«Η Πόπη και ο Στέλιος, αιώνιοι σύζυγοι»

«Η Πόπη και ο Στέλιος, αιώνιοι σύζυγοι»

Ο Ιώβ έφτασε στη Γη της Επαγγελίας, περνώντας όμως την Ερυθρά Θάλασσα, κάποιος καρχαρίας τού έφαγε το πόδι. Πάτησε μεν στην πατρίδα του, αλλά όχι και με τα δυο πόδια. Οι αλλαγές κατάστασης στη ζωή μας δεν είναι ποτέ ανώδυνες: δεν υπάρχουν ειρηνικά διαζύγια. Αλλά, ο Ιώβ ήταν αυτός ή ο Ιακώβ;

Η Πόπη και ο Στέλιος, ζευγάρι στα πενήντα τους σε κρίση, δε δείχνουν να τους ενδιαφέρει αν ήταν ο Ιώβ ή ο Ιακώβ. Έχουν άλλα πράγματα στο μυαλό τους: ποιος θα πάρει το εξοχικό και ποιος το αυτοκίνητο, πώς να μοιράσουν τις περιουσίες τους και τα ασημικά, γι’ αυτό όλο το αναβάλλουν κι όλο δε χωρίζουν. Ζουν σε μια καθημερινή κόλαση: απευθύνουν πλέον μόνο βρισιές ο ένας στον άλλον.

Πού και πού κατά τη διάρκεια της ημέρας ο Στέλιος σπάει ένα ποτήρι απ’ το καλό σερβίτσιο στο πάτωμα, κι η Πόπη τού πετάει στο κεφάλι ένα συμπαγή δίσκο από την αγαπημένη του σειρά των ντιβιντί. Οι καβγάδες τους τις νύχτες αφήνουν άυπνη τη μισή πολυκατοικία. Είχαν παντρευτεί από έρωτα: στα είκοσι ένα της η Πόπη, στα είκοσι έξι του ο Στέλιος, μόλις πρωτοδιορίστηκε καθηγητής σε Τεχνικό Γυμνάσιο. Κάναν τρεις γιους. Η Πόπη μετά μπήκε στο λογιστήριο του Σκλαβενίτη. Υποχρεώσεις, δουλειές, τρία παιδιά να μεγαλώσεις, πέρασαν τα χρόνια χωρίς αμφιβολίες για τη σχέση τους. Μόλις έφυγε από το σπίτι κι ο τελευταίος γιος, βρέθηκαν μόνοι τους. Κοίταξαν ο ένας τον άλλον κι αμοιβαία διαπίστωσαν, ο καθένας για την πάρτη του, πως ο «άλλος» τού ήταν ένας ξένος. Δεν υπήρχαν τρίτοι ανάμεσά τους. Κάτι «απερισκεψίες» εκατέρωθεν σε τριάντα χρόνια έγγαμου βίου δεν ήταν δα και τίποτα σπουδαίο, κι ευτυχώς δεν έγιναν ποτέ «παραστρατήματα». Δεν είχαν άλυτα συναισθηματικά προβλήματα δηλαδή μεταξύ τους, ούτε και οικονομικά ή θέματα υγείας. Είχαν σταματήσει προ πολλού να είναι εις σάρκα μία. Κι όμως, η συγκατοίκηση, η απλή συγκατοίκηση τους είχε γίνει βάσανο. Απ’ την άλλη, δεν ήθελαν να θυσιάσουν τίποτα από τα κεκτημένα. Έτειναν λίγο το αυτί τους από κοινού στην παραβολή για το κομμένο πόδι, και την αντιμετώπισαν με μια πανομοιότυπη γκριμάτσα στα πρόσωπά τους. Δεν ήταν διατεθειμένοι να πληρώσουν το παραμικρό. Θα παρέμεναν αιώνιοι σύζυγοι.

Η παραβολή έπιανε πάντα: είτε απελευθερωτικά είτε μη επιφέροντας καμία αλλαγή στα ζευγάρια. Μου έφτανε πως λάμβαναν μια έξωθεν συνειδητοποίηση των συντεταγμένων της σχέσης τους. Αλλά ένας ψυχίατρος δεν πρέπει να έχει αμφιβολίες. Είχα ξεκινήσει με τον Ιώβ, που μετά τον έκανα Ιακώβ και τώρα με την κρίση το έλεγα κάπως αμφίβολα: «ο Ιώβ ή ο Ιακώβ, τέλος πάντων ένας από αυτούς», τι σημασία έχει;

Μία από τις παράπλευρες απώλειες αυτής της οικονομικής κρίσης είναι και η ευτυχία μας ως άτομα. Μαθαίνουμε να ζούμε δυστυχισμένοι και κακότροποι. Φωνακλάδες και μίζεροι. Αξιολύπητοι και καταδικασμένοι να τρώμε βρόμικο ψωμί και να καταπίνουμε χολή και ξίδι. Τρεις μέρες κράτησε το μαρτύριο του Χριστού πάνω στο Σταυρό, μια ολόκληρη ζωή μέσα στο γάμο, για το ζευγάρι που δεν ξέρει πώς κόβονται στα δύο ο καναπές και η τραπεζαρία.

Τώρα τελευταία για τη θεραπεία ζεύγους, ύστερα από χρόνια αμφιταλαντεύσεως ανάμεσα στον Ιακώβ και τον Ιώβ, υιοθέτησα απλώς μια φράση από τον Σωσία του Ντοστογιέφσκι: «δώστε μου ένα δάχτυλο απ’ το δεξί σας χέρι και θα σας κάνω ευτυχείς. Θα είστε ευτυχείς μόνο που θα σας λείπει ένα δάχτυλο».

Καλό; Πολύ περισσότερο αφού ένας συνάδελφος, που τελευταία είχε ανακαλύψει πως ήταν κατά το ένα τέταρτο εβραίος δείχνοντάς μου με υπερηφάνεια την εβραϊκή κιπά που έκρυβε στην τσέπη του σακακιού του, απέρριψε ως λανθασμένη την παραβολή μου, και τον Ιώβ και τον Ιακώβ. Είναι γνωστό πως σε έναν ψυχίατρο δεν επιτρέπονται οι αμφιβολίες.

 

«Ο Νικολάκης και οι γάτες»

«Ο Νικολάκης και οι γάτες»

«Οι γάτες επικοινωνούν με το ασυνείδητο του ιδιοκτήτη τους». Για να φτάσει στη διατύπωση του πρώτου του αξιώματος για τις γάτες, ο Νικολάκης, έπρεπε να κάνει τρεις νοσηλείες σε ψυχιατρικές κλινικές, αλλά και πάλι δεν ήταν ευχαριστημένος από τη διατύπωσή του, λες και οι γάτες έχουν ιδιοκτήτη…

Τις πρώτες του σκέψεις τις είχε επεξεργαστεί στο σπίτι του συγγραφέα που πέθαινε από έιτζ, καθώς περνούσε ώρες μαζί του, με το συγγραφέα να είναι εξουθενωμένος κι αδύνατος στο κρεβάτι του και τη γάτα του συγγραφέα να ανεβαίνει στο μαξιλάρι του και να του γλύφει στοργικά με τη γλώσσα της τα αραιά του μαλλιά: «οι γάτες καταλαβαίνουν την ψυχική και σωματική μας κατάσταση», του είχε πει ο συγγραφέας, κι ο Νικολάκης, δεκαοκτώ χρονών αγοράκι τότε, το κατέγραψε όπως θα κατέγραφε κι όλα όσα θα του έλεγε ο συγγραφέας για την «αντεργκράουντ» ελληνική λογοτεχνική σκηνή. Όχι πως δεν είχε μεγαλώσει μαζί με γάτες εκεί στα Σπάτα, όπου βρήκαν δολοφονημένο τον πατέρα του ένα πρωί στο χωράφι, όταν εκείνος ήταν μόλις δύο χρονών, αλλά εκείνες οι γάτες ήταν αλανιάρες, «κοινόχρηστες», τρώγαν από σπίτι σε σπίτι και δεν πλησιάζονταν εύκολα. Ήταν κι ο κόσμος που δεν τις έβαζε στο σπίτι του: τα φιλόζωα αισθήματα εξαντλούταν στο να πετάξουν κάνα ψαροκόκαλο στην αυλή με τις πρασινάδες και τα χορτάρια.

Φοιτητής στην Πάτρα, αργότερα μετά το θάνατο του συγγραφέα, ο Νικολάκης είχε μια «δική» του γάτα για λίγο καιρό: έναν κάτασπρο κεραμιδόγατο που απ’ τη στιγμή που προσγειώθηκε στο μπαλκόνι του, το επέλεξε και για προσωρινή του κατοικία. Τον φώναζε «Μήτσο», κι ο Μήτσος κάθε φορά που ο Νικολάκης ήταν χάλια με κάνα γκόμενο, έρχονταν και σκαρφάλωνε στην αγκαλιά του. Τον περίμενε να ξυπνήσει από την ντάγκλα της πρέζας χορεύοντας με τις πατούσες του στην πλάτη. Πλησίαζε το ποτήρι με το τσίπουρο, και το τασάκι με τα αποτσίγαρα, όταν ο Νικολάκης κάπνιζε και έπινε μόνος του.

Ο τελευταίος γάτος, ένας σταχτής που τον φώναζαν «Κεραυνό» έκανε ακροβατικά πάνω στα κάγκελα στον έβδομο όροφο όπου ο Νικολάκης συγκατοικούσε με μια φίλη του λεσβία γιατρό. Κάποιο βράδυ, για να την παρηγορήσει, ο Νικολάκης της υποσχέθηκε πως θα αυτοκτονούσε μαζί της πέφτοντας από τον έβδομο όροφο, εκεί στο Λυκαβηττό, κι ο Κεραυνός τους άκουσε: κι όλο πλησίαζε επικίνδυνα το κενό περπατώντας πάνω στα κάγκελα του ρετιρέ.

Είχα την τύχη να είμαι ο τελευταίος γιατρός που νοσήλευσε τον Νικολάκη, κι ο πρώτος που άκουσε τη διατύπωση του γατίσιου του αξιώματος. Από τότε ο Νικολάκης δε χρειάστηκε να νοσηλευθεί ξανά, ούτε να πάρει δικιά του γάτα. Τάιζε τις γάτες όταν τον πλησίαζαν στις ταβέρνες, μπήκε και στο πρόγραμμα του 18 Άνω για να κόψει την πρέζα, συμμετείχε, με τις γνώσεις του, σε διάφορα περιοδικά του αντεργκράουντ και δεν έκανε ποτέ το χατίρι της μάνας του να παντρευτεί κάποια συγχωριανή του. Ποιος ξέρει πόσος καιρός θα του χρειασθεί για να διατυπώσει το δεύτερο αξίωμα για τις γάτες.

 

«Προκόπης, ο αιώνιος υποψήφιος»

«Προκόπης, ο αιώνιος υποψήφιος»

Η πρώτη νοσηλεία του Προκόπη ήταν κατά την περίοδο των εισαγωγικών στα ΑΕΙ. Ετοιμαζόταν να εισαχθεί στην Ιατρική. Ο πατέρας του ήταν ήδη χήρος, εύπορος έμπορος μεταχειρισμένων ανταλλακτικών αυτοκινήτων με ιδιόκτητο μαγαζί εκεί στον Νέο Κόσμο, και η μεγαλύτερη αδελφή του ήταν ήδη παντρεμένη με αξιωματικό της αστυνομίας. Ο Προκόπης έχασε την πρώτη εξεταστική λόγω της νοσηλείας του λοιπόν, αλλά δεν το έβαλε κάτω. Εξάλλου, δεν είχε και τίποτα σπουδαίο, απλώς από την υπερένταση για τις εξετάσεις είχε αρχίσει να ακούει κάποιες φωνές: οι γείτονες τον έβριζαν και τον κορόιδευαν, κι η τηλεόραση ανέφερε συχνά το όνομά του, συνήθως κάθε φορά που αναφερόταν στον τότε πρωθυπουργό της χώρας.

Τα χρόνια περνούσαν ανάμεσα σε βιβλία Ιατρικής, ιδιαίτερα από καθηγητές, τις μηνιαίες επισκέψεις στο γιατρό και την απεριόριστη αγάπη του πατέρα, κι ο Προκόπης δεν κατάφερε ποτέ να καθίσει στην καρέκλα του εξεταστή· πάντα κάτι συνέβαινε την τελευταία στιγμή και οι εξετάσεις αναβάλλονταν για «του χρόνου», δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια. Την τελευταία χρονιά της σύντομης ζωής του ο Προκόπης δεν ήταν παρών στις εξετάσεις γιατί είχε πεθάνει ξαφνικά ένα βράδυ στον ύπνο του. Ήταν η μοναδική πράξη του Προκόπη που πέρασε απαρατήρητη από τον πατέρα του.

Η «απλή σχιζοφρένεια» απ’ την οποία έπασχε ο Προκόπης αντιμετωπίστηκε κατ’ οίκον, και οι «κρίσεις» από τον πατέρα του με ιώβεια υπομονή. Η απλή σχιζοφρένεια, όμως, τον σκότωσε. Ο Προκόπης ήταν υπέρβαρος, μανιώδης καπνιστής και διήγε την ήρεμη καθιστική ζωή του χρόνιου σχιζοφρενούς. Τα χάπια που έπαιρνε του δημιούργησαν το σπάνιο μεν, αλλά αναγνωρισμένο «κακόηθες σύνδρομο από νευροληπτικά» που είναι αιτία αιφνίδιων θανάτων.

Την ίδια χρονιά που πέθανε ο Προκόπης, όταν άρχισαν οι εργασίες διαμόρφωσης των κοινόχρηστων χώρων στη νέα πολυκατοικία όπου είχα μεταφέρει το τότε ιατρείο, έδωσα το γιούκα, που μου είχε φέρει ο Προκόπης σε μια γλαστρούλα, στον κηπουρό και το φύτεψε στο χώμα. Περνούσαν τα χρόνια και το γιούκα μεγάλωνε και ψήλωνε: θαύμαζα τα ολόλευκα άνθη απ’ το μπαλκόνι του δεύτερου ορόφου, μια φορά το χρόνο. Με τα χρόνια άρχισα να διατυπώνω την προσωπική μου πεποίθηση πως «οι ψυχές έχουν ρίζες», και να διαμορφώνω τα ταφικά μου έθιμα ως εξής: να φυτεύω ένα δέντρο κάθε που πεθαίνει ένας δικός μου άνθρωπος.

Ω εσείς περαστικοί από τη Νέα Σμύρνη, σηκώστε το βλέμμα σας εκεί στη διασταύρωση της Ελευθερίου Βενιζέλου με την Εφέσου, και χαιρετήστε τον αιώνιο υποψήφιο της Ιατρικής, τον Προκόπη!

 

«Ο Dr. Πινόκιο και η μεταφορά της έδρας»

«Ο Dr. Πινόκιο και η μεταφορά της έδρας»

«Εσείς με ψυχολογείτε τώρα, γιατρέ μου!» είπε εμφατικά και γεμάτη θαυμασμό η συνταξιούχος του ΟΓΑ, και πρόσθεσε με ένα μικρό δισταγμό: «Έτσι δεν είναι;» Η αλήθεια είναι πως την κοιτούσα στα μάτια, αφού ζήτησα διακριτικά από το σύζυγο και το γαμπρό που τη συνόδευαν να μας αφήσουν για λίγο μόνους, μ’ εκείνο το «ψυχιατρικό» βλέμμα που ξεγελάει, αλλά είναι επίσης αλήθεια πως το μυαλό μου ήταν ακόμη στη μετακόμιση.

Μην περιμένετε ποτέ να μάθετε την αλήθεια από έναν ψυχίατρο εκτός κι αν έτυχε να τον βοηθήσετε στη μεταφορά έδρας του ιατρείου του. Εκεί, είναι σαν να ξυπνάς τα πτώματα που κρύβονται στα ντουλάπια του, ξεπηδούν χαρτάκια σημειώσεων, ευχετήριες κάρτες, στρατιωτάκια, διάφορα μικροαντικείμενα, δώρα συνήθως φαρμακευτικών εταιρειών και πελατών, ένας ατέλειωτος αχταρμάς από ανώφελα και άχρηστα αντικείμενα. Είναι γνωστό πως οι περισσότεροι ψυχίατροι αρέσκονται να μαζεύουν τις πιο ετερόκλητες συλλογές αντικειμένων: ο ένας συλλέγει ρολογάκια Swatch, ο άλλος τενεκεδένια αποκλειστικώς παιδικά παιγνίδια, ο τρίτος στρατιωτάκια, άρματα μάχης κι αεροπλανάκια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου…

Απ’ τις ατέλειωτες συλλογές που επιχείρησα κι εγώ ως νεαρός ψυχίατρος, κατά την τελευταία μετακόμιση βγήκαν στην επιφάνεια οι εξής: συλλογή από σουβέρ με μάρκες μπίρας (αποκλειστικά), κουτιά σπίρτων και χαρτάκια από ζάχαρες (τις τελευταίες τις μάζευα κατά παραγγελία μιας αγαπημένης μου ανιψιάς), και νομίσματα από διάφορες χώρες μαζί με παλιές δραχμές κι ασημένια εικοσάρικα. Αυτή τη μετακόμιση την έκανα μόνος μου, δε ζήτησα βοήθεια από κανέναν, στάθηκα ο ίδιος όρθιος πάνω από τα παιδιά της μεταφορικής, δίνοντας οδηγίες.

Αισθάνθηκα πως μπορούσα να κάνω έναρξη ιατρείου στη Λάρισα μόλις τακτοποίησα το ξυλόγλυπτο μπιμπελό του γιατρού στο γραφείο μου (ένας μισοφαλακρός γεροντάκος με καμπούρα, γυαλιά πρεσβυωπίας στην άκρη της μύτης, όρθιος με τα χέρια στην τσέπη, να τρέμει μες στη λευκή ιατρική ποδιά του και την επιγραφή στη βάση: “Get out of here! You are making me nervous”: Psychiatrist.), και μόλις κρέμασα τον ξύλινο Πινόκιο στην άκρη της λάμπας γραφείου με την πράσινη οπαλίνα: ένας μικρός Πινόκιο των 2 ευρώ απ’ το καλάθι με τα αναμνηστικά στο αεροδρόμιο του Φιουμιτσίνο, που γύριζε το κεφάλι, έσπαζε τις αρθρώσεις του, σκέτη γλύκα…

Δεν είχα κρεμάσει ακόμη τις κουρτίνες, ο ΟΤΕ καθυστερούσε τη σύνδεση της νέας γραμμής, αλλά δέχθηκα τη νέα μου ασθενή, ζητώντας κατανόηση για την κατάσταση στην οποία βρισκόμουν. Όλο το σόι δεν ήθελε να πάρει φάρμακα η γιαγιά: είπα ψέματα κι εγώ (χαϊδεύοντας με το βλέμμα μου τον Πινόκιο), πως δε χρειάζεται «βαριά» φάρμακα η γιαγιά και της έγραψα κάτι ανώδυνο, λέγοντας με δυνατή φωνή πως ο πρώτος κανόνας της ιατρικής είναι να μη βλάψεις τον ασθενή με το ιατρικό σου μένος, το ιπποκράτειον «ου βλάπτειν».

Καλή Πρωταπριλιά, συμπατριώτες!

 

«Γεδεών ο φυλακόβιος»

«Γεδεών ο φυλακόβιος»

Βλέποντας τις προάλλες στην τηλεόραση για πολλοστή φορά το Πράσινο μίλι, και το συμπαθέστατο ποντικάκι που εξέτρεφαν φυλακισμένοι και δεσμοφύλακες στην πτέρυγα των μελλοθανάτων, θυμήθηκα το φίλο μου τον Γεδεών. Όπως μου επισήμανε μια φορά και κάποια φίλη, «οι φίλοι σου ανήκουν σε τρεις κατηγορίες: είναι ή φυλακόβιοι ή τοξικομανείς ή πεθαμένοι». Ο Γεδεών με το πληθωρικό του ανάστημα (1,95), το βάρος του (180 κιλά), τα γαλανά του μάτια και τα ξανθά μαλλιά του με το πέρασμα του χρόνου κατάφερε να ενσαρκώσει και τις τρεις κατηγορίες στο πρόσωπό του.

Προτού τον γνωρίσω εξέτρεφε ένα ποντικάκι στην απομόνωση του Κορυδαλλού επί τριάντα συνεχόμενες μέρες, χωρίς να ξέρει αν έξω είναι μέρα ή νύχτα. Ήταν είκοσι χρονών. Είχε όλα τα χαρακτηριστικά που σας ανέφερα, εκτός από τα κιλά. Είμαστε στα τέλη της δεκαετίας του ’80: για πρώτη φορά στον Κορυδαλλό φιλοξενούνται στην ίδια πτέρυγα οι «συνήθεις ύποπτοι» του χώρου με τους ποινικούς. Ο Γεδεών αποτέλεσε το «προϊόν» αυτής της ώσμωσης. Ήταν αυτός που μιλούσε στους δημοσιογράφους για περίπου ένα τριανταήμερο, στην πιο ιστορική στάση που γνώρισαν από καταβολής τους και έως σήμερα οι φυλακές Κορυδαλλού. Ήταν μέσα για κάτι κλοπές σε χρυσοχοεία (αρχηγός της «μπάντας των μηχανόβιων» παραμένοντας στη φυλακή και για τα τρία προβλεπόμενα εξάμηνα μέχρι να γίνει το δικαστήριο όπου αθωώθηκε πανηγυρικά.. Για την ενεργό δράση του στη στάση, τιμωρήθηκε με ένα μήνα στο κελί της απομόνωσης κι από κει η φιλία του με τα ποντίκια.

Τον γνώρισα σιδηροδέσμιο στα μπουντρούμια μιας ψυχιατρικής κλινικής στα νότια προάστια, από τη φίλη Κατερίνα, η οποία ήταν κι η δικηγόρος του. Είχε κάνει ένα έντονο διωκτικό παραλήρημα ύστερα από χρήση κόκας, κι επειδή πέταξε κάτι τεράστιες γλάστρες από το ρετιρέ της άκληρης θείας του: γλάστρες, πιθάρια ολόκληρα, κι όμως κατάφερε να τις σηκώσει και να τις πετάξει από τον πέμπτο στην Ιουλιανού, χωρίς να κοιτάξει αν είχε διερχόμενους στο δρόμο. Ευτυχώς δεν τραυμάτισε κανέναν. Ήταν ήδη 130 κιλά. Μου θύμισε τον πατέρα μου που βγήκε από τις φυλακές της Αίγινας με τα ίδια πάνω κάτω κιλά: καταδικασμένος δις εις θάνατον για συμμετοχή του στο αντάρτικο, έτρωγε και όλα όσα αφήναν οι συγκρατούμενοί του, γιατί είχε ορκισθεί στον εαυτό του να βγει ζωντανός από κει μέσα. Ήταν πατέρας ήδη ενός κοριτσιού, που γεννήθηκε το Δεκέμβριο του 1948, λίγους μήνες μετά τη σύλληψή του, και είχε βάλει τάμα να το σφίξει στην αγκαλιά του προτού πεθάνει.

Κάναμε παρέα μετά με τον Γεδεών μέχρι το θάνατό του. Απέκτησε πολλά λεφτά στη συνέχεια από καθ’ όλα νόμιμες επιχειρήσεις, και πολλά παραπάνω κιλά, φθάνοντας τα εκατόν ογδόντα! Μ’ έπαιρνε με το επαγγελματικό του ημιφορτηγό και πηγαίναμε παραλιακά στην παλιά εθνική Αθηνών-Κορίνθου, στο Νεράκι, στη Σκάλα, για ψαροφαγία, και στο Περιστέρι για παϊδάκια. Ακολουθώντας τον άγραφο κώδικα τιμής των φυλακόβιων που έβγαλαν λεφτά συνέδραμε πάντα τους πρώην συγκρατούμενους που του ζητούσαν χρήματα. Κάποιους τους είχε βολέψει και σε δουλειές. Κουβαλούσε με το ίδιο Ford τα βιβλία απ’ το τυπογραφείο στο σπίτι του Νίκου Κοεμτζή στα Εξάρχεια ή χανόταν μαζί του στο καζίνο, πότε στο βουνό και πότε στο Λουτράκι, για εβδομήντα δύο ολόκληρες ώρες.

Πέθανε στην μπανιέρα του σπιτιού του, μετά την τελευταία δόση σπίντμπολ, σε ηλικία σαράντα χρονών. Στην ψαρόσουπα που πρόσφεραν οι συγγενείς, εκεί δίπλα στο νεκροταφείο του Παλαιού Φαλήρου, ήταν ολόκληρη η δεύτερη πτέρυγα του Κορυδαλλού.

 

«Αρίστος, ο μασκαράς»

«Αρίστος, ο μασκαράς»

Η αντρική φωνή στο τηλέφωνο μου ζητούσε ραντεβού για τη σύζυγό του. Έπασχε από «χρόνια κατάθλιψη», είχε ακολουθήσει άλλοτε άλλη φαρμακευτική αγωγή και είχε επισκεφθεί διάφορους συναδέλφους. Ήθελε και τη δική μου γνώμη. Μου συστήθηκε ως manager πολυεθνικής φαρμακευτικής, συνταξιούχος πλέον, κι είχε ακούσει καλά λόγια για μένα από το σινάφι των άλλων φαρμακευτικών εταιρειών. Μια που ήμασταν και γείτονες, λοιπόν…

Ήρθε λοιπόν, ο Αρίστος με τη γυναίκα του από το ιατρείο. Πίστευε πως θα μου κρυβόταν πίσω από τον όγκο της «άρρωστης». Η γυναίκα του, παρότι καμιά δεκαριά χρόνια νεώτερή του, ήταν ψηλή, χοντρή, απεριποίητη κι είχε μήνες, αν όχι χρόνια, να πάει σε κομμωτήριο, με άβαφα και παραμελημένα μαλλιά. Ο Αρίστος τα έβαφε καφέ τα λιγοστά μαλλιά του και τα ‘φερνε βόλτα από τη μια ως την άλλη άκρη του κρανίου του. Ήταν κοντός, λεπτός, κι είχε ένα μικρό χιλιοψαλιδισμένο από πάνω κι από κάτω μουστακάκι, του τύπου που λέγαμε παλιά «κωλομπαρίστικο». Σε όλη τη διάρκεια της συνεδρίας δεν επέτρεψε στη σύζυγό του να πει ούτε μια ολοκληρωμένη πρόταση: τη διέκοπτε συνεχώς, παρενέβαινε στην κουβέντα μας, την καπέλωνε, την απαξίωνε. Πώς να μην πάσχει η γυναίκα από κατάθλιψη;

Θυμήθηκα εξαιτίας τους τα σεμινάρια που μας έκανε ο Γιώργος Γουρνάς για τη «συστημική προσέγγιση» στο «Σωτηρία»… Τη νόσο και το σύμπτωμα: Πως κάποιο μέλος της οικογένειας αναλαμβάνει να παίξει το ρόλο του «συμπτώματος» για να δείξει πως πάσχει το «σύστημα οικογένεια». Ταυτόχρονα συγκέντρωνα στοιχεία για την προσωπική μου θεωρία: «η μουσίτσα είναι γένους αρσενικού» είχα πει κάποτε. Έχει επιτηδευμένους τρόπους. Στην απόλυτη έκφρασή της είναι άνδρας άνω των εξήντα χρονών κι απολαμβάνει παχιάς συντάξεως γήρατος. Συνήθως έχει διατελέσει σε υψηλές διευθυντικές θέσεις (στο δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, δεν έχει καμιά απολύτως σημασία), ή υπήρξε ιδιοκτήτης εμπορικού καταστήματος. Ήταν, είναι και παραμένει παντρεμένος. Έχει τελέσει μόνον ένα γάμο. Έχει παιδιά κι εγγόνια.

Η σεξουαλική πρακτική των ανθρώπων, μας λέει, δεν καθορίζεται από το γενετήσιο ένστικτο, αλλά από τις σχέσεις εξουσίας. Είναι η απόλυτη εξουσία που δημιουργεί και καθορίζει τις σεξουαλικές σχέσεις των ανθρώπων κι όχι το γενετήσιο ένστικτο, η λιβιδώ, για να θυμηθούμε τον Φρόιντ.

Ο Αρίστος υπερηφανεύεται ακόμη για τις υπηρετριούλες που πηδούσε στα νιάτα του, τις κοπέλες των ξενοδοχείων στο «σιδηρούν παραπέτασμα», τις υπαλλήλους του, τις γραμματείς του. Τα κορίτσια που επιζητούσαν να τον συναντήσουν «μπας και τα βολέψει σε καμιά θεσούλα».

Δεν έζησε ποτέ τίποτα. Δεν ριψοκινδύνευσε ποτέ τα αισθήματά του, την οικογενειακή γαλήνη την έβαζε πάντα πρώτη στην ιεράρχηση των αξιών και της κοινωνικής του θέσης. Πουλούσε τζάμπα αγαπητιλίκι. Μέγας εραστής με την ανοχή της συζύγου του. Τζάμπα μάγκας η μουσίτσα.

Συνοδεύει συνήθως, την καταθλιπτική του σύζυγο στο ιατρείο, χωρίς να γνωρίζει πως αυτός αποτελεί το αντικείμενο μελέτης του ψυχιάτρου κι όχι η «άτυχος σύζυγος». Ως μουσίτσα κι ο Αρίστος δεν έμεινε ευχαριστημένος από μένα: τη σύζυγό του την παρακολουθούσε πασίγνωστος καθηγητής του Αιγινητείου και δεν μου έπεφτε λόγος. Θα μπορούσα να διορθώσω την υπερβολική δόση αντικαταθλιπτικών που της έδινε, αλλά για ποιόν λόγο;

Πριν σηκωθεί λοιπόν κι αναχωρήσει από το ιατρείο ο Αρίστος είπε και το αμίμητο (απευθυνόμενος προς τη σύζυγο, αλλά για να το ακούσω εγώ), «30 στον Παθολόγο, 50 στον Ψυχίατρο, 50 στα φάρμακα, 130 ευρώ μου στοίχησε η απογευματινή σου βόλτα στους γιατρούς, γυναίκα».

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER