«Καραβάνια στην Αφρική»

«Καραβάνια στην Αφρική»

του Μ. Γ. Μερακλή

Δίνω μιαν ακόμα σελίδα από το βιβλίο της Ελένης Α. Γκίνου, Αφρικής μέθεξης. Είναι σχετική με τη μεταφορά του αλατιού από τη λίμνη του Τζιμοντί, με τα καραβάνια που διασχίζουν την Αιθιοπία και προωθούν το αλάτι στις αγορές της Δυτικής Αφρικής, όπου το ανταλλάσσουν συνήθως με δημητριακά.

«Καραβάνια: μια μυθική κατάσταση, μια ιεροτελεστία, πειθαρχία του ανθρώπου στη φύση και προσήλωση σε ένα ιδεώδες. Ο άνθρωπος, που περπατάει σαράντα μέρες στην έρημο, όχι πάνω στην καμήλα – αυτή έχει για φορτίο της το αλάτι – αλλά ξυπόλυτος με τις πατούσες του πάνω στην άμμο, γίνεται σοφός. Ο άνθρωπος αυτός έχει μάθει να ακούει τη σιωπή, τις κραυγές της ερήμου. Γίνεται ένα με την άμμο, με τον άνεμο, με το άπειρο. Χαράσσει την πορεία του μέσα στο άπειρο, χωρίς να χάνει τον προσανατολισμό του. Η πυξίδα του είναι η αφοσίωσή του και η προσήλωσή του στην έρημο, που μετατρέπεται σε αιώνιο έρωτα, σε αλληλεξάρτηση. Όταν συναντήσεις ένα νομάδα, νιώθεις δέος και θαυμασμό. Το ότι εξυπηρετεί ένα σκοπό καταγράφεται στην πορεία που κάνει, για να καθοδηγήσει τις καμήλες φορτωμένες με το αλάτι, μια πορεία πολλές φορές οκτακοσίων χιλιομέτρων. Υπηρετεί το βασίλειο της ερήμου, συντελεί στη μη βεβήλωσή της, με το να ακολουθεί αυτή την πορεία με τα πόδια, ενώ η άσφαλτος θα εξασφάλιζε γρήγορη και άκοπη μετάβαση και μεταφορά του αλατιού.

Αυτός, όμως, είναι ο γνώστης της ερήμου. Είναι ένας πρίγκιπας, γιατί έχει κάθε βράδυ για σκέπασμα χιλιάδες αστεράκια, που τον ζεσταίνουν και τον χαϊδεύουν με το φως τους. Πόση ενέργεια έχει μαζέψει μέσα του από τη σιωπη της ερήμου, από το χάδι των αστεριών!»

Συλλογίζομαι τα δύο πράγματι μυθικά πλάσματα, την απέραντα καρτερική καμήλα και τον όμοια με εκείνη καρτερικόν άνθρωπο που την οδηγεί, αν και θα έμαθε να παίρνει το δρόμο της πια μόνη. Βαθιά συγκινημένη η συγγραφέας έχει ιεροποιήσει και αυτή και εκείνον. Αλλά πόσος κόπος, πόση κούραση (στην οποία προστίθεται και η αβάσταχτη ρουτίνα της απαράλλαχτης, μακρόσυρτης επανάληψης), ώσπου να φτάσουν, και οι δύο, σ’ αυτή την ιερότητα...

 

«Η Μάνια»

«Η Μάνια»

«Στο γιατρό με αγάπη Μάνια, 5-12-94», με τρεμουλιαστά γράμματα στην εσωτερική δεύτερη άγραφη σελίδα του ογκώδους βιβλίου σε δύο τόμους, με το κόκκινο εξώφυλλο και τα μαύρα γράμματα. Ρόμπερτ Μούζιλ, Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες, εκδόσεις Οδυσσέας. Το αντίτυπο είναι της πρώτης έκδοσης του 1992 και η μετάφραση από τα γερμανικά της Τούλας Σιέτη.

Η Μάνια ήταν απ’ τις πρώτες πελάτισσές μου και όταν με επέλεξε για θεράποντα (ο νεότερος γιατρός εγώ σε όλη την Κλινική), είχε ήδη τεράστια εμπειρία από ψυχιάτρους. Καναδυό μάλιστα από αυτούς, λόγω της μεγάλης οικονομικής επιφάνειας του πατέρα της, της είχαν ζητήσει το χέρι μετά από σύντομα φλερτ. Ήξερε τα τικ και τις αδυναμίες τους, την προτίμησή τους στα ακριβά και πάντα τζάμπα τραπεζώματα, στα ακριβά δώρα, αξεσουάρ ένδυσης, στα καλάθια με τα ακριβά μαλτ ουίσκι και στα κουτιά των πούρων που ερχόταν απευθείας από την Κούβα. Με έβλεπε στοργικά και ήθελε να με καθοδηγήσει στο να βγάλω κι εγώ πολλά λεφτά από την ιατρική, «τόσοι και τόσοι άξεστοι γίναν μεγαλογιατροί», μου έλεγε, «γιατί όχι κι εσύ;». Δεν θα ξεχάσω ποτέ σε μια από τις πρώτες μου επισκέψεις στο σπίτι της, πως με κατέκρινε με σκαιό τρόπο, μ’ εκείνη την ιδιάζουσα κι αυθόρμητη κρητική προφορά των μεγαλοαστών του Ηρακλείου, για τις κάλτσες που φορούσα. Κοντές, ξεχειλωμένες άφηναν να διαφαίνεται η έστω ελαφρά τριχοφυΐα στα καλάμια μου. «Είσαι απαράδεκτος, γιατρέ», με κεραυνοβόλησε, «όταν έρχεσαι τουλάχιστον σε μένα θα φροντίζεις να φοράς πάντα ψηλές κάλτσες μέχρι το γόνατο, μάλλινες αν θες το χειμώνα, βαμβακερές το καλοκαίρι». 

Φρέσκος ακόμη από τις σπουδές μου ήμουν της άποψης πως ένας ψυχίατρος «πρέπει να έχει την παρατηρητικότητα του Ντοστογιέφσκι και την περιγραφικότητα του Μπαλζάκ». Η Μάνια μου δίδαξε πως τίποτα δεν ξεφεύγει από το μάτι του ασθενούς, ακόμη και του σχιζοφρενούς, πως ο ψυχίατρος περνάει από ακτίνες γ: το ντύσιμό του, η έκφρασή του, η στάση του σώματος, η λεκτική και μη-λεκτική του επικοινωνία, περνάν από το σκάνερ του ασθενούς του με ακρίβεια μαγνητικής απεικόνισης.

Σκέφτομαι τώρα, που πλησιάζουν πάλι Χριστούγεννα και ξαναέπιασα στα χέρια μου τον Μούζιλ, «τι τεράστιο έργο παράγει ένας άνθρωπος που δεν κάνει τίποτα» (σελ. 15). Η Μάνια δεν είχε ανάγκη να βιοπορισθεί ποτέ στη ζωή της. Πριν τη σκάψει όλη η μανιοκατάθλιψη και της διαβρώσει τα θεμέλια της προσωπικότητάς της, είχε ζήσει έντονη κοινωνική ζωή, θυελλώδεις έρωτες, αλητείες και κραιπάλες με τη μισή «καλή κοινωνία» της Ελλάδας. Το δώρο της σίγουρα ήταν καθ’ υπόδειξη από μένα. Η τιμή σε δραχμές, στο χάρτινο κουτάκι που περικλείει τους δύο τόμους είναι σβησμένη με μαύρο μαρκαδόρο. Ως χριστουγεννιάτικη κάρτα θα ήθελα να αφήσω στον οικογενειακό της τάφο μια ακόμη φράση του Μούζιλ, γραμμένη λες για κείνη: «το ηρωικό έργο φαίνεται κυριολεκτικά μικροσκοπικό, σαν κόκκος άμμου που εναποτίθεται με τεράστια αυταπάτη πάνω σ’ ένα βουνό».

Καλά Χριστούγεννα, Μάνια.

 

«Ο Λουκάς»

«Ο Λουκάς»

Η βιογραφία ενός ανθρώπου είναι η ατζέντα του με τα τηλέφωνα των φίλων και των γνωστών του. Παλιά. Τώρα ίσως να είναι τα τηλέφωνα και τα ονόματα που έχει καταχωρημένα στο κινητό του. Οι φίλοι του στα κοινωνικά δίκτυα. Από την πρώτη στιγμή που μ’ επισκέφθηκε στο ιατρείο μου, ο Λουκάς, καθώς είδε τις βιβλιοθήκες που ξεχείλιζαν από βιβλία, μου πρότεινε να γράψω τη βιογραφία του. Εγώ δέχθηκα κι αρχίσαμε μετά να κάνουμε παρέα για να μαζεύουμε το υλικό των αναμνήσεών του. Είχαμε βρει και τον τίτλο: «Λουκάς Λουκάκης, ένα αρχίδι και μισό». Ο άνθρωπος με τα χίλια επαγγέλματα: έμπορος υφασμάτων, γαμπρός με πλουσιότατη νύφη, επαγγελματίας μποξέρ, ερασιτέχνης οργανοπαίχτης, και έμπορος έργων τέχνης, με δική του γκαλερί. Την έκλεισε για κάτι πλαστούς πίνακες και πήγε φυλακή. Συλλέκτης, κυρίως συλλέκτης. Εκδότης συλλεκτικών βιβλίων τέχνης. Ιδιότητα με την οποία τον γνώρισα εγώ, με κρίσεις πανικού και χρόνια κατάχρηση ηρεμιστικών. Να μένει στο νοίκι και να μην μπορεί να το πληρώσει.

Να μην βρίσκει χώρο για τις συλλογές του. Γόης. Συλλέκτης ωραίων γυναικών. Γλεντζές. Οδηγάρα. Ένα καλοκαίρι με πήρε μαζί με τη Ρούλα Κακλαμανάκη και μας πήγε μέχρι την Επίδαυρο για κάποια παράσταση, που ούτε θυμάμαι. Γυρολόγος στην ελληνική επαρχία. Άριστος πλασιέ. Μπορούσε να πουλήσει τα πάντα. Μέγας ψυχολόγος, γνώριζε την ανθρώπινη συμπεριφορά από την καλή και την ανάποδη. Γνώστης ανθρώπων και προσώπων. Γευσιγνώστης. Έπιανε τη ζωή από τα αρχίδια, και την έστυβε. Ως και τον θάνατο τον είχε πιάσει από κει. Είχε παρουσιάσει όγκο στον αριστερό όρχι. Απ’ το Ιπποκράτειο, του έβαλλαν το κομματάκι της βιοψίας σ’ ένα μπουκαλάκι και του το έδωσαν στο χέρι να το πάει απέναντι μέχρι τον Άγιο Σάββα. Οκτώ η ώρα το πρωί Αλεξάνδρας και Κηφισίας να το κρατάει σαν φυλακτό, με την προσοχή να μην τρακάρει με τους πάντα βιαστικούς περαστικούς. Να μην του πέσει και σπάσει στην άσφαλτο. Εξ’ ου και ο τίτλος της βιογραφίας του. Πέθανε ξαφνικά, όπως όλα ξαφνικά συνέβησαν στη ζωή του. Μια βιογραφία που δεν έγραψα ποτέ.

Άλλη μια υπόσχεση που αθέτησα.

 

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣH Ελληνική Λέσχη Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας και οι εκδόσεις Άπαρσις συνδιοργανώνουν διαγωνισμό αστυνομικού διηγήματος με στόχο την ανάδειξη νέων ταλέντων αστυνομικής λογοτεχνίας. Έναρξη του διαγωνισμού ορίζεται η 3η Δεκεμβρίου 2012 και λήξη η 28η Φεβρουαρίου 2013.

Το θέμα του διαγωνισμού

Τα διαγωνιζόμενα διηγήματα πρέπει να είναι αστυνομικά (με την ευρεία έννοια του όρου), τα οποία δεν θα έχουν συμμετάσχει σε άλλο διαγωνισμό και δεν θα έχουν δημοσιευτεί σε ηλεκτρονική ή έντυπη μορφή.

Δικαίωμα συμμετοχής-προϋποθέσεις

Στο διαγωνισμό μπορούν να λάβουν μέρος ενήλικες μέχρι 40 ετών, ανεξάρτητα αν έχουν εκδώσει ή όχι κάποιο βιβλίο λογοτεχνίας. Τα διηγήματα δεν θα πρέπει να ξεπερνούν σε έκταση τις 3.000 λέξεις.

 

«Ένα ρήμα»

«Ένα ρήμα»

Μια λέξη από τα δέκα μέρη του λόγου, όπως τα μαθαίναμε, σαν ποίημα, παλιά στο σχολείο. Αρχίζαμε με το άρθρο. Μου άρεσε η λέξη, την μπέρδευα με τον όρθρο. Αργότερα δεν μπορούσα να αποφασίσω για τα ρήματα, αν μου άρεσαν περισσότερο τα ομαλά, που τα θεωρούσα εύκολα, ή τα ανώμαλα, που μ’ έκαναν να δίνω περισσότερη προσοχή, τα ενεργητικά, που κάπου με πήγαιναν, ή τα παθητικά, που μ’ έκαναν να φοβάμαι μήπως πάθω κάτι.

«Θα πάμε για μεσημεριανό;» με ρωτούσε η Μπέτυ κάθε πρωί από το τηλέφωνο, μόλις φτάναμε και οι δυο, η καθεμιά στο δικό της γραφείο.

Συναντιόμασταν σε μια γωνία της Παρκ Άβενιου και 54ης Οδού και πηγαίναμε, σχεδόν καθημερινά, στο ίδιο εστιατόριο, κομψό με βυσσινιά τραπεζομάντιλα, και ίσως να παραγγέλναμε στην ίδια φιλική σερβιτόρα, τα ίδια: χάμπουργκερ ή τσίζμπεργκερ, τσίζκεϊκ ή κόκονατ και καφέ.

Η Μπέτυ, εύσωμη, με λευκά, κομμένα κοντά μαλλιά –αν ήταν έγχρωμα θα έμοιαζαν με μαγιάτικο στεφάνι γύρω από ένα συμπαθητικό πρόσωπο που γελούσε αυθόρμητα–, εργαζόταν επί της Παρκ, απέναντι από το εστιατόριο, κι εγώ στην πιο ακριβή γωνία της Παρκ και 57ης Οδού. Στο ευρύτατο ισόγειο υπήρχε μια τράπεζα που έσφυζε από ζωή, οι πελάτες σχημάτιζαν μακριές ουρές, οι υπάλληλοι στα ταμεία τούς χαμογελούσαν μετρώντας τα δολάρια και όλοι έμεναν ευχαριστημένοι. Στις μέρες μας, και από καιρό τώρα, η τράπεζα είναι άδεια, με μια θανατερή σιωπή σαν νεκροταφείου, αφού όλες οι συναλλαγές γίνονται ηλεκτρονικά και τα πλήκτρα στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές δεν παράγουν πλέον ήχο.

Είχε γεννηθεί στη Νέα Υόρκη, και η έναρξη του ιταλοελληνικού πολέμου την είχε βρει οικογενειακώς στην Τρίπολη, όπου συνέχισε τις γυμνασιακές της σπουδές όπως ο αδελφός της Τζον Άντον, ποιητής και πανεπιστημιακός καθηγητής, δίδαξε και στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, και η αδελφή της, Μαίρη, που ασχολήθηκε με τη θεατρική ενδυματολογία στο Μπρόντγουεϊ.

Για τη φιλία μας ήταν υπεύθυνος ο δημοσιογράφος Χρήστος Νικολόπουλος, με παρόμοιο παρελθόν, που μας είχε φέρει σ’ επαφή και της είχε δανείσει να διαβάσει το πρώτο μου μυθιστόρημα, Επιπλωμένα δωμάτια.

«Το διαβάζω σαν μια καραμέλα που δε θέλω να τελειώσει», μου έλεγε πάλι και πάλι, και με περιεργαζόταν με τα καστανά της μάτια, από το κεφάλι, με κουρεμένα πίξι μαλλιά, μέχρι τα γυμνά μου πόδια μέσα σε σανδάλια.

Παίρναμε τις θέσεις μας, σ’ ένα τραπεζάκι για δύο, δίναμε την παραγγελία μας και προτού καταφτάσουν τα πιάτα μας η Μπέτυ μού έκανε την ίδια πρώτη ερώτηση που μου είχε κάνει και χθες και προχθές και όλες τις προηγούμενες ημέρες, ενώ μου έδινε την εντύπωση ότι ήθελε να με προστατέψει από κάτι αόρατο, ή που το έβλεπε εκείνη μέσα από τις εμπειρίες της σ’ έναν κόσμο πολύχρωμο, πολύγλωσσο, που προχωρούσε με μια ταχύτητα, που αν δεν την ακολουθούσα προσεκτικά, θα έμενα πίσω.

«Τι έκανες χθες το βράδυ;» – εννοώντας όταν γύρισα σπίτι μετά τη δουλειά.

«Έγραφα». Δεν τη ρωτούσα τι άλλη απάντηση περίμενε από μένα.

«You are investing your time», συνέχιζε.

Τι εννοούσε;

Γύριζα σπίτι και για μια φορά ακόμα, άνοιγα το λεξικό να βεβαιωθώ για την αντίστοιχη στη γλώσσα μου. Μα, την ήξερα ήδη. Ήταν η ίδια όπως χθες και προχθές και την πρώτη φορά που την εξέφρασε η Μπέτυ, και δεν της είχα ζητήσει να μου την εξηγήσει. Όμως, ποια άλλη ερμηνεία είχε;

Σε τι επένδυα το χρόνο μου; Με τον ίδιο τρόπο θα μπορούσα να αναρωτηθώ σε τι επένδυα την αναπνοή μου. Στη ζωή μου, θα απαντούσα. Αλλά δεν.

Όμως ποτέ δεν μπορούσα να φανταστώ ότι αυτό το ρήμα θα έπαιζε, τώρα, έναν τόσο μεγάλο ρόλο ή θα κατακτούσε μια τέτοια πυκνή συχνότητα στα δελτία ειδήσεων, θα μπορούσα να πω, των περισσότερων χωρών, υπανάπτυκτων, υπό ανάπτυξη και αναπτυγμένων.

Πέρασαν δεκάδες χρόνια, χωρίς να παύω να τα επενδύω στην αναπνοή μου και στο γράψιμο. Από την πρώτη λειτουργικότητα κέρδισα δεκάδες χρόνια ζωής, από τη δεύτερη, ούτε μετοχές ούτε ευρωομόλογα, τίποτα το υλικό, κάτι που θα μπορούσα να το πιάσω με τα χέρια μου, εκτός από τα αντίτυπα των βιβλίων μου ή αποκόμματα από εφημερίδες και περιοδικά, και να πω: αυτό.

Ήταν μια μακριά επένδυση που της χρωστάω τη ζωή μου.

 

Το παλιό και το καινούριο:  Με αφορμή τη νέα ταινία του James Bond

Το παλιό και το καινούριο: Με αφορμή τη νέα ταινία του James Bond

του Χρήστου Τριανταφύλλου

Ο James Bond κάθεται στον πάγκο μιας πινακοθήκης, κοιτώντας έναν πίνακα που απεικονίζει ένα μεγάλο, παλιό πλοίο να ρυμουλκείται από δύο μικρότερα και περιμένοντας το σύνδεσμό του, όταν ένας νεαρός με γυαλιά κάθεται δίπλα του. Ένα τμήμα του διαλόγου που ακολουθεί είναι το εξής:

[Q.]: «It always makes me feel a bit melancholy. Grand old war ship, being ignominiously haunted away to scrap… The inevitability of time, don't you think? What do you see?»
[J.B.]: «A bloody big ship. Excuse me».

Το μοτίβο αυτό αποτελεί το βασικότερο του πρόσφατου Skyfall. Ο συνήθως ατσαλάκωτος σε υπερφυσικά επίπεδα Bond εμφανίζεται αυτή τη φορά ως γερασμένος, έχοντας γυρίσει μόλις από αυτό που όλοι πίστεψαν πως ήταν ο θάνατός του, για να αντιμετωπίσει μια απειλή ενδογενή· αντίπαλός του δεν είναι μόνο μια υπηρεσιακή ανωμαλία, μια τερατογένεση του συστήματος που ο ίδιος υπηρετεί, αλλά και ο ίδιος ο εαυτός του, η αίσθηση πως ο καιρός του έχει περάσει πια. Σε αυτό το μήκος κύματος κινούνται και οι άλλοι βασικοί χαρακτήρες, αναδεικνύοντας το κεντρικό σημείο που θέλησαν να τονίσουν οι συγγραφείς του σεναρίου και ο σκηνοθέτης: η παρούσα περίοδος είναι μια κοσμογένεση, σαρώνοντας οτιδήποτε θεωρούνταν δεδομένο, όσο σταθερό κι αν ήταν. Ακόμα και αν τελικά αυτό που μπορεί να ονομαστεί «σύστημα», «παλαιά τάξη πραγμάτων» ή «κατεστημένο» τελικά επικρατεί, είναι σαφές ότι τίποτα δε θα είναι ξανά το ίδιο. Σε αυτό το κεντρικό μοτίβο νομίζω πως αξίζει να επιμείνουμε.

Στη συνέχεια του διαλόγου που παρατέθηκε παραπάνω, ο –νεαρός– Q. ειρωνεύεται τον Bond, επειδή ο τελευταίος δυσανασχετεί με την ένδεια του εξοπλισμού που του παρέχεται. Συνηθισμένος σε εντυπωσιακά εργαλεία, από στιλό που εκρήγνυνται μέχρι ρολόγια με μαγνήτες, ο πρωταγωνιστής δεν μπορεί παρά να νιώσει σχεδόν άοπλος, μια και αναγκάζεται να παλέψει σε ένα νέο κόσμο, όπου ο ίδιος και ο ρόλος του έχουν τεθεί πλέον οριστικά σε αμφισβήτηση. Ανήκει πλέον περισσότερο σε μουσείο, ως η παλαιότερη εκδοχή αυτού που βαθμιαία επικρατεί, παρά στο πεδίο της δράσης. Εξετάζοντας μακροσκοπικά αυτό το μοτίβο, θα διαπιστώσουμε εύκολα πως αποτελεί πλέον κοινό τόπο, αποδιδόμενο περισσότερο ή λιγότερο επιτυχημένα. Δύο παραδείγματα αποτελούν η κατάληξη της τριλογίας The Dark Knight, όπου ο Batman εμφανίζεται εξαρχής γερασμένος και παρωχημένος –επικρατώντας και αυτός στο τέλος βέβαια– και το δεύτερο μέρος της περιπέτειας The Expendables, όπου –αν και καλλιτεχνικά η ταινία είναι σαφώς κάκιστη– οι γερασμένοι action heroes παραδέχονται ευθέως τη «μουσειακότητά» τους και τη σατιρίζουν άτσαλα. Η συνειδητοποίηση των πρωτόγνωρων αλλαγών που συντελούνται, ειδικά στο πεδίο της διαχείρισης πληροφορίας, δε θα μπορούσε να μην επηρεάσει την καλλιτεχνική παραγωγή· το γεγονός, μάλιστα, ότι είναι πλέον τόσο σαφή τα σχετικά μοτίβα σε έργα τεράστιας αποδοχής, είναι ενδεικτικό του μεγέθους και των ίδιων των αλλαγών. Επιπλέον, η επικράτηση της πλευράς που εμφανίζεται αρχικά ως θνήσκουσα με μαθηματική ακρίβεια, αποτελεί κατά τη γνώμη μου τεκμήριο όχι μόνο ενός συντηρητισμού με τη στενή έννοια του όρου, αλλά και μιας ευρύτερης τάσης για διατήρηση της καθεστηκυίας τάξης ως πολιτισμικό σύνολο. Όπως έχει παρατηρήσει και ο Γάλλος ιστορικός Pierre Nora, η «έκρηξη» της ενασχόλησης με τη μνήμη οφείλεται κατά μεγάλο μέρος στη σαρωτική φύση των αλλαγών: ο γερασμένος Bond, ο σχεδόν ανίκανος Batman, ακόμη και οι αυτοσαρκαζόμενοι Stallone, Schwarzenegger και Willis, όλοι αποτελούν ψηφίδες –ίσως όχι εξίσου σημαντικές– του «αγκιστρώματος» σε ό,τι ήδη έχει δημιουργηθεί και επικρατήσει. Το Skyfall προχωρά ένα βήμα παραπέρα, με την τελική αναμέτρηση να διεξάγεται στο αραχνιασμένο πατρικό σπίτι του ήρωα, στο μόνο σημείο, κατά τα λεγόμενά του, όπου δεν μπορούν να τον νικήσουν. Αυτή η εντυπωσιακή προσφυγή στα «πατρώα», στο απόλυτο σύμβολο της αναδίπλωσης στον υπάρχοντα και στον παρελθοντικό εαυτό, συνοδεύεται από την απόλυτη καταστροφή, ως θυσία σχεδόν, αφού ο πρωταγωνιστής ανατινάζει το σπίτι προκειμένου να επικρατήσει. Η τελική πινελιά είναι ο «εξορκισμός» της ασαφούς –και γι’ αυτό σχεδόν ανίκητης, πάλι κατά τον ήρωα– απειλής με την εξόντωση του εχθρού μέσα σε ένα εκκλησάκι. Η κάθαρση συντελέστηκε, και η παλαιά τάξη πραγμάτων μπορεί να επιστρέψει στο έργο της, στραπατσαρισμένη, αλλά επικρατήσασα. Σημειωτέον πως ακριβώς το ίδιο μοτίβο επικρατεί και στο The Dark Knight Rises, με τις αμεσότερες πολιτικές αναφορές να προκαλούν και τα ανάλογα αρνητικά σχόλια.

Συμπερασματικά, πρέπει να αναφερθεί πως η διάχυση των μοτίβων αυτών μέσω αρτιότατων καλλιτεχνικά έργων –όπως τα Skyfall και The Dark Knight Rises– οφείλει να αντιμετωπιστεί πρωτίστως με όρους αισθητικούς και πολιτισμικούς, ως ευρύτερες μονάδες νοήματος δηλαδή, καθώς μια στενή πολιτική ματιά νομίζω ότι προκαλεί απλουστεύσεις, στρεβλώσεις, και εντέλει αποτρέπει και την αισθητική απόλαυση. Μια κινηματογραφική ταινία όπως οι προαναφερθείσες, είτε θεωρούμε πως κομίζει «συντηρητικά» μηνύματα είτε όχι, είναι πάνω απ’ όλα ένα αφήγημα· ένα αφήγημα με τις δικές του συνδηλώσεις, τους δικούς του αντικατοπτρισμούς, και, εντέλει, την ίδια του την επικαιρότητα ως πολιτισμικό προϊόν. Επομένως, οι στεγνές, σχεδόν οπαδικές, προσεγγίσεις που απορρίπτουν συνολικά καλλιτεχνικά έργα βάσει τέτοιων κριτηρίων, το μόνο που κάνουν είναι να μας απομακρύνουν από την κατανόηση αυτού που παλαιότερα αποκαλούνταν «το πνεύμα της εποχής».

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER