Marina Abramovic: «Περνώντας από τοίχους» κριτική της Ανθούλας Δανιήλ

Marina Abramovic: «Περνώντας από τοίχους»

Μια αυτοβιογραφία μπορεί να είναι πολύ πέρα από αυτό που επικαλείται η ίδια ότι είναι. Θα μπορούσε να είναι ένα μυθιστόρημα, μια μυθιστορηματική βιογραφία, όπου όμως πολλά από τα στοιχεία της θα ήταν ίσως επινοημένα. Το βιβλίο της Μαρίνας Αμπράμοβιτς Περνώντας από τοίχους είναι ένα αυτοβιογραφικό αλλά και πολιτικό και κοινωνικό και ψυχολογικό σχόλιο πάνω στη ζωή, έτσι όπως την έζησε και έτσι όπως εξελίχτηκε και έτσι όπως κατέληξε.

Η Αμπράμοβιτς δεν έχει κανένα πρόβλημα να βγάλει τα άπλυτα στη φόρα, να αποκαλύψει πράγματα τα οποία συνήθως δεν βγαίνουν έξω από τους τοίχους του σπιτιού. Γιατί αυτά που λέει βγαίνοντας από τους τοίχους του σπιτιού θα μπορούσαν να τη στείλουν στη Σιβηρία, αν ήταν Ρωσίδα, επειδή όμως είναι Γιουγκοσλάβα, δεν ξέρω πού θα την έστελνε η συντρόφισσα μάνα της, την οποία το σύστημα είχε τόσο καλά εκπαιδεύσει, ώστε μόνο συντρόφισσα να είναι και μάνα καθόλου. Ήταν όμως καλή βασανίστρια για την κόρη της και, αν η Μαρίνα δεν είχε κληρονομημένο το πείσμα και τις αντοχές της μάνας της, ίσως θα είχε καταλήξει σε κανένα ψυχιατρικό κατάστημα προς φύλαξη. Ουδέν κακόν αμιγές καλού, λέει το αρχαίο ρητό και, στην περίπτωση της Μαρίνας, αποδείχτηκε η αλήθεια του.

Η Σκύλλα και η Χάρυβδη εκπαιδεύουν και τιμωρούν το μικρό κορίτσι σαν θηριοδαμάστριες. Κι επειδή δεν έχουν άντρα –εδώ ο κύριος Φρόιντ θα έκανε καλή δουλειά– δέρνουν τη μικρή και, επειδή φοβάται το σκοτάδι, την κλείνουν στην ντουλάπα. Έτσι, «χτίζεται μέσα μας ο φόβος, από τους γονείς μας, από τους άλλους γύρω μας».

Το κορίτσι γεννήθηκε από δυο όμορφους γονείς που κάποτε, στα δύσκολα χρόνια, ερωτεύτηκαν, όταν, διαδοχικά, εκείνος της έσωσε τη ζωή και στη συνέχεια εκείνη τη δική του. Την έσωσαν τότε για να τη χαραμίσουν αργότερα. Εκείνος ήταν λαϊκό παιδί και ήρωας της πατρίδας, εκείνη από αστική πλούσια οικογένεια, διανοούμενη και σπουδασμένη στην Ελβετία. Όταν βγήκε στο βουνό με τους αντάρτες άφησε πίσω της εξήντα ζευγάρια παπούτσια. Εκείνος ήταν επιπλέον επιρρεπής στο ωραίο φύλο κι εκείνη στον αντίστοιχο βαθμό ζηλιάρα. Έτσι η ευτυχία τούς προσπέρασε και άφησε όλο το πεδίο ελεύθερο στηn γκρίνια και στον καθημερινό αλληλοσκοτωμό. Ο πόλεμος μπορεί για την πατρίδα να τελείωσε, από κεκτημένη ταχύτητα όμως συνεχίζεται μέσα στο σπίτι. Όταν ο πατέρας λείπει η μητέρα δέρνει την κόρη για όποια αιτία. Στο σπίτι αυτό δεν επιτρέπεται να έχεις καμιά αδυναμία, καμιά φιλαρέσκεια, δεν πρέπει να πονάς, να αρρωσταίνεις, να αιμορραγείς, δεν λέμε για το αν πρέπει να είσαι πρώτη μαθήτρια σε όλα τα μαθήματα και σε όλες τις εκδηλώσεις. Αυτό είναι εκ των ων ουκ άνευ.

Για οτιδήποτε από αυτά και πολλά άλλα, απλά, της καθημερινής ζωής, να κάθεσαι άτσαλα στον καναπέ, παραδείγματος χάριν, σε περιμένει ένα γερό χέρι ξύλο και από τη μάνα και από τη θεία. Η Σκύλλα και η Χάρυβδη εκπαιδεύουν και τιμωρούν το μικρό κορίτσι σαν θηριοδαμάστριες. Κι επειδή δεν έχουν άντρα –εδώ ο κύριος Φρόιντ θα έκανε καλή δουλειά– δέρνουν τη μικρή και, επειδή φοβάται το σκοτάδι, την κλείνουν στην ντουλάπα. Έτσι, «χτίζεται μέσα μας ο φόβος, από τους γονείς μας, από τους άλλους γύρω μας».

Και η μικρή μεγαλώνει, με τον μπαμπά να τη φροντίζει κρυφά, από τη μάνα που τη δέρνει φανερά.

Οι κρίσεις της: «Ο κομμουνισμός και ο σοσιαλισμός χαρακτηρίζονται από μια αισθητική που βασίζεται αμιγώς στην ασχήμια», «οικογένειες ολόκληρες ζούσαν σε θηριώδη, άσχημα συγκροτήματα πολυκατοικιών». Ο παππούς και η γιαγιά, το νιόπαντρο ζευγάρι και τα παιδιά του όλοι μαζί στοιβαγμένοι, «τα νεαρά ζευγάρια έπρεπε να πάνε στο πάρκο ή στο σινεμά για να κάνουν σεξ». Ωστόσο η οικογένεια Αμπράμοβιτς, επειδή είναι του κόμματος, έχει ένα πολύ μεγάλο και αριστοκρατικό σπίτι, το οποίο κάποτε ανήκε σε πλούσιους Εβραίους και κατασχέθηκε από τους ναζί στη διάρκεια της Κατοχής. Έχει οχτώ δωμάτια, τεράστιους χώρους, πιάνο, βιβλιοθήκη και πίνακες πολλούς στους τοίχους, γιατί η μαμά εκτός από την υψηλή θέση της στο δημόσιο είναι και είναι διευθύντρια του Μουσείου Τέχνης της Επανάστασης. Ο μπαμπάς υπηρετεί στην ελίτ φρουρά του στρατάρχη Τίτο. Έχει κι έναν αδελφό που η μαμά αγαπά πολύ και η Μαρίνα ζηλεύει πολύ.

Στα δύσκολα χρόνια της εφηβείας φοράει τελείως άκομψα ρούχα, άγαρμπα ορθοπεδικά παπούτσια, χοντρά μυωπικά γυαλιά και γενικώς έχει μια εμφάνιση που λες πως είναι επιλεγμένη για να την τερατοποιεί. Είναι η γραμμή του κόμματος της μαμάς. Η φιλαρέσκεια απαγορεύεται, η κομψότητα, επίσης. Οι κομμουνιστές έχουν «σπαρτιάτικη αποφασιστικότητα που μέχρι και τοίχους περνούσαν» έλεγε και δεν καταδεχόταν να κάνει νάρκωση όταν ο οδοντίατρος της έβγαζε δόντι.

Το βιβλίο ξεπερνάει κατά πολύ την αυτοβιογραφία και εξελίσσεται, μέσα από τα μάτια ενός παιδιού, σε ψυχογραφία, σε οικογενειακή ιστορία, αργότερα σε σκληρό πολιτικό σχόλιο, ενώ οι σελίδες οι αφιερωμένες στα βιβλία, στη μουσική και στη ζωγραφική είναι μικρές ιστορίες τέχνης στο είδος τους.

Όμως σε ό,τι αφορά την παιδεία της κόρης δεν κάνει τσιγκουνιές. Ό,τι θέλει της αγοράζει: δίσκους κλασικής μουσικής και βιβλία. Κι επειδή η μαμά αγαπούσε καθετί γαλλικό, η Μαρίνα διάβασε όλο τον Προυστ, τον Καμί και τον Αντρέ Ζιντ, αλλά συνέπασχε με τον κ. Κ. του Κάφκα, της άρεσε και ο Ρίλκε. Ο μπαμπάς πάλι της έδινε ρωσικά βιβλία να διαβάζει. Εν τω μεταξύ άρχισε να ζωγραφίζει, έμαθε ότι η διαδικασία είναι σημαντικότερη από το αποτέλεσμα, σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών και αποφοίτησε με άριστα.

Σιγά σιγά όμως αρχίζει η αποκαθήλωση του πολιτεύματος. Ο πατέρας κατάλαβε πως όλο το σύστημα ήταν σάπιο, η κυβέρνηση διεφθαρμένη, η άρχουσα τάξη συσσώρευε πλούτο, ενώ ο λαός ζούσε μια ζωή «άχρωμη και θλιβερή». Είκοσι χρόνια μετά την ηρωική περίοδο πέταξε την κομματική του ταυτότητα και αποκήρυξε τον κομμουνισμό. Η Αμπράμοβιτς επιδόθηκε στην περφόρμανς. Έλαβε μέρος σε εκθέσεις, δούλεψε, ταξίδεψε στο εξωτερικό, έφτασε μέχρι την Κίνα. Εκτέθηκε γυμνή μπροστά στο κοινό, αισθάνθηκε ότι το κοινό μπορεί να γίνει επιθετικό, φοβήθηκε αλλά δεν δείλιασε. Αυτή η αρκετά προκλητική καλλιτεχνική της δραστηριότητα ερέθισε την αυστηρή μητέρα, με την οποία είχε ακόμα μια δυνατή σύγκρουση. Η Αμπράμοβιτς απτόητη συνέχισε τη δραστηριότητά της και εξελίχτηκε τόσο ώστε να δημιουργήσει Σχολή. Έζησε και αναδείχτηκε στην Αμερική, αποδεικνύοντας πως η θέληση μπορεί να υποτάξει το σώμα και να θέσει υπό έλεγχο τον πόνο. Από μια άποψη η συντρόφισσα, κομμουνίστρια μάνα είχε γίνει η αιτία για την ανάπτυξη δεξιοτήτων που ένας κοινός και καλοζωισμένος θνητός δύσκολα θα αποκτούσε.

Γενικώς το βιβλίο ξεπερνάει κατά πολύ την αυτοβιογραφία και εξελίσσεται, μέσα από τα μάτια ενός παιδιού, σε ψυχογραφία, σε οικογενειακή ιστορία, αργότερα σε σκληρό πολιτικό σχόλιο, ενώ οι σελίδες οι αφιερωμένες στα βιβλία, στη μουσική και στη ζωγραφική είναι μικρές ιστορίες τέχνης στο είδος τους. Επομένως, διαβάζεται όχι μόνο ως αυτοβιογραφία αλλά και ως ντοκουμέντο πολιτικό, κοινωνικό και ψυχολογικό, καλλιτεχνικό και κυρίως ως παράδειγμα θέλησης για απεξάρτηση από οποιαδήποτε καταδυνάστευση. «Ο μοναδικός τρόπος να … κερδίσεις είναι να μην εγκαταλείπεις ποτέ υπό οποιεσδήποτε συνθήκες» λέει και το απέδειξε εμπράκτως.

 

Περνώντας από τοίχους
Marina Abramovic
Μετάφραση: Αφροδίτη Γεωργάλιου
Ροπή
376 σελ.
ISBN 978-618-82782-6-4
Τιμή: €22,26
001 patakis eshop


 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΔΙΑΦΟΡΑ
John Freely: «Ταξιδεύοντας στη Μεσόγειο με τον Όμηρο»

Μέσα σε δεκαεπτά κεφάλαια ο John Freely αποδεικνύει πόσο είναι ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του Οδυσσέα, όπως προ πολλών, πολλών ετών έχει καταθέσει ο Ντι Μπελαί και όχι μόνον. Ευτυχισμένοι και εμείς που όλο και...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 7
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER