Γιαννακός -Αλύτης- Βόμβας: «Οι φίλοι μου κι εγώ»
Γιαννακός -Αλύτης- Βόμβας: «Οι φίλοι μου κι εγώ» κριτική της Ανθούλας Δανιήλ

Γιαννακός -Αλύτης- Βόμβας: «Οι φίλοι μου κι εγώ»

Ίσως πολλά βιβλία παρόμοια έχουν γραφτεί, αλλά το συγκεκριμένο δεν συγκρίνεται με κανένα και θα εξηγήσω πιο κάτω γιατί, παρέχοντας τις απαιτούμενες αποδείξεις.

Κατ’ αρχάς, το όνομα. Ο ποιητής και συγγραφέας ονομάζεται Γιάννης Βόμβας. Στα γραπτά του όμως σαν Πρωτέας υπογράφει ως Γιαννακός, Γιαννακός ο εράσμιος, Τζωνάκι, Τζοny, Je vous embrasse Jean, Jean, Ζανώ ή Βαμβαδέλι, Τζονάκις, Τοujoure Votre, Jean Jacques Rousseau, Jean Pierre Αumont, Jean Kepoura, Jeanne D’ Arc, Jean P -Bellmondo, JEAN O DE PUTAIN, Ο κυρ Γιάννης, Ιωάννιος, Mon chers Jean («τι σου είναι η συνήθεια με τας ξένας γλώσσας, δι’ ένα κοσμοπολίτην Βon Viver!!»), Jean de Bombe. Και ρίχνει τη βόμβα, όνομα και πράγμα, δηλαδή. Αλλά και το Αλύτης, πόθεν; Εδώ είναι η αλχημεία, που κανείς δεν μπορεί να την παραβλέψει.

Ο Γιαννακός είναι από τη Μυτιλήνη και σύγχρονος του Οδυσσέα Ελύτη, υπερρεαλιστής βεβαίως και λάτρης του νομπελίστα ποιητή μας, και ως απόγονος της Σαπφούς και άλλων επιφανών δεν θα μπορούσε παρά να δείχνει ευτυχής, μέσα από την παραφθορά του ψευδωνύμου του. Όχι Ελύτης, όχι ελίτ, αλλά Αλύτης, για να υποβάλει με το ακατάλυτο χιούμορ του τον «αλήτη», περιπλανώμενο σε όλα τα είδη της τέχνης, που μεταμόρφωσε μέσα στη δική του ποίηση και πεζογραφία. Για την αντιδιαστολή, λοιπόν, προς τον Ελύτη, έκανε τη δική του «μικρή ασυμφωνία», από Έψιλον σε «Άλφα μείζον» μετατρέποντας το «Ε» του Ελύτη σε «Α». Κι έτσι προσεγγίζει τον Ελύτη, ίδιος και αλλιώτικος, σαν κύμα που πάει κι έρχεται, με γλώσσα αστραφτερή, με φλέβα λυρική, με τον αέρα στα μαλλιά και τα φτερά στους ώμους, με διάθεση να ακουστεί η φωνή του αλλιώς, να τραγουδήσει «έστω και φάλτσα», όπως έλεγε ο Ελύτης. Όχι όμως Ελύτης, αλλά παραπλέων και συμπλέων και συνοδοιπόρος, συμπατριώτης, ομότεχνος, ομοτράπεζος και παρεκκλίνων και αλλιώτικος και σαρκαστής και επαναστάτης και αλλιώς ωραίος. Να θυμίσουμε ότι τα ποιήματα και τα πεζά του Γιαννακού εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του με τη φροντίδα του γιου του, Βάσου Βόμβα.

Γιατί ο Γιαννακός ανήκει στις σπάνιες προικισμένες εκείνες φύσεις με το αστείρευτο πηγαίο ταλέντο, που γράφει και μιλάει αστραφτερά και κεντρίζει τις αισθήσεις και το πνεύμα. Θα πρέπει να ήταν απόλαυση η ζωντανή επικοινωνία μαζί του.

Ο τόμος Οι φίλοι μου κι εγώ είναι ένας θησαυρός σε πολύ ωραία έκδοση, μεγαλοπρεπώς ογκώδης, αντάξιος της πληθωρικής φαντασίας του Γιαννακού, τεκμήριο μιας άλλης εποχής, της οποίας το κοντινότερο σημείο απέχει μισό αιώνα από μας, οπότε, ό,τι εκεί περιλαμβάνεται, είναι πλέον στοιχείο ιστορικό, καθώς και όλο το φωτογραφικό υλικό με την ιστορική παρέα του Γιαννακού στο καφενείο του «Απελλή», στο εξώφυλλο, και με τους ήρωες/αποδέκτες και τις ηρωίδες/αποδέκτριες των γραμμάτων του και των αισθημάτων του, από μέσα. Τα κείμενα είναι κείμενα απευθυνόμενα σε φίλους, αλλά στην ουσία απευθύνονταν στο αναγνωστικό κοινό της εφημερίδας του νησιού, όπου ο Γιαννακός κρατούσε τη στήλη. Εκεί έγραφε ό,τι γινόταν αλλά και ό,τι έφτανε από την υπόλοιπη Ελλάδα και όλο τον κόσμο.

Πρέπει να τονίσουμε με έμφαση ότι η παιδεία του ήταν τόσο μεγάλη, που μπορεί να έκανε αριστοφανικό χιούμορ, όμως ο καλλιεργημένος αναγνώστης έβρισκε στα γραπτά του Γιαννακού μια υψηλής τάξεως κοινωνική και καλλιτεχνική κριτική. Ωστόσο, εκείνο που πρωταγωνιστεί στα κείμενα δεν είναι τα θέματα και οι άνθρωποι –οι «αγάπες» του– είναι η γλώσσα. Η γλώσσα έκπληξη, οι λέξεις χειροβομβίδες που έλεγε ο Ελύτης, οι λέξεις βόμβες που εκτοξεύει ο Βόμβας.

Ο Βάσος Βόμβας, ο γιος δηλαδή του Γιαννακού, γράφει εισαγωγικό σημείωμα, στο οποίο ενημερώνει γιατί προέβη στην έκδοση. Τώρα που ξέρουμε τι περιέχει το βιβλίο, θα λέγαμε πως θα ήταν κρίμα κι άδικο να μην το κάνει και να είχε χαθεί τέτοιος πλούτος που και το νησί αναδεικνύει και την απαστράπτουσα γλώσσα ανακηρύσσει αρχόντισσα. Το υλικό πλούσιο, έξυπνο, ευφυές. Η γλώσσα, με κυρίαρχη την τεχνηέντως διαστρεβλωμένη καθαρεύουσα, με παραβιασμένους όλους τους κανόνες γραμματικής, συντακτικού και προφοράς, συχνά αναμεμειγμένη με «στραμπουλιγμένες» ξένες λέξεις αλλά και τοπικές ιδιωματικές, για να προσδίδουν το ανάλογο ύφος, κατά περίσταση, δείγμα μιας αχαλίνωτης φαντασίας και γλωσσοπλαστικής ικανότητας και μιας ξεχωριστής ταλαντούχας προσωπικότητας. Γιατί ο Γιαννακός ανήκει στις σπάνιες προικισμένες εκείνες φύσεις με το αστείρευτο πηγαίο ταλέντο, που γράφει και μιλάει αστραφτερά και κεντρίζει τις αισθήσεις και το πνεύμα. Θα πρέπει να ήταν απόλαυση η ζωντανή επικοινωνία μαζί του. Και τούτο θα το καταλάβει ο σημερινός αναγνώστης, όταν, μετά τις εισαγωγές, μπει στα κείμενα. Μπει στον γλωσσικό παράδεισο, όπου με ένα δοξάρι κεντά την κατάλληλη χορδή για ν’ ακουστεί η μουσική, φορτωμένη ιδέες, εικόνες, αισθήματα, πληροφορίες, κριτική, σχόλια, επαίνους. Οπωσδήποτε και λοξές ματιές, πονηρές, γεμάτες νόημα χιουμοριστικές, πικάντικες, αφυπνίζουσες, ακκίζουσες, σπαρταριστές. Ο συντάκτης των κειμένων βρίσκεται πάντα σε υψικόρυφη διονυσιακή διάθεση.

Και εκεί ανάμεσα στην πρόζα, ένας δήθεν ρομαντικός στίχος: «Φθινόπωρο! όλα μου μιλούν κι όλα γίνονται στίχοι εντός μου!...»

Και πέρα από τον στίχο, αδιάφορα, και πάλι δήθεν, η φιλολογική λεπτομέρεια, χωρίς να εξαιρείται και η αντρική ματιά ή το στοχαστικό πιο πίσω επίπεδο, εξαντλώντας όλη την επικούρεια κλίμακα της ηδονής: «Το γράμμα σου αγάπη, ήταν δροσερό, σαν ένα καλαμπούρι του Πιτιγκρίλι. Είχεν ένα εσπρίς “πικάντικο”, σαν το φιλί σου να πούμε, ή σαν το Αττικόν άλας, πού πασπαλίζει τώρα τη σάρκινη ζύμη σου».

Στη συνέχεια, θα μπούμε σ’ ένα ρεβεγιόν, γεμάτο ποίηση και μουσική σαν στον πίνακα του Ρενουάρ Dance at le Moulin de la Galette, ας πούμε: «Το σπίτι της ήτον, το άντρον των Μουσών και της κλασσικής ανοησίας, που όλες οι φαλακρές και εξημμένες κεφαλές, ανέβαιναν με προθυμίαν την οδυνηρήν οδόν της Μακαριότητος, για να κάνουν αεροκοπάνισμα και για να ακούσουν και να πουν τη γνώμη τους, γύρω στον Καμούτσο, στον Καββαδία, στον Καβάφη, στον Ναπουλέοντα Lα-παθιάρη και για άλλους οκνούς ποιητές, ν’ ακούσουν ξελιγωμένοι τις “σταγόνες της βροχής”, το “Μινέτο” του Παντερέφσκι και να παθιαναστενάξουν με τα χτικιάρικα βάλς του Σοπέν».

Αλλού: «Ο “Υψιβρεμέτης” Ζέας έκανε αυτήν την χάρι στους ξωμάχους και στέρνει τα σύγνεφα να λούσουν και να ραντίξουν τη γής...!» Και ακόμα: «Εφθάσαμεν χθές εις την Τσικνοπέμπτην και ηπήγαμεν. Γλέντι τρικούβερτο, μετά κοτιγιόν, σερπαντών, κομφετών, πιάνου, πικ-άπ. Πολλά φαγητά, πολλά κρασά, Μποζολέ, Γαλλικός οίνος exelente και τέλος εις τα επιδόρπια, εκπωματίσθησαν chαμπάνιαι! Εγώ έκαμα “ελαφρόν” στρίπ-τήζ και έδειξα τα ωραία “ση-θρού” μου!»

Όπως φαίνεται στο απόσπασμα, έχουμε μια τέλεια σύζευξη καθαρευουσιάνικων τύπων της γλώσσας –«εκπωματίσθησαν»– με τις λαϊκές –«κρασά»– και όλες αυτές οι λέξεις να εκτινάσσονται σαν τους αφρούς από το στόμιο της εκπωματισμένης φιάλης της chαμπάνιας. Στην πραγματικότητα, έχουμε κάνει φλας μπακ στη θρυλική Λεσβιακή-Αιολική Άνοιξη, έχουμε νιώσει τον αέρα που έφτασε από την απέναντι παραλία, την άνετη ζωή, το ανοιχτό μυαλό και το καλλιεργημένο πνεύμα. Αυτού του κλίματος παιδί είναι ο Γιαννακός, ο οποίος έχει καταλάβει πως τα πάντα ρει και κάνουν κύκλο, αλλά η ζωή μας φεύγει και δεν επανέρχεται, και αυτό είναι το νόημα και μ’ αυτό ασχολείται, ρίχνοντας, βέβαια, τις πλάγιες βολές του και στα άλλα. Γιατί πρέπει και αυτό να το επισημάνουμε. Τίποτα δεν αφήνει ασχολίαστο. Όλα με «χιουμορώδη» τρόπο τα σχολιάζει, ξέροντας πως η ζωή θα έχει πάντα προβλήματα, οι άνθρωποι όμως δεν θα έχουν πάντα ζωή. Γι’ αυτό, αυτή τη ζωή, έτσι όπως είναι, θέλει να την απολαμβάνει, «μετά πλησμονής αγάπης και κραδασμού χορδών φιλίας», με μια γλώσσα που είναι σαν «ψαλίδι Barbiere di Seviglia» και μετά ασπασμού «ιδιαζόντως γλυκέως», με τους φίλους του, όσοι είχαν την τύχη, τότε, να τον ζήσουν από κοντά και με τους αναγνώστες του, όσοι έχουν την τύχη, τώρα, να τον διαβάσουν.

Οι φίλοι μου κι εγώ
Γράμματα, πεζά, ποιήματα
Γιαννακός -Αλύτης- Βόμβας
Σμίλη
487 σελ.
Τιμή € 18,00
001 patakis eshop


 

Τα σχόλια σας  

#1 ΑΛΕΞ. ΤΣΑΓΚΑΡΕΛΛΗΣ 05-11-2015 15:37
Τον Γιαννακό Βόμβα τον γνώριζα προσωπικά, όχι γιατί ανήκω στην γεννιά του, την περίφημη αυτή γεννιά της Λεσβιακής Άνοιξης, αλλά επειδή ήταν φίλος του πατέρα μου με τον οποίο θυμάμαι ν' ανταλλάζουν λαμπερές "ατάκες' τις οποίες απολάμβανα σαν '΄κεράσματα". Έτσι, είμαι σε θέση να καταλάβω απόλυτα και να επιβεβαιώσω την αλήθεια της φράσης "Θα πρέπει να ήταν απόλαυση η ζωντανή επικοινωνία μαζί του".
Παράθεση

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΔΙΑΦΟΡΑ
Nadezhda Mandelstam: «Ελπίδα στα χρόνια της απελπισίας»

Την εποχή του Μεγάλου Τρόμου Η Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917, που έδωσε ελπίδες στους ταπεινούς και καταφρονεμένους του κόσμου, ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα του εικοστού αιώνα, σύντομα και μετά τον θάνατο...

ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΔΙΑΦΟΡΑ
Prosper Mérimée, Stendhal: «Α. ΜΠ. [Μια προσωπογραφία του Σταντάλ], Τα προνόμια»

Από τύχη αγαθή, στα ράφια του περιοδικού Εκηβόλος, που εξέδιδε ο Βασίλης Διοσκουρίδης, βρέθηκε ένα μικρό βιβλιαράκι με σημαντικό περιεχόμενο, άγνωστο στην Ελλάδα γενικώς. Το βιβλιαράκι δόθηκε στον Νίκο Αλιφέρη,...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: