A+ A A-

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ: ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΠΟΙΗΤΗΣ

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ: ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΠΟΙΗΤΗΣτης Ελένης Σαραντίτη

Και να μην ήταν εφέτος η επέτειος των εκατό χρόνων από τη γέννηση του Νικηφόρου Βρεττάκου, και να μην τη γιορτάζαμε με ποικίλες εκδηλώσεις σε όλη την Ελλάδα, με συγκεντρώσεις στις οποίες κυριαρχούν το συναίσθημα και η γνώση τού ότι τείναμε τις χούφτες και ξεδιψάσαμε από αθέατες πλην κελαρυστές πηγούλες του Ταΰγετου, αυτό το βιβλίο θα έπρεπε να γραφτεί. Ήταν μια οφειλή στα παιδιά. Εξάλλου, παιδί και ποιητής συγγενεύουν: στον έρωτα του ονείρου, στο ανυπόκριτο, στην ευσυγκινησία. Στους πολύχρωμους κόσμους μες στους οποίους πλέουν. Στην αντοχή και την ισχύ της φαντασίας.

Όσον δε αφορά τον ποιητή Νικηφόρο Βρεττάκο, είναι ολοφάνερη η εκλεκτική συγγένειά του με το παιδί. Εξού και το –αρκετά παλαιό– χρέος στα παιδιά και τους νέους μας∙ διότι πόσο μπορούν να τα ευφράνουν ή να τους δημιουργήσουν επηρεασμούς και προβληματισμούς, μες στη σχολική αίθουσα, ο λόγος του Λάκωνα ποιητή ο γοητευτικός και σταθερός, οι καθησυχαστικές και ανήσυχες, πάντοτε διαλεχτές και διαυγείς λέξεις του; Τα οράματα και οι ιδέες του, τι χνάρια μπορούν να αφήσουν στις αφύλαχτες παιδικές ψυχές, μέσα από τα σχολικά εγχειρίδια ή, έστω, χάρη σε ένα δάσκαλο με ζήλο και επαρκή γνωριμία με το έργο του; Γι’ αυτό και η ανάγκη ενός βιβλίου που να απευθύνεται σ’ αυτά∙ που να βιογραφεί μεν τον ποιητή, αλλά να μην είναι στεγνή κι ακριβής αναφορά στα της ζωής του, παρά να είναι μια γνωριμία με τους χώρους της ψυχής του και μια προσπάθεια ερμηνείας των ονείρων του: των ποιημάτων του, δηλαδή. Ίσως δε η Αθηνά Μπίνιου είναι το κατάλληλο πρόσωπο γι’ αυτό το αναγκαίο αλλά λεπτό εγχείρημα, μια και ο Νικηφόρος Βρεττάκος ήταν θείος της, αδελφός της μητέρας της, και γνωρίστηκαν καλά και αγαπήθηκαν πολύ σε καιρούς και τότε δύσκολους και επιπλέον οδυνηρούς∙ σε μέρες που μετρούσαν απώλειες ελευθερίας και ψυχών. Φτώχεια, εξορίες, μετανάστευση, οικογένειες απορφανισμένες, ανεργία. Ανάσα και παρηγοριά στην πίεση και το ζόρισμα εκείνης της περιόδου στάθηκε η οικογένεια. Με δεσμούς ισχυρούς και σύμπνοια, συχνά με αυτοθυσία, η ελληνική κοινωνία δεν άφησε το κακό να ισχυροποιηθεί, να απλωθεί.

Όπως οι περισσότερες οικογένειες της πατρίδας μας, και δη αυτές της επαρχίας, η οικογένεια του Κώστα Π. Βρεττάκου ήταν σφιχτοδεμένη. «Γεννήθηκε σήμερα, 1η του Γενάρη του 1912, ο γιος μου Νικηφόρος» χάραξε στο πίσω μέρος της εικόνας της Παναγιάς ο Κώστας Βρεττάκος, διαβάζουμε στην πρώτη σελίδα του βιβλίου της Αθηνάς Μπίνιου το οποίο είναι μεν γραμμένο σαν χρονικό, όπου παρατίθενται τα γεγονότα, από τα μικρά και ασήμαντα έως τα μεγάλα και καθοριστικά, γλιστρούν όμως εκουσίως –και επιτηδείως– πίσω και πέρα από τις αράδες όλα όσα τροφοδότησαν τα όνειρα του ποιητή κι έδωσαν φτερά στις σκέψεις και χρώματα και μουσική στις λέξεις του.

Το βιβλίο αρχίζει από τη στιγμή της γέννησής του και μέσω μιας λιτής στην περιγραφή, όσο και ενδιαφέρουσας διαδρομής, φθάνει στην ύστατη ώρα, οπότε και αποχαιρέτησε γαλήνιος ο ποιητής τη ζωή που τόσο αγάπησε και ύμνησε και το βουνό του, τον Ταΰγετο, που του στάθηκε παρουσία ζωντανή και παντοδύναμη σε λύπες και χαρές, σε απουσίες και επιστροφές. Ανάμεσα στις αφηγηματικές σελίδες της συγγραφέως, και όπου τα κείμενα το καλούν, παρεισδύουν, σαν εξαίσια στάσιμα, αρκετοί από τους στίχους τους Βρεττάκου. «Πολλά χρόνια μετά», γράφει η Αθηνά Μπίνιου, «θα παρομοίαζε τους στίχους των ποιημάτων του με σμήνος πουλιών»:

 

Η ψυχή μου ένας σμήνος

Πουλιών μυριάδων πουλιών…

Φτερούγισαν κι έμειναν

Μέσα στις λέξεις.

 

Στην Πλούμιτσα, στα ριζά του χιονοσκέπαστου Ταΰγετου, στο πατρογονικό κτήμα γεννήθηκε κι απέκτησε συνείδηση του κόσμου ο Νικηφόρος με τα σγουρά μαλλιά, που από νωρίς δέθηκε με τη φύση, την ομορφιά και την πρόνοιά της. Παρατηρούσε με τις ώρες τα ζώα, τα δέντρα, τα πουλιά, τα έντομα. Αργότερα γεννήθηκαν και τα άλλα αδέλφια, καλά περνούσαν, ζωή ευλογημένη και ασφαλής, γονείς στοργικοί και μετρημένοι, μες στο μικρό τους βασίλειο –το κτήμα τους– τα παιδιά συνδιαλέγονταν με το φυσικό κόσμο, με τα πλάσματα που διαρκώς προσφέρουν και ποτέ δεν απαιτούν. Τρεις σχετικοί στίχοι:

 

Κι ένα βουνό

Είναι ένα ποίημα

Που σου γυρεύει να το ακούσεις.

 

Και από την Πλούμιτσα στις Κροκεές. Είχε έρθει η ώρα του σχολείου, πλησίαζε ο καιρός πολλών αποχαιρετισμών. Και πρώτος έφθασε ο αποχαιρετισμός στην αθωότητα: Οι συμμαθητές του δεν τον δέχτηκαν, τον κυνηγούσαν, τον πετροβολούσαν, είχαν βρει ένα στόχο ήπιο, ευγενικό, ονειροπόλο. «Θα περάσει κι αυτό…» αναστέναζε η μητέρα του.

Δημοτικό, Ημιγυμνάσιο Κροκεών, Γυμνάσιο Γυθείου, δυσχέρειες οικονομικές, η αρρώστια του πατέρα, η μοναξιά στο ταπεινό δωματιάκι του Γυθείου, οι άριστες επιδόσεις του Νικηφόρου και τα βιβλία. Που τα αγάπησε απεριόριστα. Βιβλία. Πολλά βιβλία. Κι άλλα βιβλία. Τα αναζητούσε. Τα δανειζόταν. Τα ονειρευόταν. Του έλειπαν. Όταν τα έβρισκε, πετούσε ή αρμένιζε. Αναλόγως. Εν τω μεταξύ έγραφε. Κι έγραφε. Η πρώτη του ποιητική συλλογή ήταν γεγονός: Κάτω από σκιές και φώτα. 1929. Αθήνα.

Στην οποία έφθασε με ελάχιστα χρήματα, έχοντας ελάχιστες γνωριμίες: «Δίχως πανί, δίχως κουπί, αν μας σέρνει ο γιαλός μας, / δίχως άστρο αν μας θέλει η νύχτα…». Γράφτηκε στη Νομική μα την εγκατέλειψε, εργάστηκε ένα διάστημα κι απολύθηκε, πάσχιζε να βρει δουλειά –του κάκου, δύσκολοι καιροί– οπότε τι άλλο, το καταφύγιό του, η Πλούμιτσα. Από όπου έφευγε αραιά και πού.

Και όταν, πολύ αργότερα, χωρίς δουλειά, χωρίς στέγη, παντρεύτηκαν με την αγαπημένη του Πίτσα κι απέκτησαν το πρώτο τους παιδί, έγραψε, κοιτώντας τη γυναίκα του και το βρέφος, τους γνωστούς και υπέροχους στίχους:

           

Μια μυγδαλιά και δίπλα της,

εσύ. Μα πότε ανθίσατε;

Στέκομαι στο παράθυρο

και σας κοιτώ και κλαίω…

 

Υπάλληλος στις Γενικές Αποθήκες Στρατού, εργάτης σε υφαντουργείο, γραφέας στο Υπουργείο Εργασίας, ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Μάλιστα, στην πρώτη γραμμή. Η ήττα. Η Κατοχή. Ο σιωπηλός και μοναχικός θάνατος του πατέρα του, ο Εμφύλιος, οι συλλήψεις. Οι ανακουφιστικές και παρήγορες φιλίες, η δικτατορία. Η ανεργία και η απελπισία. Η φυγή. Ελβετία πρώτα κι αργότερα Παλέρμο. Αυτοεξόριστος. «Ήλιε μου, φεύγω χωρίς μοίρα και χωρίς πατρίδα…» Βέβαια, πανταχού παρούσα η ποίηση. Και στη χαρά και στο χάος.

 

Τι έχει ο Ταΰγετος

Κι είναι σα λίγο ανήσυχος, σα λίγο πικραμένος;

…Κι εσύ έκατσες και του είπες πως μ’ έπιασε κακός καιρός, τάχα βροχή κι αντάρα…

Γύρισε πάλι πίσω! Αγκάλιασε τις πέτρες του!... Πες του πως ήταν ψέματα! Αλλιώς θα πεθάνω!

                                   

Η ζωή ενός εκλεκτού ανθρώπου. Και ενός σπουδαίου ποιητή. Ζωή γεμάτη. Και γεμάτη καρδιά. Είναι περιττό να αναφερθούμε στα βραβεία και στις διακρίσεις του, άλλωστε το βιβλίο είναι ένας πολύ καλός οδηγός διάσωσης, καθώς η ποίηση είναι οδηγός και παραστάτης ζωής, και ο νεαρός αναγνώστης θα έχει την τύχη να γνωρίσει αυτόν το «διασώστη» από μια συγγραφέα που ήταν πλάι του, άνθρωπος δικός του. Και στις φουρτούνες και στην μπουνάτσα.

Ευαίσθητες οι εικόνες της Φωτεινής Μπίνιου (λόγου χάρη στις σελίδες 28, 59 και αλλού) και πολύ ενδιαφέρουσες οι φωτογραφίες που παρατίθενται στο τέλος του βιβλίου, τον τίτλο του οποίου τον περιμέναμε πιο εμπνευσμένο.

Νικηφόρος Βρεττάκος:
Το παιδί που έγινε ποιητής
Αθηνά Μπίνιου
εικονογράφηση: Φωτεινή Μπίνιου
Πατάκης
79 σελ.
Τιμή € 7,00

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr