«Ο ουμπαράς τηε θείας Σοφίας»

«Ο κουμπαράς της θείας Σοφίας»

Στην πόλη της Κατερίνης, όχι μακριά από τη Θεσσαλονίκη, ζούσε η μεγαλύτερη αδελφή της μητέρας μου, η θεία Σοφία. Είχε παντρευτεί απ’ την άλλη πλευρά του Ολύμπου, η μάνα μου στην αποδώ, κι έτσι στη Ραψάνη έμεινε μόνος του ο μεγάλος και πολυαγαπημένος τους αδελφός. Κάθε τέτοια εποχή, με το που τέλειωναν τα σχολεία, μας έπαιρνε η μάνα μου για να αποφύγουμε τις θέρμες της Λάρισας και πηγαίναμε στην Κατερίνη, να πάρουμε δροσερό αέρα, να κάνουμε και κάνα μπάνιο στα παράλια της Πιερίας.

Η θεία Σοφία δούλευε σαν μοδίστρα, κι έτσι μέγας γυναικείος πληθυσμός μπαινόβγαινε στο σπίτι, κάποια εποχή και καφετζούδες και χαρτορίχτρες, κι η θεία μου είχε αποκτήσει τη φήμη της προξενήτρας και της συμβούλου στα αισθηματικά. Αλλά πάνω απ’ όλα ήταν αθυρόστομη: «από τότε που βγήκαν τα τσιμπουκάκια, ανιψιέ», μου έλεγε αργότερα –όταν είχαν αρχίσει πλέον τα προβλήματα με την υγεία της– «έχω βρει την ησυχία μου. Κάνω ένα και δυο τσιμπούκια την ημέρα και νιώθω καλά», έλεγε και μου έδειχνε τον πλαστικό αναπνευστήρα του Aerolin που κρατούσε στο χέρι.

Ο άντρας της, ο θείος Γιώργος, είχε ένα κρασοπουλειό στο κέντρο της πόλης, σ’ ένα μικρό δρόμο που έβγαζε στην κεντρική πλατεία, γεμάτο βαρέλια: ο κόσμος έφερνε τις καράφες του και ο θείος Γιώργος τις γέμιζε λευκό κρασί, κόκκινο κρασί Ραψάνης, ροζέ κρασί ή τσίπουρο με και χωρίς γλυκάνισο, Ραψάνης πάντα. Είχε και τρία τέσσερα τραπεζάκια για την παλιοπαρέα. Στην παλιοπαρέα, εκείνα τα χρόνια του ’60, είχα συναντήσει κι ένα Γερμανό φίλο του θείου μου, που μας μιλούσε σε αρχαία ελληνικά, και μας απήγγελλε απ’ έξω την πέμπτη ραψωδία της Οδύσσειας! Η θεία Σοφία δεν πήγαινε ποτέ στο καπηλειό του άντρα της. Ίσως ακριβώς γι’ αυτό έβρισκε τις κατάλληλες συμβουλές στα ερωτήματα που της έβαζε ο θείος μου, για λογαριασμό των θαμώνων του: μη γνωρίζοντας προσωπικά αυτόν που τον βασάνιζε η αγάπη, οι χρησμοί της είχαν την ισχύ της απρόσωπης μαντείας. Ποιο ήταν το κατάλληλο προξενιό για το γιο του ενός και τι έπρεπε να κάνει η κόρη για να δέσει με αιώνια αγάπη τον εύπορο υποψήφιο γαμπρό.

Σαν τους μεγαλύτερους θεραπευτές, η θεία Σοφία –αγράμματη, αθυρόστομη, περιστασιακή μοδίστρα κι ευκαιριακή καφετζού– χρησιμοποιούσε τη μέθοδο της μαιευτικής, μιλώντας πρώτα απ’ όλα για τα δικά της βάσανα. Απ’ αυτή μάθαμε πως ο πρωτότοκός της τραβούσε απ’ τα μαλλιά τις κοπέλες που πλάγιαζαν μαζί του σε βαθμό που η θεία μου τις συμβούλευε να φοράν κράνος και στο κρεβάτι. Με τον καιρό έγινε ο προσωπικός μου σύμβουλος σε θέματα σχέσεων και γάμου: τα προέβλεπε όλα, και τα προέβλεπε σωστά. Ήταν η μόνη από το ευρύ οικογενειακό περιβάλλον με την οποία όλα τα ανίψια αισθανόμασταν άνετα να μιλήσουμε για τα σεξουαλικά μας.

«Ένα ζευγάρι, ανιψιέ», τη θυμάμαι σαν τώρα που έχει πάλι ζέστη και κλείνουν τα σχολεία, «τα πρώτα δύο χρόνια της σχέσης του κάθε φορά που κάνει έρωτα βάζει μια δεκάρα στον κουμπαρά. Μετά τα δύο χρόνια κάθε φορά που κάνει έρωτα βγάζει μια δεκάρα από τον κουμπαρά. Ε, ο κουμπαράς που έκανε μόλις δυο χρόνια να γεμίσει συνήθως το ζευγάρι δεν καταφέρνει να τον αδειάσει ούτε σε μια ολόκληρη ζωή, κι ας τύχει να μείνει ενωμένο ως τα βαθιά γεράματα».

 

«Μαρία, η μυροφόρος»

«Μαρία, η μυροφόρος»

Αληθινή σαν πέτρινη, σηκώθηκα από το Μύλο, όπου τα έπινα από τις εφτά, νωρίς νωρίς, κατά τις έντεκα το βράδυ, και πήγα προς Νέο Κόσμο: η ζωή μας κάποιες φορές κάνει κύκλους μέσα σε μια γειτονιά που δε θα μας περνούσε ποτέ από το μυαλό πως θα γινόταν δικιά μας. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στα Σεπόλια, σαράντα χρόνια τώρα. Θάψαμε τον Νότη στο Πρώτο Νεκροταφείο, το 2007, 16 Οκτωβρίου, λίγο πιο πέρα από τον οικογενειακό του τάφο που ήταν υπερπλήρης –ευτυχώς, γιατί δε θα άντεχε το σόι του και μετά θάνατον–, λίγο πιο κάτω από τη λίμνη όπου κολυμπάνε οι κύκνοι. Από τότε τα βήματά μου με οδηγούνε εκεί στα πέριξ του Πρώτου.

Έσκασα μύτη κατά τις έντεκα και κάτι στο Batman, πολύ νωρίς για το άφτερ-άφτερ μπαράκι στη Βρεσθένης 40, και για καλή μου τύχη το βρήκα ανοιχτό. Κέρασε καφέ ο μπάρμαν, έπαιξε για μένα ο DJ, άδειο το μπαράκι, «Παιδιά», τους λέω, «αύριο το πρωί κάνω τη συγκομιδή των οστών του Νότη», οι μουσικές πέφτανε για πάρτη μου, μια σειρά μπακάρντι-κόλα και μια σειρά καφέδες, έτσι όλο το βράδυ. Εδώ, λίγο πιο κάτω στην αρχή της Νέας Σμύρνης, ήταν που κάναμε κάτι υπέροχα πάρτι σε μια ταράτσα στον δεύτερο όροφο καμιά τριανταριά άτομα κάθε φορά, αυτή την Πρωτοχρονιά που μας πέρασε έφυγα κατά τις εφτά το πρωί και πήγα και κάθισα στον τάφο του Νότη ώσπου με πήρε ο ύπνος εκεί πάνω στο μνήμα κατά το μεσημέρι, την πρώτη ημέρα του χρόνου.

Βρήκα την πύλη του Πρώτου ανοικτή από τις έξι το πρωί, μαύρα σκοτάδια, τέλη Νοεμβρίου με ψοφόκρυο, κάθισα στης Αναπαύσεως σ’ ένα καφενεδάκι για άλλη μια γύρα καφέ και κονιάκ. Μ’ έβλεπε η ιδιοκτήτρια μες στις μαύρες πλερέζες, το μαύρο φόρεμα τσαλακωμένο από την μπάρα του Batman, συγκινήθηκε, δε μ’ άφησε να πληρώσω. Πέρασα μπροστά από τον κύριο που γράφει ακατάπαυστα ποιήματα σε ένα μαρμάρινο τραπεζάκι, δίπλα στον τάφο της κοιμωμένης του Χαλεπά, ο Σουρής τής τα διάβαζε κι εκείνη γελούσε. Αληθινή και πέτρινη σαν κι εμένα. Δε μ’ άφησαν να δω. Άκουγα το γκάπα γκούπα από τη βαριά στα κόκαλα, κι έπειτα τις ρόδες από το καροτσάκι πίσω μου γκλιν γκλαν, γύρισα ίσα ίσα το κεφάλι να δω τη λεκάνη του Νότη, ακάλυπτη απ’ το σεντόνι. Πάλι στο ίδιο στρατί, με τη λίμνη όπου κολυμπούσαν οι κύκνοι, από τα δεξιά μου αυτή τη φορά, άντε, κοπέλα μου, πέταξε το σεντόνι σου κι έλα να περπατήσουμε μέχρι τους στύλους του Ολυμπίου Διός.

Τώρα, έχω σταματήσει πλέον τις βόλτες μου στα νότια: η παρέα του δεύτερου ορόφου έχει διαλυθεί, και δε μου έχει τύχει κάνα καλό άφτερ για να περάσω απ’ το Batman. Δε σκέφτομαι πια πολύ συχνά την αυτοκτονία, σκέφτομαι να βρω ένα καλό παιδί και να ησυχάσω, να κόψω σιγά σιγά και τα Εξάρχεια. Χθες βράδυ μού τηλεφώνησαν κάτι φίλοι από τη Μύκονο. Μου είπαν πως ο Νότης ήταν στο Απαλούζα: «Ο Νότης είναι εδώ», μου έλεγαν στο κινητό, «έλα, Μαράκι, έλα». Δεν πήγα τελικά. Την επόμενη φορά, ωστόσο, που ο Νότης θα εμφανιστεί πάλι, μπορεί και να πάω. Δε σας υπόσχομαι τίποτα.

 

«Γκάμπριελ, ο βαφτισμός μου»

«Γκάμπριελ, ο βαφτισμός μου»

Η Νταϊάνα και ο Μάικ ήθελαν να βαφτίσουν τον πρωτότοκο γιό τους αλλά δεν μπορούσαν να το κάνουν γιατί δεν είχαν νονό. Είχαν πάει μια φορά στην αρμένικη εκκλησία, μόνοι τους με το μωρό αγκαλιά και ο παπάς τους έδιωξε. Έτσι ζήτησαν, αν ήθελα, να το βαφτίσω εγώ. Η Νταϊάνα ήταν από την Αριζόνα και στις φλέβες της έτρεχε ινδιάνικο αίμα, κατά το ένα τέταρτο, της φυλής των Τσερόκι. Ήταν ψηλή, αδύνατη, με πλούσια ξανθά μαλλιά και έντονα ζυγωματικά: μια σπάνια ομορφιά που όταν τη γνώρισα πίστευα πως στις φλέβες της έτρεχε μόνον ηρωίνη.

Είχε σπουδάσει Καλών Τεχνών στην Καλιφόρνια και είχε έρθει στην Ελλάδα, ένα καλοκαίρι για διακοπές στο κότερο του φίλου μιας φίλης της που ήταν γκρούπις στους Γρέιτφουλ Ντεντ. Η ζωή της, από κει και πέρα, ήταν μόνιμες διακοπές. Ο πατέρας της έστελνε κάποια χρήματα, εκείνη σκάλιζε το μέταλλο κι έκανε γλυπτά: καράβια, πανιά. Ένα φεγγάρι είχε δουλέψει και στο εργαστήριο-εργοστάσιο διάσημου ογδοντάρη Έλληνα γλύπτη, που προσελάμβανε μόνον όμορφες κοπέλες, κι η Νταϊάνα ήταν η ένατη από τις εννιά.

Ο Μάικ ήταν αρμενικής καταγωγής και την εποχή που τα έφτιαξε με την Νταϊάνα είχε στην κατοχή του τουλάχιστον τέσσερα διαφορετικά διαβατήρια: Καναδά, Ελβετίας, Περαχώρας και Ελλάδος. Αργότερα κατηγορήθηκε πως κατείχε τέσσερα κιλά ηρωίνης, ο τέταρτος από μια συμμορία τεσσάρων Αφρικανών, ο μόνος λευκός, αλλά αυτό έγινε πολύ αργότερα, όταν ήταν ήδη πατέρας τριών παιδιών κι ήταν εύκολο για μας να τον αθωώσουμε. Στην τέταρτη εγκυμοσύνη της η Νταϊάνα, πήγε να κάνει έκτρωση, κι εκεί ως τυχαίο εύρημα της βρήκαν κακοήθη όγκο στη μήτρα. Το είπε στον δισεκατομμυριούχο αδελφό της (ο πατέρας της είχε πεθάνει εν τω μεταξύ), κι εκείνος της έκανε τα έξοδα να γυρίσει σπίτι, μαζί με όλα της τα παιδιά, να λαδώσει και τα κατάλληλα γρανάζια του παραδικαστικού στη Γρίζλαντ, και να τους ανταμώσει αργότερα κι ο Αρμένης από τον Κορυδαλλό. Αλλά, όπως είπα, αυτά έγιναν πολύ αργότερα από την ημέρα που κράτησα στην αγκαλιά μου τον πρωτότοκο γιό τους, τον Γκάμπριελ.

Την Κυριακή που ήταν τα βαφτίσια λοιπόν, είχα ξεχάσει παντελώς την υπόσχεση που τους είχα δώσει και συνεπώς και την υποχρέωση του νονού που είχα αναλάβει απέναντί τους. Το βράδυ του Σαββάτου, σε ένα δείπνο φαρμακευτικής εταιρείας στο Χίλτον, είδα το κορίτσι που επιθυμούσα τότε να κάνει την απλή επιλογή: να ανεβαίνει στο τσερόκι του αντιζήλου μου αντί να γυρίσει με ταξί μαζί μου. Ήπια. Ήπια τζάμπα στο τραπέζι το κρασί της εταιρείας και μετά ήπια τα ουίσκια μου με τον παρά μου στο Galaxy. Γύρισα στη Νέα Σμύρνη με τα πόδια, χαράματα. Χίλτον-Νέα Σμύρνη. Με ξύπνησε το τηλέφωνο κατά τις δώδεκα. Το άκουγα να χτυπάει μέσα στον ύπνο μου, μέσα σε όνειρο. Όταν το σήκωσα τελικά, ήταν τα παιδιά που με περίμεναν στην Αρμένικη Εκκλησία του Νέου Κόσμου για τα βαφτίσια. Ντύθηκα όπως να ‘ναι. Το κεφάλι μου βούιζε. Τα χέρια και τα πόδια μου έτρεμαν. Τους πρόλαβα, χάρη στην υπομονετικότητα του ιερέως. Καθ’ όλο το μυστήριο πίστευα πως θα μου γλιστρούσε το παιδί από τα χέρια… και το όνομα αυτού «Γκάμπριελ».

Μπήκαμε σ’ ένα αυτοκίνητο, οδηγούσε ο Μάικ, από Νέο Κόσμο στο πατρικό του στη Νέα Ερυθραία, ζεστή Κυριακή τέλη Μαΐου. Στο σπίτι η γιαγιά, που είχε έρθει επίτηδες από το Λονδίνο, είχε μαγειρέψει κεμπάπ γιαορτλού. Το μόνο που θυμάμαι. Α, ναι, και αϊράνι, καλό για το χανγκόβερ, ιδίως παγωμένο. Τον Γκάμπριελ τον ξαναείδα πολλές φορές μέχρι να επιστρέψουν Αμερική. Του χάρισα όλη τη σειρά με τους ήρωες του Γουόλτ Ντίσνεϊ. Αν τύχει να διαβάσει αυτό το κείμενο, να ξέρει πως ο νονός του τον αγαπάει πάντα.

 

«Πολυχρόνης, ο πολυφαρμακάς»

«Πολυχρόνης, ο πολυφαρμακάς»

«Υπάρχουν τρεις κατηγορίες φαρμάκων: τα φάρμακα που κάνουν καλό στον ασθενή, τα φάρμακα που κάνουν καλό στον ασθενή και το γιατρό, και τα φάρμακα που κάνουν καλό μόνο στο γιατρό», ήταν το αγαπημένο απόφθεγμα του Πολυχρόνη. Έχοντας μπει νεότατος στο ΙΚΑ, αμέσως μετά τις εξετάσεις για ειδικότητα, τη χρονιά που η επίσημη ταρίφα για πρόσληψη έφτανε στα δύο εκατομμύρια δραχμές, χάρη στο ρουσφέτι του μέλλοντος πεθερού του, ενός εργολάβου οικοδομών μπλεγμένο και με τα πολιτικά του Δήμου, με τα χρόνια έγερνε όλο και περισσότερο προς την τρίτη κατηγορία των φαρμακευτικών παρασκευασμάτων. Ήταν και οι οικογενειακές υποχρεώσεις, βλέπετε. Γιατί ο Πολυχρόνης ήταν συνεπής στις δεσμεύσεις του: αφού τον διόρισε στο ΙΚΑ της γειτονιάς του, παντρεύτηκε με την κόρη του εργολάβου, μια απόφοιτη της Αστυνομίας Πόλεως, και έκαναν μαζί δύο παιδιά, ένα αγοράκι κι ένα κοριτσάκι με διαφορά ενάμισι έτους.

Ο Πολυχρόνης φάνηκε συνεπής και στις υποχρεώσεις του απέναντι στις φαρμακευτικές εταιρείες: μόλις του πρότειναν κάποιον υψηλό στόχο με αντάλλαγμα υπερατλαντικά ταξίδια και εξωτικές κρουαζιέρες στην Καραϊβική και στη Γαλλική Πολυνησία, ο Πολυχρόνης ανταποκρινόταν αμέσως. Έπαιρνε πάντα τη σύζυγο μαζί του και τα παιδιά στους κοντινούς προορισμούς, εντός κι εκτός Ευρώπης, υπόδειγμα σωστού οικογενειάρχη. Πρέσβευε πως δικαιούταν την πρώτη πάντα θέση στα τραπεζώματα των εταιρειών: ήταν και η τεράστια κοιλιά που είχε αποκτήσει εν τω μεταξύ καθώς από τα τριάντα πέντε του είχε ήδη σπάσει το φράγμα των εκατόν είκοσι κιλών και θεωρούσε πως με την κοιλιά του, την ομορφιά του και το πούρο Αβάνας, που άναβε αποκλειστικά με ξυλαράκια κέδρου από τον ολόχρυσο Dupont αναπτήρα, αποτελούσε κόσμημα ο ίδιος και διαφήμιση για το μαγαζί όπου καθόταν, πάντα με έξοδα των εταιρειών, χωρίς να βάλει ποτέ χρήματα από την τσέπη του, ούτε για φαγητό, ούτε για διασκέδαση, ούτε για διακοπές.

Ήταν και τα χρόνια που τρώγαμε όλοι με χρυσά κουτάλια κι ο Πολυχρόνης είχε μάθει να αποσπά με «τα φάρμακα που κάνουν καλό μόνο στο γιατρό» και την έξτρα επίπλωση για το εξοχικό και τις ολοκαίνουργιες ζάντες για τη «μπέμπα». Εκείνο ωστόσο, που θεωρούσε το μεγαλύτερο «φαρμακευτικό» του επίτευγμα, και ήξερε πως θα έλαμπε ανεξίτηλα στη Χρυσή Βίβλο της Ψυχιατρικής, δεν ήταν τα ετήσια ταξίδια του στην Κούβα με τις τρεις δεκαεξάχρονες μουλάτες τη βραδιά και δεν ήταν τα τραπεζώματα. Ήταν τη μέρα που πέθανε ο πεθερός του κι ο Πολυχρόνης ζήτησε από όλες τις φαρμακευτικές εταιρείες να του αγοράσουν τιμής ένεκεν τάφο στο Πρώτο Νεκροταφείο. Έντρομοι οι φαρμακάδες είδαν τα φαξ των εταιρειών τους να φτύνουν κηδιόσημα: το κηδιόσημο του αποδημήσαντος εργολάβου και δημοτικού συμβούλου, του αείμνηστου πεθερού του Πολυχρόνη.

Ο Πολυχρόνης απέφυγε αριστουργηματικά την εποχή των ισχνών αγελάδων: πρόλαβε και πέθανε την Πρωτομαγιά του 2009 στην Κέρκυρα. Ήταν ίσως ένα από τα τελευταία «μαζικά» ταξίδια των εταιρειών. Εκεί μπροστά λοιπόν, στα μάτια των συναδέλφων, των μάνατζερ της φαρμακευτικής εταιρείας, της συζύγου του και των δύο παιδιών, ο Πολυχρόνης άφησε την τελευταία του πνοή βγαίνοντας από την παγωμένη θάλασσα του Ιονίου. Ήταν μόλις σαράντα δύο χρονών.

 

«Η ανάσταση του Άκη Χανδρινού»

«Η ανάσταση του Άκη Χανδρινού»

Δεκαπέντε ψυχίατροι και σαράντα εννέα ειδικευόμενοι τη νύχτα της Λαμπρής, μετά το βιαστικό «Χριστός Ανέστη», την αναστάσιμη μαγειρίτσα και το άφθονο κόκκινο κρασί έκαναν όλοι μαζί το ίδιο όνειρο, με ελάχιστα δευτερόλεπτα διαφοράς ο ένας από τον άλλο: ονειρεύτηκαν μια απέραντη χωματερή. Επειδή και τα όνειρα εξελίσσονται όπως και τα παραληρήματα κι ακολουθούν τις κατακτήσεις της τεχνολογίας (είναι επιστημονικώς αποδεκτό πως μετά τα πρώτα ταξίδια στο Διάστημα τα παραληρήματα των σχιζοφρενών εμπλουτίστηκαν με αστροναύτες κι εξωγήινους), πρέπει να σημειώσω πως και το πανομοιότυπο όνειρο προσελήφθη διαφορετικά από τους εξήντα τέσσερις ψυχιάτρους.

Η πλειονότητά τους το είδε σε ανάγλυφο ασπρόμαυρο, ένας σε επεξεργασμένη απόχρωση σέπιας, σε περιβάλλον PC οι νεότεροι (πολλές φορές ύστερα από μια ολόκληρη ημέρα στο κομπιούτερ έβλεπα όνειρα με shift, enter και έσβηνα όποια λεπτομέρεια δε μου άρεσε με delete), και κάνα δυο σε 3D. Η σκηνή άνοιγε με τη στιχομυθία δύο ευτραφών ποντικών: «Ρε συ, μάσησα οκτώ Largactil, να φάω κι άλλα;» ρωτούσε ο πρώτος, «Άλλα τέσσερα και θα πιάσεις την ημερήσια φαρμακευτική δόση», του αποκρινόταν ο δεύτερος ποντικός σε γκρο πλαν. Χιλιάδες ποντίκια σκαρφάλωναν στο λόφο με τις σύριγγες, τα χάρτινα πολύχρωμα κουτάκια, τις χρησιμοποιημένες βελόνες, τα άδεια μπλίστερ, τα μπουκάλια με υπολείμματα σιροπιών, τις γάζες, τα πλαστικά γάντια μιας χρήσεως, τους ματωμένους επιδέσμους, τα σχισμένα κατωσέντονα, τα σπασμένα κομοδίνα, τα τραπέζια δίχως πόδια, τις ξεχαρβαλωμένες καρέκλες, τα ξεβαμμένα πορτρέτα δίχως κορνίζες πάνω σε σχισμένους καμβάδες.

Κι όλα τα αναλώσιμα μιας ψυχιατρικής κλινικής, πλαστικά μαχαιροπίρουνα, μουχλιασμένα κομμάτια πίτσας, χαρτόνια περιτυλίγματος, λιπαρά μεταχειρισμένα προφυλακτικά, σύριγγες ινσουλίνης, μαυρισμένα κουταλάκια, κουτάκια αναψυκτικών και μπουκάλια μπίρας, στυμμένες λεμονόκουπες, ξεραμένα υπολείμματα ηρωίνης, τζιβάνες, φλούδες πορτοκάλι και μισοφαγωμένα σάπια μήλα, ουροσυλλέκτες γεμάτοι κατακίτρινα υγρά, κλύσματα μιας χρήσεως, πεταλούδες, μηχανογραφημένες σελίδες, μισοσβησμένα φαξ, ξεκοιλιασμένα κασάκια, σπασμένα τασάκια και σβησμένες γόπες, άπειρες, αναρίθμητες γόπες τσιγάρων, χαρτομάντιλα, ακτινογραφίες, καρδιογραφήματα, μάσκες μιας χρήσεως, χειρουργικά λεπίδια και ορθοπεδικοί επίδεσμοι, φύλλα μισθοδοσίας, καταστάσεις με τις βάρδιες, με το μενού της ημέρας, τις σπεσιαλιτέ των ρουφιάνων και τις αναφορές των ημετέρων, εξώδικα, υπομνήματα υπεράσπισης και τσαλακωμένα ερωτικά γράμματα, άδεια περιτυλίγματα καφέ και μεταλλικά κουτιά του νεσκαφέ, και σύριγγες ινσουλίνης με την ηρωίνη του Κλινικάρχη.

Και πάνω πάνω στην κορυφή του λόφου των σκουπιδιών από ιατρικά πιστοποιητικά, γνωματεύσεις, απαλλαγές από το στρατό, ψευδείς συντάξεις νοσηλείας, εικονικές νοσηλείες, δεύτερα και τρίτα λογιστικά βιβλία, να στέκεται όρθιος με τα δυο του πόδια ανοιχτά σε ευρεία βάση σαν τον Κολοσσό της Ρόδου, ο Άκης Χανδρινός (τον οποίο εξήντα τέσσερις ψυχίατροι έριξαν στη χωματερή που είναι για την ψυχιατρική οι «διαταραχές προσωπικότητας», αφήνοντάς τον ουσιαστικά αδιάγνωστο μέχρι που τον σκότωσαν), το ασύρματο μικρόφωνο στο αριστερό του χέρι να δοκιμάζει στο απισχνασμένο του πρόσωπο με τα έντονα ζυγωματικά και τις μασέλες του σε οξεία γωνία, το μυτερό του πιγούνι, μια και δυο γκριμάτσες του Μικ Τζάγκερ, του οποίου πίστευε πως ήταν ετεροθαλής αδελφός, κι έπειτα να ουρλιάζει το αναστάσιμο «Start me up».

 

«Η Πόπη και ο Στέλιος, αιώνιοι σύζυγοι»

«Η Πόπη και ο Στέλιος, αιώνιοι σύζυγοι»

Ο Ιώβ έφτασε στη Γη της Επαγγελίας, περνώντας όμως την Ερυθρά Θάλασσα, κάποιος καρχαρίας τού έφαγε το πόδι. Πάτησε μεν στην πατρίδα του, αλλά όχι και με τα δυο πόδια. Οι αλλαγές κατάστασης στη ζωή μας δεν είναι ποτέ ανώδυνες: δεν υπάρχουν ειρηνικά διαζύγια. Αλλά, ο Ιώβ ήταν αυτός ή ο Ιακώβ;

Η Πόπη και ο Στέλιος, ζευγάρι στα πενήντα τους σε κρίση, δε δείχνουν να τους ενδιαφέρει αν ήταν ο Ιώβ ή ο Ιακώβ. Έχουν άλλα πράγματα στο μυαλό τους: ποιος θα πάρει το εξοχικό και ποιος το αυτοκίνητο, πώς να μοιράσουν τις περιουσίες τους και τα ασημικά, γι’ αυτό όλο το αναβάλλουν κι όλο δε χωρίζουν. Ζουν σε μια καθημερινή κόλαση: απευθύνουν πλέον μόνο βρισιές ο ένας στον άλλον.

Πού και πού κατά τη διάρκεια της ημέρας ο Στέλιος σπάει ένα ποτήρι απ’ το καλό σερβίτσιο στο πάτωμα, κι η Πόπη τού πετάει στο κεφάλι ένα συμπαγή δίσκο από την αγαπημένη του σειρά των ντιβιντί. Οι καβγάδες τους τις νύχτες αφήνουν άυπνη τη μισή πολυκατοικία. Είχαν παντρευτεί από έρωτα: στα είκοσι ένα της η Πόπη, στα είκοσι έξι του ο Στέλιος, μόλις πρωτοδιορίστηκε καθηγητής σε Τεχνικό Γυμνάσιο. Κάναν τρεις γιους. Η Πόπη μετά μπήκε στο λογιστήριο του Σκλαβενίτη. Υποχρεώσεις, δουλειές, τρία παιδιά να μεγαλώσεις, πέρασαν τα χρόνια χωρίς αμφιβολίες για τη σχέση τους. Μόλις έφυγε από το σπίτι κι ο τελευταίος γιος, βρέθηκαν μόνοι τους. Κοίταξαν ο ένας τον άλλον κι αμοιβαία διαπίστωσαν, ο καθένας για την πάρτη του, πως ο «άλλος» τού ήταν ένας ξένος. Δεν υπήρχαν τρίτοι ανάμεσά τους. Κάτι «απερισκεψίες» εκατέρωθεν σε τριάντα χρόνια έγγαμου βίου δεν ήταν δα και τίποτα σπουδαίο, κι ευτυχώς δεν έγιναν ποτέ «παραστρατήματα». Δεν είχαν άλυτα συναισθηματικά προβλήματα δηλαδή μεταξύ τους, ούτε και οικονομικά ή θέματα υγείας. Είχαν σταματήσει προ πολλού να είναι εις σάρκα μία. Κι όμως, η συγκατοίκηση, η απλή συγκατοίκηση τους είχε γίνει βάσανο. Απ’ την άλλη, δεν ήθελαν να θυσιάσουν τίποτα από τα κεκτημένα. Έτειναν λίγο το αυτί τους από κοινού στην παραβολή για το κομμένο πόδι, και την αντιμετώπισαν με μια πανομοιότυπη γκριμάτσα στα πρόσωπά τους. Δεν ήταν διατεθειμένοι να πληρώσουν το παραμικρό. Θα παρέμεναν αιώνιοι σύζυγοι.

Η παραβολή έπιανε πάντα: είτε απελευθερωτικά είτε μη επιφέροντας καμία αλλαγή στα ζευγάρια. Μου έφτανε πως λάμβαναν μια έξωθεν συνειδητοποίηση των συντεταγμένων της σχέσης τους. Αλλά ένας ψυχίατρος δεν πρέπει να έχει αμφιβολίες. Είχα ξεκινήσει με τον Ιώβ, που μετά τον έκανα Ιακώβ και τώρα με την κρίση το έλεγα κάπως αμφίβολα: «ο Ιώβ ή ο Ιακώβ, τέλος πάντων ένας από αυτούς», τι σημασία έχει;

Μία από τις παράπλευρες απώλειες αυτής της οικονομικής κρίσης είναι και η ευτυχία μας ως άτομα. Μαθαίνουμε να ζούμε δυστυχισμένοι και κακότροποι. Φωνακλάδες και μίζεροι. Αξιολύπητοι και καταδικασμένοι να τρώμε βρόμικο ψωμί και να καταπίνουμε χολή και ξίδι. Τρεις μέρες κράτησε το μαρτύριο του Χριστού πάνω στο Σταυρό, μια ολόκληρη ζωή μέσα στο γάμο, για το ζευγάρι που δεν ξέρει πώς κόβονται στα δύο ο καναπές και η τραπεζαρία.

Τώρα τελευταία για τη θεραπεία ζεύγους, ύστερα από χρόνια αμφιταλαντεύσεως ανάμεσα στον Ιακώβ και τον Ιώβ, υιοθέτησα απλώς μια φράση από τον Σωσία του Ντοστογιέφσκι: «δώστε μου ένα δάχτυλο απ’ το δεξί σας χέρι και θα σας κάνω ευτυχείς. Θα είστε ευτυχείς μόνο που θα σας λείπει ένα δάχτυλο».

Καλό; Πολύ περισσότερο αφού ένας συνάδελφος, που τελευταία είχε ανακαλύψει πως ήταν κατά το ένα τέταρτο εβραίος δείχνοντάς μου με υπερηφάνεια την εβραϊκή κιπά που έκρυβε στην τσέπη του σακακιού του, απέρριψε ως λανθασμένη την παραβολή μου, και τον Ιώβ και τον Ιακώβ. Είναι γνωστό πως σε έναν ψυχίατρο δεν επιτρέπονται οι αμφιβολίες.

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER