«Γκάμπριελ, ο βαφτισμός μου»

«Γκάμπριελ, ο βαφτισμός μου»

Η Νταϊάνα και ο Μάικ ήθελαν να βαφτίσουν τον πρωτότοκο γιό τους αλλά δεν μπορούσαν να το κάνουν γιατί δεν είχαν νονό. Είχαν πάει μια φορά στην αρμένικη εκκλησία, μόνοι τους με το μωρό αγκαλιά και ο παπάς τους έδιωξε. Έτσι ζήτησαν, αν ήθελα, να το βαφτίσω εγώ. Η Νταϊάνα ήταν από την Αριζόνα και στις φλέβες της έτρεχε ινδιάνικο αίμα, κατά το ένα τέταρτο, της φυλής των Τσερόκι. Ήταν ψηλή, αδύνατη, με πλούσια ξανθά μαλλιά και έντονα ζυγωματικά: μια σπάνια ομορφιά που όταν τη γνώρισα πίστευα πως στις φλέβες της έτρεχε μόνον ηρωίνη.

Είχε σπουδάσει Καλών Τεχνών στην Καλιφόρνια και είχε έρθει στην Ελλάδα, ένα καλοκαίρι για διακοπές στο κότερο του φίλου μιας φίλης της που ήταν γκρούπις στους Γρέιτφουλ Ντεντ. Η ζωή της, από κει και πέρα, ήταν μόνιμες διακοπές. Ο πατέρας της έστελνε κάποια χρήματα, εκείνη σκάλιζε το μέταλλο κι έκανε γλυπτά: καράβια, πανιά. Ένα φεγγάρι είχε δουλέψει και στο εργαστήριο-εργοστάσιο διάσημου ογδοντάρη Έλληνα γλύπτη, που προσελάμβανε μόνον όμορφες κοπέλες, κι η Νταϊάνα ήταν η ένατη από τις εννιά.

Ο Μάικ ήταν αρμενικής καταγωγής και την εποχή που τα έφτιαξε με την Νταϊάνα είχε στην κατοχή του τουλάχιστον τέσσερα διαφορετικά διαβατήρια: Καναδά, Ελβετίας, Περαχώρας και Ελλάδος. Αργότερα κατηγορήθηκε πως κατείχε τέσσερα κιλά ηρωίνης, ο τέταρτος από μια συμμορία τεσσάρων Αφρικανών, ο μόνος λευκός, αλλά αυτό έγινε πολύ αργότερα, όταν ήταν ήδη πατέρας τριών παιδιών κι ήταν εύκολο για μας να τον αθωώσουμε. Στην τέταρτη εγκυμοσύνη της η Νταϊάνα, πήγε να κάνει έκτρωση, κι εκεί ως τυχαίο εύρημα της βρήκαν κακοήθη όγκο στη μήτρα. Το είπε στον δισεκατομμυριούχο αδελφό της (ο πατέρας της είχε πεθάνει εν τω μεταξύ), κι εκείνος της έκανε τα έξοδα να γυρίσει σπίτι, μαζί με όλα της τα παιδιά, να λαδώσει και τα κατάλληλα γρανάζια του παραδικαστικού στη Γρίζλαντ, και να τους ανταμώσει αργότερα κι ο Αρμένης από τον Κορυδαλλό. Αλλά, όπως είπα, αυτά έγιναν πολύ αργότερα από την ημέρα που κράτησα στην αγκαλιά μου τον πρωτότοκο γιό τους, τον Γκάμπριελ.

Την Κυριακή που ήταν τα βαφτίσια λοιπόν, είχα ξεχάσει παντελώς την υπόσχεση που τους είχα δώσει και συνεπώς και την υποχρέωση του νονού που είχα αναλάβει απέναντί τους. Το βράδυ του Σαββάτου, σε ένα δείπνο φαρμακευτικής εταιρείας στο Χίλτον, είδα το κορίτσι που επιθυμούσα τότε να κάνει την απλή επιλογή: να ανεβαίνει στο τσερόκι του αντιζήλου μου αντί να γυρίσει με ταξί μαζί μου. Ήπια. Ήπια τζάμπα στο τραπέζι το κρασί της εταιρείας και μετά ήπια τα ουίσκια μου με τον παρά μου στο Galaxy. Γύρισα στη Νέα Σμύρνη με τα πόδια, χαράματα. Χίλτον-Νέα Σμύρνη. Με ξύπνησε το τηλέφωνο κατά τις δώδεκα. Το άκουγα να χτυπάει μέσα στον ύπνο μου, μέσα σε όνειρο. Όταν το σήκωσα τελικά, ήταν τα παιδιά που με περίμεναν στην Αρμένικη Εκκλησία του Νέου Κόσμου για τα βαφτίσια. Ντύθηκα όπως να ‘ναι. Το κεφάλι μου βούιζε. Τα χέρια και τα πόδια μου έτρεμαν. Τους πρόλαβα, χάρη στην υπομονετικότητα του ιερέως. Καθ’ όλο το μυστήριο πίστευα πως θα μου γλιστρούσε το παιδί από τα χέρια… και το όνομα αυτού «Γκάμπριελ».

Μπήκαμε σ’ ένα αυτοκίνητο, οδηγούσε ο Μάικ, από Νέο Κόσμο στο πατρικό του στη Νέα Ερυθραία, ζεστή Κυριακή τέλη Μαΐου. Στο σπίτι η γιαγιά, που είχε έρθει επίτηδες από το Λονδίνο, είχε μαγειρέψει κεμπάπ γιαορτλού. Το μόνο που θυμάμαι. Α, ναι, και αϊράνι, καλό για το χανγκόβερ, ιδίως παγωμένο. Τον Γκάμπριελ τον ξαναείδα πολλές φορές μέχρι να επιστρέψουν Αμερική. Του χάρισα όλη τη σειρά με τους ήρωες του Γουόλτ Ντίσνεϊ. Αν τύχει να διαβάσει αυτό το κείμενο, να ξέρει πως ο νονός του τον αγαπάει πάντα.

 

«Πολυχρόνης, ο πολυφαρμακάς»

«Πολυχρόνης, ο πολυφαρμακάς»

«Υπάρχουν τρεις κατηγορίες φαρμάκων: τα φάρμακα που κάνουν καλό στον ασθενή, τα φάρμακα που κάνουν καλό στον ασθενή και το γιατρό, και τα φάρμακα που κάνουν καλό μόνο στο γιατρό», ήταν το αγαπημένο απόφθεγμα του Πολυχρόνη. Έχοντας μπει νεότατος στο ΙΚΑ, αμέσως μετά τις εξετάσεις για ειδικότητα, τη χρονιά που η επίσημη ταρίφα για πρόσληψη έφτανε στα δύο εκατομμύρια δραχμές, χάρη στο ρουσφέτι του μέλλοντος πεθερού του, ενός εργολάβου οικοδομών μπλεγμένο και με τα πολιτικά του Δήμου, με τα χρόνια έγερνε όλο και περισσότερο προς την τρίτη κατηγορία των φαρμακευτικών παρασκευασμάτων. Ήταν και οι οικογενειακές υποχρεώσεις, βλέπετε. Γιατί ο Πολυχρόνης ήταν συνεπής στις δεσμεύσεις του: αφού τον διόρισε στο ΙΚΑ της γειτονιάς του, παντρεύτηκε με την κόρη του εργολάβου, μια απόφοιτη της Αστυνομίας Πόλεως, και έκαναν μαζί δύο παιδιά, ένα αγοράκι κι ένα κοριτσάκι με διαφορά ενάμισι έτους.

Ο Πολυχρόνης φάνηκε συνεπής και στις υποχρεώσεις του απέναντι στις φαρμακευτικές εταιρείες: μόλις του πρότειναν κάποιον υψηλό στόχο με αντάλλαγμα υπερατλαντικά ταξίδια και εξωτικές κρουαζιέρες στην Καραϊβική και στη Γαλλική Πολυνησία, ο Πολυχρόνης ανταποκρινόταν αμέσως. Έπαιρνε πάντα τη σύζυγο μαζί του και τα παιδιά στους κοντινούς προορισμούς, εντός κι εκτός Ευρώπης, υπόδειγμα σωστού οικογενειάρχη. Πρέσβευε πως δικαιούταν την πρώτη πάντα θέση στα τραπεζώματα των εταιρειών: ήταν και η τεράστια κοιλιά που είχε αποκτήσει εν τω μεταξύ καθώς από τα τριάντα πέντε του είχε ήδη σπάσει το φράγμα των εκατόν είκοσι κιλών και θεωρούσε πως με την κοιλιά του, την ομορφιά του και το πούρο Αβάνας, που άναβε αποκλειστικά με ξυλαράκια κέδρου από τον ολόχρυσο Dupont αναπτήρα, αποτελούσε κόσμημα ο ίδιος και διαφήμιση για το μαγαζί όπου καθόταν, πάντα με έξοδα των εταιρειών, χωρίς να βάλει ποτέ χρήματα από την τσέπη του, ούτε για φαγητό, ούτε για διασκέδαση, ούτε για διακοπές.

Ήταν και τα χρόνια που τρώγαμε όλοι με χρυσά κουτάλια κι ο Πολυχρόνης είχε μάθει να αποσπά με «τα φάρμακα που κάνουν καλό μόνο στο γιατρό» και την έξτρα επίπλωση για το εξοχικό και τις ολοκαίνουργιες ζάντες για τη «μπέμπα». Εκείνο ωστόσο, που θεωρούσε το μεγαλύτερο «φαρμακευτικό» του επίτευγμα, και ήξερε πως θα έλαμπε ανεξίτηλα στη Χρυσή Βίβλο της Ψυχιατρικής, δεν ήταν τα ετήσια ταξίδια του στην Κούβα με τις τρεις δεκαεξάχρονες μουλάτες τη βραδιά και δεν ήταν τα τραπεζώματα. Ήταν τη μέρα που πέθανε ο πεθερός του κι ο Πολυχρόνης ζήτησε από όλες τις φαρμακευτικές εταιρείες να του αγοράσουν τιμής ένεκεν τάφο στο Πρώτο Νεκροταφείο. Έντρομοι οι φαρμακάδες είδαν τα φαξ των εταιρειών τους να φτύνουν κηδιόσημα: το κηδιόσημο του αποδημήσαντος εργολάβου και δημοτικού συμβούλου, του αείμνηστου πεθερού του Πολυχρόνη.

Ο Πολυχρόνης απέφυγε αριστουργηματικά την εποχή των ισχνών αγελάδων: πρόλαβε και πέθανε την Πρωτομαγιά του 2009 στην Κέρκυρα. Ήταν ίσως ένα από τα τελευταία «μαζικά» ταξίδια των εταιρειών. Εκεί μπροστά λοιπόν, στα μάτια των συναδέλφων, των μάνατζερ της φαρμακευτικής εταιρείας, της συζύγου του και των δύο παιδιών, ο Πολυχρόνης άφησε την τελευταία του πνοή βγαίνοντας από την παγωμένη θάλασσα του Ιονίου. Ήταν μόλις σαράντα δύο χρονών.

 

«Η ανάσταση του Άκη Χανδρινού»

«Η ανάσταση του Άκη Χανδρινού»

Δεκαπέντε ψυχίατροι και σαράντα εννέα ειδικευόμενοι τη νύχτα της Λαμπρής, μετά το βιαστικό «Χριστός Ανέστη», την αναστάσιμη μαγειρίτσα και το άφθονο κόκκινο κρασί έκαναν όλοι μαζί το ίδιο όνειρο, με ελάχιστα δευτερόλεπτα διαφοράς ο ένας από τον άλλο: ονειρεύτηκαν μια απέραντη χωματερή. Επειδή και τα όνειρα εξελίσσονται όπως και τα παραληρήματα κι ακολουθούν τις κατακτήσεις της τεχνολογίας (είναι επιστημονικώς αποδεκτό πως μετά τα πρώτα ταξίδια στο Διάστημα τα παραληρήματα των σχιζοφρενών εμπλουτίστηκαν με αστροναύτες κι εξωγήινους), πρέπει να σημειώσω πως και το πανομοιότυπο όνειρο προσελήφθη διαφορετικά από τους εξήντα τέσσερις ψυχιάτρους.

Η πλειονότητά τους το είδε σε ανάγλυφο ασπρόμαυρο, ένας σε επεξεργασμένη απόχρωση σέπιας, σε περιβάλλον PC οι νεότεροι (πολλές φορές ύστερα από μια ολόκληρη ημέρα στο κομπιούτερ έβλεπα όνειρα με shift, enter και έσβηνα όποια λεπτομέρεια δε μου άρεσε με delete), και κάνα δυο σε 3D. Η σκηνή άνοιγε με τη στιχομυθία δύο ευτραφών ποντικών: «Ρε συ, μάσησα οκτώ Largactil, να φάω κι άλλα;» ρωτούσε ο πρώτος, «Άλλα τέσσερα και θα πιάσεις την ημερήσια φαρμακευτική δόση», του αποκρινόταν ο δεύτερος ποντικός σε γκρο πλαν. Χιλιάδες ποντίκια σκαρφάλωναν στο λόφο με τις σύριγγες, τα χάρτινα πολύχρωμα κουτάκια, τις χρησιμοποιημένες βελόνες, τα άδεια μπλίστερ, τα μπουκάλια με υπολείμματα σιροπιών, τις γάζες, τα πλαστικά γάντια μιας χρήσεως, τους ματωμένους επιδέσμους, τα σχισμένα κατωσέντονα, τα σπασμένα κομοδίνα, τα τραπέζια δίχως πόδια, τις ξεχαρβαλωμένες καρέκλες, τα ξεβαμμένα πορτρέτα δίχως κορνίζες πάνω σε σχισμένους καμβάδες.

Κι όλα τα αναλώσιμα μιας ψυχιατρικής κλινικής, πλαστικά μαχαιροπίρουνα, μουχλιασμένα κομμάτια πίτσας, χαρτόνια περιτυλίγματος, λιπαρά μεταχειρισμένα προφυλακτικά, σύριγγες ινσουλίνης, μαυρισμένα κουταλάκια, κουτάκια αναψυκτικών και μπουκάλια μπίρας, στυμμένες λεμονόκουπες, ξεραμένα υπολείμματα ηρωίνης, τζιβάνες, φλούδες πορτοκάλι και μισοφαγωμένα σάπια μήλα, ουροσυλλέκτες γεμάτοι κατακίτρινα υγρά, κλύσματα μιας χρήσεως, πεταλούδες, μηχανογραφημένες σελίδες, μισοσβησμένα φαξ, ξεκοιλιασμένα κασάκια, σπασμένα τασάκια και σβησμένες γόπες, άπειρες, αναρίθμητες γόπες τσιγάρων, χαρτομάντιλα, ακτινογραφίες, καρδιογραφήματα, μάσκες μιας χρήσεως, χειρουργικά λεπίδια και ορθοπεδικοί επίδεσμοι, φύλλα μισθοδοσίας, καταστάσεις με τις βάρδιες, με το μενού της ημέρας, τις σπεσιαλιτέ των ρουφιάνων και τις αναφορές των ημετέρων, εξώδικα, υπομνήματα υπεράσπισης και τσαλακωμένα ερωτικά γράμματα, άδεια περιτυλίγματα καφέ και μεταλλικά κουτιά του νεσκαφέ, και σύριγγες ινσουλίνης με την ηρωίνη του Κλινικάρχη.

Και πάνω πάνω στην κορυφή του λόφου των σκουπιδιών από ιατρικά πιστοποιητικά, γνωματεύσεις, απαλλαγές από το στρατό, ψευδείς συντάξεις νοσηλείας, εικονικές νοσηλείες, δεύτερα και τρίτα λογιστικά βιβλία, να στέκεται όρθιος με τα δυο του πόδια ανοιχτά σε ευρεία βάση σαν τον Κολοσσό της Ρόδου, ο Άκης Χανδρινός (τον οποίο εξήντα τέσσερις ψυχίατροι έριξαν στη χωματερή που είναι για την ψυχιατρική οι «διαταραχές προσωπικότητας», αφήνοντάς τον ουσιαστικά αδιάγνωστο μέχρι που τον σκότωσαν), το ασύρματο μικρόφωνο στο αριστερό του χέρι να δοκιμάζει στο απισχνασμένο του πρόσωπο με τα έντονα ζυγωματικά και τις μασέλες του σε οξεία γωνία, το μυτερό του πιγούνι, μια και δυο γκριμάτσες του Μικ Τζάγκερ, του οποίου πίστευε πως ήταν ετεροθαλής αδελφός, κι έπειτα να ουρλιάζει το αναστάσιμο «Start me up».

 

«Η Πόπη και ο Στέλιος, αιώνιοι σύζυγοι»

«Η Πόπη και ο Στέλιος, αιώνιοι σύζυγοι»

Ο Ιώβ έφτασε στη Γη της Επαγγελίας, περνώντας όμως την Ερυθρά Θάλασσα, κάποιος καρχαρίας τού έφαγε το πόδι. Πάτησε μεν στην πατρίδα του, αλλά όχι και με τα δυο πόδια. Οι αλλαγές κατάστασης στη ζωή μας δεν είναι ποτέ ανώδυνες: δεν υπάρχουν ειρηνικά διαζύγια. Αλλά, ο Ιώβ ήταν αυτός ή ο Ιακώβ;

Η Πόπη και ο Στέλιος, ζευγάρι στα πενήντα τους σε κρίση, δε δείχνουν να τους ενδιαφέρει αν ήταν ο Ιώβ ή ο Ιακώβ. Έχουν άλλα πράγματα στο μυαλό τους: ποιος θα πάρει το εξοχικό και ποιος το αυτοκίνητο, πώς να μοιράσουν τις περιουσίες τους και τα ασημικά, γι’ αυτό όλο το αναβάλλουν κι όλο δε χωρίζουν. Ζουν σε μια καθημερινή κόλαση: απευθύνουν πλέον μόνο βρισιές ο ένας στον άλλον.

Πού και πού κατά τη διάρκεια της ημέρας ο Στέλιος σπάει ένα ποτήρι απ’ το καλό σερβίτσιο στο πάτωμα, κι η Πόπη τού πετάει στο κεφάλι ένα συμπαγή δίσκο από την αγαπημένη του σειρά των ντιβιντί. Οι καβγάδες τους τις νύχτες αφήνουν άυπνη τη μισή πολυκατοικία. Είχαν παντρευτεί από έρωτα: στα είκοσι ένα της η Πόπη, στα είκοσι έξι του ο Στέλιος, μόλις πρωτοδιορίστηκε καθηγητής σε Τεχνικό Γυμνάσιο. Κάναν τρεις γιους. Η Πόπη μετά μπήκε στο λογιστήριο του Σκλαβενίτη. Υποχρεώσεις, δουλειές, τρία παιδιά να μεγαλώσεις, πέρασαν τα χρόνια χωρίς αμφιβολίες για τη σχέση τους. Μόλις έφυγε από το σπίτι κι ο τελευταίος γιος, βρέθηκαν μόνοι τους. Κοίταξαν ο ένας τον άλλον κι αμοιβαία διαπίστωσαν, ο καθένας για την πάρτη του, πως ο «άλλος» τού ήταν ένας ξένος. Δεν υπήρχαν τρίτοι ανάμεσά τους. Κάτι «απερισκεψίες» εκατέρωθεν σε τριάντα χρόνια έγγαμου βίου δεν ήταν δα και τίποτα σπουδαίο, κι ευτυχώς δεν έγιναν ποτέ «παραστρατήματα». Δεν είχαν άλυτα συναισθηματικά προβλήματα δηλαδή μεταξύ τους, ούτε και οικονομικά ή θέματα υγείας. Είχαν σταματήσει προ πολλού να είναι εις σάρκα μία. Κι όμως, η συγκατοίκηση, η απλή συγκατοίκηση τους είχε γίνει βάσανο. Απ’ την άλλη, δεν ήθελαν να θυσιάσουν τίποτα από τα κεκτημένα. Έτειναν λίγο το αυτί τους από κοινού στην παραβολή για το κομμένο πόδι, και την αντιμετώπισαν με μια πανομοιότυπη γκριμάτσα στα πρόσωπά τους. Δεν ήταν διατεθειμένοι να πληρώσουν το παραμικρό. Θα παρέμεναν αιώνιοι σύζυγοι.

Η παραβολή έπιανε πάντα: είτε απελευθερωτικά είτε μη επιφέροντας καμία αλλαγή στα ζευγάρια. Μου έφτανε πως λάμβαναν μια έξωθεν συνειδητοποίηση των συντεταγμένων της σχέσης τους. Αλλά ένας ψυχίατρος δεν πρέπει να έχει αμφιβολίες. Είχα ξεκινήσει με τον Ιώβ, που μετά τον έκανα Ιακώβ και τώρα με την κρίση το έλεγα κάπως αμφίβολα: «ο Ιώβ ή ο Ιακώβ, τέλος πάντων ένας από αυτούς», τι σημασία έχει;

Μία από τις παράπλευρες απώλειες αυτής της οικονομικής κρίσης είναι και η ευτυχία μας ως άτομα. Μαθαίνουμε να ζούμε δυστυχισμένοι και κακότροποι. Φωνακλάδες και μίζεροι. Αξιολύπητοι και καταδικασμένοι να τρώμε βρόμικο ψωμί και να καταπίνουμε χολή και ξίδι. Τρεις μέρες κράτησε το μαρτύριο του Χριστού πάνω στο Σταυρό, μια ολόκληρη ζωή μέσα στο γάμο, για το ζευγάρι που δεν ξέρει πώς κόβονται στα δύο ο καναπές και η τραπεζαρία.

Τώρα τελευταία για τη θεραπεία ζεύγους, ύστερα από χρόνια αμφιταλαντεύσεως ανάμεσα στον Ιακώβ και τον Ιώβ, υιοθέτησα απλώς μια φράση από τον Σωσία του Ντοστογιέφσκι: «δώστε μου ένα δάχτυλο απ’ το δεξί σας χέρι και θα σας κάνω ευτυχείς. Θα είστε ευτυχείς μόνο που θα σας λείπει ένα δάχτυλο».

Καλό; Πολύ περισσότερο αφού ένας συνάδελφος, που τελευταία είχε ανακαλύψει πως ήταν κατά το ένα τέταρτο εβραίος δείχνοντάς μου με υπερηφάνεια την εβραϊκή κιπά που έκρυβε στην τσέπη του σακακιού του, απέρριψε ως λανθασμένη την παραβολή μου, και τον Ιώβ και τον Ιακώβ. Είναι γνωστό πως σε έναν ψυχίατρο δεν επιτρέπονται οι αμφιβολίες.

 

«Ο Νικολάκης και οι γάτες»

«Ο Νικολάκης και οι γάτες»

«Οι γάτες επικοινωνούν με το ασυνείδητο του ιδιοκτήτη τους». Για να φτάσει στη διατύπωση του πρώτου του αξιώματος για τις γάτες, ο Νικολάκης, έπρεπε να κάνει τρεις νοσηλείες σε ψυχιατρικές κλινικές, αλλά και πάλι δεν ήταν ευχαριστημένος από τη διατύπωσή του, λες και οι γάτες έχουν ιδιοκτήτη…

Τις πρώτες του σκέψεις τις είχε επεξεργαστεί στο σπίτι του συγγραφέα που πέθαινε από έιτζ, καθώς περνούσε ώρες μαζί του, με το συγγραφέα να είναι εξουθενωμένος κι αδύνατος στο κρεβάτι του και τη γάτα του συγγραφέα να ανεβαίνει στο μαξιλάρι του και να του γλύφει στοργικά με τη γλώσσα της τα αραιά του μαλλιά: «οι γάτες καταλαβαίνουν την ψυχική και σωματική μας κατάσταση», του είχε πει ο συγγραφέας, κι ο Νικολάκης, δεκαοκτώ χρονών αγοράκι τότε, το κατέγραψε όπως θα κατέγραφε κι όλα όσα θα του έλεγε ο συγγραφέας για την «αντεργκράουντ» ελληνική λογοτεχνική σκηνή. Όχι πως δεν είχε μεγαλώσει μαζί με γάτες εκεί στα Σπάτα, όπου βρήκαν δολοφονημένο τον πατέρα του ένα πρωί στο χωράφι, όταν εκείνος ήταν μόλις δύο χρονών, αλλά εκείνες οι γάτες ήταν αλανιάρες, «κοινόχρηστες», τρώγαν από σπίτι σε σπίτι και δεν πλησιάζονταν εύκολα. Ήταν κι ο κόσμος που δεν τις έβαζε στο σπίτι του: τα φιλόζωα αισθήματα εξαντλούταν στο να πετάξουν κάνα ψαροκόκαλο στην αυλή με τις πρασινάδες και τα χορτάρια.

Φοιτητής στην Πάτρα, αργότερα μετά το θάνατο του συγγραφέα, ο Νικολάκης είχε μια «δική» του γάτα για λίγο καιρό: έναν κάτασπρο κεραμιδόγατο που απ’ τη στιγμή που προσγειώθηκε στο μπαλκόνι του, το επέλεξε και για προσωρινή του κατοικία. Τον φώναζε «Μήτσο», κι ο Μήτσος κάθε φορά που ο Νικολάκης ήταν χάλια με κάνα γκόμενο, έρχονταν και σκαρφάλωνε στην αγκαλιά του. Τον περίμενε να ξυπνήσει από την ντάγκλα της πρέζας χορεύοντας με τις πατούσες του στην πλάτη. Πλησίαζε το ποτήρι με το τσίπουρο, και το τασάκι με τα αποτσίγαρα, όταν ο Νικολάκης κάπνιζε και έπινε μόνος του.

Ο τελευταίος γάτος, ένας σταχτής που τον φώναζαν «Κεραυνό» έκανε ακροβατικά πάνω στα κάγκελα στον έβδομο όροφο όπου ο Νικολάκης συγκατοικούσε με μια φίλη του λεσβία γιατρό. Κάποιο βράδυ, για να την παρηγορήσει, ο Νικολάκης της υποσχέθηκε πως θα αυτοκτονούσε μαζί της πέφτοντας από τον έβδομο όροφο, εκεί στο Λυκαβηττό, κι ο Κεραυνός τους άκουσε: κι όλο πλησίαζε επικίνδυνα το κενό περπατώντας πάνω στα κάγκελα του ρετιρέ.

Είχα την τύχη να είμαι ο τελευταίος γιατρός που νοσήλευσε τον Νικολάκη, κι ο πρώτος που άκουσε τη διατύπωση του γατίσιου του αξιώματος. Από τότε ο Νικολάκης δε χρειάστηκε να νοσηλευθεί ξανά, ούτε να πάρει δικιά του γάτα. Τάιζε τις γάτες όταν τον πλησίαζαν στις ταβέρνες, μπήκε και στο πρόγραμμα του 18 Άνω για να κόψει την πρέζα, συμμετείχε, με τις γνώσεις του, σε διάφορα περιοδικά του αντεργκράουντ και δεν έκανε ποτέ το χατίρι της μάνας του να παντρευτεί κάποια συγχωριανή του. Ποιος ξέρει πόσος καιρός θα του χρειασθεί για να διατυπώσει το δεύτερο αξίωμα για τις γάτες.

 

«Προκόπης, ο αιώνιος υποψήφιος»

«Προκόπης, ο αιώνιος υποψήφιος»

Η πρώτη νοσηλεία του Προκόπη ήταν κατά την περίοδο των εισαγωγικών στα ΑΕΙ. Ετοιμαζόταν να εισαχθεί στην Ιατρική. Ο πατέρας του ήταν ήδη χήρος, εύπορος έμπορος μεταχειρισμένων ανταλλακτικών αυτοκινήτων με ιδιόκτητο μαγαζί εκεί στον Νέο Κόσμο, και η μεγαλύτερη αδελφή του ήταν ήδη παντρεμένη με αξιωματικό της αστυνομίας. Ο Προκόπης έχασε την πρώτη εξεταστική λόγω της νοσηλείας του λοιπόν, αλλά δεν το έβαλε κάτω. Εξάλλου, δεν είχε και τίποτα σπουδαίο, απλώς από την υπερένταση για τις εξετάσεις είχε αρχίσει να ακούει κάποιες φωνές: οι γείτονες τον έβριζαν και τον κορόιδευαν, κι η τηλεόραση ανέφερε συχνά το όνομά του, συνήθως κάθε φορά που αναφερόταν στον τότε πρωθυπουργό της χώρας.

Τα χρόνια περνούσαν ανάμεσα σε βιβλία Ιατρικής, ιδιαίτερα από καθηγητές, τις μηνιαίες επισκέψεις στο γιατρό και την απεριόριστη αγάπη του πατέρα, κι ο Προκόπης δεν κατάφερε ποτέ να καθίσει στην καρέκλα του εξεταστή· πάντα κάτι συνέβαινε την τελευταία στιγμή και οι εξετάσεις αναβάλλονταν για «του χρόνου», δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια. Την τελευταία χρονιά της σύντομης ζωής του ο Προκόπης δεν ήταν παρών στις εξετάσεις γιατί είχε πεθάνει ξαφνικά ένα βράδυ στον ύπνο του. Ήταν η μοναδική πράξη του Προκόπη που πέρασε απαρατήρητη από τον πατέρα του.

Η «απλή σχιζοφρένεια» απ’ την οποία έπασχε ο Προκόπης αντιμετωπίστηκε κατ’ οίκον, και οι «κρίσεις» από τον πατέρα του με ιώβεια υπομονή. Η απλή σχιζοφρένεια, όμως, τον σκότωσε. Ο Προκόπης ήταν υπέρβαρος, μανιώδης καπνιστής και διήγε την ήρεμη καθιστική ζωή του χρόνιου σχιζοφρενούς. Τα χάπια που έπαιρνε του δημιούργησαν το σπάνιο μεν, αλλά αναγνωρισμένο «κακόηθες σύνδρομο από νευροληπτικά» που είναι αιτία αιφνίδιων θανάτων.

Την ίδια χρονιά που πέθανε ο Προκόπης, όταν άρχισαν οι εργασίες διαμόρφωσης των κοινόχρηστων χώρων στη νέα πολυκατοικία όπου είχα μεταφέρει το τότε ιατρείο, έδωσα το γιούκα, που μου είχε φέρει ο Προκόπης σε μια γλαστρούλα, στον κηπουρό και το φύτεψε στο χώμα. Περνούσαν τα χρόνια και το γιούκα μεγάλωνε και ψήλωνε: θαύμαζα τα ολόλευκα άνθη απ’ το μπαλκόνι του δεύτερου ορόφου, μια φορά το χρόνο. Με τα χρόνια άρχισα να διατυπώνω την προσωπική μου πεποίθηση πως «οι ψυχές έχουν ρίζες», και να διαμορφώνω τα ταφικά μου έθιμα ως εξής: να φυτεύω ένα δέντρο κάθε που πεθαίνει ένας δικός μου άνθρωπος.

Ω εσείς περαστικοί από τη Νέα Σμύρνη, σηκώστε το βλέμμα σας εκεί στη διασταύρωση της Ελευθερίου Βενιζέλου με την Εφέσου, και χαιρετήστε τον αιώνιο υποψήφιο της Ιατρικής, τον Προκόπη!

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER