«Η Βαλεντίνη»

«Η Βαλεντίνη»

Ήταν δεν ήταν δεκαοκτώ χρόνων, όταν μου την έφεραν οι γονείς της στο ιατρείο. Μελαχρινή, ζουμερή, με δυο βυζιά που μόλις και μετά βίας συγκρατιόνταν στο απύθμενο ντεκολτέ της. Είχε τις μυώδεις γάμπες και τους τορνευτούς γοφούς που χαρακτηρίζουν τα λαϊκά κορίτσια από τις δυτικές συνοικίες –και πράγματι η Βαλεντίνη ζούσε με τους γονείς της στην Αγία Βαρβάρα– τυλιγμένους σε ένα πολύ κοντό φουστανάκι.

Έπασχε τον τελευταίο χρόνο, αλλά για κακή της τύχη δεν την αναλάμβανε κανένας: οι παιδοψυχίατροι την έδιωχναν γιατί ήταν πάνω από δεκαέξι χρόνων, κι οι ψυχίατροι περίμεναν να γίνει δεκαοκτώ για να ασχοληθούν μαζί της. Μόλις πρόσφατα καλύφθηκε αυτό το κενό με τη δημιουργία Κέντρων Εφήβων. Για πάρα πολλά χρόνια, απ’ τα δεκαεπτά μέχρι τα δεκαοκτώ τα παιδιά έμεναν ακάλυπτα από ψυχιατρική φροντίδα, χάρη σ’ αυτό το κενό του νόμου.

Η Βαλεντίνη, εντωμεταξύ, δεν είχε αφήσει αγόρι γι’ αγόρι στη γειτονιά. Ο πατέρας της μου την έφερε απελπισμένος, γιατί τώρα τελευταία η Βαλεντίνη επιδιδόταν και σε ελεύθερες σεξουαλικές σχέσεις με πολύ μεγαλύτερους· ως και μ’ έναν πενηντάρη, φίλο του πατέρα της, είχε πάει. Οι γονείς της, γεμάτοι κατανόηση, δε φοβόνταν ούτε τι θα πει η μικρή γειτονιά (που έτσι κι αλλιώς έλεγε), ούτε για την κακή φήμη και την υπόληψη της κόρης τους ανησυχούσαν. Φοβόνταν απλώς για εκείνη, μην τυχόν και μείνει έγκυος ή πέσει θύμα διάφορων καταστάσεων κι απασχολήσει πλέον το αστυνομικό δελτίο.

Κατά την πρώτη μας εξέταση λοιπόν, η Βαλεντίνη αντέκρουσε πάραυτα τις κατηγορίες των γονέων της: παραδέχθηκε πως πηγαίνει με διάφορους άντρες αλλά δε φταίει αυτή. Φταίει ο Βασίλης, ο σχολικός της έρωτας, ένας συμμαθητής της στην πρώτη λυκείου, ο οποίος για να την εκδικηθεί επειδή «τον παράτησε» παίρνει διάφορες μορφές κι αρέσκεται κάθε τόσο να εμφανίζεται με το παρουσιαστικό άλλων ανδρών, διαφορετικού χρώματος ματιών, ενδυμασίας και ηλικίας. Αλλά εκείνη δεν μπορούσε να την ξεγελάσει: όσα ονόματα κι αν επινοούσε, όσες μεταμφιέσεις κι αν ήταν ικανός να αλλάξει, εκείνη ήξερε βαθιά μέσα της πως «παραδιδόταν στην αγκαλιά κι έκανε έρωτα μόνο με τον Βασίλη».

Φεύγοντας με εκλιπάρησε να την πιστέψω. Συγκατένευσα. Της είπα πως την πιστεύω απόλυτα, με τον όρο πως κι αυτή θα κάνει κάτι για μένα: θα πάρει τα χάπια που της έγραψα. Δέχθηκε πρόθυμα την ανταλλαγή. Συνεργάστηκε να ακολουθήσει φαρμακευτική αγωγή με αντιψυχωσικά γιατί ήμουν αυτός που συμμερίστηκε τον πόνο της, που παραδέχθηκε μπροστά στους γονείς της πόσο κατεργάρης και καταφερτζής ήταν ο σχολικός της έρωτας, ο Βασίλης.

 

«Ο Πουλικάκος, πάτηρ»

«Ο Πουλικάκος, πάτηρ»

Ήμασταν σε φιλική συντροφιά η Πάττυ, ο Πουλίκας και κάνα δυο φίλοι, κι ο «γιατρός» άρχισε να μας μιλάει για τον πατέρα του, καρδιολόγο στον Ευαγγελισμό. Πως εγκατέλειψε τη θέση του διευθυντή για να σταθεί δίπλα στη γυναίκα του που είχε πέσει σε κώμα για ένα χρόνο περίπου. Πως δεν έφυγε από κοντά της ούτε στιγμή: της βαστούσε τρυφερά το χέρι και της χάιδευε τα μαλλάκια, μέχρι που συνήλθε και πήρε εξιτήριο από την εντατική.

Ξαφνικά, έφυγα από την παρέα, παραμένοντας ανάμεσά τους. Θυμήθηκα τον Κώστα, φίλο ποιητή, που παντρεύτηκε ξένη γυναίκα μόνο και μόνο γιατί σε ένα ταξίδι του με το ΚΤΕΛ απ’ την Κέρκυρα στην Αθήνα τον είχε σημαδέψει, στα φοιτητικά του χρόνια, μια απλή χειρονομία. Στο μπροστινό κάθισμα είχε ένα ζευγάρι μεσήλικων Σουηδών, και έβλεπε κάθε τόσο το χέρι της κυρίας να χαϊδεύει τα μαλλιά του συζύγου της. Να κάνει έναν πλήρη κύκλο γύρω από το κεφάλι του. Ο Κώστας, στο τελευταίο έτος της Νομικής και με διάφορες αποτυχημένες σχέσεις έως τότε, πίστεψε πως μόνο μια ξένη γυναίκα θα επέμενε να του χαϊδεύει τα μαλλιά και στα πενήντα του. Το έφερε έτσι η τύχη και παντρεύτηκε μια ξένη. Όχι Σουηδέζα, αλλά Νορβηγίδα.

Όταν επανήλθα, άκουγα τον Πουλίκα να λέει κάτι για τον πατέρα ή τον παππού του τωρινού μας πρωθυπουργού, του Αντώνη Σαμαρά, που ήταν καρδιολόγος στα Ανάκτορα. Πως ζητούσε βοήθεια όταν έβρισκε τα σκούρα από τον Πουλικάκο πατήρ. Πως ο Πουλικάκος πατήρ αγαπούσε τη γυναίκα του μέχρι τα 99 του χρόνια που τον αξίωσε να ζήσει ο Θεός. Τους θυμάται, τη μάνα του κι αυτόν, να τρώνε σιωπηλά το μεσημεριανό τους και στο τέλος του γεύματος ο πατέρας του να της χαϊδεύει το χέρι και να της λέει τρυφερά: «Σ’ ευχαριστώ για το σημερινό μας φαγητό, πουλάκι μου!»

Με τέσσερις λέξεις έχει να κάνει ένας ψυχίατρος κατά την καθημερινή άσκηση του ιατρείου του: μητέρα, πατέρας, σύζυγος, παιδιά. Αν δεν τα έχει λύσει μέσα του αυτά τα τέσσερα αγκάθια, δεν μπορεί να σταθεί απέναντι στον πελάτη. Θα φεύγει πάντα. Με τα χρόνια το φευγιό του θα εξασκηθεί να το κρύβει πίσω από την επιστημονικοφάνειά του και το σοβαροφανές του ύφος. Έχω επισκεφθεί γραφεία συναδέλφων που είναι σαν απόρθητα οχυρά: λες κι έχουν τάφρο γύρω γύρω. Ηλεκτροφόρα καλώδια. Συρματοπλέγματα. Κρύβονται πίσω από ογκώδη τραπέζια, και βάζουν τους πελάτες τους να κάθονται σε απόσταση τουλάχιστον τριών μέτρων και πάντα σε πιο χαμηλές καρέκλες από το θρόνο όπου κάθονται αυτοί.

Στο τέλος της βραδιάς μάθαμε πως ο Πουλίκας τον Μάρτιο του 2013 κλείνει τα 70 του χρόνια, και ταυτόχρονα τα 35 συναπτά έτη επί σκηνής. Ήδη αναζητεί κάποιο χώρο να γιορτάσει μαζί και τις δύο επετείους.

 

«Η Ασπασία και η Αλίκη, ψυχιατρίνες»

«Η Ασπασία και η Αλίκη, ψυχιατρίνες»

Προχθές βράδυ, σε ένα ιστορικό ροκ μπαρ της Λάρισας, πρόσεξα πως ο βοηθός μπάρμαν, ο Νίκος, καθώς είχε μείνει για λίγο μόνος του, έκανε τρεις συγκεκριμένες κινήσεις: έβαζε τα ποτά, σήκωνε το φανελάκι κι έτριβε τον αφαλό του, και τρίτον έβαζε μουσική (από σιντί). Όταν με το καλό γύρισε το αφεντικό, το αστείο ήταν πως έκανε κι εκείνος τις τρεις συγκεκριμένες κινήσεις: έβαζε ποτά, έτριβε τον αφαλό του επιδεικτικά σηκώνοντας το φανελάκι του, κι έβαζε μουσική από σιντί.

Ολοφάνερα, ο βοηθός μπάρμαν είχε αντιγράψει και σημειολογικά το αφεντικό του, επιτυγχάνοντας την απόλυτη ταύτιση μαζί του. Το φαινόμενο, γνωστό και ως μίμηση προτύπου, που παρατήρησα προχθές, μου έφερε στο νου δυο καλές συναδέλφους, ψυχιατρίνες, που στα δυο άκρα του Λεκανοπεδίου κάνουν κάθε μέρα τις ίδιες επαναλαμβανόμενες κινήσεις χωρίς να το ξέρουν.

Η μία, η Ασπασία, ζει στο Κολωνάκι, είναι 73 χρόνων και εργάζεται από το πρωί μέχρι το βράδυ, ακατάπαυστα. Δεν έχει προσωπική ζωή. Τρώει αποκλειστικά καπνιστό σολομό στο σπίτι της, και κατά προτίμηση σε κυριλέ εστιατόρια και ψαροταβέρνες (συνήθως καλεσμένη από τις φαρμακευτικές εταιρείες). Η μόνη της συναισθηματική διέξοδος είναι η φροντίδα και η αγάπη που τρέφει για την ανιψιά της, κόρη του αδελφού της. Στα νιάτα της είχε δημιουργήσει «σκάνδαλο» με τις επαναλαμβανόμενες σχέσεις της αποκλειστικά με πολύ μεγαλύτερούς της, πάντα μεγαλογιατρούς και πάντα παντρεμένους.

Η άλλη, η Αλίκη, ζει στο Περιστέρι, είναι 37 χρόνων και εργάζεται από το πρωί μέχρι το βράδυ, ακατάπαυστα. Δεν έχει προσωπική ζωή. Τρώει αποκλειστικά γύρο και σουβλάκια στο σπίτι της, και κατά προτίμηση σε αρχοντοταβέρνες και ψαροταβέρνες της γειτονιάς (συνήθως καλεσμένη από τις φαρμακευτικές εταιρείες). Η μόνη της συναισθηματική διέξοδος είναι η φροντίδα και η αγάπη που τρέφει για τα ανίψια της: δυο από τον αδελφό της και δυο από την αδελφή της. Στην πρώτη της νεότητα έκανε σχέσεις αποκλειστικά με συναδέλφους (ειδικευόμενους) και το πολύ επιμελητές – πάντα παντρεμένους.

Η Αλίκη είχε συναντήσει κάποτε την Ασπασία σε μια κλινική όπου δούλεψε ένα φεγγάρι ως εφημερεύων ιατρός. Τίποτα δεν την έκανε να σκεφθεί πως κάποια μέρα θα γινόταν ο ακριβής της κλώνος. Η αντιπάθειά της για την Ασπασία ήταν αυθόρμητη και οριστική. Έπειτα άνοιξε το ιατρείο της στο Περιστέρι κι αντέγραψε ασυνείδητα το στυλ ζωής κι εργασίας της μεγαλύτερης.

Συναντιούνται ακόμη, σε επιστημονικές ημερίδες. Ανταλλάσσουν φιλοφρονήσεις, αλλά ούτε η μία ούτε η άλλη έχουν ξεπεράσει την αμοιβαία τους αντιπάθεια. Η καθεμία πιστεύει για λογαριασμό της πως κάνει «μια μοναδική ζωή που δεν έχει το όμοιό της»!

 

«Συμεών, ο δόκιμος μοναχός»

«Συμεών, ο δόκιμος μοναχός»

«Σωτήρη!» Η δυνατή κι εγκάρδια φωνή μ’ έκανε να γυρίσω αμέσως. Έστρεψα το κεφάλι μου κι αντίκρισα το Χρήστο: έναν Χρήστο ροδοκοκκινισμένο, παχουλό, χωρίς το καλυμμαύκι του, με ανασκουμπωμένα τα μανίκια του ράσου, και το πιο λαμπρό χαμόγελο του κόσμου να φωτίζει τα μάτια κι όλο το πρόσωπό του. Ασκεπής, τα ξανθά του μαλλιά δεμένα κότσο, και ένα αραιό ξανθό υπογένειο, ολοκλήρωναν τη μεταμόρφωσή του. Ήταν δεν θα ‘ταν, καναδύο χρόνια, που τον είχαμε χάσει. Δεν ερχόταν πλέον στην κλινική για αποτοξίνωση και κάθε τόσο ακούγαμε διάφορα κακά μαντάτα: πως τον βρήκαν στο Άλσος Συγγρού με μια σύριγγα καρφωμένη στο μπράτσο, πως τον είχαν πιάσει με σταφ και τον ρίξαν στον Κορυδαλλό… Να τος λοιπόν, ο Χρήστος ολόλαμπρος να στέκεται μπροστά μου στην έξοδο της τραπεζαρίας της Ιεράς Μονής Γρηγορίου. Εκείνη τη μέρα είχε λάντζα στο μαγειρείο, τα μανίκια του γεμάτα σαπουνάδες και με κόμπους ιδρώτα στο μέτωπο. Με καλωσόρισε, μου συστήθηκε ως Συμεών, δόκιμος μοναχός και μου έδωσε ραντεβού για το απόγευμα. Θα ήταν ευτυχισμένος να μοιραζόταν τον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο του μαζί μου, το απόγευμα.

Ο Χρήστος είχε ακολουθήσει την κλασσική πορεία απ’ το χασίσι στα σκληρά, στην ενδοφλέβια χρήση ηρωίνης. Οι γονείς του είχαν κάποια ταβέρνα στα Πετράλωνα, εύποροι και δουλευταράδες. Μοναχογιός. Έπαιζε μπαγλαμαδάκι σε ρεμπέτικες κομπανίες και σαν ωραίο παιδί που ήταν, είχε μεγάλες επιτυχίες με τα κορίτσια. Ήταν η όμορφη λαϊκή εποχή από το 1985 (την επικράτηση του ρεμπέτικου, μετά την ταινία του Κώστα Φέρη), μέχρι το 1995, (που όλες αυτές οι κομπανίες εξαφανίστηκαν, θύματα της νέας μόδας, των «ελληνάδικων»).

Το είχε με τα κορίτσια, και πάντα μας δημιουργούσε προβλήματα στην κλινική με τις επιδόσεις του. Δεν άφηνε σε ησυχία κανένα θηλυκό, είτε επρόκειτο για συνασθενείς του , είτε για προσωπικό: δεν έκανε διακρίσεις ο Χρήστος ανάμεσα σε τραπεζοκόμες και νοσηλεύτριες, σε προϊσταμένες και σε γιατρίνες. Κατά τα άλλα δεν μας δημιουργούσε ιδιαίτερα προβλήματα και γι αυτό είχε καταφέρει να μην τον εγγράψουμε στην «μπλακ λιστ». Ήταν πάντα ευπρόσδεκτος στην κλινική κι εμείς ήμασταν πάντα έτοιμοι να του δώσουμε μια ακόμη ευκαιρία για αποτοξίνωση. Μέσα σε τρία χρόνια τον είχαμε νοσηλεύσει τουλάχιστον δεκαπέντε φορές. Κανένας δεν πίστευε πως ο Χρήστος θα έκοβε ποτέ την πρέζα.

Ο Συμεών ήρθε και με πήρε το απόγευμα από τον ξενώνα. Κάναμε μια μεγάλη βόλτα στην προβλήτα του λιμανιού. Σούρουπο στην Χαλκιδική, Μάιος βαθύς στο Περιβόλι της Παναγίας.

«Σ’ αυτή τη μικρή ζωή που μας δόθηκε, έχουμε τη δυνατότητα να αλλάξουμε πολλές ζωές, Σωτήρη. Αυτό το μήνυμα θα ήθελα να μεταδόσεις σε όποιον ρωτάει για μένα».

Ευλόγησον, πάτερ Συμεών, εμένα τον αμαρτωλό.

 

«Κωστής ο δάσκαλος»

«Κωστής ο δάσκαλος»

Από κάποιον παλιό μου καθηγητή άκουσα κάποια μέρα να μας λέει πως όποιος διαβεί την πόρτα και μπει στο μαγαζάκι της ψυχιατρικής μπορεί να αγοράσει μόνο ένα είδος. Το ψυχιατρικό μαγαζάκι δε λειτουργεί όπως η «Δέλτα» της γειτονιάς μας: δεν μπορείς να αγοράσεις και σοκολάτα και εφημερίδα και τσίχλες και μπαταρίες. Βγαίνοντας λοιπόν, ο ατυχής πελάτης θα κρατά μόνο ένα είδος στα χέρια του. Δεν μπορεί να αγοράσει και κατάθλιψη και σχιζοφρένεια, θα πρέπει να διαλέξει ένα και μόνο είδος που να ταιριάζει στην ιδιοσυγκρασία του, στην οικογενειακή του παράδοση, στην εικόνα που τρέφει για τον εαυτό του και, γιατί όχι, ακόμα και στην εικόνα που θα ήθελε να παραδώσει στους απογόνους του. Ο ίδιος ο καθηγητής μάς εξομολογήθηκε (όπως θα έπρεπε να κάνουν όλοι οι καλοί καθηγητές) πως θεωρούσε τον εαυτό του τυχερό: έχοντας ψωνίσει από νεαρά ηλικία μια δόση κατάθλιψης, είχε μάθει να πορεύεται στη ζωή με την ακράδαντη πεποίθηση πως δε θα τρελαινόταν ακόμα κι αν έβλεπε τον ήλιο να δύει στην ανατολή. Θα στενοχωριόταν, αυτό μάλιστα, αλλά δε θα τον τρέλαινε ένα παρόμοιο περιστατικό. Έτσι κι αλλιώς στενοχωριόταν για πολύ πιο ασήμαντα πράγματα ή, για να ακριβολογούμε, μας είπε πως τον ίδιο τον στενοχωρούσαν τα «καθόλου πράγματα». Δε στενοχωριόταν για κανένα πράγμα. Το «κανένα πράγμα» ήταν εκείνο που τον στενοχωρούσε.

Ήμασταν ήδη στην ειδικότητα, όλοι εμείς που τον ακούγαμε, κι άλλοι ήταν παντρεμένοι με παιδιά, κι η πλειονότητα από μας είχε έναν και δύο ατυχείς δεσμούς, και όλους μάς στενοχωρούσαν τα πράγματα: τα στενά οικονομικά, τα αδιέξοδα συναισθηματικά, τα χθόνια οικογενειακά, οι κληρονομιές και οι αντιπαροχές, οι ατελέσφορες επιθυμίες στο μεταίχμιο των ονείρων και της σκληρής πραγματικότητας του βιοπορισμού. Μας στενοχωρούσαν τόσο πολύ τα πράγματα, τα συγκεκριμένα πράγματα, που μας ακουγόταν περίεργο, έως εκκεντρικό, να στενοχωριέται κάποιος για το «κανένα του πράγματος». Τον θεωρήσαμε ευγενή, τίτλο εξάλλου που τον είχε κερδίσει με τη συμπεριφορά του στις παραδόσεις των μαθημάτων, αλλά και της καθημερινής του συναναστροφής μαζί μας, έναν ευγενή που έπασχε από τη νόσο των ευγενών. Εκείνη την «πλήξη» που μας είχε πρωτογνωρίσει ο Μοράβια με τους Αδιάφορους. Ο Ζαν-Πολ Σαρτρ με τη Ναυτία, ο Αλμπέρ Καμί με τον Ξένο, ο Φελίνι με την Dolce Vita και το , ο Αντονιόνι με την Τριλογία της σιωπής. Η μελαγχολία, εκείνα τα μεταβατικά για μας χρόνια από τα θρανία στην παραγωγή, ήταν η ευγενής νόσος των πλουσίων, κι ο καθηγητής μας όχι μόνο ήταν πλούσιος, αλλά καταγόταν κι από πλούσια οικογένεια, γεγονός που επαύξανε το δέος μας απέναντί του. Δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε εκείνη την εποχή πως δεν είναι τα λεφτά που κάνουν ευγενή την κατάθλιψη, αλλά πως είναι η ίδια η νόσος που καθιστά ευγενείς τους ανθρώπους, ανεξάρτητα από την οικονομική τους επιφάνεια. Η οικονομική τους κατάσταση προσδιορίζει ωστόσο τη στάση τους απέναντι στην αρρώστια: οι πλούσιοι την ομολογούν πιο εύκολα και την περιφέρουν με non chalanche, ενώ οι φτωχοί δύσκολα την παραδέχονται, κι αν τύχει να την παραδεχθούν, την ντρέπονται και προσπαθούν να την αποκρύψουν από το περιβάλλον τους, ακόμα κι από το γιατρό τους, κρατώντας την μυστική, χάρη σ’ εκείνη τη έμφυτη συστολή που τους διακρίνει, όταν έχουν να αντιμετωπίσουν ανθρώπους ανώτερης κοινωνικής τάξης. Δε θα ξεχάσω τον Έντι, που παρότι ποιητής και οικότροφος όπως όλοι μας στο Hawthornden Castle International Retreat For Writers, έβγαινε βόλτα χωρίς ομπρέλα στο βροχερό Εδιμβούργο, επειδή όπως μου είπε ανήκε στην εργατική τάξη, και ήταν αδιανόητο για κάποιον της δικής του κοινωνικής τάξης να κρατά ομπρέλα, σύμβολο και συνήθεια της αστικής τάξης, μιας τάξης που δεν ήταν δικιά του.

Πέρασαν τα χρόνια, κι όπως έλεγε ο Γούντι Άλεν στον επίλογο της ταινίας του Πάρε τα λεφτά και τρέχα για τους συγκρατούμενούς του, πολλοί από μας τους ειδικευόμενους εκείνης της εποχής έγιναν καθηγητές, άλλοι ομοφυλόφιλοι, άλλοι καλόγεροι, άλλοι μπήκαν στο ΕΣΥ κι ένας μικρός αριθμός συντάχθηκε με τους ελεύθερους επαγγελματίες, αν κι είχαμε ένα συνάδελφο που προτίμησε να γίνει αγελαδοτρόφος στις αργεντίνικες πάμπες, αμέσως μόλις αντεπεξήλθε επιτυχώς τις εξετάσεις για τον τίτλο της ειδικότητάς του, αντί να δεχθεί τη θέση του ψυχιάτρου, που με πολιτικό ρουσφέτι τού είχε εξασφαλίσει ο πατέρας του στο ΙΚΑ Περιστερίου. Πέρασαν τα χρόνια και η ψυχιατρική δεν παρέμεινε η ίδια. Άλλαξαν οι ταξινομήσεις των νόσων, τα συμπτώματα τα ίδια μεταλλάχτηκαν, χαθήκαν εκείνες οι θεαματικές παραλύσεις των άκρων που αντιμετώπιζε με επιτυχία ο Φρόιντ και οι συν αυτώ μακάριοι συνάδελφοι του περασμένου αιώνα. Χάθηκαν οι αλαλίες, οι κεραυνοβόλες κωφώσεις, οι παροδικές αμνησίες που συνοδεύονταν πάντα με την απομάκρυνση από την οικογενειακή εστία και με άσκοπες περιπλανήσεις στην πόλη. Άλλαξε και η θεραπευτική αντιμετώπιση, με χίλιες δυο φαρμακευτικές αγωγές και ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις ad hoc, ολοένα και περισσότερο επικεντρωμένες πλέον στον πελάτη και στα αιτήματά του. Άλλαξε ο κόσμος, άλλαξε η ψυχιατρική, αλλάξαμε κι εμείς, αλλά η κατάθλιψη παρέμεινε η κατεξοχήν ευγενής νόσος χωρίς να χάνει την αίγλη της και την πρωτοκαθεδρία της στις προτιμήσεις όλων εκείνων που προσέρχονται μετά φόβο Θεού να γίνουν «χρήστες υπηρεσιών ψυχικής υγείας», όπως προτείνει πλέον για τους φευγάτους και τους τρελάκιες ο νέος κώδικας επαγγελματικής ορολογίας. Απαιτούν μάλιστα να τους χαρακτηρίσεις καταθλιπτικούς, άσχετα αν είναι μέθυσοι, ψυχοπαθητικοί και σεξουαλικώς αποκλίνοντες…

Αυτά τα τριάντα χρόνια που πέρασαν δε διάβηκαν ματαίως: χάρη στο επίμονο έργο, όχι τόσο των ψυχιάτρων όσο των φιλοσόφων, η κατάθλιψη αναδείχθηκε σε υγιή αντίδραση του οργανισμού απέναντι στην ασχήμια του κόσμου που μας περιβάλλει. Θα ήμασταν χαζοχαρούμενοι, αν με όλα αυτά που συμβαίνουν καθημερινώς γύρω μας δεν εκφράζαμε την παραμικρή αγανάκτηση. Μέσα σε έναν κενό και αποτρόπαιο κόσμο, η Τζούλια Κρίστεβα επανεκτίμησε τη στάση του καταθλιπτικού και την ανέδειξε ως τη μόνη υγιή αντίδραση στον κατακλυσμό βιαιότητας που εισπράττουμε κάθε μέρα, από τη στιγμή που ξεπεράσουμε το κατώφλι του σπιτιού μας. Θα έτυχε στους περισσότερους από σας να βγαίνετε καθαροί και περιποιημένοι μια οποιαδήποτε εργάσιμη μέρα από τη σπιτική φωλιά, και μέσα σε δέκα λεπτά να έχουν γίνει σμπαράλια τα νεύρα σας, από την επιθετικότητα που εισπράττετε στην πρώτη συνάντηση με τους συμπολίτες σας. Αφήστε την εμπλοκή σας με δημόσιες υπηρεσίες, ΔΕΚΟ και ασφαλιστικούς οργανισμούς. Εδώ μιλάμε πως δεν μπορείς να περπατήσεις στο πεζοδρόμιο, εδώ μιλάμε πως ζεις σε μια χώρα που αγνοεί συστηματικά την έννοια της προτεραιότητας, που την ιερότητα του πεζού την έχει γραμμένη στις πανάκριβες ζάντες των τεσσάρων τροχών της, κι εσύ θέλεις να διεκπεραιώσεις με το χαμόγελο στα χείλη την αποστολή της αλληλογραφίας σου στο γκισέ του ταχυδρομείου;

Η κατάθλιψη λοιπόν, αν δεν την έχουμε για συνοδοιπόρο μας πιστό και τίμιο μέσα στην αχαρακτήριστη καθημερινότητά μας, δεν παύει να είναι ο ήλιος που μας τροφοδοτεί και μας αναζωογονεί. Ένας «μαύρος ήλιος» που, αν δε μας κάνει καλύτερους, τουλάχιστον μας δείχνει το δρόμο για τον αγώνα: μαύρα κι άραχνα είναι τα πράγματα, κι εμείς καλούμαστε να τα αλλάξουμε, να τα κάνουμε φωτεινά και ωραία. Να λοιπόν η θετική πλευρά που αναγνωρίζουν πλέον στην κατάθλιψη οι νέοι φιλόσοφοι κι όσοι από τους ψυχιάτρους ενστερνίζονται την άποψή τους. Δεν μπορεί να υπάρξει επαναστατική δράση από κάποιον που δεν τον ταλανίζει η κατάθλιψη. Ο Ιταλός φιλόσοφος Εμανουέλε Σεβερίνο μιλάει για «ενεργητική κατάθλιψη», την κατάθλιψη που μας κάνει ενεργητικούς, προκαλώντας σκάνδαλο κι ανατρέποντας τα ψυχιατρικά θέσφατα, που έχουν περιορίσει τον καταθλιπτικό στα αρνητικά του συμφραζόμενα: την παθητικότητα, την απάθεια, την αβουλία, την αναβλητικότητα, την παραίτηση από το ζωντανό και ακατάπαυτο γίγνεσθαι του κόσμου, τη διαρκή πρόκληση της ζωής, που μας θέλει συνεργούς και συνενόχους ακόμα και στις ακραίες της επιθυμίες. Ο Σεβερίνο στηρίζει όλο το ιδεολογικό του οικοδόμημα πάνω στην ποίηση του Τζάκομο Λεοπάρντι, στις σημειώσεις του, πάντα σε στενή αντιπαραβολή με τα συμβάντα του βίου του. Το καταθλιπτικό συναίσθημα του ποιητή, αναμφισβήτητο και οφθαλμοφανέστατο, δεν εμποδίζει το φιλόσοφο να διακρίνει την ποιοτική διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στον παρατημένο καταθλιπτικό και σ’ εκείνον που, βαθύτατα μεν καταθλιπτικός λόγω του πεπερασμένου της ανθρώπινης φύσης, διατηρεί αλώβητη την ενεργητικότητά του. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που εντρυφεί επισταμένως σ’ ένα από τα πιο γνωστά ποιήματα του Λεοπάρντι (που παραθέτουμε σε δικιά μας μετάφραση):

Εις Εαυτόν

Τώρα θα ησυχάσεις για πάντα,
κουρασμένη καρδιά μου. Χάθηκε
κι η τελευταία αυταπάτη, που την είχα
γι’ αθάνατη. Χάθηκε. Καλά το ξέρω
πως μέσα μας για τις γλυκές πλάνες,
όχι μόνον η ελπίδα αλλά κι ο πόθος έχει σβήσει.
Αναπαύσου για πάντα. Αρκετά
καρδιοχτύπησες. Τίποτα δεν αξίζει
τους παλμούς σου, ούτε η γη
είναι άξια στεναγμών. Πίκρα και πλήξη
η ζωή και τίποτε άλλο: ο κόσμος όλος, λάσπη.
Ηρέμησε πια. Ας είναι αυτός ο τελευταίος
καημός σου: στο γένος μας η μοίρα
μόνον το θάνατο χαρίζει. Τώρα πια περιφρόνησε
τον εαυτό σου, τη φύση, τη σκληρή εξουσία
που τον κοινό μας αφανισμό στα κρυφά επεξεργάζεται,
και την άπειρη ματαιότητα των πάντων.

Όταν έγινε και για μένα «ο κόσμος όλος, λάσπη», μερικά χρόνια αργότερα, αυθόρμητα μου ήρθε στο νου ο καθηγητής μου. Ευτυχώς συναίνεσε να με δεχθεί, αν και πλέον είχε αποσυρθεί από το πανεπιστήμιο, αλλά όχι από τα αξιώματα, και έκανε πολύ επιλεγμένο ιατρείο. Τον βρήκα ακόμα πιο καταθλιπτικό από ό,τι τον θυμόμουνα, αλλά γεμάτο όρεξη να αλλάξει τα πράγματα: προεδρεύων σε διάφορες επιτροπές κυβερνητικών και μη κυβερνητικών οργανώσεων, δε μου επέτρεψε σχεδόν να μιλήσω, αρκέστηκε στα λίγα που του είπα σαν εισαγωγή (με γνώριζε εξάλλου πολύ καλά και δεν είχε ανάγκη από άλλα στοιχεία) κι έπειτα μιλούσε μόνον εκείνος.

«Παστάκα», μου είπε, «η κορυφή της γνώσης είναι η απόγνωση, βάλ’ το καλά στο μυαλό σου. Πρέπει να το είπε ο Ντ’ Ανούντσιο, αλλά στα ελληνικά μού φαίνεται πως αποδίδει καλύτερα από το πρωτότυπο».

Δε χρειάστηκε να κάνω πολλές συνεδρίες μαζί του. Γρήγορα μάλιστα διέκοψα με δική μου πρωτοβουλία και τη φαρμακευτική αγωγή: έτσι κι αλλιώς αισθανόμουν υπέροχα. Τόσο θαυμάσια, όσο εκείνος που έμαθε πλέον στο πετσί του πως «πίκρα και πλήξη είναι η ζωή και τίποτε άλλο: ο κόσμος όλος, λάσπη». Με τον καιρό έμαθα πως μόνον όποιος δεν περιμένει τίποτα μπορεί να τα αποκτήσει όλα. Χώρια που αισθανόμουν τυχερός γιατί ψώνισα μόνο μια κατάθλιψη. Ούτε ο Λεοπάρντι αυτοκτόνησε: πέθανε σε ηλικία 37 ετών στη Νάπολη όπου καταχαιρόταν τη συντροφιά των νεαρών του φίλων, από κάποια μορφή δυσεντερίας, επειδή έφαγε πολύ, μα πάρα πολύ ναπολιτάνικο παγωτό.

Απλώς, να, κάποιες φορές ξυπνάω καταϊδρωμένος στον ύπνο μου, με την έντονη αμφιβολία για την αλήθεια εκείνης της παλιάς ιστορίας με το ψιλικατζίδικο της ψυχιατρικής. Ονειρεύομαι συχνά πως εισέρχομαι στο μαγαζάκι και αγοράζω ό,τι βρω μπροστά μου, χώρια που περνάω μεγάλα διαστήματα πραγματικής απόγνωσης, αν και την κορυφή της γνώσης όχι μόνο δεν την κατέκτησα αλλά δε μου είναι ορατή ούτε με τα κιάλια. Λέτε να με κορόιδεψε (όπως κοροϊδεύω κι εγώ, σε καθημερινή βάση, τους πελάτες μου) ο δάσκαλός μου;

 

«Η Ρένα»

«Η Ρένα»

Η Ρένα είχε μπαμπά βιοτέχνη υποδημάτων με προσαρτημένο κεντρικό κατάστημα. Ο μπαμπάς της έβγαζε 40 ζευγάρια γυναικεία παπούτσια τέσσερις φορές το χρόνο. 40 επί 4 εποχές του χρόνου μάς κάνουν 160 ζευγάρια παπούτσια το χρόνο. Ως καλός πατέρας που ήταν, αφού τα δειγμάτιζε στην αγορά, της τα χάριζε. Η Ρένα είχε μάθει από έφηβη να φοράει 160 καινούργια ζευγάρια παπούτσια κάθε χρόνο. Εκεί στα δεκαεφτά της διακρίθηκε μάλιστα και ως πωλήτρια στο κατάστημα υποδημάτων του μπαμπά στην ικανότητα να πουλάει στους πελάτες ακόμα και στενά παπούτσια. Είχε αναμφισβήτητο ταλέντο και το αξιοποίησε στο έπακρον: έγινε δικηγόρος.

Ως δικηγόρος άρχισε να αγοράζει τα μανόλο, τα γκούτσι, τα πράντα. Μπότες, μποτίνια μόνο UGG. Μου είπε στο Ιατρείο, από μόνη της, πως το έκανε όχι από επίδειξη ή για να προκαλέσει, αλλά γιατί το είχε απωθημένο από τα παιδικά της χρόνια: τα παπούτσια του μπαμπά ήταν μοκασίνια, συντηρητικά τέλος πάντων, ούτε έναν αστράγαλο δεν άφηναν να φανεί στο πόδι. Ο μπαμπάς εντωμεταξύ προτού πεθάνει (Θεός σχωρέσ’ τον) είχε φροντίσει να κλείσει και τη βιοτεχνία. Η Ρένα είχε την ερμηνεία από μόνη της, όπως φυσικά και οι περισσότεροι από τους μορφωμένους πελάτες μου: έκανε υπερβολική χρήση παραθεμάτων άλλων (λίγο Φρόιντ, λίγο τηλεψυχολογία πρωινάδικων). Οι πελάτες μου το κάνουν είτε από ξιπασιά (συνήθως), είτε από νωθρότητα σκέψης (στην πλειονότητά τους) ή και από τα δύο. Βασικά δεν πιστεύουν στο λόγο αλλά στο όνομα αυτού που παραθέτουν. Ζουν με δάνεια ονόματα τα υπαρξιακά τους περάσματα σαν τη Ρένα. Εκεί που περιμένεις θέση από την πείρα του βίου, υπάρχει άρση από το παράθεμα. Άνθρωποι διασχισμένοι από λόγια άλλων σε ποσοστό δραπέτευσης από την ίδια τους την ύπαρξη.
Αόρατοι ασθενείς που μολύνουν κάθε μέρα και άλλους.

Ο σύζυγος φυσικά, στο επόμενο ραντεβού και των τριών μας, απέδιδε τη μανία της γυναίκας του να ξοδεύει μια περιουσία στα παπούτσια, στο γεγονός πως ήθελε να προκαλέσει: να τραβήξει τα βλέμματα αντρών τε και γυναικών, επάνω της. Τα έλεγε με διακριτικό τρόπο, χαμηλόφωνα σχεδόν, γιατί τα χρήματα ήταν της συζύγου του – αυτός απλός μισθωτός ήταν σε μια εταιρεία συγγενικού του προσώπου και δεν του έπεφτε λόγος… Είχαν παντρευτεί από έρωτα πριν από τριάντα χρόνια. Είχαν δυο παιδιά, ένα γιο και μια κόρη. Δεν είχαν σεξουαλική ζωή μεταξύ τους αρκετά χρόνια τώρα…

Ο ψυχίατρος συγκατανεύει στις έτοιμες ερμηνείες: όσα δε λέγονται αποτελούν πάντα το ζουμί της συνεδρίας.

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER