Nadezhda Mandelstam: «Ελπίδα στα χρόνια της απελπισίας»

Nadezhda Mandelstam: «Ελπίδα στα χρόνια της απελπισίας»

Την εποχή του Μεγάλου Τρόμου

Η Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917, που έδωσε ελπίδες στους ταπεινούς και καταφρονεμένους του κόσμου, ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα του εικοστού αιώνα, σύντομα και μετά τον θάνατο του πρωτεργάτη της του Λένιν έπεσε στα χέρια του Στάλιν, ο οποίος κυβέρνησε τη Ρωσία, δηλαδή τη Σοβιετική Ένωση, με ατσάλινο χέρι, αφού βαθμιαία εξόντωσε όλους εκείνους που συνέβαλαν στην πραγματοποίησή της. Επί των ημερών του Στάλιν καταπατήθηκαν οι ελευθερίες του λαού, δολοφονήθηκαν, βασανίστηκαν και εξορίστηκαν στη Σιβηρία μυριάδες άνθρωποι, ενώ ανάμεσα στα θύματα της τρομοκρατίας που εξαπέλυσε το καθεστώς του υπήρξαν και άνθρωποι του πνεύματος, λογοτέχνες και καλλιτέχνες. Ένας από αυτούς ήταν κι ο εβραϊκής καταγωγής Όσιπ Μαντελστάμ, από τους μεγαλύτερους Ρώσους ποιητές του καιρού του, ο οποίος συνελήφθη για πρώτη φορά το 1934 και, αφού πέρασε από ποικίλες οδύσσειες, πέθανε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης το 1938. Το χρονικό των ταλαιπωριών και των βασάνων του με τη μορφή αναμνήσεων ή εξομολογήσεων το αφηγείται με συναρπαστικό τρόπο η σύζυγος του ποιητή, η Ναντιέζντα Μαντελστάμ, η οποία μοιράστηκε μαζί του τις ταλαιπωρίες του. Όπως γράφει στον πρόλογό του ο Αναστάσης Βιστωνίτης, η Ελπίδα στα χρόνια της απελπισίας ανήκει στα κορυφαία πεζογραφήματα της σοβιετικής λογοτεχνίας και «υπερβαίνει τα όρια του χρονικού, της μαρτυρίας, της βιογραφίας, της κοινωνιολογίας ή της ιστορίας».

Το βιβλίο αρχίζει με τη Νεκρολογία του Ιωσήφ Μπρόντσκι (γράφτηκε το 1981) για τη συγγραφέα, η οποία γεννήθηκε το 1899 και πέθανε το 1980. Από τα ογδόντα ένα χρόνια της ζωής της, γράφει ο τιμημένος με το Νομπέλ Λογοτεχνίας το 1987 Ρώσος ποιητής με την αμερικανική υπηκοότητα, τα δεκαεννέα υπήρξε σύζυγος ενός μείζονος ποιητή και τα σαράντα δύο η χήρα του. Και συμπληρώνει καυστικά ότι στη Ρωσία των δεκαετιών του ’30 και του ’40, «το κράτος παρήγε χήρες συγγραφέων σε τέτοια πληθώρα, ώστε στα μέσα της δεκαετίας του ’60 υπήρχαν αρκετές για να συστήσουν σωματείο». Παρακάτω λέει ότι η Ναντιέζντα ως άνθρωπος και ως συγγραφέας «υπήρξε γέννημα δύο ποιητών με τους οποίους συνδέθηκε άρρηκτα η ζωή της: του Μαντελστάμ και της Αχμάτοβα».

Όπως διαβάζουμε, το έγκλημα του Μαντελστάμ για το οποίο καταδικάστηκε σε πέντε χρόνια καταναγκαστικά έργα ήταν ένα ποίημα που έγραψε για τον Στάλιν και τα μουστάκια του:

Ζούμε δίχως να νιώθουμε κάτω απ’ τα πόδια μας τη χώρα,
τα λόγια μας στα δέκα βήματα ψυχή δεν τ’ ακούει τώρα,
κι όπου κουβέντα αρχινούν,
για του Κρεμλίνου τον βουνίσιο κάτι θα πουν.
Χοντρά τα δάχτυλά του, με σκουλήκια μοιάζουν παχιά,
σαν βαρίδια οι κουβέντες του ηχούν με σιγουριά.
Κατσαριδίσια τα μουστάκια του γελούν,
και από τις μπότες του οι λαιμοί λαμποκοπούν….

Ο ποιητής το διάβασε σ’ έναν κύκλο ομοτέχνων του και κάποιος από αυτούς τον κατέδωσε στις αρχές ασφαλείας. Ο χαφιές δεν αποκαλύφθηκε ποτέ – όλοι οι φίλοι, γείτονες και ομότεχνοι του Μαντελστάμ ήταν δυνητικοί χαφιέδες. Πάντως, ειπώθηκε πως ο ποιητής μπήκε στο στόχαστρο των ασφαλιτών όταν χαστούκισε τον συγγραφέα Αλεξέι Τολστόι, ο οποίος ήταν προσκείμενος στο σταλινικό καθεστώς και μετά το χαστούκι έφυγε για τη Μόσχα για να παραπονεθεί στον επικεφαλής της σοβιετικής λογοτεχνίας, τον Μαξίμ Γκόρκι, έναν από τους βασικούς υπερασπιστές του Στάλιν και της πολιτικής του. Η συγγραφέας γράφει πως υπήρχε μια τάση να μεταβληθεί ο Γκόρκι σε μάρτυρα του σταλινικού καθεστώτος, σε υπέρμαχο της ελεύθερης σκέψης και της διανόησης. Ωστόσο, αυτή διαφωνεί, υποστηρίζει πως ο Γκόρκι ήταν πάντα με τον Στάλιν, αρκεί, προσθέτει, να διαβάσει κανείς τα άρθρα, τους λόγους και τα βιβλία του.

Κανείς δεν ήταν δίπλα του τις τελευταίες του στιγμές σε κάποιο κρεβάτι νοσοκομείου ή θαλάμου απομόνωσης. Η ιστορία του, όμως, γραμμένη από τη δυναμική και πεισματάρα Ναντιέζντα που τον αγάπησε γι’ αυτό που ήταν, δηλαδή ένας ευαίσθητος και έντιμος άνθρωπος, έγινε το χρονικό της σταλινικής εποχής, όταν οι άνθρωποι βίωναν σκληρές καταστάσεις, ακόμα και πείνα, μια οδυνηρή πραγματικότητα μακριά, πολύ μακριά, από τα οράματα της Επανάστασης.

Σε κάθε περίπτωση, η Μαντελστάμ περιγράφει με λεπτομέρειες, αλλά με ήπιους τόνους, το κλίμα ανασφάλειας και ζόφου εξαιτίας του τεράστιου δικτύου χαφιέδων που είχε απλωθεί γύρω από τους ανθρώπους της λογοτεχνίας. Υπήρχαν πρώτα οι επαγγελματίες, που ξεχώριζαν από το στρατιωτικό τους παράστημα και πλησίαζαν τους συγγραφείς ζητώντας βιβλία τους χωρίς να έχουν ιδέα από λογοτεχνία. Ήταν, μετά, οι «θαυμαστές» τους, εκείνοι που ανήκαν στον λογοτεχνικό χώρο, συνάδελφοι και γείτονες. Η καχυποψία στον πληθυσμό ξεκίνησε από νωρίς. Στα μέσα της δεκαετίας του ’20, διαβάζουμε, όταν ο Στάλιν πήρε όλη την εξουσία, αποφασισμένος να την κρατήσει με νύχια και με δόντια (ο Λένιν πέθανε τον Ιανουάριο του 1924), η ατμόσφαιρα πήρε να βαραίνει περισσότερο πάνω τους και «οι άνθρωποι άρχισαν ν’ αποφεύγουν τις πολλές επαφές μεταξύ τους». Τότε ο φόβος δεν είχε ακόμα εγκατασταθεί μέσα τους, ωστόσο μόνο τα παιδιά εξακολουθούσαν να εκφέρουν τη γνώμη τους, οι μεγάλοι φύλαγαν τα νώτα τους. Μέχρι το 1937 στη χώρα υπήρχαν μόνο τα ψυχολογικά βασανιστήρια, οι θεωρούμενοι ύποπτοι για αντικαθεστωτική στάση απλώς καλούνταν να μιλήσουν ενώπιον των κομματικών ανακριτών για τις ιδέες τους. Μετά τα βασανιστήρια έγιναν σωματικά, οι ύποπτοι ξυλοκοπούνταν στα κελιά της Ασφάλειας ή σε ειδικά διαμερίσματα. Κι ύστερα ήρθαν οι στημένες δίκες και οι εκτελέσεις των σπουδαίων επαναστατών, οι οποίοι υποτίθεται πως απειλούσαν την μονοκρατορία του Στάλιν. Για τους άλλους, τους μη σημαντικούς πολίτες, ήρθε η εξορία, το ξεσπίτωμα: οι σταθμοί των τρένων ήταν γεμάτες με ανθρώπους που στέλνονταν οικογενειακώς σε μακρινές περιοχές. Ο μεγάλος Φόβος κι ο μεγάλος Τρόμος κυριάρχησαν στην πολύπαθη χώρα.

Ο Όσιπ Μαντελστάμ ακολούθησε τη μοίρα των συμπατριωτών του. Απόλυση από τη δουλειά, απαγόρευση να εργάζεται και να δημοσιεύει, αναζήτηση στέγης, φιλοξενία σε φίλους, δανεικά για να επιβιώσει, μετακινήσεις, εγκατάσταση μακριά από τη Μόσχα, συλλήψεις, κρατήσεις, ανακρίσεις. Τέλος, η αποστολή του σε στρατόπεδο. Οι συνθήκες του θανάτου του δεν έχουν γίνει γνωστές. Πέθανε από αρρώστια ή από τις κακουχίες; Η γυναίκα του ρώτησε ένα σωρό ανθρώπους που ήταν μαζί του στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, μα δεν πήρε ακριβείς πληροφορίες. Κανείς δεν ήταν δίπλα του τις τελευταίες του στιγμές σε κάποιο κρεβάτι νοσοκομείου ή θαλάμου απομόνωσης. Η ιστορία του, όμως, γραμμένη από τη δυναμική και πεισματάρα Ναντιέζντα που τον αγάπησε γι’ αυτό που ήταν, δηλαδή ένας ευαίσθητος και έντιμος άνθρωπος, έγινε το χρονικό της σταλινικής εποχής, όταν οι άνθρωποι βίωναν σκληρές καταστάσεις, ακόμα και πείνα, μια οδυνηρή πραγματικότητα μακριά, πολύ μακριά, από τα οράματα της Επανάστασης.

 

Ελπίδα στα χρόνια της απελπισίας
Nadezhda Mandelstam
Μετάφραση: Σταυρούλα Αργυροπούλου
Μεταίχμιο
578 σελ.
ISBN 978-618-03-1244-7
Τιμή: €16,60
001 patakis eshop


 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΔΙΑΦΟΡΑ
Prosper Mérimée, Stendhal: «Α. ΜΠ. [Μια προσωπογραφία του Σταντάλ], Τα προνόμια»

Από τύχη αγαθή, στα ράφια του περιοδικού Εκηβόλος, που εξέδιδε ο Βασίλης Διοσκουρίδης, βρέθηκε ένα μικρό βιβλιαράκι με σημαντικό περιεχόμενο, άγνωστο στην Ελλάδα γενικώς. Το βιβλιαράκι δόθηκε στον Νίκο Αλιφέρη,...

ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΔΙΑΦΟΡΑ
Joshua Rubenstein: «Οι τελευταίες ημέρες του Στάλιν»

«Την ύστατη στιγμή, άνοιξε ξαφνικά τα μάτια κι έριξε μια ματιά στους πάντες στο δωμάτιο. Ήταν τρομερό αυτό το βλέμμα, παρανοϊκό, ή ίσως θυμωμένο, και γεμάτο φόβο απέναντι στο θάνατο και στα άγνωστα...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: