Γιώργος Βέης: «Ινδικοπλεύστης»
Γιώργος Βέης: «Ινδικοπλεύστης»

Γιώργος Βέης: «Ινδικοπλεύστης»

Ινδικοπλεύστης, «αυτός που έπλευσε στον Ινδικό», τον 6ο αι. μ.Χ., ελληνικής καταγωγής, έμπορος από την Αλεξάνδρεια. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, ινδικοπλεύστης είναι και ο Κωνσταντίνος Βέης που υπηρέτησε ως έφεδρος ασυρματιστής σε πλήρωμα νηοπομπής στον Ινδικό ωκεανό, πατέρας του Γιώργου Βέη, από τον οποίο ο διπλωμάτης, ποιητής και πολυγραφότατος συγγραφέας άκουσε για πρώτη φορά για την Καλκούτα και τη Βομβάη, τη χώρα του Βούδα και του Μαχάτμα Γκάντι. Στη μνήμη του πατέρα αφιερώνονται οι σελίδες του βιβλίου.

Ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του Οδυσσέα, όπως είπε ο Σεφέρης και ο Ντι Μπελέ.Ευτυχισμένος κι ο Γιώργος Βέης Ινδικοπλεύστης που σαν εκείνον τον πρώτο πρώτο, πολυταξιδεμένο ήρωα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, τον ομηρικό Οδυσσέα, ταξίδεψε πολύ, «πολλών ανθρώπων ίδεν άστεα και νόον έγνω».

Ο Ινδικοπλεύστης μας θα πλεύσει στο Μπάλι, στην Ιάβα, στη Τζακάρτα, στην Οσάκα, στο Νέο Δελχί, στο Βιετνάμ. Και εκεί, σ’ αυτούς τους εξωτικούς, για μας, τόπους, θα συλλέξει τη γύρη του.
Εκείνο που προκύπτει και από αυτό, το όγδοο βιβλίο μαρτυριών και παρεκβάσεων του Βέη, είναι η ακόρεστη επιθυμία να δει, να μάθει και να εκτιμήσει, με όσες έννοιες μπορεί να πάρει η λέξη, ό,τι περιπέσει στο αντιληπτικό του πεδίο και να μας το αφηγηθεί έπειτα, σαν ιστοριοδίφης, φιλόσοφος, κοινωνιολόγος, ερευνητής, εξερευνητής τοπίου και ψυχών, συλλέκτης εντυπώσεων, ψυχογράφος και εκτιμητής πολύτιμων εμπειριών και έργων τέχνης και, το κυριότερο, γοητευτικός αναμεταδότης. Πλούσια και πολύχρονη εμπειρία συμπυκνωμένη στη φόρμα ενός βιβλίου. Διακόσιες σχεδόν σελίδες καρπός της εξωτικής αυτής περιοχής, του άλλου ημισφαίριου της Γης.

Ο συγγραφέας αρπάζει τη λεπτομέρεια της στιγμής και εισχωρεί στα σκοτεινά της ρωγμής για να  μεταφερθεί από το αμελητέο στο ουσιαστικό, σ’ αυτό που βρίσκεται στη ρίζα του επιφαινομένου. Ο Βέης απέδειξε για άλλη μια φορά ότι η πεζογραφία του είναι δίδυμη της ποίησής του. Είναι απαιτητική.

Η ξενάγηση αρχίζει από το Μπάλι, με τις ανατροπές και υποτροπές της απόλαυσης και τις «επιφάνειες της λάμψης», τις οποίες ο Βέης θίγει αλλά παραμερίζει για να διαπεράσει στις μέσα πτυχές του πολύτιμου τοπίου και να προβεί στην αναζήτηση «ανανεωμένων ερεθισμών». Τα πράγματα εν ολίγοις δεν είναι απλά ούτε περιγραφικά. Το λαγωνικό του συγγραφέα οσμίζεται αυτό που έρχεται από το πολιτισμικό παρελθόν του τόπου και ως μεταφυσικό στοιχείο «μάχεται να καταργήσει το κενό του κόσμου», φέρνοντας την ισορροπία ανάμεσα στο φαίνεσθαι και το είναι που ζουν παράλληλα. Το πνεύμα που γεμίζει τα κενά υλικοποιείται στα χρώματα που έχουν οι ομπρέλες για να γίνει αντιληπτό. Το κίτρινο για την πρόνοια, το πορτοκαλί για τη συμφιλίωση. Τα δέντρα και τα αγαλματίδια, σαν «αυτοτελή ποιήματα», γίνονται το νήμα της Αριάδνης για τη διείσδυση στον λαβύρινθο της ψυχής αυτού του τόπου, που είναι το σχολείο των αναλυτών, είτε για να το υποτιμήσουν είτε για να το αναγάγουν σε όνειρο διαρκείας αιώνων. Το θέατρο είναι η σωτηρία από την αλήθεια μιας πραγματικότητας. Είτε «κράτος του θεάτρου» το πεις είτε «Θάμπος ενός απρόσιτου άλλου», το Μπάλι είναι ένα απέραντο θέατρο με ηθοποιούς τους κατοίκους του. Η παραπομπή του Βέη στην αισθητική του Χέγκελ, όπου «η εσωτερικότητα του αντικειμένου καθίσταται η εσωτερικότητα του παρατηρητή», δηλώνει πόσο ο παρατηρητής παρακάμπτοντας τη «λάμψη» απέξω επεκτείνει το εγώ του στην «προέκταση της θέας».

Ο Βέης δίνει στη γλώσσα τον χαρακτηρισμό της «φωνητικής γεωγραφίας», το «Σιν κιεν κιεν, σημαίνει: δεν υπάρχει πρόβλημα». Δεν υπάρχει πρόβλημα που η βροχή πιστή στο ραντεβού της αρχίζει πάντα στις 2.30 το μεσημέρι, ούτε που τα ηφαίστεια, ως ταραχοποιοί δαίμονες, ατακτούν, τηρώντας τη μυστική συμφωνία τους με το παγανιστικό στοιχείο της. Ένας τέτοιος δαίμονας, που είχε επιθυμήσει να φύγει σε άγνωστες ακτές, προερχόμενος από τη Γαλλία έφτασε στην Ιάβα, ως μισθοφόρος του ολλανδικού στρατού. Πρόκειται για τον Ρεμπό που, τελικά, αναγκάστηκε να λιποτακτήσει, ωστόσο πρόλαβε να αγγίξει «φάσματα του αιώνιου» και να ακούσει τις φωνές της Ιάβας, τις οποίες και ο Βέης σίγουρα άκουσε και από τον Ρεμπό και από την Ιάβα κατευθείαν. Αυτά όταν είναι κανείς ποιητής και ωτακουστεί σωστά.
Τη δέκα τετραγωνικών χιλιομέτρων καλντέρα, έναν ωκεανό στάχτης περιβάλλει η φανατική βλάστηση (στα ηφαίστεια κλήματα σειρά, λέει ο Ελύτης), όπου τα αντίθετα της ζωής και της φύσης γειτνιάζοντας υπερτονισμένα, νομίζεις πως είναι έτοιμα να εκραγούν («Τα ηφαίστεια» του Κάλβου).

Πόσο μακρινά και πόσο κοινά μοιάζουν όλα. Το παιδί που θυσιάζεται για να κατευνάσουν τα πνεύματα των εξαγριωμένων θεών (Ισαάκ, Ιφιγένεια), το παιδί που έχει δύναμη, ενώ είναι αδύναμο, ο Κεσούμα, π.χ. (ο δικός μας Ηρακλής).

Αλλού το ενδιαφέρον του συγγραφέα έλκουν τα μουσουλμανικά νεκροταφεία με τις πολύχρωμες ομπρέλες, στα δοξαστικά χρώματα των τελετών ή, θα έλεγα, ως αντίδοτο στο δριμύ του μαύρου του θανάτου, που μας διαφοροποιεί αλλά και «πουλιά στα χίλια χρώματα των αποχωρισμών» που μας ενώνει. Συνεπικουρεί ο παρατιθέμενος στίχος του Βαφόπουλου: «Τα πάντα μας χωρίζουν, τα πάντα μας διαφοροποιούν. / Ο θάνατος μονάχα μας ενώνει. / Είναι ο μεγάλος βοσκός, που μαζεύει / στο μαντρί τα πρόβατα» (και κάτι από Σαπφώ εδώ).

Στο θέατρο Σαλιχάρα, η σκόνη σέρνεται και φθέγγεται. Πνοές, πέλματα, θροΐσματα, ρυθμικά αγγίγματα, χρησμοί σε διολίσθηση. Όλα μέρος μιας σκηνοθεσίας που θα αποδείξει την ικανότητα του νέου άρχοντα να διαλογιστεί.

Κάνω παρένθεση για να θυμίσω το σονέτο «Κέρκης» (Για ένα πιάτο χόρτα), όπου μια άλλη σκηνοθεσία εμψυχώνει το βουνό που υποβάλλει τη σοφία «του κρυφού καιρού», ψιθυρίζει μέσα από τις πευκοβελόνες που «σέρνονται όλες μαζί» σαν ψυχές και σαν «λέξεις με νόημα άλλης αλήθειας» για να «ραντίσουν τη γη» με το «ρετσίνι της σοφίας τους». Οι τόποι απέχουν αλλά ο ποιητής του «Κέρκη» και ο ινδικοπλεύστης της απωανατολίτικης παράστασης συμβιούν αρμονικά μέσα στο ίδιο σώμα, αρωματισμένο με το ίδιο ποιητικό πνεύμα.

Η ποιητική ιδιότητα του συγγραφέα θωρεί τον ηθοποιό «πρίγκιπα» σαν ένα «άκρως μεγεθυσμένο χαϊκού». Η μάσκα του δηλώνει τόλμη και υποδηλώνει ότι ο πρίγκιπας είναι ένας «ούτις», ο οποίος στο τέλος θα υποκύψει στην ερωτική πρόκλησης μιας θεραπαινίδας του, λειτουργώντας και υπηρετώντας τη μητέρα Φύση. Θαυμαστά ταιριάζουν όλα και ας είναι μακρινά, γιατί ο Βέης παρακολουθεί την παράσταση σαν αφορμή για αναστοχαστική περιπλάνηση στα ενδότερα της σκέψης και στον αθέατο κόσμο της ανθρώπινης ψυχής. Κρατώ απλώς από την παραπομπή του στον Γιάσπερς, που μεταφέρω απλοποιώντας, ότι αυτός που άγγιξε τις τελικές απαντήσεις δεν μπορεί πλέον να επικοινωνήσει με τους άλλους, διότι έκοψε τις γέφυρες.

Πιο κάτω είναι ο Βούδας, λαξευμένος στον βράχο του από τον 6ο μ.Χ. αι., ήρεμος παρά τους βανδαλισμούς. Ο φιλόσοφος και ο ιστορικός έχει δικαιολογία για την τρέλα, τη βλακεία και την κακία του ανθρώπου, καταθέτει ο Ντέιβιντ Χιουμ. Και ο Βούδας, με τη στάση του, το σχήμα του, τις λεπτομέρειες του γλυπτού πορτρέτου του, είναι μια ολόκληρη εικαστική μελέτη. Είναι η στιγμή που σταθεροποιήθηκε στον χρόνο, η αναπόληση των εικόνων, η νοσταλγία του πνεύματος. Ο τρόπος που κάθεται είναι η περίσκεψη. Το χαμόγελό του είναι μια Τζιοκόντα. Παρά την εξόφθαλμη διαφορά για το μάτι τού μη ειδικού, διακρίνει στον γλυπτό Βούδα κάτι από την πνοή του Πραξιτέλη και τις μέριμνες του Σκόπα. Και αφού όλα τραμπαλίζονται, όπως έλεγε ο Μονταίνιος, τραμπαλίζονται και τα όρη του Καυκάσου, και οι πυραμίδες της Αιγύπτου. Όλα πάνε κι έρχονται· και οι ιδέες και οι καλλιτεχνικές τάσεις, ας προσθέσουμε.

Το τοπίο διδάσκει, είναι ομιλητικό. Οι κορυφές των βουνών σκίζουν τον ουρανό, οι σχισμές είναι γεμάτες σπήλαια, απέξω «οργιάζει το συν του θεάματος», από μέσα «υποπτεύεσαι το μείον της πράξης». Τα αντίθετα ισορροπούν.

Στο Νέο Δελχί, το Ιερό, σαν άτακτο παιδάκι, πηδάει, τρέχει, πετάει, σταματάει, μεταμορφώνεται, παίρνει σάρκα και οστά. Πρόκειται για τον πίθηκο Χάνουμαν των ινδουιστών. Στον δρόμο, μια ποικιλώνυμη αρένα εντυπώσεων, ένας πίθηκος τον πιάνει από χέρι κι ένας άλλος απαιτεί λύτρα για να τον αφήσει. Προσοχή, στον πίθηκο φερθείτε με σύνεση, δεν μπορείτε να τον γελάσετε.

Η ινδική ιδιοπροσωπία καθίσταται τραυματική για τον άνθρωπο της Δύσης που θα προσπαθήσει να την προσεγγίσει. Το εννοιολογικό χάος παραμονεύει. Οι βάναυσες υπεραπλουστεύσεις του περιηγητή και του «τουρίστα» διαστρεβλωτή εμποδίζουν την καθαρή θέαση ενός ασύλληπτου μυστηρίου. Το «καταρχήν αλλοπρόσαλλο, το παράλογο, το αδιανόητο» είναι η άλλη μορφή ενός κανόνα συμπεριφοράς, κώδικα βίου και οικονομικού-πολιτικού ιδεολογήματος. Στους ναούς του Μπεναρές, στην «ανομολόγητη Βομβάη» και στον «σεβάσμιο Γάγγη» ο προσεκτικός ταξιδευτής δεν κατακρίνει, δεν διανοείται να ευτελίσει τα φαινόμενα αλλά «προσπαθεί να μυηθεί … στην ακατάσχετη ετερότητα». Κι αυτό ο Βέης το ονομάζει «γόνιμη συνάρτηση με το εκρηκτικά διάφορο».

Οι Ευνούχοι αποτελούν το μισό εκατομμύριο του πληθυσμού και διεκδικούν μια θέση στο Κοινοβούλιο για να κερδίσουν μια θέση στον κόσμο. Άνθρωποι εκτός φύλου, πάμπτωχοι, με δουλειά υπηρετική και, σε κάποιο βαθμό, αποκλίνουσα ερωτική. Τελικώς το πέτυχαν· απέκτησαν τη θέση και τη θέση του ελλείποντος οργάνου κατέλαβε ο θυμός για ό,τι κάποτε τους συνέβη για να τους βγάλει έξω από τη νόρμα και στην οποία θα τους βάλει η εκλογή στη Βουλή.

Το λαγωνικό του συγγραφέα οσμίζεται αυτό που έρχεται από το πολιτισμικό παρελθόν του τόπου και ως μεταφυσικό στοιχείο «μάχεται να καταργήσει το κενό του κόσμου», φέρνοντας την ισορροπία ανάμεσα στο φαίνεσθαι και το είναι που ζουν παράλληλα.

«Ο προορισμός μας δεν είναι ποτέ ένας τόπος, αλλά μάλλον ένας νέος τρόπος να βλέπουμε τα πράγματα» λέει ο Χένρι Μύλερ. Γιατί επιλέγει αυτό το απόσπασμα ο Βέης ως εισαγωγικό στο επόμενο κεφάλαιο; Γιατί στον σταθμό του λεωφορείου ή τρένου, με κρύο ή ζέστη, ανάμεσα σε άλλους ανθρώπους, υποχρεωνόμαστε να συγχρωτιστούμε και εκ των πραγμάτων να γίνουμε άλλοι, «αθύρματα των συγκοινωνιακών οδών … ροή και αστάθεια» λέει ο Βέης και από μακριά και ο Ηράκλειτος. Σ’ αυτή την ενότητα ο ινδικοπλεύστης θα κάνει μια παρένθεση για να καταθέσει εμπειρίες και απόψεις από σταθμούς της Ευρώπης και της Αμερικής. Ο σταθμός της Χαϊλδεμβέργης, π.χ., υπηρετεί το «υψηλότερο υπηρεσιακό καθήκον», θα εγκωμίαζε και ο Καντ. Κατά το είδος της Σχολής και ο φιλόσοφος και ο σταθμός. Ο σταθμός του «Checkpoint C» μοίραζε το Βερολίνο στα δυο, τον σταθμό στο Χάρλεμ ταράζει οξεία κοινωνική ρήξη, ο σταθμός στο Χονγκ Κονγκ ή Central δείγμα της οικονομικής αλκής αυτής της «Εδεμικής Διοικητικής Περιοχή», όπου κάθε επιβάτης ζει σαν να μην ανήκει εκεί ή πού αλλού. Στο Παρίσι, ο σταθμός Βίκτωρος Ουγκό, γραμμή 6, μία ναρκομανής ζητά βοήθεια (Les Misérablesσε νέα εκδοχή), ο σταθμός του στρατηγού Καμπρόν («Merde»), σε έναν άσπρο τοίχο «Σ’ αγαπώ όπιο, Ζακ Μπρελ» (Jacques Brel – Je t'aime). Οι σταθμοί γενικώς αναβαθμίζουν την αισθητική μας ή την ταξιδιωτική μας επάρκεια. Είναι ένα είδος αναμέτρησης με τον εαυτό μας και, στα καθ’ ημάς, «κατ’ οφθαλμών σ’ έχυτ’ αχλύς» (Οδύσσεια χ), φτάσαμε στον Σταθμό Λαρίσης!

Και από τους σταθμούς στα αεροδρόμια. Η Αλάσκα θωρακίζεται με τον πάγο της να μην την πλήξει η πρόοδος των άλλων. Το Αεροδρόμιο της Μελβούρνης είναι μια εισαγωγή στην ευπρέπεια. Στο Λα Γκουάρντια Ν.Υ. η γιγαντοαφίσα «New York. You love it or leave it» σημαίνει δέξου την όπως είναι ή φύγε. Τι θα πει, όπως είναι. Ο Βέης διπλωματικά μιλάει για την ιδιοσυστασία της. Ο Οδυσσέας Ελύτης είπε, επιστρέφοντας, διπλωματικά και εκείνος, με το Νόμπελ στα χέρια, ότι αγαπάει την Αθήνα «όπως αγαπάει κανείς την ερωμένη του … με τα προτερήματά της και τα ελαττώματά της…» (Αντιφώνηση στον δήμαρχο της Αθήνας). Έτσι και στη Ν.Υ. ο επισκέπτης ενημερώνεται για την αποκοπή του Ενταύθα από το Εκεί («εδώ δεν είναι παίξε γέλασε, εδώ είναι Μπαλκάνια» κατά τον Εγγονόπουλο ή «lasciate ogni speranza, voi ch’ entrate», κατά τον Dante, που λέει και ο Σεφέρης. Τι σημαίνουν όλα αυτά τα εισαγωγικά; Ότι η πόλη θέλει δύναμη να την αντέξεις, αλλιώς μετακομίζεις «στην εποπτεία άλλων εναλλακτικών …» λέει ο Βέης. Στη Ν.Υ., λοιπόν, οι απανταχού της γης αναζητούντες ευκαιρία, οι γράφοντες το έπος των μεταναστών. Το Ντουμπάι χαρακτηρίζεται «παγόνι συνειρμών». Το Χονγκ Κονγκ διαμάντι στην ακρίβεια των αφιξαναχωρήσεων. Το Ντίλι του Τιμόρ, σαν περιποιημένο περιβόλι, της Σιγκαπούρης «αλάτι στο περιηγητικό ψωμί μου», στο Ντίσελντορφ «από το μαύρο στόμα του θαύματος … το μαύρο στόμα της ερημιάς».

Στη Σαϊγκόν, τα νερά γίνονται αστραφτερά, η ανάπτυξη και προσφορά ηδονών αισθητή, το άγαλμα του Ιησού, ο καθολικισμός, ο ηδονισμός, όλα εκεί. Στην αρωματική παγόδα, οι σταλακτίτες, «το πνεύμα της σπηλιάς με περιβάλλει σαν δρώμενο» και ο θεός παρών – «το αληθινό πρόσωπο της καθ’ όλα δημιουργικής φαντασίας».

Ο συγγραφέας αρπάζει τη λεπτομέρεια της στιγμής και εισχωρεί στα σκοτεινά της ρωγμής για να  μεταφερθεί από το αμελητέο στο ουσιαστικό, σ’ αυτό που βρίσκεται στη ρίζα του επιφαινομένου. Ο Βέης απέδειξε για άλλη μια φορά ότι η πεζογραφία του είναι δίδυμη της ποίησής του. Είναι απαιτητική. Ζητά από τον αναγνώστη του προσήλωση στη λεπτομέρεια, αγάπη στη λέξη, την ηρεμία ενός Βούδα σε ό,τι και αν του φανεί παράδοξο, αφαίρεση από την ύλη. Γιατί πίσω από κάθε παράδοξο υπάρχει ερμηνεία με οποιονδήποτε επιθετικό προσδιορισμό (λογική, μεταφυσική, συναισθηματική, υπερβατική ή άλλη). Η φαντασία έχει τον ρόλο της και, για να τη νιώσεις, πρέπει να αφεθείς στη γοητεία της αφήγησης.

 

Ινδικοπλεύστης
Μαρτυρίες, παρεκβάσεις
Γιώργος Βέης
Κέδρος
232 σελ.
ISBN 978-960-04-4779-8
Τιμή: €13,30
001 patakis eshop


 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΔΙΑΦΟΡΑ
Prosper Mérimée, Stendhal: «Α. ΜΠ. [Μια προσωπογραφία του Σταντάλ], Τα προνόμια»

Από τύχη αγαθή, στα ράφια του περιοδικού Εκηβόλος, που εξέδιδε ο Βασίλης Διοσκουρίδης, βρέθηκε ένα μικρό βιβλιαράκι με σημαντικό περιεχόμενο, άγνωστο στην Ελλάδα γενικώς. Το βιβλιαράκι δόθηκε στον Νίκο Αλιφέρη,...

ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΔΙΑΦΟΡΑ
Joshua Rubenstein: «Οι τελευταίες ημέρες του Στάλιν»

«Την ύστατη στιγμή, άνοιξε ξαφνικά τα μάτια κι έριξε μια ματιά στους πάντες στο δωμάτιο. Ήταν τρομερό αυτό το βλέμμα, παρανοϊκό, ή ίσως θυμωμένο, και γεμάτο φόβο απέναντι στο θάνατο και στα άγνωστα...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: