A+ A A-

Φοίβος Ι. Πιομπίνος: «Τόπων ενθυμήματα» κριτική του Γουλιέλμο Μπιάνκο

Φοίβος Ι. Πιομπίνος: «Τόπων ενθυμήματα» κριτική του Γουλιέλμο Μπιάνκο
Τακτικά αναρωτιέμαι για ποιον λόγο τα ταξίδια σαγηνεύουν. Γοητεύουν. Μήπως οφείλεται στην αναζήτηση μίας φευγαλέας ανάπαυλας; Ή εκπορεύεται από τη διακοπή της συνηθισμένης καθημερινής ροής και, συνάμα, των μονίμων υποχρεώσεων, των μυρίων αναγκών που ο καθένας τυγχάνει να διεκπεραιώνει ολημερίς; Θα ομονοούσατε, σίγουρα, μαζί μου ότι συνυφαίνονται, επιπλέον, άλλες ατελείωτες σειρές παραγόντων, ώστε να μας παραχωρήσουν ένα λεπτομερές πλέγμα διευκρινίσεων όσον αφορά τούτο το ζήτημα.

Απεναντίας, με τις δροσερές και μυρωδάτες σελίδες του λογοτέχνη Φοίβου Πιομπίνου αναδύονται, θαρρώ, άλλες διαστάσεις σχετιζόμενες με το θέμα του ταξιδιού. Ένα θέμα που θα το κρησάριζα, καταρχήν, μέσα από το κόσκινο των αντιλήψεών μου. Ένα κοσκίνισμα που θα μου άφηνε στα χέρια ποιητικότερα, αξιοθαύμαστα ρινίσματα. Διότι όταν ένας προορισμός, συγκεκριμένα, όταν ένας τόπος ενσταλάζεται στον εσώτατο χώρο του ταξιδιώτη και, στην αρχή, κατακάθεται και, σταδιακά, διυλίζεται, τότε εκείνος ο τόπος μεταστοιχειώνεται, συχνά, σε ενθυμήματα που απλά θωπεύουν τα κρόσσια μίας ποιητικής ανακάλυψης.

Τούτη η προσωπική μου προσέγγιση ξεκινάει αμέσως μόλις αντικρίζω τον τίτλο του βιβλίου: Τόπων ενθυμήματα. Ένας τίτλος ικανός, θεωρώ, να ξεθηλυκώνει τις αισθήσεις ενός τόπου. Ακόμη, ένας τίτλος από τον οποίο, φρονώ, ξεκλειδώνονται, από τη μία πλευρά, μυριάδες ηχητικές συμφωνίες ενώ, από την άλλη, ξεδιαλύνονται λεπτεπίλεπτες χρωματικές αποχρώσεις. Περισσότερο εκτιμώ ότι ξεδιπλώνονται ακραιφνή αγγίγματα του συγγραφέα, τα οποία λείχουν, ακέραια φλοισβίζουν τις ρυτιδώσεις, τις εσοχές και τις ευωδίες του τόπου.

Με λίγα λόγια, ο Πιομπίνος μάς συνιστά να εισχωρήσουμε στους τόπους, ταξιδεύοντας με ανοιχτές παλάμες, ώστε να συλλέγουμε τους σπόρους ομορφιάς, η οποία ρινίζει την αείρροη φρεσκάδα των ματιών μας. Η ομορφιά – να νίβει τα χέρια μας. Η ομορφιά – να δροσοσταλάζει τις έγνοιες μας. Η ομορφιά – να ριζώσει στη λαλιά μας. Φανός θυέλλης, η ομορφιά, για τους θνητούς. Πετροκαλαμήθρα, η ομορφιά, για τους βροτούς. Η ομορφιά ως προσανατολισμός για το ταξίδι της ζωής μας.

Σ’ αυτό το σημείο, θα τολμούσα να πω ότι πρόκειται για μία πραγματική συνεύρεση αισθημάτων. Ακριβέστερα, θα διεκδικούσα τον όρο μίας ατόφιας συν-ουσίας. Τώρα, τούτος ο όρος, αυθωρεί, παραπέμπει στη σαρκική συνένωση σωμάτων. Όμως, αν σταθούμε πιο προσεκτικά και αν κοντοσταθούμε υπομονετικά σε αυτή την έννοια-καμβά, θα μπορούσαμε ν’ αντλήσουμε μία πλησμονή από πλουσιοπάροχα σημασιολογικά περιεχόμενα, αρχαιότατων διαστάσεων, όπου βρίθουν και πάλλονται ακόμη σήμερα. Αναφέρομαι στην αρχαία εκδοχή αυτής της λέξης-αύλακα, από την οποία αναβλύζει η αναφορά της συναναστροφής, της συντροφιάς και, επιπροσθέτως, της συζήτησης δύο ή πολλών ατόμων. Πρόκειται, δηλαδή, για όλες εκείνες τις φάσεις που συντροφεύουν, ρυθμίζουν, συνοδεύουν και πλαισιώνουν μία εκλεκτή, αμφίδρομη σύναψη ανθρώπων: απλά, μία συν-ουσία.

Η επαφή με τον τόπο για τον Πιομπίνο, υπό αυτό το πρίσμα, εκλαμβάνεται, συνεπώς, ως μία εύφλεκτη ένωση. Επιπλέον, ως τριγμός και θρόισμα συναισθήσεων. Μία συναισθησία που τριζοβολάει χρωματικές αποχρώσεις. Μία συναισθησία που θροΐζει οπτικές ηχήσεις, όταν ο συγγραφέας κοντοζυγώνει σ’ έναν τόπο και συναλλάσσεται μαζί του: μία συνάντηση που μεταλλάσσεται κυριολεκτικά σε μία άοκνη εξεύρεση για τα χαρμόλυτα σμάρια της ομορφιάς. Μία ομορφιά, βεβαίως, εικαστική, καθώς βραδυφλεγής αποκτάει μία ευειδή μορφή. Μορφές που αντανακλούν τις αναλογίες του τόπου. Συνάμα, αντιφεγγίζουν με το εσωτερικό σύμπαν του συγγραφέα. Μία συνάφεια, τώρα, συναποτελούμενη από ενθυμήματα. Μία ενθύμηση που ενεργοποιεί, με αργοκίνητο βάδισμα, μία ανακλητική διεργασία της μνήμης. Μνήμες, αναμφίβολα, του λογοτέχνη. Μνήμες που ενοφθαλμίζουν απαλά, διεξοδικά στο πεντάγραμμα μίας «εωθινής νύχτας»[1], από την οποία τα κράσπεδα της μνήμης, διάστικτα πια, ακολουθούν τις ρούγες, έπονται τα διάσελα που διαδέχονται στο μεσοστράτι των συγκινήσεων, ώστε να φωταγωγούν την προσμονή μίας άξαφνης και αναπάντεχης διάχυτης ομορφιάς. Μία ατέρμονη ομορφιά. Ένα κάλλος συντονισμένο με τα ψήγματα του ποιητικού συλλογισμού του λογοτέχνη, αναλογισμένο με τις τοπικές συντεταγμένες. Μία απόπειρα που σεργιανίζει με τα σιωπηρά όνειρα, εναλλασσόμενα με τα ηχοχρώματα και τις αχνοπινελιές του τόπου που, επιτέλους, συγχωνεύονται με την ίδια υπόσταση, με τις ίδιες χροιές και με τους μελωδικούς ήχους του συγγραφέα.

Εν συντομία, μία συνεύρεση. Εν κατακλείδι, μία συν-ουσία: όπου η ουσία αφορά τη διαδικασία εξερεύνησης της ομορφιάς, που αγκαλιάζει ταυτόχρονα και το ένθεν κακείθεν του τόπου-δημιουργού. Και σε αυτή την αφάνταστη στιγμή, ο τόπος αγκαλιάζει τον ποιητή. Ουσιαστικά ο ποιητής εντοπίζεται στον τόπο που, από τη μεριά του, τον εναγκαλίζεται. Συνοικούν – για να τελέσουν μία κοινή πορεία. Συνοικούν – για να προσδοκούν ένα θελκτικό συναπάντημα. Συνοικούν – για να διαβλέπουν μία υπόγεια συγγένεια. Χέρι χέρι. Μία χεριά συναισθήσεων. Μία χεριά που χαϊδεύει την αιώνια ερωτική πλευρά του βίου: τη θνητή ομορφιά! Η ευειδής χοϊκότητα της ύπαρξης, η οποία προπορεύεται προς τα όρια του εύθραυστου και του αιώνιου κάλλους. Δηλαδή το κάλλος καλοζυγίζει και, συνάμα, καθορίζει την έννοια του ορίου. Ένα όριο που τώρα συνορεύει με τις διαστάσεις της ομορφιάς. Ένα όριο που γειτνιάζει με το ωραίο, ενώ ο ποιητής-ταξιδιώτης, με την ταπεινότητά του, επιχειρεί να το ψυχανεμίζεται και να το ποιεί.

Ξάφνου, το ταξίδι για τον Πιομπίνο σημαίνει διείσδυση των τόπων ως περιπλανώμενος. Θα έλεγα ως φερέοικος. Ο οίκος του ποιητή. Ο οίκος του ταξιδιώτη. Ο οίκος του ποιητή-ταξιδιώτη λουσμένος από ένα τόσο τρανολάλητο όσο «ανεξήγητο δρολάπι»[2]. Ο οίκος του ποιητή-ταξιδιώτη που ποντοπορεί μία αμάλαγη ή φουρτουνιασμένη θάλασσα. Ο οίκος του ποιητή-ταξιδιώτη που νοτίζεται από μία κατσαρή σπιλιάδα ανέμου. Ο οίκος του ποιητή-ταξιδιώτη που επελαύνει στο μεταίχμιο ενός σταχτογάλαζου ουρανού, ώστε να οιωνοσκοπεί τους εσώτατους συναισθηματικούς κραδασμούς του. Και τέλος, ο οίκος του ποιητή-ταξιδιώτη ως λαμνοκόπου του τόπου, καθώς σμιλεύει με το μελάνι μία ασημοστρωμένη σελίδα. Σύνοικος της ομορφιάς. Όχι, συνεπώς, ένα ταξίδι για μία παροδική διακοπή του ανιαρού ρου της ημέρας. Απεναντίας, το ταξίδι μεταβάλλεται στη διερεύνηση των εκφραστικών ορίων που αντιλαλεί και ψηλαφίζει την ψίχα της ομορφιάς. Δηλαδή η ψίχα-ουσία της συν-ουσίας του ποιητικού ταξιδιού.

Εν συντομία, κι ένα κάλεσμα. Το κάλεσμα ως αφορμή, για μας τους αναγνώστες, να ανιχνεύσουμε, καταρχήν γύρω μας, τα σκορπισμένα χνάρια ομορφιάς στους χώρους που ζούμε ή συναντούμε για να τους ψηλαφήσουμε με τα δάκτυλά μας: θωπευτικά. Αργότερα, η ομορφιά θα μας προσπορίζει τις στιγμές των αχνοφεγγιών την απέραντη και εύθραυστη θαλπωρή του κάλλους: αψεγάδιαστη. Μία ομορφιά ανεπίληπτη, έστω εύθρυπτη. Μία ομορφιά πλουσιοδότρα εννοιών και ευθυβόλων συλλογισμών για το θνητό βίωμά μας.

Με λίγα λόγια, ο Πιομπίνος μάς συνιστά να εισχωρήσουμε στους τόπους, ταξιδεύοντας με ανοιχτές παλάμες, ώστε να συλλέγουμε τους σπόρους ομορφιάς, η οποία ρινίζει την αείρροη φρεσκάδα των ματιών μας. Η ομορφιά – να νίβει τα χέρια μας. Η ομορφιά – να δροσοσταλάζει τις έγνοιες μας. Η ομορφιά – να ριζώσει στη λαλιά μας. Φανός θυέλλης, η ομορφιά, για τους θνητούς. Πετροκαλαμήθρα, η ομορφιά, για τους βροτούς. Η ομορφιά ως προσανατολισμός για το ταξίδι της ζωής μας. Να εμπλουτίζει, η ομορφιά, τις δημιουργικές διαστάσεις του θαύματος της ζωής. Ένα πανώριο θαύμα. Ένα ευειδές θαύμα, που ο ίδιος ο συγγραφέας συλλαβίζει, στο εν λόγω βιβλίο του, ως εξής: «Παταγωδώς έσκισε τ’ αστροπελέκι τα ουράνια, ηλεκτρίζοντας τον αιθέρα. Κι ύστερα η απόκοσμη σιγή παρέμεινε για πολύ παλλόμενη» (Δελφοί, σελ.23).

Μία ανάγνωση για να ανακτήσουμε μία αλαφράδα στη ζωή μας. Μία ανάγνωση από αυτόν τον όμορφο τόπο της Ηπείρου, τα Ιωάννινα. Ένας τόπος της πέτρας. Ένας τόπος του ψωμιού. Μία ανάγνωση κι ένα διάβα, τελικά. Μία ανάγνωση ως κατευόδιο, τελικώς. Μία ανάγνωση αρχικά για να διαβαίνουμε παράπλευρα έναν τόπο με την αίσθηση της ευτοπίας. Μία αίσθηση και συναισθησία. Με τη συναισθησία της καλλοτοπίας, για να σιμωχνοτίζει την καλαισθησία του τόπου. Μία συναισθησία για να ζυγώνει τη φιλοκαλία του τόπου. Μία διαίσθηση. Κορφολόγημα διαισθήσεων: με τη διαίσθηση της καλλιέπειας του τόπου, έτσι που να μας χρωματίζει. Ώστε, να μας αβροφέγγει με μία τόση δα, κοκκώδη, λιτή και αραχνοΰφαντη διαίσθηση μιας προσωπικής ευδαιμονίας. Μία ευδαιμονία και μία ομορφιά: τέλος κι αρχή. Μία ομορφιά: ουράνιο τόξο που θα περιζώσει τα ευήλια χέρια μας και τους ζωηρόχρωμους χυμούς του τόπου στο αέναο σταυροδρόμι της ζωής.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Μαριάννα Βλάχου-Καραμβάλη, «Παραίτηση», Πρώτη εσοχή (Στης ψυχής το σώμα), Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 2013.
[2] Γιώργος Σεφέρης, «Πάνω σ’ έναν ξένο στίχο», Τα Ποιήματα, Ίκαρος, Αθήνα 1989.

Τόπων ενθυμήματα
Φοίβος Ι. Πιομπίνος
Θίνες
32 σελ.
Τιμή € 6,40

Βρες το εδώ.

 

Διαβάστε επίσης
ΔΙΑΦΟΡΑ
Άλμπερτ Αϊνστάιν - Μιλέβα Μάριτς: «Ερωτικές επιστολές» κριτική της Ανθούλας Δανιήλ

Ο Ρίτσαρντ Έλμαν είπε πως «ο δημιουργικός αναβρασμός από τον οποίο προκύπτουν σπουδαία έργα δεν πρόκειται ποτέ να αποκαλύψει τα μυστικά του». Ο αναβρασμός αυτός δεν αφορά μόνο τα λογοτεχνικά έργα...

ΔΙΑΦΟΡΑ
Phil Knight: «Χτίζοντας μια αυτοκρατορία» κριτική του Θανάση Αντωνίου

Πριν λίγες ημέρες οι Αμερικανοί εξέλεξαν για 45ο πρόεδρό τους τον εκκεντρικό μεγιστάνα Ντόναλντ Τραμπ και έριξαν σε περίσκεψη την υφήλιο, που αδυνατεί να καταλάβει το «πώς» και το «γιατί» αυτής της...

ΔΙΑΦΟΡΑ
Χρυσόστομος Α. Σταμούλης: «Τι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι;» κριτική της Ελένης Λιντζαροπούλου

Διάβασα το βιβλίο του Χρυσόστομου Σταμούλη, το οποίο μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αρμός, τρεις ημέρες μετά την αγορά του, σχεδόν απνευστί. Στην αρχή παρακινημένη από την περιέργεια: Τι γυρεύει η αλεπού στο...

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr