία επιστροφή στα εδάφη των προγόνων της. Στο μυθιστόρημα γινόμαστε μάρτυρες των σκέψεων και των συναισθημάτων μονάχα δύο χαρακτήρων: της Λίζας και της Ευανθίας. Η μεσήλικη Λίζα και η έφηβη Ευανθία έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: οι πρόγονοί τους αποσπάστηκαν με την ανταλλαγή από τον Πόντο.

Σε ένα άρθρο της η Χρύσα Σπυροπούλου εξομολογείται ότι στο μυθιστόρημα συμπεριλαμβάνονται αυτοβιογραφικά στοιχεία. Όπως οι πρόγονοι των ηρωίδων της, της Λίζας και της Ευανθίας, έτσι και ο παππούς Μωυσής της συγγραφέως με την ανταλλαγή εγκατέλειψε τα εδάφη όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε. Ως εκ τούτου, το σπίτι στο οποίο μεγάλωσε η συγγραφέας μοιάζει με αυτό της Λίζας. Γι' αυτόν το λόγο οι περιγραφές της θάλασσας, των χρωμάτων του τοπίου, των αποχρώσεων του πρασίνου, των φουντουκιών και των κερασιών του Πόντου δεν είναι απλώς απόρροια της φαντασίας της, αλλά αποτέλεσμα των αφηγήσεων του παππού της, ο οποίος σαν να έλεγε παραμύθι μιλούσε για τα παραδεισένια εδάφη από τα οποία απομακρύνθηκε.

Καθώς διάβαζα τις περιπέτειες των παιδιών, ζωντάνεψαν, χάρη στις εναργείς περιγραφές, οι τόποι όπου διαδραματίζεται η ιστορία με όλα τα χρώματα και τις λεπτομέρειες, και σε αυτό έπαιξε ρόλο λιγότερο η δική μου αναγνωστική ευαισθησία και πολύ περισσότερο η αγάπη της συγγραφέως για τα περιγραφόμενα εδάφη, όπως και η ευκολία με την οποία η αγάπη αυτή μεταφέρεται στον αναγνώστη.

Ένα άλλο θέμα που προσφέρει το βιβλίο σχετίζεται με τη γλώσσα. Οι Έλληνες και οι Τούρκοι χαρακτήρες του βιβλίου επικοινωνούν στην αγγλική γλώσσα, κάτι που δεν θα μπορούσαν ούτε να το φανταστούν οι πρόγονοί τους, αλλά ταυτόχρονα είναι και κάτι που συμβαίνει στις μέρες μας όταν συναντιούνται Τούρκοι και Έλληνες. Μολονότι τα αγγλικά είναι πρακτικά και αποτελεσματικά στην επικοινωνία, δεν είναι η μητρική γλώσσα των δύο πλευρών ή, αλλιώς, δεν είναι η γλώσσα με την οποία αισθάνονται σαν στο σπίτι τους. Αυτό θα μπορούσε να σχολιαστεί θετικά, επειδή μια τρίτη γλώσσα δημιουργεί ισότητα, ωστόσο ταυτόχρονα είναι ένδειξη της απόστασης μεταξύ των δύο λαών. Ο λόγος για τον οποίο αναφέρομαι σ' αυτό το σημείο στη γλώσσα είναι διότι πιστεύω ότι μία από τις «πόρτες» που ανοίγει το βιβλίο στο ζήτημα της πολιτισμικής μνήμης είναι η μητρική γλώσσα. Με μια πρώτη ματιά, μπορούμε να κατατάξουμε το βιβλίο στα εφηβικά αστυνομικά. Όμως, αν το ξανασκεφτούμε, συμπεραίνουμε ότι το βιβλίο έχει λόγο και για ζητήματα πολιτικής, οικολογίας και πολιτισμικής μνήμης. Και επειδή οι πρωταγωνιστικοί χαρακτήρες, τους οποίους παρακολουθούμε και στις πιο ιδιαίτερες στιγμές τους, είναι γυναίκες διαφορετικών γενεών (η Λίζα και η Ευανθία), μπορούμε να πούμε ότι το βιβλίο παρουσιάζει και μία φεμινιστική προσέγγιση.

Η κεντρική ηρωίδα του μυθιστορήματος, η Λίζα, καθώς τριγυρίζει μαζί με τους φίλους της, τον Άρη και τον Καντιρτζάν, στην αγορά της Όρντου, όπου έζησε ο προπάππους της ώσπου αναγκάστηκε να φύγει λόγω της ανταλλαγής των πληθυσμών, συναντά μια ηλικιωμένη γυναίκα. Ενώ ο Άρης δεν καταλαβαίνει τι λέει η ηλικιωμένη, που μιλά ποντιακά, η Λίζα χάρη στα ακούσματα που είχε απ' τη γιαγιά και τον παππού μπορεί και επικοινωνεί μαζί της. Μολονότι ανήκουν σε διαφορετικές γενιές και θρησκείες, και παρότι είναι πολίτες διαφορετικών χωρών, τα ποντιακά γίνονται ένα «σπίτι», το οποίο μπορούν να μοιραστούν μονάχα εκείνες οι δύο γυναίκες για ένα διάστημα. Στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τον Πίνακα των Γλωσσών που Κινδυνεύουν να Εξαφανιστούν της ΟΥΝΕΣΚΟ, στην Τουρκία κινδυνεύουν δεκαοκτώ και στη Ελλάδα δέκα γλώσσες. Τα ποντιακά είναι η γλώσσα που κινδυνεύει και στις δύο χώρες. Η μεταστροφή της πορείας αυτής, όπως υποδεικνύεται και στο βιβλίο, εξαρτάται από τα άτομα που θα προέλθουν απ' τις μεταγενέστερες γενιές, όπως η Λίζα, και θα διεκδικήσουν την πολιτισμική τους κληρονομιά.

Ως εκπαιδευτικός και μητέρα, καθώς διάβαζα το βιβλίο αντιλήφθηκα και τις παιδαγωγικές αξίες που προσφέρει η ιστορία στους νέους αναγνώστες στους οποίους απευθύνεται. Κι αυτό διότι προβάλλεται ως σημαντικό θέμα ο σεβασμός στον Άλλο, στη γλώσσα, στον πολιτισμό του, στη διαφορετικότητα. Επιπλέον, τονίζονται οι φιλικές σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των νέων ανθρώπων και των οικογενειών τους, μολονότι προέρχονται από διαφορετικές χώρες και έχουν όλο το βάρος της Ιστορίας του παρελθόντος. Και δεν είναι τυχαίο ότι ως μότο χρησιμοποιούνται στίχοι του Γιουνούς Εμρέ, Τούρκου ποιητή και τροβαδούρου του 13ου αιώνα, μεταφρασμένοι από τη συγγραφέα (Ελάτε, ας γίνουμε φίλοι, έστω για λίγο,/ Ας κάνουμε εύκολη τη ζωή για μας,/ Ας αγαπήσουμε και ας αγαπηθούμε,/ Κανείς δεν θα ζήσει αιώνια στη γη), ενώ σε πολλά σημεία της ιστορίας δίδονται πληροφορίες που αφορούν την πολιτισμική παράδοση και ιστορία της Τουρκίας.

Στο μεταξύ, γίνεται αναφορά στο ντοκιμαντέρ Πού πας, αδελφέ; το οποίο γυρίστηκε στην Όρντου και στην Κατερίνη κι εξιστορεί τα χνάρια που άφησε η οδυνηρή ανταλλαγή πληθυσμών και στις δύο πλευρές. Το εν λόγω ντοκιμαντέρ παρουσιάστηκε στην Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης το 2011. Ωστόσο, εγώ θέλω να προτείνω ως φάρμακο το βιβλίο Αναζητώντας το Χρυσόμαλλο Δέρας, ως πολιτισμικό προϊόν κατά της παθολογικής κατάστασης που διαπιστώνεται σ' ένα άλλο ντοκιμαντέρ, το οποίο πραγματεύεται τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Το ντοκιμαντέρ έχει τίτλο Η άλλη κωμόπολη, σκηνοθετήθηκε από την Νεφίν Ντιντς και τον Ηρακλή Μήλα και κέρδισε το Βραβείο Θεατών τον Μάρτιο του 2011 στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Οι δύο δημιουργοί της ταινίας στο διάστημα ενός έτους επισκέπτονται τη Δημητσάνα και το Μπιργκί στη Δυτική Ανατολία και συζητούν με τους κατοίκους, και ιδιαίτερα με τους νέους, τη γνώμη τους για τον Άλλο που ζει στην αντίπερα όχθη του Αιγαίου. Στο ντοκιμαντέρ, αφού εξετάζεται το πώς διδάσκεται η Ιστορία στα σχολεία, πώς αναπαρίσταται ο Άλλος στις εθνικές γιορτές, η ρητορική των προβεβλημένων ατόμων και πολιτικών γύρω από το παρελθόν, πώς παρουσιάζεται η Ιστορία στα μουσεία και τα λοιπά, οι δημιουργοί καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι όλα αυτά τα στοιχεία παίζουν σημαντικό ρόλο στην ενίσχυση και παγίωση των στερεοτύπων. Εκείνο που με συντάραξε καθώς παρακολουθούσα την ταινία ήταν το γεγονός ότι η ρητορική, που παρουσιάζει ως εχθρό τον Άλλο, επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τη γενιά της Λίζας, του Άρη και του Καντιρτζάν. Γι' αυτόν τον λόγο έχουν πολλά να μάθουν οι νέοι των δύο πλευρών απ' τη θερμή φιλία των τριών χαρακτήρων του μυθιστορήματος της Χρύσας Σπυροπούλου, οι οποίοι έχουν το πρόσωπο στραμμένο προς την Ιστορία και το μέλλον, όπως το πρόσωπο του Ιανού, και την οποία φιλία η Λίζα ονομάζει «Χρυσόμαλλο Δέρας». Για παράδειγμα, το πρώτο που μπορούν να μάθουν είναι το γκρέμισμα των προκαταλήψεων με τα ταξίδια. Αν οι νέοι του Μπιργκί είχαν επισκεφτεί έστω μία φορά την Ελλάδα και οι νέοι της Δημητσάνας την Τουρκία, αν τα παιδιά μπορούσαν να γνωρίσουν από κοντά τον πολιτισμό του άλλου, θα είχαν τη δυνατότητα να ελέγξουν τη ρητορική με την οποία είναι πολιορκημένα. Συνακόλουθα, γίνεται ελπιδοφόρος ο ενθουσιασμός της Λίζας και του Άρη που είναι έτοιμοι να «αφεθούν» στον πολιτισμό της χώρας στην οποία φιλοξενούνται και την οποία μαθαίνουν, εκτός των άλλων, και απ' τον τουριστικό οδηγό που κρατά στα χέρια του ο Καντιρτζάν.

Ολοκληρώνοντας, θα ήθελα να επιστρέψω στο θέμα της πολιτισμικής μνήμης, η οποία παραμένει και μέσω της διατήρησης και συντήρησης των μνημείων, της αρχιτεκτονικής των κτιρίων. Με αυτή την έννοια, η Εύη Παραδείση σε κείμενό της, το οποίο αναφέρεται στο βιβλίο της Χρύσας Σπυροπούλου, κάνει μία σημαντική κατά τη γνώμη μου διαπίστωση: «Η Λίζα που αντιπροσωπεύει τη νέα γενιά και η Ευανθία που αντιπροσωπεύει τη μέση ηλικία είναι οι "φορείς της μνήμης". Με τις μνήμες που φέρνουν απ' την οικογένεια στις μέρες μας και οι δύο συνάπτουν σχέσεις με διαφορετικό τρόπο. Η Ευανθία σε σχέση με τη Λίζα, ίσως επειδή είναι πιο κοντά στη γενιά που βίωσε το τραύμα της απώλειας, είναι περισσότερο θλιμμένη, περισσότερο τραυματισμένη... Εξάλλου, η ίδια εξομολογείται ότι σε μια στιγμή "αδυναμίας" έκλεψε την εικόνα απ' την εκκλησία του Αγίου Νικολάου».

Καθώς διάβαζα το βιβλίο, αναρωτήθηκα τι γνώμη θα σχηματίσει ο μέσος Τούρκος αναγνώστης σχετικά με αυτούς τους δύο χαρακτήρες. Είναι εύκολο να αγαπήσει τη Λίζα, που ακόμα είναι παιδί. Τι θα κάνουμε όμως με την Ευανθία; Υποψιάζομαι ότι ο χαρακτήρας αυτός καλεί τον αναγνώστη να συνάψει μια διαφορετική σχέση μαζί του. Σκέφτομαι ότι η Ευανθία διαθέτει τη γυναικεία δεξιότητα της ενσυναίσθησης. Ας φανταστούμε για λίγο τις σκέψεις που πέρασαν φευγαλέα απ' το μυαλό της Ευανθίας: «Σε μια εκκλησία που δεν έχει ποίμνιο, που δεν χτυπάει το καμπαναριό της, ποια είναι η ωφέλεια μιας εικόνας την οποία κανείς δεν ασπάζεται; Το πιο σημαντικό: σε ποιον ανήκει η εικόνα και ποιος είναι ο χώρος στον οποίο ανήκει;» Αν φανταστούμε πως αυτές οι ερωτήσεις πέρασαν αστραπιαία απ' το μυαλό της Ευανθίας, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι με τέτοιου ίδιους συναισθήματα απέσπασε την εικόνα.

Επειδή πάντοτε χρειαζόμαστε αφηγήματα και ιστορίες μέσα από τις οποίες οι άνθρωποι αγκαλιάζονται, σας προτείνω να διαβάσετε το μυθιστόρημα Αναζητώντας το Χρυσόμαλλο Δέρας. Ναι, είναι αλήθεια ότι ζήσαμε δεκάδες πίκρες, δεν μπορούμε να το αρνηθούμε και ούτε πρέπει. Όμως είναι αλήθεια ότι, παρ' όλες τις πίκρες, οι άνθρωποι εξακολουθούν να αγκαλιάζονται, κι αυτό είναι μια πραγματικότητα που χρειάζεται να γνωρίζουμε και να θυμόμαστε. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο αξίζει να γράφονται ιστορίες σαν κι αυτή.

Ευχαριστώ τη Χρύσα Σπυροπούλου που μοιράστηκε μαζί μας τις ωραίες της αναμνήσεις, αλλά και επειδή μας έδειξε ότι μπορούμε να βιώσουμε πολλές εμπειρίες. Και, όπως επαναλαμβάνεται στο μυθιστόρημα: «Ποτέ δεν είναι αργά».

[Μετάφραση της κριτικής: Θάνος Ζαράγκαλης]

Αναζητώντας το Χρυσόμαλλο ΔέραςΑναζητώντας το Χρυσόμαλλο Δέρας
Χρύσα Σπυροπούλου
Καστανιώτης
127 σελ.
Τιμή € 8,52
1-patakis-link

 

Εμφανίσεις: 2380

ΠΙΡΣ ΤΟΡΝΤΕΪ: ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΑΓΡΙΜΙ κριτική της Ελένης Σαραντίτη

 

«Ευρηματικό, σε κάνει να κλαις και να γελάς από την αγωνία». THE SUNDAY TIMES
«Έχω να διαβάσω ένα τόσο καλό βιβλίο από την εποχή του The Hunger Games διαβάζουμε στην GUARDIAN CHILDRENS BOOKS.

«Και εφοδιάζει την ψυχή σου με αισθήματα ευθύνης, αλληλεγγύης, θάρρους», θα πρόσθετα. «Εκτός της απολαυστικής, με ασθματικούς ρυθμούς γραφής, και του πρωτοφανούς θέματος», θα συμπλήρωνα.

Ω, μάλιστα. Ένα σπουδαίο μυθιστόρημα για νέους μεταφρασμένο εξαιρετικά από τη Βάσια Τζανακάρη, που μας έχει πλέον συνηθίσει στις σωστές μεταφράσεις.

Δυστοπικό μυθιστόρημα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Και αν η λέξη «δυστοπία» μάς οδηγεί σε έναν κόσμο φανταστικό, κόσμο φόβου και δυστυχίας, δεν διαφέρει σημαντικά από την ουτοπία που και αυτή φανταστικούς κόσμους περιγράφει· ισχυρίζονται μάλιστα ότι η διαφορά των δυο λέξεων έγκειται στο ότι η δυστοπία οδηγεί στη μελλοντική ουτοπία. Όπως χαρακτηριστικά διαπιστώνουμε να συμβαίνει τα τελευταία χρόνια, και στα βιβλία της διάσημης Καναδής συγγραφέως Μάργκαρετ Άτγουντ, η οποία έλαβε το Βραβείο Booker 2000 για το μυθιστόρημά της Ο τυφλός δολοφόνος, βιβλίο επιστημονικής φαντασίας, δυστοπικό όπως χαρακτηρίστηκε, αλλά με κάποια δειλά ανοίγματα προς την ουτοπία.

Εξάλλου, οι δυστοπίες στην τέχνη υπερτονίζουν τα αρνητικά γνωρίσματα σύγχρονων ή μελλοντικών κοινωνιών, όπου η ανθρώπινη διαβίωση και σκέψη έχουν αλλάξει προς το χειρότερο και όπου μικρές ομάδες κραταιών ανθρώπων εξουσιάζουν βάναυσα μεγάλες ομάδες πολιτών, τις οποίες εξαθλιώνουν με τον τυφλό τρόμο και την παντός είδους στέρηση. Και ας θυμηθούμε τον Θαυμαστό καινούργιο κόσμο του Άλντους Χάξλεϊ (1932), ή το 1984 του Τζορτζ Όργουελ (1949) και, επίσης, το Fahrenheit 451, γραμμένο από τον Ρέι Μπράντμπερι το 1953, κινηματογραφημένο από τον Τριφό το 1966, μυθιστορήματα κλασικά που κυκλοφόρησαν σε όλο τον κόσμο και που αναφέρονται σε κοινωνίες μελλοντικές, δυστοπικές, έργα καθαρά επιστημονικής φαντασίας· εάν τότε είχε επικρατήσει ο όρος, δυστοπικά θα χαρακτηρίζονταν και αυτά.

Δυστοπικό, λοιπόν, και Το τελευταίο αγρίμι του Άγγλου (από το Νορθάμπερλαντ) Πιρς Τόρντεϊ ο ήρωας του οποίου, ο δωδεκάχρονος Κέστερ, είναι κλεισμένος σε ένα ανήκουστα σκληρό άσυλο για προβληματικά παιδιά. Είναι όμως προβληματικός ο Κέστερ, γιος του μεγάλου καθηγητή και ζωολόγου, και κορυφαίου κτηνιάτρου, επίσης, Τζέινς; Κάθε άλλο. Είναι ένα γλυκό, ευφυέστατο παιδί, στο οποίο δόθηκε ένα χάρισμα ιερό. Μυστικό χάρισμα, εφόσον ούτε ο ίδιος το γνωρίζει: είναι προικισμένος με την πανάρχαιη και θεϊκή ικανότητα να συνομιλεί με τα ζώα. Και είναι επιπλέον εφοδιασμένος με την αρετή της εντιμότητας· και με αυτήν της υπευθυνότητας. Προσόντα που, όπως θα διαπιστώσει εξαρχής ο αναγνώστης, δεν διαθέτει άλλο πρόσωπο εξ όσων γνωρίζουν τα ζώα του αχανούς Νησιού, τα περισσότερα από τα οποία έχουν προσβληθεί από έναν φοβερό ιό, τον θανατηφόρο «ιό των κόκκινων ματιών». Έχουν, δυστυχώς, απομείνει ελάχιστα από κάθε είδος και επείγονται να φθάσουν σε περιοχή ασφαλή, κάπου όπου δεν θα κινδυνεύουν από την επαφή με τα ασθενή ή ετοιμοθάνατα, σε τόπο όπου θα μπορέσουν να επιβιώσουν. Αναγκαία, λοιπόν, η βοήθεια από έναν άνθρωπο δικό τους· και μάλλον φαίνεται ότι ο άνθρωπός τους είναι ο Κέστερ, τον οποίο απάγουν από την άθλια «Ακαδημία για Προβληματικά Παιδιά».

Αρχηγός στην πορεία προς τη σωτηρία, αλλά και εκείνος που αποφάσισε να κληθεί ο Κέστερ Τζέινς, είναι ένα ελάφι γέρικο μα μεγαλοπρεπές, γεμάτο σοφία και καλοσύνη, εμπρός στο οποίο τα άλλα ζώα παραμερίζουν για να περάσει σαν να είναι βασιλιάς. Και είναι. Διότι είναι και ταπεινό, παρά τη μεγαλοσύνη του· και οι αληθινοί βασιλιάδες είναι –πρωτίστως– ταπεινοί. Γι' αυτό, όταν αντικρίζει το δωδεκάχρονο αγόρι χαμηλώνει το κεφάλι του και μιλά ήσυχα και ευγενικά: «Είμαι η Αυτού Αγριότης και αυτά τα πλάσματα που βλέπεις είναι το αγριάδι μου. Τα τελευταία ζώα που έχουν μείνει ζωντανά. Μας οδήγησαν βόρεια, ως εκεί που τελειώνει η γη, και βρήκαμε αυτή την κρυψώνα...» Και δεν πέρασε πολλή ώρα και κάνει αδιόρατη σχεδόν υπόκλιση, ενώ μιλά συλλογισμένο: «Αυτό το γέρικο ελάφι ζητάει ταπεινά τη συγγνώμη σου. Εγώ σε κάλεσα εδώ. Εγώ έστειλα τα περιστέρια να βοηθήσουν την κατσαρίδα». Και όταν ο Κέστερ απορεί γιατί επέλεξαν αυτόν, ο σοφός και πολυταξιδεμένος αρχηγός απαντά: «Εσύ γιατί νομίζεις, νεαρέ άνθρωπε; Επειδή μπορείς να μας βοηθήσεις να βρούμε θεραπεία! Εσύ μπορείς να πεις στους ανθρώπους ότι τα τελευταία άγρια ζώα ζουν και να μας φέρεις θεραπεία – μια ειδική θεραπεία από την ανθρώπινη μαγεία σας». Αλλά ο Κέστερ Τζέινς, ο οποίος ας το γνωρίζουμε, αφότου είδε τη μητέρα του, που τη λάτρευε, να πεθαίνει πριν από έξι χρόνια, δεν ξαναμίλησε, εναντιώθηκε θυμίζοντάς του ότι είναι άλαλος· του κάκου, βέβαια, διότι το ελάφι τον πληροφόρησε ότι υπάρχουν πολλοί και διάφοροι τρόποι για να γίνει κανείς κατανοητός. Κατόπιν, υποκλίθηκε και ακούστηκε ικετευτικός: «Εμείς όμως έχουμε μόνο εσένα».

Σημειωτέον ότι αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που απάγεται το αγόρι· προηγήθηκε η αρπαγή του από τους δικτάτορες που κυβερνούν παράλογα και άνομα το Νησί, ώστε να εκφοβίσουν τον ερευνητή πατέρα του και να σταματήσει τις έρευνες τις σχετικές με το αντίδοτο που θα θεράπευε τον φυσικό κόσμο από τον επικίνδυνο ιό. Είχαν, μάλιστα, φυλακίσει και τον ίδιο τον επιστήμονα, καθώς προέβαλλε αντίσταση. Βέβαια, οι ίδιοι οι καταχραστές της ελευθερίας και της ζωής των κατοίκων ολόκληρου του Νησιού, ανθρώπων και ζώων, ιδρυτές της επιχείρησης «Φακτόριουμ» έχουν διαδώσει (ψευδώς) ότι κινδυνεύουν και τα ανθρώπινα πλάσματα από τον δολοφονικό ιό και γι' αυτό κατασκεύασαν –οι ίδιοι οι εξουσιαστές– ένα παχύρρευστο υγρό, που προσφερόταν ως μοναδική τροφή στους εξουθενωμένους και σχεδόν υποδουλωμένους πολίτες.

Θα μπορούσα να μιλώ ατέλειωτα γι' αυτό το βιβλίο. Για την εξαιρετική γραφή του, τη συμπόρευση και αγωνία, για τον αγώνα του ήρωα και των συμπολεμιστών του των ζώων, για ό,τι αποτυπώνει ή αναδεικνύει. Όμως το αφήνω στα χέρια, στη συνείδηση και την κρίση (μα και την απόλαυση) του νεαρού ή και του μεγαλύτερου αναγνώστη. Τούτο μόνο θα προσθέσω, παντοτινά και αθεράπευτα έκπληκτη: Πώς ομάδες ολόκληρες σοβαρών ανθρώπων, κοινότητες, κοινωνίες προηγμένες κάποτε, εμπρός στον παραλογισμό, την ισχύ και τη βία των δυναστών, σκύβουν το κεφάλι με ντροπή και μοιρολατρία κι ας επιθυμούν διακαώς το καλό και το ωραίο, το δίκαιο και τη χρηστή ζωή; Συνέβη κατ' επανάληψιν, συμβαίνει και τώρα, και θα επαναλαμβάνεται· δυστυχώς. Η μοναδική και σίγουρη ελπίδα μας, όμως, είναι η ύπαρξη ανθρώπων σαν τον Κέστερ. Που η καρδιά του τον οδήγησε εκεί που του ταίριαζε: στην ελευθερία και στη συναδέλφωση, στην προσφορά και στη γενναιότητα, στον σεβασμό σε όλα τα πλάσματα και, τέλος, στην ευτυχία που χαρίζει η συνείδηση του ευγενικού, αν και επίπονου, αγώνα.

Ηλικία: άνω των έντεκα ετών.

ΥΓ. Υπενθυμίζω άλλα επιλεγμένα μυθιστορήματα φαντασίας για νέους, για τα οποία έχω γράψει παλαιότερα: Κόλιν Μέλοου, Το αγριόδασος (Πατάκης), Τζον Μπόιν, Μπάρναμπι Μπρόκετ (Ψυχογιός), Λίσα Πράις, Στάρτερς (Καλέντης), Χένρι Τσάνσελορ, Το μυστικό του μουσείου (Τόπος) κ.ά.

Το τελευταίο αγρίμιΤο τελευταίο αγρίμι
Πιρς Τόρντεϊ
μετάφραση: Βάσια Τζανακάρη
Μεταίχμιο
369 σελ.
Τιμή € 14,40
1-patakis-link

 

Εμφανίσεις: 3195

ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ: ΠΩΣ ΝΑ ΜΙΛΗΣΕΤΕ ΣΤΟΥΣ ΓΟΝΕΙΣ ΣΑΣ ΓΙΑ… της Εύης Αθανασιάδου

 

Από το 2009, όταν ξεκίνησε τη λειτουργία της η Γραμμή Στήριξης Παιδιών και Εφήβων 116111, μέχρι σήμερα, έχουμε συζητήσει με χιλιάδες παιδιά και εφήβους. Η επικοινωνία μαζί τους άλλοτε μας συγκίνησε, άλλοτε μας ανησύχησε, κάποιες φορές μάς προβλημάτισε, αλλά σίγουρα μας διακίνησε έντονα συναισθήματα και την ανάγκη να είμαστε εκεί για εκείνους ακόμα και σε δύσκολες συνθήκες. Νομίζω ότι είναι πολύ σημαντικό πως όλη αυτή την αρχικά ακατέργαστη και έντονη συναισθηματικά εμπειρία καταφέραμε ως ομάδα να την αντέξουμε, να την κατανοήσουμε και να την εμπεριέξουμε συναισθηματικά, αλλά και να τη μετουσιώσουμε σε μία δημιουργική διαδικασία, όπως είναι η συγγραφή αυτού του βιβλίου. Το βιβλίο αυτό, λοιπόν, αποτελεί αφενός μία κατάθεση αυτής της συχνά τρικυμιώδους διαδρομής μέσα από την επικοινωνία μας με τους εφήβους, ενδεικτικής όπως θα φανεί παρακάτω και της εσωτερικής τους ενδοψυχικής αναταραχής• αφετέρου, την προσπάθεια οργάνωσης μίας εμπειρίας με έναν τρόπο έτσι ώστε να μπορεί ο κάθε έφηβος, γονιός, εκπαιδευτικός να τη χρησιμοποιήσει για να κατανοήσει καλύτερα τον εαυτό του, το παιδί του, τους άλλους.

Ένας όμως από τους πιο σημαντικούς στόχους της Γραμμής αλλά και του βιβλίου είναι η διευκόλυνση και η υποστήριξη μίας επικοινωνίας και ενός διαλόγου, που είναι απαραίτητο να ξεκινήσει μέσα στις οικογένειες, μέσα στα σχολεία αλλά και ανάμεσα στους εφήβους για όλα τα θέματα που απασχολούν τα παιδιά μας, και τελικά όλους μας σε όλη μας τη ζωή, και εκφράζονται τόσο έντονα και καθαρά κυρίως στην εφηβεία: τη ζωή, τον έρωτα, τον θάνατο. Ίσως ακριβώς αυτό να είναι και το δύσκολο στην αντιμετώπιση των πιεστικών και σοβαρών ερωτημάτων που θέτουν με αμεσότητα οι έφηβοι. Το γεγονός ότι κάποτε ή και σήμερα όλοι μας προσπαθούμε να τα διαπραγματευτούμε μέσα μας, με τους γονείς μας και τώρα με τα παιδιά μας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι σημαντικός αριθμός κλήσεων γίνεται από εφήβους που αρχικά δοκιμάζουν να δουν ότι κάποιος είναι στην άλλη άκρη της γραμμής για να τους ακούσει. Συχνά μένουν σιωπηλοί ή άλλοτε ρωτούν: «Τι είστε εκεί; Μπορώ να μιλήσω; Οι κλήσεις καταγράφονται;» Τα θέματα που απασχολούν τους εφήβους, οι οποίοι καλούν, και αντανακλώνται και στη θεματολογία αυτού του βιβλίου μπορεί να σχετίζονται με την ηλικιακή φάση, δηλαδή την αυτονομία-ανεξαρτητοποίηση, σχέση με γονείς και συνομιλήκους, αλλά και το σταδιακά αυξανόμενο ερωτικό ενδιαφέρον για το άλλο φύλο και τα ερωτήματα για τη σεξουαλικότητα. Επίσης, ολοένα και αυξανόμενος αριθμός εφήβων δυσκολεύεται να μιλήσει για αυτά τα ευαίσθητα θέματα στους γονείς ή και σε άλλους ενήλικες και μοιάζει να αναζητά απαντήσεις στο διαδίκτυο ή τους συνομιλήκους. Είναι οι ίδιοι έφηβοι που με δισταγμό καλούν στη Γραμμή.

Σε όλα αυτά τα ερωτήματα συχνά οι σύμβουλοι της Γραμμής ενισχύουν τους εφήβους να μιλήσουν στους γονείς τους για όσα τους απασχολούν. Και εκείνοι απαντούν: «Δεν μπορώ να μιλήσω. Δεν θα με καταλάβουν. Φοβάμαι ότι αν τους το πω θα με απορρίψουν ή θα τους στενοχωρήσω. Έχουν κι αυτοί τα δικά τους». Σε αυτή τη δυσκολία, οι σύμβουλοι προσπαθούν να βοηθήσουν τους εφήβους να ξεπεράσουν τον φόβο και την ενοχή για όσα πρωτόγνωρα συναισθήματα μπορεί να έχουν και να μιλήσουν στους γονείς τους γι' αυτά, αλλά ταυτόχρονα προσπαθούν να υποστηρίξουν τους γονείς στο να ακούσουν τα παιδιά τους αφήνοντας πίσω τις προκαταλήψεις και τους φόβους που μπορεί να προέρχονται από τις δικές τους εμπειρίες και βιώματα.

Για να μπορέσει λοιπόν ένας έφηβος να μιλήσει στους γονείς του, φαίνεται πως χρειάζεται να υπάρχουν κάποιες βασικές προϋποθέσεις: 1. Ένα αίσθημα ασφάλειας και εμπιστοσύνης, που προέρχεται από ένα οικογενειακό περιβάλλον όπου οι γονείς δίνουν το μήνυμα ότι είναι ανοιχτοί, σταθεροί και δεν χάνουν την ψυχραιμία τους από τις αντιδράσεις, αναρωτήσεις και δοκιμασίες του εφήβου, και 2. Η δυνατότητα των γονιών και των παιδιών να διεργαστούν τα συναισθήματα που προκαλούνται από τη διαφοροποίηση και αυτονόμηση του εφήβου από εκείνους, έτσι ώστε να είναι αποδεκτό ότι ο έφηβος δεν είναι πλέον ένα παιδί και δεν μπορεί να ανταποκρίνεται πάντα στις προσδοκίες και τις ανάγκες τους, παρά διαμορφώνει τη δική του προσωπικότητα και χρειάζεται τα συναισθήματα, οι επιθυμίες και οι ιδέες του να ακούγονται και να γίνονται σεβαστά.

Τα δύο τελευταία χρόνια, η οικονομική και κοινωνική κρίση έχει διαμορφώσει ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο οι έφηβοι φαίνεται να έχουν χάσει το ασφαλές, αξιόπιστο και οργανωμένο πλαίσιο που χρειάζονται για να μπορέσουν μέσα από μια σειρά ταυτίσεων με αξίες και πρότυπα, αλλά και διαφοροποιήσεις, να διαμορφώσουν τη δική τους ταυτότητα. Πολλοί έφηβοι δείχνουν μπερδεμένοι, μιλούν για μοναξιά και φόβο στο να μοιραστούν τα προβλήματά τους, και συχνά αποφεύγουν να μιλήσουν για συναισθήματα. Αυτό συναντά και μία τάση της ίδιας της φύσης της εφηβείας προς μία εκτόνωση της ψυχικής διέγερσης περισσότερο μέσα από την πράξη, την εκδραμάτιση, όπως λέμε, και την αποφυγή της ψυχικής επεξεργασίας των εμπειριών. Έτσι, συναντάμε περισσότερο από πριν εφήβους που γίνονται βίαιοι προς τους άλλους ή τον εαυτό τους ή έχουν παραβατική συμπεριφορά, εκφοβίζουν ή συνάπτουν ερωτικές σχέσεις χωρίς να ξέρουν γιατί.

Από την άλλη Γραμμή, οι γονείς αντίστοιχα μιλούν για τα δικά τους προβλήματα. Εκφράζουν έντονες αγωνίες για τα παιδιά τους και παραδέχονται ότι δεν έχουν την ψυχραιμία να αντιμετωπίσουν ακόμα και καθημερινά ζητήματα ορίων, αλλά και εύκολα θυμώνουν και χάνουν τον έλεγχο. Ίσως γιατί κάποιοι γονείς αισθάνονται και οι ίδιοι να έχουν χάσει τον έλεγχο της δικής τους ζωής.

Πιστεύω, λοιπόν, ότι σε αυτή την ιδιαίτερη συγκυρία, ο ρόλος μίας τέτοιας γραμμής και της εμπειρίας μας όπως αποτυπώνεται μέσα σε αυτό το βιβλίο είναι σημαντικός και πολύπλευρος. Είναι σημαντικό οι έφηβοι να αισθανθούν ότι υπάρχει κάποιος κοντά τους, ο οποίος έχει τον χρόνο και τον ψυχικό χώρο να τους ακούσει σε ό,τι και αν έχουν να πουν και να προσπαθήσει με κατανόηση και σεβασμό να σκεφτεί μαζί τους τι είναι καλύτερο γι' αυτούς, ενδυναμώνοντας έτσι και το αίσθημα μίας προσωπικής εσωτερικής δυναμικής που έχουν οι έφηβοι.

Ίσως τελικά αυτή η δυναμική είναι που κινητοποιεί και εμάς τους ειδικούς που ασχολούμαστε με παιδιά και εφήβους και που μας γεμίζει δημιουργικότητα και ελπίδα. Ας δούμε, λοιπόν, αυτή την επικοινωνία σαν ευκαιρία για εκείνους να διευκολυνθούν στο να μιλήσουν και να επεξεργαστούν όσα τους απασχολούν, αλλά και για εμάς να εμπνευστούμε από τη ζωντάνια τους.

Η Εύη Αθανασιάδου είναι ψυχολόγος, ψυχοθεραπεύτρια παιδιών και εφήβων, υπεύθυνη της τηλεφωνικής συμβουλευτικής υπηρεσίας Ε.Ψ.Υ.Π.Ε.

Πώς να μιλήσετε στους γονείς σας για...Πώς να μιλήσετε στους γονείς σας για...
Συλλογικό
εικονογράφηση: Λήδα Βαρβαρούση
Ε.Ψ.Υ.Π.Ε.
192 σελ.
Τιμή € 15,00
1-patakis-link

 

Εμφανίσεις: 1752

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr