A+ A A-

Δημήτρης Δασκαλόπουλος: «Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου» κριτική της Γεωργίας Κακούρου Χρόνη

Δημήτρης Δασκαλόπουλος: «Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου» κριτική της Γεωργίας Κακούρου Χρόνη


H παραίνεση του Αισχύλου, να αφηγηθεί κανείς τα πρέποντα κι αρμοστά κι όχι τα ανάρμοστα και αρεστά· και μετά η διευκρίνιση της Βιρτζίνια Γουλφ ότι είναι αναγκαίο να μας αφηγηθεί μια ιστορία για να κατανοήσουμε τη ζωή της (και οι δυο ρήσεις χρησιμοποιούνται από τον συγγραφέα, η πρώτη ως μότο του βιβλίου και η δεύτερη του πρώτου μέρους του) χαρακτηρίζουν τον στόχο, το «τι» του βιβλίου, αλλά και τον τρόπο, το «πώς». Και η συγγραφή οδεύει πέρα από τη ζωή του συγγραφέα· στο βιβλίο αναπαρίσταται μια ολόκληρη εποχή. Η προσωπική ζωή διευρύνεται –και πώς αλλιώς μπορεί να συμβαίνει– σε πρόσωπα και καταστάσεις των λογοτεχνικών μας πραγμάτων κατά τις δεκαετίες κυρίως μετά τον πόλεμο έως τον εικοστό πρώτο αιώνα. Και οι ιδιαίτερες αυτές προσωπικές ιστορίες απηχούν την ατμόσφαιρα, το ιστορικό πλαίσιο εντός του οποίου εκτυλίσσονται· ιστορίες εν χώρω και εν χρόνω.

Ο τρόπος της αφήγησης, επειδή λείπουν τα υπονοούμενα, τα κρυφοκοιτάγματα πίσω από την κλειδαρότρυπα, γίνεται αποδεκτός, ακόμη κι εκεί όπου ο αναγνώστης μπορεί να διατηρεί τις επιφυλάξεις του. Ο ίδιος ο συγγραφέας, εξάλλου, δηλώνει στον «Επίλογο»: «Δεν κρίνω, δεν κατακρίνω, απλώς περιγράφω. Απ’ αυτήν την όσο μπόρεσα νηφάλια περιγραφή, ελπίζω ο καλόπιστος αναγνώστης να διακρίνει τη στάση και τη θέση μου για πρόσωπα και καταστάσεις» (σ. 325-326).

«Νηφάλια» είναι πράγματι ο επιτυχής χαρακτηρισμός· ολόκληρο το κείμενο διατρέχει η νηφάλια περιγραφή. Μπορείς να διακρίνεις σε ορισμένες περιπτώσεις την απογοήτευση, την πικρία ή την αγανάκτηση του συγγραφέα, αλλά η όποια συναισθηματική φόρτιση έχει καταλαγιάσει και δεν προδίδεται η αρχή την οποία προέταξε, να μην κρίνει, δηλαδή, ούτε να κατακρίνει, αλλά να περιγράψει.

Το βιβλίο συντίθεται από τρία μέρη, ακολουθεί ο σύντομος «Επίλογος» και κλείνει με το φωτογραφικό, λογοτεχνικό κατά κάποιο τρόπο, υλικό, εκτός από τις δύο πρώτες φωτογραφίες, στις οποίες απαθανατίζονται οι γονείς του συγγραφέα και στη δεύτερη ο ίδιος με τη σύζυγό του Μαρία Στασινοπούλου.

Ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος στο βιβλίο δεν βλέπει μόνο τον συγγραφέα, αλλά όλους όσοι συμβάλλουν έως ότου φτάσει το τυπωμένο βιβλίο στα χέρια του αναγνώστη· μία από τις αρετές που του έχει ενδυναμώσει η βιβλιογραφία. Έτσι, δεν είναι μόνο οι λογοτέχνες, αλλά οι τυπογράφοι –Χρίστος Μανουσαρίδης–, οι διορθωτές, οι επιμελητές, οι εικονογράφοι, οι εκδοτικοί οίκοι που συνωθούνται στις σελίδες του βιβλίου και όλοι έχουν το δίκαιο μοιράδι στη λογοτεχνική μας ιστορία.  

Το βιβλίο, «Χρονικό», όπως το χαρακτηρίζει ο ίδιος ο συγγραφέας του στον αποκαλυπτικό «Επίλογο», γράφεται σχεδόν σε μια πενταετία, όχι με πρόθεση αποτύπωσης της προσωπικής του ζωής, αλλά ως μαρτυρία για τα χρόνια του και τα χαρτιά του κατά τον παλαμικό τίτλο (σ. 325). Γι’ αυτό και σημαντικότατα γεγονότα της προσωπικής του ζωής αποσιωπώνται εντελώς. Σε ό,τι αφορά στη δομή του Χρονικού, ο ίδιος δεν αποκρύπτει ότι η βασική ιδέα προέρχεται από το βιβλίο του Μάριο Βίττι Γραφείο με θέα – Άρθρα και ομιλίες: εργογραφία με αυτογραφικό σχόλιο που κυκλοφόρησε από το ΜΙΕΤ, το 2006 (σ. 187).

Ημερολογιακές καταγραφές που παρεμβάλλονται στην αφήγηση, την επιβεβαιώνουν ή γίνονται αφόρμηση για να παρουσιαστούν πρόσωπα και γεγονότα που έχουν ιδιαίτερο λογοτεχνικό ενδιαφέρον. Το νήμα της αφήγησης διατρέχει τα τελευταία εξήντα χρόνια της λογοτεχνικής ζωής του τόπου, αυτά που σχετίζονται άμεσα και με τη διαδρομή του Δημήτρη Δασκαλόπουλου· αλλά είναι τόσο πολλά, που υπερκεράζουν άλλες μαρτυρίες, όπως την αξιοσημείωτη καριέρα του στην Εθνική Τράπεζα.

Στο πρώτο μέρος, «Ο τόπος – Οι άνθρωποι», τα παιδικά χρόνια στην Πάτρα, στην Αχαγιά και πάλι στην Πάτρα, και μετά τα φοιτητικά χρόνια στη Νομική Σχολή της Αθήνας που θα αποβεί η πόλη της ζωής του από τότε έως σήμερα. Η Πάτρα και η Αχαγιά δεν συγκρότησαν «την έντονη νοσταλγία που νιώθει κανείς για τη γενέθλια γη», έτσι που ο συγγραφέας ομολογεί ότι μεγάλωσε «ανέστιος» (σ. 20).

Χρόνια σκληρά· πόλεμος, Κατοχή, «άσπλαχνες νύχτες», κι ας είναι «κάποτε με μαγευτικό φεγγάρι» (σ. 35). Η συλλεκτική μανία εκδηλώνεται από τα παιδικά χρόνια και στρέφεται αργότερα, κατά τη διάρκεια της φοιτητικής του ζωής, προς τα λογοτεχνικά περιοδικά.

Ο θάνατος των γονιών, ο αδελφός, τα μέλη της ευρύτερης οικογένειας· η ζωή στην Πάτρα και στην Αθήνα. Η δεκαετία του 1960 και όλος ο απόηχος των γεγονότων, πολιτικών και λογοτεχνικών, που τη σημάδεψαν και τον σημάδεψαν. Η Νομική, οι απρόσωποι δάσκαλοί της, τα κουσούρια τους, αλλά και οι εξέχουσες προσωπικότητές της. Οι πρώτες φιλίες, οι πρώτες διακρίσεις, η αναζήτηση, τα πρώτα βιβλία, τα πρώτα περιοδικά, οι πρώτες διαλέξεις. Η σταδιακή ανακάλυψη μιας άλλης Ελλάδας που δεν σχετιζόταν με τον οικογενειακό συντηρητισμό, αλλά ούτε με εκείνη που δίδασκε και πρόβαλλε το σχολείο. Ένα από τα μεγάλα κεφάλαια της ζωής του, που λέγεται «Γιώργος Σεφέρης».
Δημήτρης Δασκαλόπουλος: «Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου» κριτική της Γεωργίας Κακούρου Χρόνη

Το δεύτερο μέρος είναι το εκτενέστερο και τιτλοφορείται «Νέοι Ορίζοντες». Συνεργασίες με λογοτεχνικά περιοδικά, με ελληνιστές του εξωτερικού, με το «βιος μας της ξενιτιάς», όπως πολύ εύστοχα τους χαρακτηρίζει ο συγγραφέας. Στέκομαι μόνο σε μερικούς από τους συνομιλητές του που εύηχα μας επιτρέπει να ακούσουμε τις κουβέντες τους και να τους γνωρίσουμε καλύτερα: Στυλιανός Αλεξίου, Στρατής Τσίρκας, Μάνος Χαριτάτος και Δημήτρης Πόρτολος – μαζί με όλη την παρέα του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου, του ΕΛΙΑ, που υποκατέστησε σε μεγάλο βαθμό «την αδράνεια και τη ραθυμία των επίσημων κρατικών φορέων» (σ. 110) – που του καλλιέργησαν ακόμη περισσότερο το μικρόβιο της βιβλιογραφίας. Γιώργος Κατσίμπαλης, Νάσος Βαγενάς, Ζήσιμος Λορεντζάτος, Μενέλαος Παρλαμάς, Τίμος Μαλάνος, Θανάσης Βαλτινός, Οδυσσέας Ελύτης, Γιώργος Κορδομενίδης, Αλέξανδρος Ξύδης, ο Δ. Ν. Μαρωνίτης, Τίτος Πατρίκιος και Ρένα Πατρικίου, Μανόλης και Νόρα Αναγνωστάκη, Αλέκος Αργυρίου, Φάνης Κακριδής, Χάρης Βλαβιανός, Άλκη Ζέη και τόσοι άλλοι· και τα έτερα μεγάλα κεφάλαια στη ζωή του, η «Κύπρος», ο «Γ. Π. Σαββίδης» και ο «Κ. Π. Καβάφης».

Ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος στο βιβλίο δεν βλέπει μόνο τον συγγραφέα, αλλά όλους όσοι συμβάλλουν έως ότου φτάσει το τυπωμένο βιβλίο στα χέρια του αναγνώστη· μία από τις αρετές που του έχει ενδυναμώσει η βιβλιογραφία. Έτσι, δεν είναι μόνο οι λογοτέχνες, αλλά οι τυπογράφοι –Χρίστος Μανουσαρίδης–, οι διορθωτές, οι επιμελητές, οι εικονογράφοι, οι εκδοτικοί οίκοι που συνωθούνται στις σελίδες του βιβλίου και όλοι έχουν το δίκαιο μοιράδι στη λογοτεχνική μας ιστορία. Οι αναφορές του επίσης στον τρόπο εργασίας του δείχνει και τις αρχές που καλείται να υιοθετήσει ο καλός βιβλιογράφος.

Και η συγγραφή οδεύει πέρα από τη ζωή του συγγραφέα• στο βιβλίο αναπαρίσταται μια ολόκληρη εποχή. Η προσωπική ζωή διευρύνεται –και πώς αλλιώς μπορεί να συμβαίνει– σε πρόσωπα και καταστάσεις των λογοτεχνικών μας πραγμάτων κατά τις δεκαετίες κυρίως μετά τον πόλεμο έως τον εικοστό πρώτο αιώνα.

Το τρίτο μέρος επιγράφεται «Προς τον καινούργιο αιώνα». Το μεγάλο πάθος, τα περιοδικά, που τα έχει σχεδόν όλα διατρέξει και τα βοηθήματα που μας λείπουν για την ευχρηστία τους. Η ανάληψη συνεργασιών στις αθηναϊκές εφημερίδες (επιφυλλίδες και κριτικές βιβλίου), που όσο κι αν αποδείχθηκαν πρόκληση άλλο τόσο εξελίχθηκαν σε άσκηση γραφής (σ. 273). Λογοτεχνικοί διαγωνισμοί, βραβεία, η προβολή του ελληνικού βιβλίου στο εξωτερικό, ΕΚΕΒΙ και Βιβλιονέτ, για όλα υπάρχουν ενδιαφέρουσες πληροφορίες.

Ο αναγνώστης εκτιμά ιδιαίτερα το χιούμορ που αναγνωρίζει ο συγγραφέας στους συνομιλητές του, αλλά που διαθέτει και ο ίδιος. Την αφοπλιστική ειλικρίνεια, ακόμη και σε εξομολογήσεις που δεν τον κολακεύουν, σαν να αποκαλύπτεις σε φίλους τα αμαρτήματά σου που ξέρεις ότι έχουν συγχωρεθεί από τον χρόνο, τις προθέσεις, την ωριμότητα και την εξέλιξή τους. Με τον ίδιο τρόπο δεν στέκεται με μικρότητα στα πάθη και τις αδυναμίες των άλλων. Ευθαρσώς, εξάλλου, έχει μιλήσει δημόσια γι’ αυτά και δεν τα αποκαλύπτει στις τωρινές του σελίδες. Διαθέτει έναν μαγικό τρόπο μετάβασης από το ένα πρόσωπο στο άλλο, από το ένα γεγονός στο άλλο· ως να πρόκειται για μια μεγάλη παρέα και κάποιος αναλαμβάνει τις συστάσεις –και μάλιστα αρκετές φορές σε διαφορετικές χρονικές στιγμές–, μ’ έναν τρόπο όμως που κάνει τα πρόσωπα περισσότερο να αυτοσυστήνονται.

«Παντί άδηλον» (σ. 326) για το τι πρόκειται να συμβεί στον αιώνα που διανύουμε και χαιρετήσαμε με προσδοκίες. Ωστόσο, και στα λογοτεχνικά ειωθότα, πολλά έχουν αλλάξει: «Τα τελευταία χρόνια το παιχνίδι της γραφής μοιάζει με μετοχές εταιρειών που μπήκαν στο Χρηματιστήριο. Καημένε Παπαδιαμάντη, που έγραφες για ένα πιάτο φαγητό (και για λίγα ποτήρια κρασί, έστω...)» (σ. 130).

Ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος με τα χρόνια του και τα χαρτιά του μας προσφέρει ένα σημαντικό Χρονικό· για εμάς και για το λογοτεχνικό μας μέλλον.

 

Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου
Χρονικό
Δημήτρης Δασκαλόπουλος
Πατάκης
344 σελ.
ISBN 978-960-16-6577-1
Τιμή: €15,40
001 patakis eshop

 

Διαβάστε επίσης
ΔΙΑΦΟΡΑ
«Τρία βιβλία του Μίκη Θεοδωράκη» κριτική της Ανθούλας Δανιήλ

Τα θυμάμαι όλα δεν ξεχνώ τίποτε Κάθε φορά που σκέφτομαι τον Μίκη Θεοδωράκη, ειδικά τώρα που πέρασαν τα χρόνια, δεν μπορώ να μη θυμηθώ εκείνη την υπερήφανη στάση που κράτησε στο δικαστήριο και την υπερήφανη φράση...

ΔΙΑΦΟΡΑ
Φραγκίσκος Πουκεβίλ: «Ταξίδι στη δυτική Μακεδονία» κριτική του Απόστολου Σπυράκη

Στα 1798 ο Φραγκίσκος Κάρολος-Ούγος-Λοράν-Λαυρέντιος-Πουκεβίλ κλείνεται για δέκα μήνες στη φυλακή της Τριπολιτσάς. Είχε συλληφθεί από κουρσάρους Αφρικανούς καθώς επέστρεφε από επιστημονική αποστολή...

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr