«Ο Dr. Πινόκιο και η μεταφορά της έδρας»

«Ο Dr. Πινόκιο και η μεταφορά της έδρας»

«Εσείς με ψυχολογείτε τώρα, γιατρέ μου!» είπε εμφατικά και γεμάτη θαυμασμό η συνταξιούχος του ΟΓΑ, και πρόσθεσε με ένα μικρό δισταγμό: «Έτσι δεν είναι;» Η αλήθεια είναι πως την κοιτούσα στα μάτια, αφού ζήτησα διακριτικά από το σύζυγο και το γαμπρό που τη συνόδευαν να μας αφήσουν για λίγο μόνους, μ’ εκείνο το «ψυχιατρικό» βλέμμα που ξεγελάει, αλλά είναι επίσης αλήθεια πως το μυαλό μου ήταν ακόμη στη μετακόμιση.

Μην περιμένετε ποτέ να μάθετε την αλήθεια από έναν ψυχίατρο εκτός κι αν έτυχε να τον βοηθήσετε στη μεταφορά έδρας του ιατρείου του. Εκεί, είναι σαν να ξυπνάς τα πτώματα που κρύβονται στα ντουλάπια του, ξεπηδούν χαρτάκια σημειώσεων, ευχετήριες κάρτες, στρατιωτάκια, διάφορα μικροαντικείμενα, δώρα συνήθως φαρμακευτικών εταιρειών και πελατών, ένας ατέλειωτος αχταρμάς από ανώφελα και άχρηστα αντικείμενα. Είναι γνωστό πως οι περισσότεροι ψυχίατροι αρέσκονται να μαζεύουν τις πιο ετερόκλητες συλλογές αντικειμένων: ο ένας συλλέγει ρολογάκια Swatch, ο άλλος τενεκεδένια αποκλειστικώς παιδικά παιγνίδια, ο τρίτος στρατιωτάκια, άρματα μάχης κι αεροπλανάκια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου…

Απ’ τις ατέλειωτες συλλογές που επιχείρησα κι εγώ ως νεαρός ψυχίατρος, κατά την τελευταία μετακόμιση βγήκαν στην επιφάνεια οι εξής: συλλογή από σουβέρ με μάρκες μπίρας (αποκλειστικά), κουτιά σπίρτων και χαρτάκια από ζάχαρες (τις τελευταίες τις μάζευα κατά παραγγελία μιας αγαπημένης μου ανιψιάς), και νομίσματα από διάφορες χώρες μαζί με παλιές δραχμές κι ασημένια εικοσάρικα. Αυτή τη μετακόμιση την έκανα μόνος μου, δε ζήτησα βοήθεια από κανέναν, στάθηκα ο ίδιος όρθιος πάνω από τα παιδιά της μεταφορικής, δίνοντας οδηγίες.

Αισθάνθηκα πως μπορούσα να κάνω έναρξη ιατρείου στη Λάρισα μόλις τακτοποίησα το ξυλόγλυπτο μπιμπελό του γιατρού στο γραφείο μου (ένας μισοφαλακρός γεροντάκος με καμπούρα, γυαλιά πρεσβυωπίας στην άκρη της μύτης, όρθιος με τα χέρια στην τσέπη, να τρέμει μες στη λευκή ιατρική ποδιά του και την επιγραφή στη βάση: “Get out of here! You are making me nervous”: Psychiatrist.), και μόλις κρέμασα τον ξύλινο Πινόκιο στην άκρη της λάμπας γραφείου με την πράσινη οπαλίνα: ένας μικρός Πινόκιο των 2 ευρώ απ’ το καλάθι με τα αναμνηστικά στο αεροδρόμιο του Φιουμιτσίνο, που γύριζε το κεφάλι, έσπαζε τις αρθρώσεις του, σκέτη γλύκα…

Δεν είχα κρεμάσει ακόμη τις κουρτίνες, ο ΟΤΕ καθυστερούσε τη σύνδεση της νέας γραμμής, αλλά δέχθηκα τη νέα μου ασθενή, ζητώντας κατανόηση για την κατάσταση στην οποία βρισκόμουν. Όλο το σόι δεν ήθελε να πάρει φάρμακα η γιαγιά: είπα ψέματα κι εγώ (χαϊδεύοντας με το βλέμμα μου τον Πινόκιο), πως δε χρειάζεται «βαριά» φάρμακα η γιαγιά και της έγραψα κάτι ανώδυνο, λέγοντας με δυνατή φωνή πως ο πρώτος κανόνας της ιατρικής είναι να μη βλάψεις τον ασθενή με το ιατρικό σου μένος, το ιπποκράτειον «ου βλάπτειν».

Καλή Πρωταπριλιά, συμπατριώτες!

 

«Γεδεών ο φυλακόβιος»

«Γεδεών ο φυλακόβιος»

Βλέποντας τις προάλλες στην τηλεόραση για πολλοστή φορά το Πράσινο μίλι, και το συμπαθέστατο ποντικάκι που εξέτρεφαν φυλακισμένοι και δεσμοφύλακες στην πτέρυγα των μελλοθανάτων, θυμήθηκα το φίλο μου τον Γεδεών. Όπως μου επισήμανε μια φορά και κάποια φίλη, «οι φίλοι σου ανήκουν σε τρεις κατηγορίες: είναι ή φυλακόβιοι ή τοξικομανείς ή πεθαμένοι». Ο Γεδεών με το πληθωρικό του ανάστημα (1,95), το βάρος του (180 κιλά), τα γαλανά του μάτια και τα ξανθά μαλλιά του με το πέρασμα του χρόνου κατάφερε να ενσαρκώσει και τις τρεις κατηγορίες στο πρόσωπό του.

Προτού τον γνωρίσω εξέτρεφε ένα ποντικάκι στην απομόνωση του Κορυδαλλού επί τριάντα συνεχόμενες μέρες, χωρίς να ξέρει αν έξω είναι μέρα ή νύχτα. Ήταν είκοσι χρονών. Είχε όλα τα χαρακτηριστικά που σας ανέφερα, εκτός από τα κιλά. Είμαστε στα τέλη της δεκαετίας του ’80: για πρώτη φορά στον Κορυδαλλό φιλοξενούνται στην ίδια πτέρυγα οι «συνήθεις ύποπτοι» του χώρου με τους ποινικούς. Ο Γεδεών αποτέλεσε το «προϊόν» αυτής της ώσμωσης. Ήταν αυτός που μιλούσε στους δημοσιογράφους για περίπου ένα τριανταήμερο, στην πιο ιστορική στάση που γνώρισαν από καταβολής τους και έως σήμερα οι φυλακές Κορυδαλλού. Ήταν μέσα για κάτι κλοπές σε χρυσοχοεία (αρχηγός της «μπάντας των μηχανόβιων» παραμένοντας στη φυλακή και για τα τρία προβλεπόμενα εξάμηνα μέχρι να γίνει το δικαστήριο όπου αθωώθηκε πανηγυρικά.. Για την ενεργό δράση του στη στάση, τιμωρήθηκε με ένα μήνα στο κελί της απομόνωσης κι από κει η φιλία του με τα ποντίκια.

Τον γνώρισα σιδηροδέσμιο στα μπουντρούμια μιας ψυχιατρικής κλινικής στα νότια προάστια, από τη φίλη Κατερίνα, η οποία ήταν κι η δικηγόρος του. Είχε κάνει ένα έντονο διωκτικό παραλήρημα ύστερα από χρήση κόκας, κι επειδή πέταξε κάτι τεράστιες γλάστρες από το ρετιρέ της άκληρης θείας του: γλάστρες, πιθάρια ολόκληρα, κι όμως κατάφερε να τις σηκώσει και να τις πετάξει από τον πέμπτο στην Ιουλιανού, χωρίς να κοιτάξει αν είχε διερχόμενους στο δρόμο. Ευτυχώς δεν τραυμάτισε κανέναν. Ήταν ήδη 130 κιλά. Μου θύμισε τον πατέρα μου που βγήκε από τις φυλακές της Αίγινας με τα ίδια πάνω κάτω κιλά: καταδικασμένος δις εις θάνατον για συμμετοχή του στο αντάρτικο, έτρωγε και όλα όσα αφήναν οι συγκρατούμενοί του, γιατί είχε ορκισθεί στον εαυτό του να βγει ζωντανός από κει μέσα. Ήταν πατέρας ήδη ενός κοριτσιού, που γεννήθηκε το Δεκέμβριο του 1948, λίγους μήνες μετά τη σύλληψή του, και είχε βάλει τάμα να το σφίξει στην αγκαλιά του προτού πεθάνει.

Κάναμε παρέα μετά με τον Γεδεών μέχρι το θάνατό του. Απέκτησε πολλά λεφτά στη συνέχεια από καθ’ όλα νόμιμες επιχειρήσεις, και πολλά παραπάνω κιλά, φθάνοντας τα εκατόν ογδόντα! Μ’ έπαιρνε με το επαγγελματικό του ημιφορτηγό και πηγαίναμε παραλιακά στην παλιά εθνική Αθηνών-Κορίνθου, στο Νεράκι, στη Σκάλα, για ψαροφαγία, και στο Περιστέρι για παϊδάκια. Ακολουθώντας τον άγραφο κώδικα τιμής των φυλακόβιων που έβγαλαν λεφτά συνέδραμε πάντα τους πρώην συγκρατούμενους που του ζητούσαν χρήματα. Κάποιους τους είχε βολέψει και σε δουλειές. Κουβαλούσε με το ίδιο Ford τα βιβλία απ’ το τυπογραφείο στο σπίτι του Νίκου Κοεμτζή στα Εξάρχεια ή χανόταν μαζί του στο καζίνο, πότε στο βουνό και πότε στο Λουτράκι, για εβδομήντα δύο ολόκληρες ώρες.

Πέθανε στην μπανιέρα του σπιτιού του, μετά την τελευταία δόση σπίντμπολ, σε ηλικία σαράντα χρονών. Στην ψαρόσουπα που πρόσφεραν οι συγγενείς, εκεί δίπλα στο νεκροταφείο του Παλαιού Φαλήρου, ήταν ολόκληρη η δεύτερη πτέρυγα του Κορυδαλλού.

 

«Αρίστος, ο μασκαράς»

«Αρίστος, ο μασκαράς»

Η αντρική φωνή στο τηλέφωνο μου ζητούσε ραντεβού για τη σύζυγό του. Έπασχε από «χρόνια κατάθλιψη», είχε ακολουθήσει άλλοτε άλλη φαρμακευτική αγωγή και είχε επισκεφθεί διάφορους συναδέλφους. Ήθελε και τη δική μου γνώμη. Μου συστήθηκε ως manager πολυεθνικής φαρμακευτικής, συνταξιούχος πλέον, κι είχε ακούσει καλά λόγια για μένα από το σινάφι των άλλων φαρμακευτικών εταιρειών. Μια που ήμασταν και γείτονες, λοιπόν…

Ήρθε λοιπόν, ο Αρίστος με τη γυναίκα του από το ιατρείο. Πίστευε πως θα μου κρυβόταν πίσω από τον όγκο της «άρρωστης». Η γυναίκα του, παρότι καμιά δεκαριά χρόνια νεώτερή του, ήταν ψηλή, χοντρή, απεριποίητη κι είχε μήνες, αν όχι χρόνια, να πάει σε κομμωτήριο, με άβαφα και παραμελημένα μαλλιά. Ο Αρίστος τα έβαφε καφέ τα λιγοστά μαλλιά του και τα ‘φερνε βόλτα από τη μια ως την άλλη άκρη του κρανίου του. Ήταν κοντός, λεπτός, κι είχε ένα μικρό χιλιοψαλιδισμένο από πάνω κι από κάτω μουστακάκι, του τύπου που λέγαμε παλιά «κωλομπαρίστικο». Σε όλη τη διάρκεια της συνεδρίας δεν επέτρεψε στη σύζυγό του να πει ούτε μια ολοκληρωμένη πρόταση: τη διέκοπτε συνεχώς, παρενέβαινε στην κουβέντα μας, την καπέλωνε, την απαξίωνε. Πώς να μην πάσχει η γυναίκα από κατάθλιψη;

Θυμήθηκα εξαιτίας τους τα σεμινάρια που μας έκανε ο Γιώργος Γουρνάς για τη «συστημική προσέγγιση» στο «Σωτηρία»… Τη νόσο και το σύμπτωμα: Πως κάποιο μέλος της οικογένειας αναλαμβάνει να παίξει το ρόλο του «συμπτώματος» για να δείξει πως πάσχει το «σύστημα οικογένεια». Ταυτόχρονα συγκέντρωνα στοιχεία για την προσωπική μου θεωρία: «η μουσίτσα είναι γένους αρσενικού» είχα πει κάποτε. Έχει επιτηδευμένους τρόπους. Στην απόλυτη έκφρασή της είναι άνδρας άνω των εξήντα χρονών κι απολαμβάνει παχιάς συντάξεως γήρατος. Συνήθως έχει διατελέσει σε υψηλές διευθυντικές θέσεις (στο δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, δεν έχει καμιά απολύτως σημασία), ή υπήρξε ιδιοκτήτης εμπορικού καταστήματος. Ήταν, είναι και παραμένει παντρεμένος. Έχει τελέσει μόνον ένα γάμο. Έχει παιδιά κι εγγόνια.

Η σεξουαλική πρακτική των ανθρώπων, μας λέει, δεν καθορίζεται από το γενετήσιο ένστικτο, αλλά από τις σχέσεις εξουσίας. Είναι η απόλυτη εξουσία που δημιουργεί και καθορίζει τις σεξουαλικές σχέσεις των ανθρώπων κι όχι το γενετήσιο ένστικτο, η λιβιδώ, για να θυμηθούμε τον Φρόιντ.

Ο Αρίστος υπερηφανεύεται ακόμη για τις υπηρετριούλες που πηδούσε στα νιάτα του, τις κοπέλες των ξενοδοχείων στο «σιδηρούν παραπέτασμα», τις υπαλλήλους του, τις γραμματείς του. Τα κορίτσια που επιζητούσαν να τον συναντήσουν «μπας και τα βολέψει σε καμιά θεσούλα».

Δεν έζησε ποτέ τίποτα. Δεν ριψοκινδύνευσε ποτέ τα αισθήματά του, την οικογενειακή γαλήνη την έβαζε πάντα πρώτη στην ιεράρχηση των αξιών και της κοινωνικής του θέσης. Πουλούσε τζάμπα αγαπητιλίκι. Μέγας εραστής με την ανοχή της συζύγου του. Τζάμπα μάγκας η μουσίτσα.

Συνοδεύει συνήθως, την καταθλιπτική του σύζυγο στο ιατρείο, χωρίς να γνωρίζει πως αυτός αποτελεί το αντικείμενο μελέτης του ψυχιάτρου κι όχι η «άτυχος σύζυγος». Ως μουσίτσα κι ο Αρίστος δεν έμεινε ευχαριστημένος από μένα: τη σύζυγό του την παρακολουθούσε πασίγνωστος καθηγητής του Αιγινητείου και δεν μου έπεφτε λόγος. Θα μπορούσα να διορθώσω την υπερβολική δόση αντικαταθλιπτικών που της έδινε, αλλά για ποιόν λόγο;

Πριν σηκωθεί λοιπόν κι αναχωρήσει από το ιατρείο ο Αρίστος είπε και το αμίμητο (απευθυνόμενος προς τη σύζυγο, αλλά για να το ακούσω εγώ), «30 στον Παθολόγο, 50 στον Ψυχίατρο, 50 στα φάρμακα, 130 ευρώ μου στοίχησε η απογευματινή σου βόλτα στους γιατρούς, γυναίκα».

 

«Τζένη, η καρναβαλίστρια»

«Τζένη, η καρναβαλίστρια»

«Όποιος μιλάει άσχημα για τους προηγούμενους θεραπευτές του, θα μιλήσει άσχημα και για σένα». Αυτή τη βασική αρχή πόσο εύκολα αλήθεια τη ξεχνάμε όλοι μας: όχι μόνον οι νέοι συνάδελφοι που κολακεύονται εύκολα και κορδώνονται όταν ο πελάτης τους πλέκει το εγκώμιο και κατηγορεί συγχρόνως ως «άχρηστους» όλους του προηγούμενους γιατρούς, αλλά και οι μεγαλύτεροι σε ηλικία ξεχνούν πολύ εύκολα το χρυσό κανόνα, υποκύπτοντας στο θανάσιμο αμάρτημα της υπεροψίας.

Η Τζένη έβαλε σταυροπόδι τα πόδια της αφήνοντας την, ήδη κοντή, φούστα να αποκαλύπτει τα μεριά της. Είχε έρθει στο ιατρείο ντυμένη σαν καρναβάλι (περιδέραια, χαϊμαλιά, βραχιόλια και δακτυλίδια σε όλα της τα δάκτυλα), και έτοιμη για όλα. Πριν αρχίσει να μου εκθέτει το πρόβλημά της, κι αφού ζήτησε την άδειά μου να καπνίσει, σάλιωσε επιδεικτικά ένα πουράκι περνώντας το δυο τρεις φορές κατά μήκος από τα έντονα βαμμένα χείλη της, κι έπειτα το έβαλε στο στόμα ζητώντας μου φωτιά.

Χειρονομία που επαναλάμβανε στα κυριλέ μπαρ και κλαμπ της παραλιακής, όπου δούλευε ένα φεγγάρι ως υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων. Με τα αγγλικά και τα γαλλικά της και κάποια αόριστη γνώση καλών τρόπων και κοσμικής συμπεριφοράς ήταν ιδανική να συνοδεύει τους άξεστους λεφτάδες θαμώνες και τους παραλήδες μεγαλοδικηγόρους και μεσήλικες επιχειρηματίες με το δέος των ξένων γλωσσών στα πριβέ πάρτι και τους κρυφούς οντάδες. Είχε δει πολλές φορές το χάραμα πάνω σε κάποιο κότερο, εκεί στο Ναυτικό Όμιλο του Αλίμου και της Βουλιαγμένης, μεθυσμένη από βότκα και βουλμπεγκάλ κι αφού είχε χορέψει ξυπόλητη πάνω στα τραπέζια και τις κοιλιές τους.

Ήρθε με το αίτημα να τις γράψω τα ηρεμιστικά με την κόκκινη και τη δίγραμμη συνταγή, γιατί ο τελευταίος της γιατρός παρόλο που την πήδηξε για κάνα εξάμηνο στο ιατρείο του, τώρα φοβήθηκε τη σύζυγο και τα δυο του παιδιά, και την έδιωξε από πελάτισσα. Πελάτισσα του τελευταίου ραντεβού, εκείνες οι «πελάτισσες» που κλείνουν το ιατρείο, αφού ο γιατρός απελευθερώσει για σήμερα τη γραμματέα του. Εκείνο το βιαστικό σεξ στον καναπέ ή την μπερζέρα, με ένα μπουκάλι βότκας που βγαίνει ως δια μαγείας μέσα από την κούφια υδρόγειο σφαίρα που διακοσμεί το ιατρείο.

Ένας άλλος συνάδελφος, ψυχίατρος στα Νότια Προάστια, της είχε μάθει να τραβάει μυτιές κοκαΐνης και μάλιστα δε δίστασε στιγμή να μου φανερώσει το ονοματεπώνυμό του. Από μένα ούτε λίγο, ούτε πολύ ζητούσε να της συνταγογραφήσω τα εξής, στο όνομα πάντα των «κακών συναδέλφων» που της τα έμαθαν: δυο κουτιά ζομιγκόν, έξι κουτιά λεξοτανίλ των τριών, τέσσερα ιπνοσεντόν, έξι βουλμπεγκάλ, δέκα στεντόν των δέκα, τρία σεροξάτ των τριάντα, τρία ζάναξ του ενός, οκτώ λοναρίντ και δέκα λοναλγκάλ, είκοσι κουτιά στιλνόξ.

Δεν είχε λεφτά να με πληρώσει (φυσικά), είχε κάτι μετρημένα ίσα-ίσα για το φαρμακείο, αν και το παιδί που το κρατούσε της έκανε πίστωση, και ήταν καλεσμένος της τακτικά στο κέντρο της παραλιακής που δούλευε τελευταία. Μάλιστα κάλεσε και μένα με όλα τα έξοδα δικά της: «σας περιμένω, γιατρέ, με την παρέα σας».

Πριν φύγει θυμωμένη, επειδή δεν της έκανα το χατίρι κι από όσα μου ζητούσε της έγραψα μετά βίας ένα κουτί από ένα φάρμακο, με κέρασε ένα απ’ τα πουράκια «moods» που κάπνιζε. Το μόνο πράγμα που μπορούσε να μοιραστεί με τους άλλους, και το πήρα ως ανταμοιβή της επίσκεψης μια και δεν με πλήρωσε.

Δεν πέρασαν λίγες βδομάδες κι άκουσα απ’ τα αλάνια στη Νέα Σμύρνη, πως η Τζένη έβριζε και μένα.

 

«Ο Καίσαρ των διατροφών»

«Ο Καίσαρ των διατροφών»

Διηγούνται πως με την έναρξη του Τριωδίου κάλεσαν τον πατέρα της Ιταλικής Ψυχανάλυσης, τον Cesare Musatti, να εμψυχώσει το στράτευμα στις χιονισμένες Ιταλικές Άλπεις. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν προς το τέλος του. Το τάγμα των Αλπινίστι (το ορειβατικό τάγμα του Ιταλικού Στρατού) είχε πεσμένο ηθικό. Ο Καίσαρ Μουζάτι επέλεξε να τους μιλήσει για τις σεξουαλικές διαστροφές, όπου είχε επικεντρώσει το επιστημονικό του ενδιαφέρον τα τελευταία χρόνια, και η διάλεξή του περιστράφηκε γύρω από τις παρενδυμασίες, το φετιχισμό, την οφθαλμολαγνεία και τις άλλες ποικίλες λαγνείες, τις παραφιλίες και ούτω καθεξής. Χρησιμοποίησε όσο πιο απλά λόγια μπορούσε για να γίνει κατανοητός από όλους, αλλά παρ’ όλα αυτά, του έκανε εντύπωση πως στο τέλος της διάλεξης δεν βρέθηκε ούτε ένα φανταράκι να του απευθύνει μια ερώτηση. Απογοητευμένος, μετά το δείπνο γύρισε στη σκηνή που του είχαν παραχωρήσει για να διαβάσει κάποια σελίδα από τον αγαπημένο του Σίγκμουντ Φρόιντ, που τον κουβαλούσε πάντα μαζί του και δεν τον αποχωριζόταν ποτέ, αυτόν και το Θάνατο στη Βενετία του Τόμας Μαν, και τους δυο στο γερμανικό πρωτότυπο, φυσικά.

Εκείνη την κρύα βραδιά, όμως, ούτε κατάφερε να διαβάσει, ούτε να κοιμηθεί. Ένα ένα έρχονταν και του χτυπούσαν την είσοδο της σκηνής τα φανταράκια: «Δάσκαλε, αυτό που αναφέρατε στην ομιλία σας, το έχω κάνει κι εγώ. Μήπως είμαι διεστραμμένος;». Ο καθένας εστίαζε και σ’ ένα διαφορετικό θέμα, αλλά όλοι αυνανίζονταν μανιωδώς κι όλοι του απεύθυναν την ίδια πανομοιότυπη ερώτηση. Ο Καίσαρ εκείνο το άγρυπνο βράδυ κατάλαβε το θεμελιώδες λάθος της ομιλίας του, το αναγνώρισε στην αγωνία που ζωγραφιζόταν στα πρόσωπα των φαντάρων που έρχονταν διστακτικά κατά μόνας να του ζητήσουν διευκρινίσεις και διατύπωσε τον ορισμό των διαστροφών: «Διαστροφή είναι ό,τι προκαλεί την εκσπερμάτιση, την ολοκλήρωση της σεξουαλικής συνεύρεσης με έναν και μόνον αποκλειστικά τρόπο». Κατά τα άλλα, όλοι μας σε κάποια φάση της ζωής μας, ή με μια άλφα γυναίκα μπορούμε να παρεκκλίνουμε απ’ τον ευθύ δρόμο, χωρίς γι’ αυτόν το λόγο να θεωρούμαστε και διεστραμμένοι.

Όταν με ρωτάνε «γιατί έγινα ψυχίατρος», και μου το ρωτάνε πολύ συχνά, μία από τις εκδοχές που δίνω είναι «πως ήθελα να εξερευνήσω τις διαστροφές». Σαν τις πουτάνες έχω κι εγώ διάφορες εκδοχές να χρησιμοποιήσω, ανάλογα με την περίσταση και με το πρόσωπο που μου απευθύνει την ερώτηση. Εξάλλου, ούτε η ιστορία του Καίσαρα εξελίχθηκε στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, και οι διαστροφές, στην πλειονότητά τους έπαψαν να αποτελούν αντικείμενο της Ψυχιατρικής. Το μόνο ταμπού που επιζεί στις μέρες μας, όπως παρατήρησε ο Ουμπέρτο Έκο, είναι το οικονομικό ταμπού: ενώ όλοι είναι πρόθυμοι να μιλήσουν ανοικτά για τη σεξουαλική τους συμπεριφορά γύρω από ένα τραπέζι με αγνώστους σε μια κοσμική συνάντηση, κανένας δεν αποκαλύπτει τον ακριβή αριθμό των καταθέσεών του, των μετοχών του και των ακινήτων του.

Αν ήταν να διηγηθώ την ιστορία του «Καίσαρα των διαστροφών» στις μέρες μας, θα την τοποθετούσα μέσα σε ένα πυρηνικό υποβρύχιο, σε μια κλειστοφοβική κοινωνία ανθρώπων ή σε ένα διαστημικό σταθμό, στην πρώτη ανθρώπινη αποικία στον πλανήτη Άρη.

 

«Ο Λάσκαρης και το Piramatic»

«Ο Λάσκαρης και το Piramatic»

«Ποιο είναι το σήμα της Alfa Romeo και τι παριστάνει;», με ρώτησε μια μέρα ο ασθενής μου ο Λάσκαρης, τον καιρό που πίστευε ακόμη πως υπάρχει μία απόλυτη αλήθεια στον κόσμο και πως εγώ ως γιατρός του, αυτή τη μοναδική αλήθεια την κατείχα. Παρότι ήμουν κάτοχος αποκλειστικά αυτοκινήτων Alfa Romeo, τα δύο μοναδικά αυτοκίνητα που αγόρασα για τη γυναίκα μου ήταν μια 33 κι αργότερα μια 146, δεν μπόρεσα να του απαντήσω. Ο Λάσκαρης είχε διαβάσει την ερώτηση σε κάποια σελίδα του εκλαϊκευμένου επιστημονικού περιοδικού «Focus», που αναφερόταν σε κάποια τεστ αντιληπτικότητας, και η συγκεκριμένη ερώτηση έγινε σε καμιά εκατοσταριά Ιταλούς οι οποίοι δεν μπόρεσαν να απαντήσουν. Περνάμε τη ζωή μας μέσα στην αδυναμία να μάθουμε τον κόσμο που μας περιβάλει. Ο κόσμος μας παραμένει ασύλληπτος κατά το μεγαλύτερο μέρος του και όσο παραμένει άγνωστος, άλλο τόσο δεν μπορούμε να πλησιάσουμε την απόλυτη αλήθεια που τον κυβερνάει.

Ο Λάσκαρης είχε κάνει την πρώτη του νοσηλεία μετά την έντονη ενασχόλησή του με τη Μέθοδο Σίλβα και τα πειράματα με τα όρια της δύναμης του ανθρώπινου εγκεφάλου. Η γενιά μου, «η γενιά των λουλουδιών» είχε πειραματισθεί με τις ψυχοτρόπες ουσίες (το LSD), πριν ακόμη τις σαρώσει ο όρος «ναρκωτικά» (απαίσια λέξη που δε δηλώνει τίποτα), τις επιταγές του Τίμοθι Λήρι, τον θαυμαστό καινούριο κόσμο του Άλντους Χάξεϊ, πάντα με την επιθυμία να διευρύνει τα όρια της αντίληψης, πιστή στο πρόσταγμα του Άλεν Γκίνσμπεργκ «ανοίξτε τα μυαλά σας, ξεκαρφώστε τις πόρτες της αντίληψης».

Σε μια άλλη επίσκεψη του Λάσκαρη κι αναζητώντας ένα καινούργιο αντιψυχωσικό, γιατί από τα τελευταία άτυπα, το μεν Risperdal του προκαλούσε αδυναμία εκσπερμάτωσης το δε Zyprexa μεταβολικό σύνδρομο, του συνταγογράφησα στο βιβλιάριο του Δημοσίου (έτυχε ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης από τον ασφαλιστικό φορέα της μητέρας του, ως άπορος), το ανύπαρκτο αντιψυχωσικό φάρμακο Piramatic των 15 mg, σε εφάπαξ ημερήσια δόση. Το Piramatic εγκρίθηκε από τον ελεγκτή ιατρό του Δημοσίου κατά τη συνήθη διαδικασία με σφραγίδες και υπογραφές. Ο φαρμακοποιός της γειτονιάς καθυστέρησε κατά την εκτέλεση της συνταγής: και βέβαια γνώριζε το φάρμακο (το είχε συνταγογραφήσει ψυχίατρος και το είχε εγκρίνει ο ελεγκτής ιατρός του Δημοσίου), αλλά ως νέο σκεύασμα ίσως δεν θα είχε προλάβει να φτάσει στα ράφια του φαρμακείου του. Μετά από δυο μέρες, δέχθηκα τηλεφώνημα από το φαρμακοποιό που με ρωτούσε αν γνώριζα την εταιρεία παραγωγής του Piramatic να της το παραγγείλει απευθείας γιατί οι φαρμακευτικές αποθήκες δεν είχαν στοκ της συγκεκριμένης συσκευασίας.

Ο Λάσκαρης παρόλο που πείστηκε σε σειρά συνεδριών, πως ο κόσμος μας παραμένει άγνωστος και πέρα από τις αντιληπτικές μας ικανότητες, εξακολουθεί να πιστεύει ακόμη στην απόλυτη αλήθεια που κυβερνάει όλους μας. Το κομμάτι αυτό της χρόνιας πάθησής του, ομολογώ πως απέτυχα να το θεραπεύσω. Και διατί άλλωστε;

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER