«Η όσφρηση ως προαπαιτούμενο της ψυχιατρικής» του Dr. Πινόκιο

«Η όσφρηση ως προαπαιτούμενο της ψυχιατρικής»

Μια ζωηρή μυρουδιά μού χτύπησε στη μύτη μόλις διάβηκα το κατώφλι του Θεραπευτηρίου Χρόνιων Παθήσεων. Εκείνη η γνωστή μου μυρουδιά των ψυχικά πασχόντων φτιαγμένη από κάτουρα, κόπρανα, χλωρίνες κι αποφορά σωμάτων που καταναλώνουν αμέτρητες ποσότητες ψυχοφαρμάκων: μια μυρουδιά έντονη και υπόγλυκη σαν το γλυκάνισο, που την αναγνώρισα αμέσως και μου κατέστησε αυτόματα οικείο τον χώρο που επισκεπτόμουνα πρώτη φορά. Είχα αισίως πέντε ολόκληρα χρόνια να βρεθώ σε Ψυχιατρείο κι είναι αλήθεια πως η μυρουδιά του, αυτή η συγκεκριμένη διαπεραστική μυρουδιά αμμωνίας, μου είχε λείψει.

Οφείλω να το παραδεχθώ, πως τις πρώτες ημέρες της ειδικότητάς μου στο Δαφνί, αυτή η ίδια μυρουδιά με είχε ρίξει στην κατάθλιψη. Πριν ακόμα αρχίσω τις σπουδές μου στην Ιατρική, ήξερα πως ήθελα να γίνω Ψυχίατρος και τίποτα άλλο. Διάβαζα βιβλία αντιψυχιατρικής Laing & Cooper, την Ιστορία της τρέλας του Foucault, ήμουν έτοιμος δηλαδή από καιρό να διαβώ το κατώφλι, αλλά κανένα βιβλίο δεν μου είχε μεταδώσει αυτό το «άρωμα», εξ ου και η κατάθλιψη του ειδικευόμενου. Ακόμα στην ειδικότητα είχα την ευκαιρία να κάνω μια άλλη παρατήρηση: οι διευθυντές μας, οι επιμελητές μας, το νοσηλευτικό και όλο το προσωπικό στο Ίδρυμα δεν διέκριναν πλέον αυτή τη διαπεραστική μυρουδιά, που συνέχιζε να ενοχλεί εμένα. Θυμάμαι πως κατέφθαναν οι συγγενείς των ασθενών να τους πάρουν και να τους μεταφέρουν σε ιδιωτικές κλινικές, τους διευθυντές μου να ρωτούν για ποιο λόγο ήθελαν να πάρουν τον ασθενή απ' το περίπτερό μας, κι όταν εκείνοι απαντούσαν: «Μα, απλούστατα, επειδή μυρίζει άσχημα εδώ μέσα», να μην καταλαβαίνουν, να ενίστανται «πως τίποτα δεν μυρίζει, μόνο γυρίζει» (εννοούσαν πως η συνεδρία με τους συγγενείς είχε τελειώσει, γιατί οι διευθυντές ως γνωστόν έχουν πολύ κινητικά μπαλάκια και τους γυρίζουν εύκολα...). Δεν ήταν απλώς ένας τρόπος άμυνας, δεν το έκαναν γιατί ήθελαν να κρατήσουν τον «πελάτη», όχι. Πράγματι, δεν αισθάνονταν τη μυρουδιά. Η διαπίστωσή μου με οδήγησε να παρατηρήσω καλύτερα τις προσωπικές ζωές όλων αυτών, κατεστραμμένες οικογενειακές σχέσεις, προβληματικά τέκνα στην πλειοψηφία τους, στάσιμη έως λιμνάζουσα προσωπική ζωή, ευαισθησία, ευγένεια, ζωντάνια. Έφτασα, λοιπόν, στο συμπέρασμα πως, όταν κάποιος χάνει τη δίοδο επικοινωνίας με τις αισθήσεις, όταν ο αισθητηριακός κόσμος ταπώνεται, βουλώνεται, ξεραίνεται και μαραίνεται, ακολουθεί και το σβήσιμο της προσωπικότητάς μας. Κατάλαβα πως, αν ήθελα να συνεχίσω να είμαι παρών στον εαυτό μου, θα έπρεπε να διασώσω τον αισθητηριακό μου κόσμο και να φύγω από το Ίδρυμα, να μην περάσω το υπόλοιπο της ζωής μου εκεί μέσα, γιατί θα τον καταδίκαζα σε μαρασμό και πρόωρο θάνατο.

Λέγαμε χαριτολογώντας πως από μόνη της η μυρουδιά των Ψυχιατρείων σού αποδίδει τον τίτλο ειδικότητας, σε κάνει Ψυχίατρο. Γιατί πέρα από τις γνώσεις και την επιστημονική κατάρτιση, ο Ψυχίατρος πρέπει να οσμίζεται το περιστατικό, όταν τα κριτήρια διαφοροδιάγνωσης δεν αποδίδουν, η όσφρηση και μόνο που διαθέτει ο χαρισματικός θεράπων έχει αποδειχθεί σωτήρια σε πάμπολλες των περιπτώσεων. Πρέπει να έχει μύτη δηλαδή ο Ψυχίατρος, σαν τον Πινόκιο.

 

«Μεταβίβαση και αντιμεταβίβαση: Δύο υστερόγραφα» του Dr. Πινόκιο

«Μεταβίβαση και αντιμεταβίβαση: Δύο υστερόγραφα»

ΥΓ.1. Δεν ξέχασα ποτέ ένα αφόρητα χαλεπό απόγευμα της 16ης Δεκεμβρίου 2003 στην κλινική. Οι δείκτες του ρολογιού έδειχναν την πλέον αδυσώπητη ώρα της ημέρας, 18:00 μ.μ. Λέω αδυσώπητη, επειδή ένιωθα ήδη απονεκρωμένη από την αδίστακτη αιωνιότητα των 12 ωρών που είχαν παρέλθει και, παρ' όλα αυτά, ήξερα ότι απομένουν περίπου άλλες τόσες, ώσπου να πέσω στη λήθη του ύπνου. Είχαμε τελειώσει από νωρίς τη συνεδρία μας και καθόμουν στο δωμάτιό μου. Αγαπούσα υποχρεωτικά να ρεμβάζω κοιτάζοντας έξω, διότι με φόβιζε με έναν –αστεία θηλυκό– τρόπο η συγκάτοικός μου. Βλέπετε, δεν είχα κάποιο οργανικό ή άλλο ανυπερκέραστο πρόβλημα. Όπως σωστά είχατε γνωματεύσει, περνούσα ένα ιδιαίτερα έντονο μεταβατικό άγχος από μία προτεραία κατάσταση σε μία άλλη. Έτσι, υπήρχε ένας μηχανισμός που με κρατούσε πίσω στη λογική όπου ένιωθα μόνη και αποκομμένη από όλους και όλα και δεν μου επέτρεπε να παραδοθώ στην τρέλα της ευφορίας ή στην ευφορία της τρέλας. Εκείνο το απόγευμα μου είχατε πει πόσο πιστεύετε σ' εμένα και πόσο εκτιμάτε τη γραφή μου. Μου άρεσε να γράφω μικρές νουβέλες σε μικρά τετράγωνα χαρτάκια. Πριν φύγετε από την κλινική, με επισκεφτήκατε στο δωμάτιο και μου χαρίσατε κάποιες από τις ποιητικές σας συλλογές. Είχα χαρεί τόσο πολύ με αυτό το ιδιαίτερο κοινωνικό συμβάν που μέχρι και η Βερενίκη, η πάντα σιωπηλή και συσκοτισμένη συγκάτοικος, αντελήφθη τη χαρά μου και με έναν μοναδικά πονεμένο τρόπο με πλησίασε και μου χάιδεψε τα μαλλιά. Πάντα με συντροφεύει εκείνο το απόγευμα. Μερικές φορές νομίζω ότι είναι ακόμα 18:00.

ΥΓ.2. Με διασκέδαζε ευχάριστα το ότι, λόγω του μανιώδους καπνίσματός σας, υπήρχε πάντα ένα σχεδόν σαν ζωγραφισμένο σύννεφο καπνού, ένα αδιόρατο υπόλευκο πέπλο που κάλυπτε τη μορφή σας και, παρόλο που είχαμε κάνει τόσες συνεδρίες, δεν είχα ποτέ συγκεκριμένη εικόνα του προσώπου σας. Δεν ήσαστε παρά μια φωνή και με τη βαθύτητα που διέκρινε τη χροιά σας, παίρνατε διαστάσεις καφκικού πλάσματος ή ονόματος από κάποιο ποίημα του Hölderlin. Κάθε φορά που με επισκεπτόταν ο αδερφός μου, ο οποίος διδάσκει φιλοσοφία στο παν/μιο, επιδιδόμασταν σε μακροσκελείς συζητήσεις που είχαν ως πυρήνα την αδυνατότητα θέασης του προσώπου σας. Θυμάμαι να καθόμαστε στο κρεβάτι του δωματίου και να κάνουμε αναφορές στον μύθο του Ακταίωνα και τις θεωρίες των νομιναλιστών του Μεσαίωνα περί μορφής, ομοιώματος και αληθείας ως λήθης του είναι. Άλλες φορές αναφερόμαστε στο νεφέλωμα που κρατούσε μυστική τη μορφή σας και άφηνε γυμνή την αλήθεια της φωνής σαν αυτό να είναι κάποιο είδος hidden agenda σε μυθιστόρημα του Burroughs ή του Pynchon ή του Gombrowicz. Από τα highlight ήταν όταν ο Κωστής σας συνέκρινε με τον φωνολογικό Μωυσή φτάνοντας μέχρι την καταγωγή των γλωσσών του Ρουσό και τον πλατωνικό Φαίδρο για να υποστηρίξει τη φωνή ως το καταγωγικό ίχνος της αληθείας και τη μορφή ως το απολλώνιο παραμορφωτικό διάμεσο... ακόμα θυμάμαι αυτές τις συζητήσεις και πόσο με ευχαριστούσαν. Μου προσέφεραν τέρψη. Ελαφρότητα.

Οι συνεδρίες μας με έκαναν να αρθρώσω διαυγή λόγο, να εκγυμνάσω τη φύση μου ώστε να ζήσω ζωντανή σε αυτόν τον κόσμο που ρέει και όχι νεκρή ή απονεκρωμένη. Θα ήταν τιμή και χαρά να συνομιλήσω πάλι μαζί σας. Αυτή τη φορά μέσα από ένα άλλο πρίσμα.

 

«Η Μόρφω δεν συμμορφώνεται» του Dr. Πινόκιο

«Η Μόρφω δεν συμμορφώνεται»

Η μη συμμόρφωση στη λήψη της φαρμακευτικής αγωγής δεν συναπαντάται μόνο στους ψυχιατρικούς ασθενείς. Είναι πολύ διαδεδομένη σε όλες τις ειδικότητες. Από στατιστικές μελέτες έχει καταγραφεί (μέσω ηλεκτρονικής παρακολούθησης στα μπουκαλάκια με τα χάπια, σαν το σύστημα που έχουν τα πεντάστερα ξενοδοχεία για την κατανάλωση των ποτών και αναψυκτικών στο μίνι μπαρ του δωματίου σας), πως η λήψη των φαρμακευτικών δισκίων φτάνει δεν φτάνει το εβδομήντα μόλις τοις εκατό, της συνιστώμενης ημερήσιας δόσης. Πολύ μεγαλύτερο είναι το ποσοστό των ασθενών κάθε ειδικότητας που δεν συμμορφώνεται στις ιατρικές οδηγίες. Ο Ιωσήφ Μπρόντσκι και ο Θανάσης Κωσταβάρας δεν συμμορφώθηκαν, η Μόρφω επίσης.

Ο Ιωσήφ Μπρόντσκι, παρ' όλες τις συστάσεις του καρδιολόγου του, δεν έκοψε το κάπνισμα: συνέχισε να καπνίζει τα κίτρινα Κάμελ (με και χωρίς φίλτρο), το τσιγάρο που το πρωτόμαθε στα δεκαέξι του στη Ρωσία, κι ήταν πολύ δύσκολο να το βρίσκει σε καθημερινή βάση, δεν μπορούσε να το κόψει τώρα που κατεβαίνοντας στην πρώτη γωνία του Μανχάταν μπορούσε να αγοράσει όσες κούτες ήθελε. Τον βρήκαν εκεί στο διαμέρισμά του δυο-τρεις μέρες μετά τον θάνατό του από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, στα πενήντα πέντε του χρόνια. Μετά τον θάνατό του, ο τελευταίος του καρδιολόγος δήλωσε πως τον είχε αποκηρύξει από ασθενή του (στην Αμερική ένας γιατρός μπορεί να μη δέχεται επίσημα τον ασθενή του από τη στιγμή που εκείνος δεν τον υπακούει...), τα δύο τελευταία χρόνια.

Με δική του θέληση, λοιπόν, ο Ιωσήφ Μπρόντσκι δεν συμμορφώθηκε στις ιατρικές εντολές. Έχοντας σώας τας φρένας, ένας άλλος μέγας –Έλληνας τούτη τη φορά– ποιητής διέκοψε τη φαρμακευτική του αγωγή μετά τον θάνατο της πολυαγαπημένης του συζύγου. Όντας γιατρός και ο ίδιος και εν πλήρη συνειδήσει, αποφάσισε να την ανταμώσει μια ώρα αρχύτερα. Πέθανε μόλις έναν χρόνο μετά την αποχώρησή της, στην πολυθρόνα ενός φιλικού σπιτιού, όπου είχε πάει να παρακολουθήσει κάποιο ματς για το Ουέφα. Παρέμεινε πιστός στη στατιστική που θέλει τους άρρενες να πεθαίνουν έναν χρόνο μετά την απώλεια της συζύγου. Τα θηλυκά μετά τον θάνατο του συντρόφου τους, αντιθέτως, ζουν ζωή χαρισάμενη και μακροημερεύουν...

Η Μόρφω δεν γνώριζε ούτε τον νομπελίστα, ούτε τον Έλληνα ποιητή: πουλούσε αγγουράκια στη λαϊκή – καλυβιώτικα και καλαβρέζικα τα διαλαλούσε παιγνιδιάρικα, κι ας ήταν από το περιβόλι της στην Αγυιά κι ούτε φανταζόταν πως κάποια μέρα θα πήγαινε η ίδια «ξεβράκωτη στ' αγγούρια» ή πως «θα σηκώνονταν τ' αγγούρια να γαμήσουν τον μανάβη», όπως μας πληροφορεί ο Νίκος Σαραντάκος στη λεξικογραφία του. Η αλήθεια είναι πως η Μόρφω ξέχασε τον άντρα της, τα τέσσερα παιδιά τους, τους γονείς της, τα πεθερικά της και όλο της το σόι, για μια παρεξήγηση: πήγαινε στη λαϊκή και άκουγε να την κουτσομπολεύουν πίσω από την πλάτη της. Άκουγε να τη φωνάζουν πουτάνα και καταφερτζού. Οι άντρες στέκονταν μπροστά της και χάιδευαν το μόριό τους επιδεικτικά μέσα από τα παντελόνια. Οι γυναίκες τής έβγαζαν τη γλώσσα σε ένα αργόσυρτο γλωσσόφιλο. Τα παιδιά της έκλεβαν τα αγγουράκια από τον πάγκο και τα έχωναν τρέχοντας το ένα στον πισινό του άλλου. Η Μόρφω δέχτηκε να έρθει μία και μοναδική φορά στο ιατρείο. Δεν άκουγε τι της έλεγα. Δεν πήρε ποτέ τη φαρμακευτική αγωγή που της έγραψα. Η Μόρφω δεν συμμορφώθηκε, αλλά σε αντίθεση με τα ευγενή παραδείγματα που ανέφερα πιο πάνω κατέληξε στο ψυχιατρείο.

 

«Ο Άλεξ από την Αλεξάνδρεια στο Αλμπουκέρκε» του Dr. Πινόκιο

«Ο Άλεξ από την Αλεξάνδρεια στο Αλμπουκέρκε»

Η πληροφορία στην Αμερική είναι ελεύθερη, στην Ευρώπη την αγοράζεις. Αν με ρωτούσατε γιατί τυγχάνω αριστερός κι αμερικανόφιλος, το μόνιμο καλαμπούρι των συναδέλφων μου μεγαλογιατρών που ήταν όλοι τους δεξιοί κι αντιαμερικάνοι, θα σας απαντούσα πως αποτέλεσμα της μη διακινούμενης πληροφορίας είναι η διαπλοκή και οι μίζες. Χαρακτηριστικό όλης της γηραιάς ηπείρου μας. Όλη η ελληνική διαστροφή και η ευρωπαϊκή, φυσικά, έλκει την καταγωγή της από τη μη ελεύθερα διακινούμενη πληροφορία. Μόλις είχα αρχίσει την ειδικότητά μου στην Ψυχιατρική, όταν γνώρισα τον Άλεξ. Νοίκιαζα ένα ρετιρέ στην πολυκατοικία όπου έμεναν οι γονείς του Άλεξ, ένα ηλικιωμένο ζευγάρι από την Αλεξάνδρεια, ζωγράφος ο πατέρας του, με κρυφά εισοδήματα η μητέρα του, φτώχεια καταραμένη. Ο Άλεξ με την αλογοουρά στα μαύρα μακριά μαλλιά, τα τατουάζ στα μπράτσα, τα δυο μέτρα μπόι και τα εκατόν δέκα κιλά βάρους έσκασε σαν άγγελος του διαβόλου στη Χαριλάου Τρικούπη, γωνία Κομνηνών, στα Εξάρχεια.

Τον είχαν απελάσει από το Φοίνιξ της Αριζόνας μετά από επανειλημμένα επεισόδια παραβατικότητας και βίας. Ανάμεσα στις ασυνήθιστες φάτσες της γειτονιάς μας και της ευρύτερης περιοχής των Εξαρχείων, ο Άλεξ δεν περνούσε απαρατήρητος. Η επιστροφή του συνέπεσε με τη λήξη της αναβολής του εκ του στρατεύματος κι ως ειδικευόμενος στο Δαφνί που ήμουν, έτυχε σε μένα ο κλήρος να τον τακτοποιήσω με το ποθούμενο τρελόχαρτο. Είχα την πληροφορία, μέρος της στρατιωτικής μου θητείας το έκανα στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αττικής (είχα, το παραδέχομαι, μεγάλο βύσμα), όπου δίναμε τρελόχαρτα ακόμη κι όταν μας κορόιδευαν. Είχε επικρατήσει (καλώς) η άποψη πως ακόμη και να υποδύεσαι πως νοσείς είναι νόσος και το τελευταίο ατράνταχτο επιχείρημα των στρατολόγων «είσαι πούστης ρε, και δεν θέλεις να καταταγείς;» είχε καταρρεύσει. Ήξερα λοιπόν πως με ένα απλό χαρτί θα έπαιρνε το πολυπόθητο χαρτί, κι ήξερα και σε ποια συνάδελφο να απευθυνθώ που τα έδινε από ιδεολογία και μόνο και δεν τα χρυσοπουλούσε σαν κάποιους άλλους που τα τρελόχαρτα τα είχαν κάνει βιομηχανία...

Την ίδια εποχή ο Άλεξ τα είχε σπάσει ήδη κάνα δυο φορές στην γκαρσονιέρα των γονιών του και στην απέναντι καφετέρια επί της Χαριλάου Τρικούπη, αλλά κατάφερε να τα ξαναφτιάξει και με την Αμερικανίδα κοπέλα του και την έφερε στα Εξάρχεια, λεπτή, κοντή, ξασπρουλιάρα, φυσική ξανθή και με συνοπτικές διαδικασίες ενός καυτού Ιουλίου τούς οδηγήσαμε στο Δημαρχείο να πάρουν το πιστοποιητικό γάμου: ο Άλεξ θα επέστρεφε ως Αμερικανός πολίτης στις ΗΠΑ απαλλαγμένος κι από τη στρατιωτική του θητεία. Μερικά χρόνια αργότερα, θα έστελνε βίζα και για τους υπέργηρους γονείς του, οι οποίοι με τα χρήματα της πώλησης της γκαρσονιέρας και τα άδηλα εισοδήματα της μητέρας του θα είχαν εξασφαλισμένα τα λιγοστά χρόνια που τους έμειναν, αλλά και τα έξοδα ταφής.

Στην περίπτωση του γείτονά μου, Άλεξ, χρησιμοποίησα την ελεύθερη διακίνηση της πληροφορίας. Ήξερα πως λειτουργούσαν οι επιτροπές του Στρατού και αυτή την πληροφορία την έδωσα ελεύθερα. Δεν την πούλησα. Δεν έδωσα μερίδιο στη συνάδελφο που υπέγραψε το χαρτί. Φέρθηκα, σύμφωνα και με την περίσταση, εντελώς αμερικάνικα. Στις υπόλοιπες ανάλογες περιπτώσεις φέρθηκα, οφείλω να πω, ευρωπαϊκά.

 

«Deja vu στο Venice, CA» του Dr. Πινόκιο

«Deja vu στο Venice, CA»

Ο Πατρίκ προπορευόταν πάνω στην κίτρινη Ντουκάτι κι εγώ με τη γυναίκα του ακολουθούσαμε με την κάμπριο διθέσια Μάσταγκ από το Ελ-λέι στο Βένις, να ακούσουμε τον Τζακ Χίρσμαν να απαγγέλλει ποιήματα: πέντε δολάρια η είσοδος για την ποιητική βραδιά, φάιβμπακς που τα έδωσε ο Πατρίκ και για λογαριασμό μας, κι έπειτα σχεδίασε με την πένα του τον Τζακ να απαγγέλλει σε ένα πρόχειρο χαρτί, κι έπειτα έφυγε με την κίτρινη Ντουκάτι να προλάβει την πτήση του για το Βανκούβερ, όπου είχαν μεταφερθεί ήδη από τότε, το 2003, όλα τα στούντιο του Χόλιγουντ, είχε έρθει για το Σαββατοκύριακο από τα γυρίσματα του Irobot, και μας είχε δείξει στο mac-book τον συγχρονισμό πρώτη φορά, την έκφραση του ηθοποιού με τα γκράφικς, κι όταν χαιρετήσαμε τον Τζακ μάς είπε πως μας ήθελε οπωσδήποτε στο μπάρμπεκιου το βράδυ, κι η Σπάρτη κι εγώ πήγαμε, αφού κάναμε μια στάση στο ντράγκστορ να πάρουμε κάποια μπουκάλια με οινοπνευματώδη, κι η Σπάρτη στο τιμόνι της Μάσταγκ βρήκε το κοινόχρηστο απάρτμεν όπου θα λάμβανε χώρα το μπάρμπεκιου για τον Τζακ, μια εσωτερική αυλή σε ένα διώροφο ρέζιντενς, φτώχεια καταραμένη.

Μια βδομάδα μόλις πριν από όλα αυτά ήμουν στο Σαν Φρανσίσκο πρώτη φορά, και με τον Τζακ ανακαλύψαμε πως γεννηθήκαμε την ίδια μέρα, στις 13 Δεκεμβρίου, και το πρώτο που με ρώτησε ήταν τα νέα από τη Νανά Ησαΐα και του είπα πέθανε πριν από λίγους μήνες, κι έπειτα μου τραγούδησε στα ελληνικά το «ποτάμι μέσα μου βαθύ» και μου σηκώθηκε η τρίχα κάγκελο, και πως φιλοξενούμενος στην Ύδρα στο σπίτι του Λίοναρντ Κοέν για ενάμιση χρόνο αφού παραιτήθηκε από το UCLA, όπου είχε μαθητή για ένα εξάμηνο τον Τζιμ Μόρισον, λόγω του πολέμου στο Βιετνάμ, χώρισε γιατί η γυναίκα του τα έφτιαξε με τον βαρκάρη, κι έπειτα φάγαμε στο κινέζικο απ' όπου πετάξαν έξω με κλοτσιές τον Γκρέγκορι Κόρσο, δίπλα στο βιβλιοπωλείο του Λόρενς Φερλινγκέτι, το Σίτι-Λάιτς, απέναντι από τα ΖοοτροπΣτούντιος του Φράνσις Φορντ Κόπολα, λίγο πιο κάτω από την εκκλησία όπου η Μέριλιν Μονρόε παντρεύτηκε τον Τζόε ντι Μάτζιο, και το Βουλκάνο Μπαρ απ' όπου ο Τζακ Κέρουακ τηλεφωνούσε στη μάνα του, και το βιβλιοπωλείο όπου ο Άλεν Γκίνσμπεργκ διάβασε πρώτη φορά το «Χόουλ», και το σταυροδρόμι όπου τραγούδησε η ΤζάνιςΤζόπλιν, και το σπίτι όπου έμεινε ο Τζέρι Γκαρσία και έκαναν πρόβες οι Γκρέιτφουλ Ντεντ, κι οι σύζυγοι των ιατρών παραπονιόνταν γιατί τις έφεραν σε αυτό το ψαροχώρι αντί να διαλέξουν το Μαϊάμι που τους πρόσφεραν οι φαρμακευτικές εταιρείες, και πέρα από το Γκόλντεν Γκέιτ το καλύτερο χάμπουργκερ των ΗΠΑ στο Σαουσαλίτο, εκεί που ο Ότις Ρέντιγκ έγραψε πως κάθεται στα ξύλα της προβλήτας, πολύ καιρό πριν αγοράσει ακριβώς απέναντι ολόκληρο το νησάκι ο Κάρλος Σαντάνα, κι οι γυναίκες των συναδέλφων και τα συνοδά μέλη δεν είχαν χαμπάρι για το ψαροχώρι, και ήθελαν να φύγουν κι εγώ παρέμεινα κάνοντας εξτένσιον και πήρα τον πανοραμικό σιδηρόδρομο με το γυάλινο βαγόνι και τις περιστρεφόμενες πολυθρόνες να απολαμβάνω το τοπίο 360 μοίρες και τον Ειρηνικό Ωκεανό από το Φρίσκο στο Ελ-Λέι, κι όταν έπιασαν τις κιθάρες στο Βένις έζησα τη μοναδική εμπειρία να είμαι εκεί τη δεκαετία του '60, το έζησα, δεν το είδα απλά, ήμουν εκεί έξω από τον εαυτό μου εκείνης της εποχής, ένας από τους είκοσι μεγαλογιατρούς, και τίποτα άλλο, όχι, ήμουνα εκεί, είχα μεγαλώσει εκεί, είχα ζήσει εκεί στην Καλιφόρνια τη δεκαετία του '60.

Περίμενα να παραλάβω ραμμένο το ζευγάρι των Τίμπερλαντ που είχαν τρυπήσει από το «Πι-Και-Φι», με την κρίση πού να αγοράσω καινούργια παπούτσια, κι όταν μου τα έδωσαν καλογυαλισμένα και διορθωμένα, πάνω στις νέες τους σόλες αναρωτιόμουν αν τα είχα αγοράσει τότε το 2003 στο Σαν Φρανσίσκο ή το 1966 στο Βένις του Λος Άντζελες.

 

«New York, New York εξ αναβολής» του Dr. Πινόκιο

«New York, New York εξ αναβολής»

«Δεν θα συμμορφωνόμουν με την προοπτική της καταστροφής. Το Αιγαίο, βαθύ μπλε, ασάλευτα στίγματα τα καράβια και το άσπιλο λευκό να συμπληρώνει χρωματικά τους γκρίζους όγκους των νησιών, απλωνόταν σαν κεντημένο χράμι. Χρώματα και σχήματα αιχμάλωτα της ασάφειας που δημιουργούσε η εξάτμιση του νερού και η φυσική κούραση της ματιάς που παρατηρεί ή, καλύτερα, που προσπαθεί να εντοπίσει μέσα στο χάος μια γνώριμη μορφή, μια πατρίδα. Ναι, μια πατρίδα που την μπόλιασαν οι υγρασίες του πόντου με τα βαλαντωμένα ανεμοσούρια και την πυρίκαυστη επιφάνεια των βράχων, θρυμματισμένη στην πρέσα του διάπυρου μύδρου να γίνεται σκόνη κι άλλη σκόνη φερμένη από τις κοντινές στεριές, αφράτο βούτυρο, παραχωμένη στο ραϊδιό των βράχων γκαστρωμένη, έτοιμη να γεννήσει την πουρναριά και τα λειψόχορτα με την κάπαρη και το θρούμπι να ευωδιάζουν στη σάρκα της ελιάς, τα κρίταμα και τ' άλλα λιανοφάγια. Μέσα στο φως, μέσα στη φεγγοβολιά του Αιγαίου, κύλησε ξανθό το λάδι –ευλογία χειμωνιάτικη– στα σκασμένα από την αλμύρα χέρια, στα ροζιασμένα δάκτυλα με τους διογκωμένους σταυρούς, μέσα στη φεγγοβολιά μπολιάστηκε κι άνθισε η ζωή αποδιώχνοντας τα σκοτάδια του θανάτου».

Για να ανθίσει η ζωή πετούσαμε με ελικόπτερο από την Αμοργό, όπου έκανα το Αγροτικό, την υπηρεσία υπαίθρου, στην Αθήνα έτσι Απρίλιο μήνα, σε μια πτήση διάσωσης, και για χρόνια ανέβαλα να περιγράψω την ομορφιά με τα νησάκια ανάγλυφα να γλιστράν κάτω από το ελικόπτερο του ΕΚΑΒ, και να που όλως τυχαίως πέφτουν τα μάτια μου στο βιβλίο του Αλέκου Ζούκα Στη Χίο με τον Anatol de Meibohm, εκεί στο βιβλιοπωλείο του Φαρφουλά, και ανοίγοντάς το έπεσα στη συγκεκριμένη σελίδα. Μιλάει για πτήση με αεροπλάνο, αλλά χάρη στη μαγεία της παρανάγνωσης, αυτόν τον ύστερο βαθμό της απόλαυσης του κειμένου, εγώ κατακλύζομαι από τον ρυθμικό βόμβο του ελικοπτέρου, οι μεταλλικές έλικες στριφογυρίζουν και γεμίζουν με τον ήχο τους το βιβλιοπωλείο του Διαμαντή, όπως στην πρώτη σκηνή της Αποκάλυψης του Κόπολα, ο ανεμιστήρας οροφής μπλέκεται με τις έλικες των ελικοπτέρων σε ένα μοντάζ που καταγράφηκε στην ιστορία του κινηματογράφου.

Τώρα είναι οι έλικες του ελικοπτέρου που στριφογυρίζουν πάνω από την πόλη της Νέας Υόρκης σε ένα πολύ ιδιωτικό ταξίδι-προσφορά με λίγους και εξέχοντες συναδέλφους. Είναι πάλι άνοιξη, είναι από τις πρώτες πτήσεις που επιτρέπονται πέντε χρόνια μετά την κατάρρευση των Δίδυμων Πύργων, και ένα γυναικείο χέρι μού σφίγγει το μπράτσο: από φόβο; Από ανασφάλεια; Από αγάπη; Δεν ξέρω... Ξέρω μόνο πως το σπαρακτικό θέαμα της μεγαλούπολης πέρασε αυτόματα σε δεύτερο πλάνο, το ερωτικό σκίρτημα κυριάρχησε στον εγκέφαλό μου, αυτά τα γυναικεία νύχια που είχαν φτάσει να ξεσκίζουν τρυφερά τη γυμνή μου σάρκα υπερκέρασαν και την ένταση και την άγρια ομορφιά της πτήσης, το ερωτικό ξύπνημα ακούστηκε από μένα πιο ισχυρό κι από τον μουσικό βόμβο του ελικόπτερου, όπως ακριβώς με την τέχνη του μοντάζ στην ταινία γίνεται η εισαγωγή στις πρώτες νότες του «The End» των Doors.

Χάρη σ' αυτή τη μείξη των ήχων, που οι ειδικοί προσπαθούν να την αντιγράψουν από τις ανώτερες νοητικές μας λειτουργίες, τη συνείδηση, για να το πούμε με άλλα λόγια, έμπλεξαν μες στο μυαλό μου δύο αναβολές: η αναβολή της περιγραφής της πτήσης μου με ελικόπτερο και η αναβολή της ερωτικής ιστορίας με τη συνάδελφο στη Νέα Υόρκη, γιατί δεν κατάφερα να ολοκληρώσω εκείνο το ερωτικό κάλεσμα και να το μετατρέψω σε ερωτική ιστορία. Έτσι, με τους βόμβους των διάφορων ελικόπτερων να βουίζουν στα αυτιά μου, βγήκα από το βιβλιοπωλείο και πάτησα στη Μαυρομιχάλη 18 μισοζαλισμένος κι ερωτευμένος άλλη μια φορά, αυτή με τον Αλέκο Ζούκα.

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER