A+ A A-

Κρυσταλία Πατούλη: «Η έρευνα για την κρίση (2010-2014)» κριτική του Περικλή Σφυρίδη

Κρυσταλία Πατούλη: «Η έρευνα για την κρίση (2010-2014)» κριτική του Περικλή Σφυρίδη
Θα πρέπει να το ξεκαθαρίσω από την αρχή. Την Κρυσταλία Πατούλη δεν τη γνώριζα ούτε προσωπικά ούτε το έργο της. Για την ακρίβεια, συναντηθήκαμε πρώτη φορά στην παρουσίαση του βιβλίου της Η έρευνα για την κρίση (2010-2014), τον Ιανουάριο του 2015 στη Θεσσαλονίκη. Μου είχε τηλεφωνήσει το 2012 και μου είχε ζητήσει να μιλήσω για «τη δημιουργική πορεία της συγγραφής – από την ιδέα μέχρι το τυπογραφείο», με αφορμή τη συλλογή διηγημάτων μου Το πάρτι (Εστία, 2010) και λίγο αργότερα για να απαντήσω στο βασικό ερώτημα της εν λόγω έρευνάς της: Ποιες αιτίες μάς έφεραν ως εδώ και, κυρίως, τι πρέπει να κάνουμε;

Έτσι αρχίσαμε μια γνωριμία, ας την πούμε «δι' αλληλογραφίας». Επειδή όλα αυτά τα κείμενα δημοσιεύονταν στον ιστότοπο tvxs.gr του γνωστού δημοσιογράφου Στέλιου Κούλογλου, τις εκπομπές του οποίου ανέκαθεν παρακολουθούσα ανελλιπώς στην τηλεόραση, ενδιαφέρθηκα να γνωρίσω καλύτερα τη δουλειά που είχε κάνει και έμεινα έκπληκτος: είχε πάρει και δημοσιεύσει συνεντεύξεις για τα αίτια της κρίσης από 180 και πλέον ανθρώπους των γραμμάτων, των τεχνών και της επιστήμης, που οι απόψεις τους δεν θα μπορούσαν ποτέ να γίνουν γνωστές σ' ένα ευρύτερο κοινό, αφού δεν είχαν καμιά πιθανότητα να τις προβάλουν τα ΜΜΕ, τα οποία πάντα εξυπηρετούσαν τα πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα των αφεντικών τους. Αυτό, βέβαια, είναι μια παλιά ιστορία, αφού τα μεγάλα εκδοτικά συγκροτήματα των εφημερίδων στο πρόσφατο ακόμα παρελθόν καθόριζαν σε μεγάλο βαθμό το πολιτικό, οικονομικό και πολιτισμικό γίγνεσθαι του τόπου· τώρα όμως, με τη μαζική εισβολή της τηλεόρασης σε κάθε σπίτι, πες καλύτερα στο μυαλό του κάθε πολίτη, το κακό παράγινε. Πρόκειται για ένα γεγονός περίτεχνης προπαγάνδας, συγκαλυμμένης, που αφαιρεί από τον μέσο πολίτη όχι μόνο την ευθυκρισία, αλλά και την κοινή λογική σκέψη.

Η δουλειά επομένως της Πατούλη υπήρξε σημαντική στον βαθμό που εγώ τουλάχιστον ενημερώθηκα για πράγματα που αγνοούσα (διότι μέχρι που ξέσπασε η κρίση και οι αποδοχές μου από τη σύνταξη έπεσαν στο μισό, η μόνη αγορά που ήξερα ήταν η λαϊκή της γειτονιάς μου), αφού κανένας από τους πολιτικούς μας ή τους δημοσιογράφους ή τους διάφορους οικονομολόγους που ξεφύτρωσαν σαν μανιτάρια δεν μας είχε ενημερώσει τόσα χρόνια. Μα μήπως οι ίδιοι δεν πριμοδότησαν και τη φούσκα του χρηματιστηρίου, αφήνοντας μάλιστα τον κόσμο να τζογάρει ακόμα κι απ' το κινητό του; Κατατοπίστηκα, επίσης, και για τις σκέψεις και τις απόψεις άλλων συμπολιτών μου, με τους οποίους αποτελούμε, ας το πούμε έτσι, την «πνευματική κοινωνία» του τόπου μας.

Σκέφτηκα ότι η δουλειά αυτή της Πατούλη, τεράστια σε μόχθο και σε σημασία, δεν έπρεπε να μείνει αναρτημένη σ' έναν έστω πολύ γνωστό ιστότοπο του διαδικτύου, αλλά να εκδοθεί και σε βιβλίο, όχι μόνο για να κυκλοφορήσει χέρι με χέρι ή να γίνει ευρύτερα γνωστή με τις βιβλιοπαρουσιάσεις σε διάφορες πόλεις ανά την Ελλάδα –και όχι μόνο– αλλά και κάτι ακόμα: το βιβλίο αυτό των συνεντεύξεων έπρεπε να πραγματοποιηθεί ακόμα και για ιστορικούς λόγους. Έτσι, θα ήθελα να συγχαρώ τις Εκδόσεις Κέδρος, που σε περίοδο κρίσης ανέλαβαν το κόστος και το βάρος της έκδοσης, αλλά και την Κρυσταλία Πατούλη, που μαζί με τον Γιώργο Παπαθανασόπουλο του Κέδρου αποφάσισαν τα έσοδα της έκδοσης να διατεθούν στο ΚΕΘΕΑ και στη ΜΕΡΙΜΝΑ.

Ενώ για τα αίτια της κρίσης βρίσκεται εύκολα ένας κοινός παρονομαστής και όλοι σχεδόν συμφωνούν ότι η κρίση δεν αφορά μόνο την Ελλάδα (σε εμάς εκδηλώθηκε σ’ όλο της το μεγαλείο λόγω των γνωστών και παραδεκτών πλέον απ’ όλους στρεβλώσεων του πολιτικοοικονομικού συστήματός μας), αλλά αφορά τον κόσμο όλο, ακόμα και τα κράτη με τις πιο ισχυρές οικονομίες, στις προτάσεις για το πώς μπορούμε να ξεπεράσουμε την κρίση γίνεται αλαλούμ.

Στο βιβλίο αυτό, λοιπόν, των 472 σελίδων και 290 και πλέον συνεντεύξεων και άρθρων, η δουλειά που έγινε είναι συστηματική. Οι άνθρωποι της «πνευματικής» μας κοινότητας χωρίστηκαν σε δεκάξι κατηγορίες ανάλογα με τις επαγγελματικές και πνευματικές τους ενασχολήσεις: αντιστασιακοί, οικονομολόγοι, κοινωνιολόγοι, λογοτέχνες, δημοσιογράφοι, καλλιτέχνες, κ.τ.λ. Θα τους κατέτασσα κάτω από έναν γενικό τίτλο «πολιτικοποιημένοι συγγραφείς». Τώρα, αν η πολιτικοποίησή τους είναι απόρροια της κρίσης, γιατί μέχρι τότε πολλοί είχαμε ενταχθεί στο σύστημα και βολευόμασταν, ε, αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα. Γι' αυτό θα συμφωνήσω με τον Στέλιο Κούλογλου, που στην εισαγωγή του γράφει: «Ένα από τα –λίγα– καλά της κρίσης είναι ακριβώς ότι έπεσαν οι μάσκες. Όπως ακριβώς και στον συμβατικό πόλεμο, έτσι και στον οικονομικό που εδώ και πέντε χρόνια βιώνουμε, από τις ηθικές αξίες μέχρι τις φιλίες όλα τίθενται σε δοκιμασία και ξεκαθαρίζουν» (σ.17).

Στην εισαγωγή, επίσης, ο καθηγητής Ζήσης Παπαδημητρίου συμπεραίνει κάτι που όλοι πια γνωρίζουμε και συμφωνούμε: «Η κρίση στη χώρα μας δεν είναι μόνο οικονομική. Αφορά το σύνολο της οικονομικής, κοινωνικής, πολιτικής και πολιτισμικής ζωής του τόπου» (σ.20). Και κατά την κρίση του αποδίδει τη μεγαλύτερη ευθύνη στην «ανικανότητα του ελληνικού πολιτικού συστήματος, το οποίο επί δεκαετίες αδιαφόρησε συνειδητά για το μέλλον της χώρας, εξυπηρετώντας πρωτίστως οικεία αλλά και αλλότρια οικονομικά και εξουσιαστικά συμφέροντα» (σ.19).

Σωστά. Αλλά εμείς οι Έλληνες, ως λαός εννοώ, έχουμε την τάση να αποδίδουμε τα σφάλματα ο ένας στον άλλο. Κι εδώ τίθεται το θέμα της προσωπικής ευθύνης του καθενός. Το ότι φτάσαμε ως εδώ έχει μακριά ουρά. Θυμάμαι ένα στρογγυλό τραπέζι τέλη της δεκαετίας του '70 που διοργάνωσε η τότε Κίνηση Δημοκρατικών Γυναικών, με συντονιστή τον καθηγητή Δημήτρη Μαρωνίτη. Κάλεσαν όλους τους προέδρους των επιστημονικών συλλόγων της Θεσσαλονίκης με το ερώτημα τι φταίει και δεν πάει μπροστά ο τόπος μας. Όλοι, μα όλοι οι συμμετέχοντες, ο πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου, του Οδοντιατρικού, του Φαρμακευτικού, του Εμπορικού και Τεχνικού Επιμελητηρίου, όλοι μα όλοι αναφώνησαν: «Φταίει το κράτος». Πήρα, ως πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου τότε (ακομμάτιστος, όπως και όλο το διοικητικό μου συμβούλιο, ας το επαναλάβω, δεν βλάπτει) και ρώτησα: «Καλά το κράτος, δηλαδή το κεντρικό πολιτικό σύστημα, αλλά εμείς προσωπικά δεν έχουμε ευθύνη;

Φταίει το κράτος για τα φακελάκια των γιατρών; Για τους φαρμακοποιούς που μετατρέπουν τις συνταγές φαρμάκων σε συνταγές καλλυντικών; Για τους εφοριακούς και πολεοδόμους που λαδώνονται; Αυτοί όλοι, που εμείς εδώ εκπροσωπούμε;» Ε, λοιπόν, οι συνάδελφοι και οι κυρίες της Κίνησης Δημοκρατικών Γυναικών μού ρίχτηκαν άγρια. Έβγαζα τα άπλυτα του σιναφιού μας στη φόρα. Κουκούλωναν τις προσωπικές μας ευθύνες κάτω από το χαλί.

Μα είναι δυνατόν, σκεφτόμουν, κανένας δεν γνωρίζει ότι στη γενική έννοια του κράτους ανήκουμε όλοι εμείς; Θα μου πείτε ότι το ψάρι βρομάει από το κεφάλι. Ναι, ποιος διαφωνεί. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι έστω και η ουρά δεν πρέπει να ξεσηκωθεί και να το χτυπήσει; Γι' αυτό προσυπογράφω αυτό που είπε στη συνέντευξή του ο κριτικός λογοτεχνίας Αλέξης Ζήρας: «Φτάσαμε εδώ που φτάσαμε λόγω ηθικού ελλείμματος στις ηγεσίες μας (και όχι μόνο στις πολιτικές), επομένως λόγω αναμφισβήτητου ηθικού ελλείμματος της κοινωνίας μας. Αυτούς εκλέξαμε, του όμοιούς μας» (σ.309).

Στο βιβλίο ορισμένες συνεντεύξεις δημοσιεύονται ολόκληρες κι άλλες είναι αποσπασματικές, δηλαδή δημοσιεύονται τα κυριότερα αποσπάσματά τους. Το πιο σημαντικό και χρήσιμο όμως είναι τα «Συμπεράσματα». Στο τέλος κάθε ενότητας, κάτω από τον τίτλο αυτό επιλέγονται ενδεικτικά οι πιο ουσιαστικές παρατηρήσεις, ένα ρεζουμέ του κάθε κεφαλαίου. Για την ακρίβεια, δεν πρόκειται για συμπεράσματα με τη σωστή έννοια του όρου, αλλά για πολύ εύστοχες περιλήψεις των όσων είπαν όσοι συμμετείχαν στην έρευνα.

Η ποιότητα τώρα των συνεντεύξεων παρουσιάζει σημαντικές διαφορές. Προσωπικά θεωρώ πιο ολοκληρωμένη τη θεωρητική ανάλυση του Σωτήρη Δημητρίου, στην οποία θα αναφερθώ παρακάτω. Βέβαια, η έρευνα της Πατούλη έχει δυο σκέλη: Ποιες αιτίες μάς έφεραν ως εδώ και τι πρέπει να κάνουμε.

Για τις αιτίες, θα έλεγα ότι επικρατεί μια καθολική ομοφωνία. Ο δημοσιογράφος Παντελής Σαββίδης αναφέρει: «Μια αντίληψη που καλλιεργήθηκε επί πολλά χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση, που θεωρούσε εχθρό την επιχειρηματικότητα, δεν επέτρεψε, με τη συνεπικουρία, βεβαίως, των εσωτερικών και διαχρονικών αδυναμιών της, τη διαμόρφωση αστικής τάξης με ιδεολογικά χαρακτηριστικά. "Κομπραδόρικη" όπως ήταν, το μόνο που την ενδιέφερε ήταν το κέρδος, το εύκολο και γρήγορο κέρδος. Αυτό σε συνδυασμό με τη διαπλοκή οδήγησε στην κατάχρηση, στη διαφθορά, στην έλλειψη επιχειρηματικής αντίληψης [...] Το επίσημο κράτος χαρακτηρίζεται από τις μετριότητες που υπηρετούν τόσο στην ηγετική πολιτική του έκφραση όσο και στη διαχείριση της εξουσίας, παντί τρόπω και επ' αόριστον. Η αστική του τάξη είναι ανύπαρκτη και παραμένει "κομπραδόρικη". [...] Και η πνευματική της ελίτ, αντί να εμπλουτίζει την κοινωνία με τη δύναμη των ιδεών της, προσπαθεί να επιβιώσει από τα ψιχία της εξουσίας ή να διαχειρισθεί μέρος της εξουσίας. Με όλα αυτά τα δεδομένα ως μαθηματικό πρόβλημα, η λύση του είναι εύκολη και νομοτελειακή. Κατάρρευση» (σ.254).

Ο Βασίλης Καραποστόλης τονίζει ότι «ως έθνος πιστεύαμε στην ευκολία και όχι στην εργασία. [...] Η Ελλάδα θέλησε μ' ένα άλμα να περάσει από τον μόχθο στην κατανάλωση, εγκαταλείποντας το ενδιάμεσο στάδιο που ήταν η εργασία, και ο καταναλωτισμός έπληξε τη ματαιοδοξία του Έλληνα τη στιγμή που τον κολάκευε, υποκαθιστώντας τον εαυτό του με καταναλωτή. Ο υπέρμετρος δανεισμός της Ελλάδας οφείλεται και σε αυτή την παραίσθηση: θεωρήθηκε πως θα ήταν δυνατόν έναν ολόκληρο λαό κι έναν ολόκληρο πολιτισμό να τον αντιπροσωπεύουν ορισμένα περιουσιακά στοιχεία, κι αυτά τα στοιχεία να του δίνουν απάντηση στο ερώτημα "Ποιος είμαι;"» (σ.255).

Πιο αναλυτικά, ο συγγραφέας Νίκος Δαββέτας αναφέρει: «Η καταναλωτική έκρηξη της δεκαετίας του '90 νομίζω πως δεν είχε προηγούμενο στην ιστορία μας. Δανειστήκαμε για να αγοράσουμε σπίτια, αυτοκίνητα, στερεοφωνικά, ρούχα, παπούτσια, τσάντες, ρολόγια, κοσμήματα, πακέτα διακοπών. Δανειστήκαμε για να αγοράσουμε ευρωπαϊκό πρόσωπο και αστική φινέτσα, αλλά το μόνο που πετύχαμε ήταν να γίνουμε γρήγορα "νεόπλουτα σκουπίδια", όπως ισχυρίζεται ο ομογενής συγγραφέας Χρήστος Τσόγκας. Ταυτόχρονα σταματήσαμε να παράγουμε αγροτικά προϊόντα, απαξιώσαμε την προσφορά της βιοτεχνίας, χτίσαμε και μπαζώσαμε τις καλύτερες παραλίες μας, διώχνοντας τους τουρίστες, και η ναυτιλία μας άρχισε να περνάει κρίση, γιατί μπήκαν κι άλλες χώρες στο παιχνίδι των μεταφορών με φθηνότερους ναύλους.

»Οι περισσότεροι νέοι της περιόδου 1985-2009 στράφηκαν για να βρουν δουλειά στο Δημόσιο. Κανείς δεν ονειρευόταν να γίνει αγρότης, γκαρσόνι ή ναυτικός. Το Δημόσιο όμως ήλεγχαν δυόμισι κόμματα. Αν ήθελαν κάποια θέση στην κρατική μηχανή, έπρεπε να ενισχύσουν ή τουλάχιστον να ψηφίζουν κάποιο απ' αυτά. Έτσι, πολλοί μπήκαν στον πειρασμό να ανταλλάξουν την ψήφο τους με το χαρτί του διορισμού. Το αλισβερίσι απέδωσε, είχε όμως και τις παρενέργειές του: έναν διογκωμένο δημόσιο τομέα, με εκατοντάδες άχρηστες υπηρεσίες, που λειτουργούσαν ως αποθήκες υπαλλήλων» (σ.307).

Η Σωτηρία Σταυρακοπούλου, αναπληρώτρια καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας του Α.Π.Θ. και πεζογράφος, αναφέρεται στον κομματικό συνδικαλισμό. Γράφει: «Αυτός ο κομματικός συνδικαλισμός που εξαπλώθηκε σ' όλη την κοινωνία καθόριζε και καθορίζει ακόμα και τη λειτουργία των πανεπιστημίων, έναν χώρο που ξέρω καλά, και προσπάθησα να τον αποδώσω σ' όλη του την παθογένεια, με το μυθιστόρημά μου Σπάνιες αλήθειες (Εστία, 2008). Οι κομματάρχες της ΕΡΕ, πριν από τη Χούντα, και της Νέας Δημοκρατίας αμέσως μετά, αντικαταστάθηκαν από τους πρασινοφρουρούς του ΠΑΣΟΚ, μετά την επικράτησή του το 1981, σ' όλους τους τομείς της πολιτικής και κοινωνικής δράσης, με αποτέλεσμα την υποβάθμιση της πολιτικής και κοινωνικής ζωής παντού (δημόσια διοίκηση, τοπική αυτοδιοίκηση, παιδεία, υγεία, κ.τ.λ., τι να τα λέμε τώρα). Η χώρα μετά τη Μεταπολίτευση, παρά το γεγονός ότι ο Κωνσταντίνος Καραμανλής την έριξε στα βαθιά νερά της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπας και κολυμπώντας πάρει την πάνω βόλτα, επέλεξε την κάτω, κι αυτό όχι μόνο το ανεχτήκαμε, αλλά συμπράξαμε κι εμείς της γενιάς μου και το διαιωνίσαμε» (σ.151).

Στο σχόλιο της Σταυρακοπούλου θα πρόσθετα ότι ως προς την εξάπλωση του κομματικού συνδικαλισμού και τα κόμματα της Αριστεράς, που όντως δεν κυβέρνησαν ποτέ τη χώρα, έχουν κι αυτά το μερτικό τους στην κατάσταση όπου βρίσκεται σήμερα η παιδεία μας, αφού μετά τη Μεταπολίτευση είχαν και έχουν το πάνω χέρι –και μάλιστα οργανωμένα– σ' ό,τι αφορά την πνευματική ζωή του τόπου.

Θα πιαστώ από την παρατήρηση του Γρηγόρη Γκιζέλη, που υπογραμμίζει «την κουλτούρα ντροπής των Ελλήνων, που τους κάνει να αναζητούν τις ευθύνες έξω από τους ίδιους» (σ.79). Πράγματι, σε ορισμένα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας, κυρίως σε εκκλησιαστικούς και παρεκκλησιαστικούς κύκλους, καλλιεργούνται στερεότυπα ότι «ξένες δυνάμεις» συνωμοτούν για να μας καταστρέψουν ως έθνος. Δεν μπορώ όμως να καταλάβω πώς είναι δυνατόν να το λένε –και ενδεχομένως να το ασπάζονται– κορυφαία μεγέθη του πνευματικού μας χώρου, το έργο των οποίων θαυμάζω. Ο Μίκης Θεοδωράκης με τη μουσική του ιδιοφυΐα έκανε τον σύγχρονο πολιτισμό της Ελλάδας γνωστό σε διεθνές επίπεδο τιμώντας την Ελλάδα, ενώ ταυτόχρονα τιμήθηκε τόσο από τους Έλληνες όσο και από τους ξένους. Με αριστερές και αντιστασιακές περγαμηνές στο ενεργητικό του, πώς είναι δυνατόν να δηλώνει ότι «η πρόσφατη οικονομική κρίση δεν οφείλεται σε εσωτερικά αίτια, αλλά είναι αποτέλεσμα μιας διεθνούς συνωμοσίας (ΗΠΑ, Ευρώπη) με στόχο την οικονομική εξαθλίωση των Ελλήνων εργαζομένων και τη διάλυση του κοινωνικού ιστού της ελληνικής κοινωνίας» (σ.29).

Παρόμοια πράγματα ακούω και από τον φίλο μου και σημαντικό ποιητή της Θεσσαλονίκης και του τόπου μας, άνθρωπο γενικά αδιάφορο για τα πολιτικά, τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, ο οποίος το 1998, εγκαταλείποντας την ερωτική ποίηση που τον καθιέρωσε, κυκλοφόρησε την ποιητική του συλλογή Η πιο βαθιά πληγή με εθνικοπατριωτικά ποιήματα και σε συνέντευξή του δήλωσε πως είναι τα καλύτερα ποιήματα απ' όσα έχει γράψει. Χαρακτηριστικό ποίημα αυτό που τιτλοφορείται «Αυτά τα τέσσερα», όπου ισχυρίζεται πως ο Κίσινγκερ είπε ότι, για να καταστρέψουμε τους Έλληνες, πρέπει να τους πλήξουμε στη γλώσσα, στη θρησκεία και στα πνευματικά και ιστορικά αποθέματά τους.

Τέλος, θα συμφωνήσω πάλι με τον Στέλιο Κούλογλου, που θεωρεί ότι «Χρειάζεται να αποκτήσουν, λοιπόν, οι Έλληνες μια πραγματική εικόνα για τη θέση τους στον κόσμο! Να κοιταχτούν σε έναν καθρέφτη κανονικό και όχι παραμορφωτικό. Μετά πρέπει να αλλάξουν το πολιτικό σύστημα, το οποίο είναι αναποτελεσματικό και διεφθαρμένο, και πρέπει να σκεφτούν τι μπορεί να παράγει αυτή η χώρα πέρα από τον τουρισμό! Μέχρι στιγμής τρώγαμε από τα έτοιμα και δανεικά. Αυτό τέλειωσε! Κι εδώ είμαστε...»

Ενώ για τα αίτια της κρίσης βρίσκεται εύκολα ένας κοινός παρονομαστής και όλοι σχεδόν συμφωνούν ότι η κρίση δεν αφορά μόνο την Ελλάδα (σε εμάς εκδηλώθηκε σ' όλο της το μεγαλείο λόγω των γνωστών και παραδεκτών πλέον απ' όλους στρεβλώσεων του πολιτικοοικονομικού συστήματός μας), αλλά αφορά τον κόσμο όλο, ακόμα και τα κράτη με τις πιο ισχυρές οικονομίες, στις προτάσεις για το πώς μπορούμε να ξεπεράσουμε την κρίση γίνεται αλαλούμ. Αν εξαιρέσουμε κάποιους που προτείνουν ορισμένες πρακτικές και εφαρμόσιμες λύσεις (μερικές από αυτές μου φάνηκαν λύσεις ασπιρίνης σε άρρωστο με βαρύ νόσημα και υψηλό πυρετό), οι περισσότερες προτάσεις χαρακτηρίζονται από αγωνιστικό βερμπαλισμό, αποτελούν προσωπικές επιθυμίες, τις οποίες ορισμένοι συγγραφείς φαντασιώνονται ως λύσεις, κι άλλοτε πρόκειται για ρομαντικές ουτοπίες.

Έτσι, εν συντομία για το δεύτερο μέρος του βιβλίου θα επικεντρώσω την προσοχή μου σε δυο-τρία χαρακτηριστικά παραδείγματα, για να προβληματιστούμε. Η Μαρία Φαραντούρη (την οποία όχι μόνο εκτιμώ, αλλά και αγαπώ ως τραγουδίστρια) προτείνει ως λύση: «Ο κόσμος να αγωνιστεί! Πρέπει ν' αγωνιστεί. Να διεκδικήσει! Μαζί οι λαοί θα δείξουμε έναν δρόμο! Και το οποίο πρέπει να μετουσιωθεί σε όραμα, που θα εφαρμόσουν οι νεότεροι πολιτικοί» (σ.413).

Αλήθεια, πώς θα γίνει αυτός ο αγώνας; Να βγούμε όλοι στους δρόμους; Βγήκαμε το 2010. Λύθηκε το οικονομικό μας πρόβλημα; Μήπως τον τόνο, μέσα στον συμφυρμό του κόσμου εκείνου με τους προπηλακισμούς των πολιτικών (ακόμα και του προέδρου της Δημοκρατίας) και την καταστροφή του κέντρου της Αθήνας ή της Θεσσαλονίκης, έδιναν τα ακραία στοιχεία; Οι χρυσαυγίτες και οι αναρχικοί; Μήπως να κάνουμε καταλήψεις και απεργίες; Από πότε οι καταλήψεις δρόμων και δημόσιων κτιρίων ή οργανισμών από ποινικό αδίκημα έγιναν κεκτημένο δημοκρατικό δικαίωμα; Και ποιοι τα κάνουν αυτά;

Ο Δαββέτας λέει: «Μήπως ξεσηκώθηκαν οι συνταξιούχοι και οι οικοδόμοι, οι απολυμένοι των πολυεθνικών, οι γαζώτριες που είδαν τις βιοτεχνίες ενδυμάτων να μετακομίζουν στη Βουλγαρία και στα Σκόπια, οι χαμηλόμισθοι εμποροϋπάλληλοι; Όχι, ξεσηκώθηκαν οι καλύτερα αμειβόμενοι του δημοσίου τομέα, οι γιατροί (παγκόσμια πρωτοτυπία), οι δικηγόροι, οι πολιτικοί μηχανικοί, οι πρωτοκλασάτοι των ΔΕΚΟ, που δανείστηκαν, που φεσώθηκαν, που ονειρεύτηκαν το κάτι παραπάνω. Να αλλάξουν τάξη. Να ανέβουν ένα σκαλί, όπως τους υποσχόντουσαν τα λάιφ στάιλ περιοδικά» (σ.307).

Ένα μόνο ακόμα παράδειγμα από την πρόταση του Γιώργου Κολέμπα (δεν τον γνωρίζω προσωπικά, αλλά σχολίασα αναλυτικά τους ουτοπικούς –κατά τη γνώμη μου– ρομαντισμούς του για έναν νέο τρόπο ζωής που προτείνει, σε κείμενό μου που αναρτήθηκε στο tvxs, 2-10-2012). Ο Κολέμπας δηλώνει ότι: «Υπάρχει ανάγκη για τη δημιουργία ενός ανθρωπολογικού τύπου, διότι δεν είναι δυνατόν να δημιουργηθεί μια αυτόνομη δημοκρατική και οικολογική κοινωνία, η οποία να βασίζεται στον σημερινό άνθρωπο. Αυτός ο πολιτισμός και η κοινωνία θα χρειαστεί να μετατρέψει το κυρίαρχο τώρα πολιτισμικό είδος του homo economicus στο νέο είδος του homo ecosociologicus» (σ.157), και προτείνει νέες μορφές κοινωνικής οργάνωσης σε μικρούς χώρους, π.χ. χωριά, όπου οι άνθρωποι θα καταργήσουν ακόμα και το χρήμα ως μέσον συναλλαγής. Κι αυτά σε περίοδο παγκοσμιοποίησης και ξέφρενης ανάπτυξης της τεχνολογίας που δημιούργησε το ανθρώπινο μυαλό και πλέον δεν μπορεί να ελέγξει.

Κλείνω, όπως σημείωσα στην αρχή, με το κείμενο/μελέτη του Σωτήρη Δημητρίου που με εντυπωσίασε. Μου έδωσε να καταλάβω πώς λειτουργεί μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο το παγκόσμιο πολιτικοοικονομικό σύστημα και πώς αυτό μεταλλάχτηκε μετά την κατάρρευση του σοσιαλιστικού μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης με την πτώση του τείχους του Βερολίνου το 1989. Επισημαίνει: «Η κρίση της οικονομικής λειτουργίας, της χαρακτηριστικής λειτουργίας του βιομηχανικού πολιτισμού, αποτελεί την άμεση ορατή ένδειξη αποδόμησης του όλου συστήματος. Άρα βρισκόμαστε στην ιστορική καμπή της αλλαγής πολιτισμού» (σ.72).

Τέτοιες αλλαγές έζησε πολλές φορές η ανθρωπότητα στην ανά τους αιώνες ιστορική διαδρομή της. Πράγματι, το καπιταλιστικό σύστημα της ελεύθερης αγοράς έχει μεταλλαχτεί σε χρηματοπιστωτικό σύστημα του τζόγου. Πρόκειται για μια ακόμα φούσκα, που μοιραία –πιστεύω– θα σκάσει και θα υπάρξουν πολλά θύματα. Ήδη ζούμε επίπονα την αρχή της κατάρρευσης στον τόπο μας. Πότε θα έχουμε την παγκόσμια κατάρρευση δεν ξέρω, ούτε και θα προλάβω να τη δω. Για μένα, όμως, που είμαι πια έτοιμος ν' αλλάξω διεύθυνση μετακομίζοντας στα κοιμητήρια της Αναστάσεως του Κυρίου, η εργασία του Σωτηρίου με έκανε να σκεφτώ τι συμφέρει για τον τόπο μας (για τα παιδιά και τα εγγόνια μου): να αντιμετωπίσουμε τις συνέπειες της κρίσης μόνοι μας ή μαζί με άλλους μέσα σε μια κοινότητα λαών που αποτελούν την Ευρωπαϊκή Ένωση;

Είναι, άραγε, κουτοί οι λαοί της Βαλτικής, οι Εσθονοί, οι Λετονοί και τόσοι άλλοι, που υπέστησαν τις συνέπειες της κατάρρευσης του μοντέλου ανάπτυξης του υπαρκτού –τότε– σοσιαλισμού, στον οποίο ανήκαν, που με θυσίες αποφάσισαν να ενταχθούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και μάλιστα στον πιο σκληρό πυρήνα της, την Ευρωζώνη, και εμείς που είμαστε μέσα να φύγουμε για να σωθούμε; Εναπόκειται σε καθέναν από μας ν' αποφασίζει πού θα ρίχνει το μόνο όπλο που διαθέτει: μια πιστολιά, την ψήφο του. Ξέρω ότι το πιο δύσκολο πράγμα για μια σωτήρια αλλαγή στον τόπο μας είναι η αλλαγή νοοτροπίας σε πολλά επίπεδα. Ανεξάρτητα, λοιπόν, το ποιο κόμμα ψηφίζει ο καθένας, ας ελέγχουμε πρώτα προσεκτικά τα βιογραφικά των υποψηφίων βουλευτών, που είναι αναρτημένα και στο διαδίκτυο.

001 patakis eshopΗ έρευνα για την κρίση (2010-2014)
Ποιες αιτίες μας έφεραν ως εδώ και τι πρέπει να κάνουμε; Απαντούν 180 πρόσωπα των γραμμάτων, των επιστημών και των τεχνών
Κρυσταλία Πατούλη
Κέδρος
472 σελ.
Τιμή € 18,80

 

Διαβάστε επίσης
ΔΙΑΦΟΡΑ
Όσκαρ Ουάιλντ: «Δεν έχω τίποτα να δηλώσω, παρά μόνο την ιδιοφυΐα μου» κριτική της Ανθούλας Δανιήλ

Σε έναν τόμο μικρού μεγέθους, εκατόν είκοσι επτά σελίδων, ένα Εισαγωγικό Σημείωμα και ένα Xρονολόγιο, βρίσκεται συγκεντρωμένη η «ιδιοφυΐα» που έτσι προκλητικά δηλώνει ο τίτλος του βιβλίου του...

ΔΙΑΦΟΡΑ
Άλμπερτ Αϊνστάιν - Μιλέβα Μάριτς: «Ερωτικές επιστολές» κριτική της Ανθούλας Δανιήλ

Ο Ρίτσαρντ Έλμαν είπε πως «ο δημιουργικός αναβρασμός από τον οποίο προκύπτουν σπουδαία έργα δεν πρόκειται ποτέ να αποκαλύψει τα μυστικά του». Ο αναβρασμός αυτός δεν αφορά μόνο τα λογοτεχνικά έργα...

ΔΙΑΦΟΡΑ
Phil Knight: «Χτίζοντας μια αυτοκρατορία» κριτική του Θανάση Αντωνίου

Πριν λίγες ημέρες οι Αμερικανοί εξέλεξαν για 45ο πρόεδρό τους τον εκκεντρικό μεγιστάνα Ντόναλντ Τραμπ και έριξαν σε περίσκεψη την υφήλιο, που αδυνατεί να καταλάβει το «πώς» και το «γιατί» αυτής της...

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr