Απ' το ιατρείο - Results from #35
«Η γυναίκα που ζούσε μόνο νύχτα»

«Η γυναίκα που ζούσε μόνο νύχτα»

Η Φανή άρχισε να βγαίνει νύχτα το πρώτο εξάμηνο μετά το γάμο της. Ήταν εύκολο για κείνη: ο άντρας της, ένας πανύψηλος κι αδύνατος Κοζανίτης, δούλευε τυπογράφος στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο και οι νυχτερινές βόλτες της Φανής δεν έγιναν αντιληπτές από την αρχή.

Η Φανή, βαθμηδόν, απέκτησε τις συνήθειες του συζύγου της, όπως αρμόζει σε κάθε καλή σύζυγο που έχει το καθήκον να προσαρμοσθεί στα θέλω και τα πρέπει του συμβίου της (αναρωτηθήκατε ποτέ γιατί δεν υπάρχει το αντίστοιχο αρσενικό της λέξης «συμβία»; Απλώς γιατί κατά τας γραφάς είναι πάντα η γυναίκα που ακολουθεί τον άντρα…)

Πρωί επέστρεφε από τη δουλειά ο Αποστόλης και έπεφτε για ύπνο, για ύπνο έπεφτε και η Φανή. Στις αρχές κατάφερε να επιστρέφει κι εκείνη το πρωί, λίγο προτού μπει κι ο σύζυγος στο σπίτι. Μετά, ο Αποστόλης επέστρεφε και δεν την έβρισκε, αλλά όταν ξυπνούσε έβρισκε ένα πιάτο ζεστό φαΐ να τον περιμένει και τη Φανή χαμογελαστή και πιο όμορφη από κάθε άλλη φορά. Όταν, πια, η Φανή έκανε τρεις ολόκληρες μέρες να φανεί στο σπίτι τους, ο Αποστόλης αναγκάστηκε να την πάει για πρώτη φορά σε ειδικό ψυχικής υγείας, όπως τον συμβούλεψε και το στενό του οικογενειακό περιβάλλον. Η Φανή είχε επιστρέψει με κάτι μελανιές στα χέρια και στο λαιμό, δεν απαντούσε σε καμιά ερώτηση του Αποστόλη, το βλέμμα της τον ξεπερνούσε κι έπεφτε πίσω και πάνω του, στο υπερπέραν. Είχε σταματήσει φυσικά να μαγειρεύει και δεν ασχολιόταν πλέον με την καθημερινή λάτρα του σπιτιού. Μετά την επίσκεψη στο γιατρό μετέτρεψε το δωμάτιό της πρώτα, και κατόπιν ολόκληρο το σπίτι, σε νύχτα: τα πατζούρια ήταν κατάκλειστα, μαύρες βαριές κουρτίνες έπεφταν μέχρι το πάτωμα, είχε σπάσει τους γλόμπους από όλα τα φωτιστικά κι επιπλέον φορούσε ένα ζευγάρι χοντρά μαύρα γυαλιά που δεν τα έβγαζε ούτε στον ύπνο της. Τα φάρμακα τα έπαιρνε κανονικά, αλλά φαίνεται πως δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα και καμία επίδραση πάνω της.

Νύχτα έγινε και η πρώτη της νοσηλεία σε ιδιωτική κλινική: ο εφημερεύων διεκπεραίωσε απλώς τα τυπικά, η Φανή δεν έβγαλε άχνα σε καμία από τις ερωτήσεις του, ο σύζυγος είπε πως ό,τι είχε να πει θα τα έλεγε μόνο στο γιατρό που θα την αναλάμβανε επίσημα, αύριο. Τις τρεις εβδομάδες της νοσηλείας της η Φανή, παρ’ όλη την παρακολούθηση και τη συνεχή φαρμακευτική αγωγή, συνέχισε να κάνει τη νύχτα μέρα, αναστροφή του ύπνου λέγεται αυτό, και τη μέρα νύχτα. Είχε κρεμάσει μια κουβέρτα στο παράθυρο και κοιμόταν στα σκοτάδια όλη μέρα. Ρωτήθηκε ο κλινικάρχης, αλλά την άφησε με την κουβέρτα στο παράθυρο, αφού πλήρωνε μονόκλινο και δεν ενοχλούσε κανέναν. Τη νύχτα έβαζε στο δωμάτιό της πρεζάκια, νεαρούς που νοσηλεύονταν για αποτοξίνωση, τους χαρτζιλίκωνε με τίποτα ψιλά, κάνα σάντουιτς από την καντίνα, καμιά πίτσα από ντελίβερι.

Ύστερα από κάποια χρόνια η Φανή, κι αφού συνέχισε να ζει μόνο νύχτα, έδωσε στον Αποστόλη ένα τέκνο. Το αγόρι της γεννήθηκε στις δύο η ώρα μετά τα μεσάνυχτα κάποιον θερμό Ιούλιο και το βάπτισε, προς τιμήν όλων των αντρών που πλάγιασαν μαζί της, Απόλλων. Εν αγνοία της πως με την ονοματοθεσία καταργούσε και την προσωπική της νύχτα.

 

Ο προϊστάμενος που δεν «προίστευε» τη ζωή του

Ο προϊστάμενος που δεν «προίστευε» τη ζωή του

Ως είθισται, μια καθημερινή, μεσοβδόμαδα, στις 14.02 ακριβώς τις επισκέφτηκε ο προϊστάμενος, χαμογελαστός και χαλαρός, σημάδι πως τα υπόλοιπα πενήντα πέντε λεπτά που απόμεναν μέχρι τη λήξη του ωραρίου, θα τα περνούσαν με χωρατά και σεξουαλικά υπονοούμενα. «Καλώς τον αρχηγό», τον υποδέχθηκαν με μια φωνή η ξανθιά και η μελαχρινή που μοιράζονταν το γραφείο και στην ερώτηση του «πού να κάτσω», άρχισε ο ανταγωνισμός μεταξύ τους για το ποια θα του προσφέρει τα γόνατα να κάτσει, αν και είχαν καταλάβει πως δεν είχε μάτια παρά μόνο για τη μελαχρινή.

«Πάρε τα μάτια μου να δεις τα δικά σου», του είπε η μελαχρινή, αφού του έδωσε την καρέκλα της. Ψηλός και νταγκλάρι καθώς ήτανε ο προϊστάμενος επωφελήθηκε για μια στιγμή να καθίσει στην καρέκλα της υπαλλήλου του και, γιατί όχι, να την πάρει εκείνος στα γόνατα, ως είθισται στις δημόσιες υπηρεσίες. Ιούλιος με το θερμόμετρο να έχει κολλήσει στους 41 βαθμούς, εξομολογήθηκε φωναχτά την μεσημβρινή του φαντασίωση: να της κατέβρεχε, λέει το ρούχο, κι εκείνη να έμενε με το μουσκεμένο μπλουζάκι έτσι, χωρίς στηθόδεσμο, με τις ρόγες να διαγράφονται κάτω από το λινό της περίβλημα. Ως είθισται, εκείνη σαν υπάλληλος συγκατένευσε στις φαντασιώσεις του προϊσταμένου της. Ο ίδιος αυτός προϊστάμενος που της είχε εξομολογηθεί πως την φανταζόταν σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου να φοράει εσώρουχα. Τίποτα άλλο. «Θα φοράς τα εσώρουχα που θα σου αγοράσω εγώ, θα τα βάζεις και θα τα βγάζεις μόνον για χάρη μου. Δεν σου ζητάω τίποτα άλλο».

Ανάθεμα την ώρα και την στιγμή που το είπε. Τώρα, με 41 βαθμούς και τα κλιματιστικά να μην ανταποκρίνονται κι ενώ όλα ξεκίνησαν μια χαρά, υποχωρεί, βυθίζεται, χάνει τη στύση του. Κάθεται ναι, στα γόνατά του αλλά δεν έχει τη στύση για να την κάνει να τριφτεί πάνω του, ως είθισται. Την είχε δει σ’ ένα μπαρ να πίνει μόνη της κρεμασμένη στη μπάρα, κάποιον ατέλειωτο χειμώνα. Από τότε την ερωτεύθηκε. Επιχείρησε μια φορά να τη βγάλει έξω. Σήκωσε το ακουστικό και κατάφερε να ολοκληρώσει το νούμερο του σπιτιού της στο καντράν: «Γιάννης, εδώ». Εκείνη κατάλαβε τη φωνή του και του λέει: «ποιος Γιάννης;». Ξεροκατάπιε εκείνος «ο προϊστάμενος», της λέει, ξέροντας πως είχε χάσει το παιγνίδι μια και καλή. Χήρα. Είκοσι χρόνια χήρα, να μεγαλώνει μόνη της δυο παιδιά. Χειμώνα-καλοκαίρι με ξώπλατα και μίνι και όταν έσκυβε να στείλει φαξ να φαντασιώνεται πως σκύβει γυμνή μπροστά του, κι όταν έφερνε ένα υπηρεσιακό έγγραφο προς υπογραφή να ονειρεύεται τα στήθη της. Και να έχεις την καθαρίστρια να λέει ξεδιάντροπα μπροστά σου πως «αν ήταν άντρας θα πλάγιαζε μαζί της», κυρίως αυτό. Νάτο, το είπε πάλι, πέρασε κι αυτή από την πόρτα του γραφείου και το είπε πάλι, ως είθισται.

Κι αυτός; Αυτός που είναι άντρας ένα κι ογδόντα έξι, που παντρεύτηκε νέος, φρεσκοδιορισμένος, κι έχει ένα γιο που κάνει μεταπτυχιακό στην Αγγλία, και μια γυναίκα πανάσχημη που γέρασε δίπλα του χωρίς να γνωρίσει ποτέ την ομορφιά, την οποία δεν είχε το κουράγιο να τη συστήσει σαν τη γυναίκα του στη μελαχρινή, τη μία και μοναδική φορά που η νόμιμη σύζυγός τον επισκέφτηκε στο γραφείο για κάτι εξαιρετικά επείγον (κάτι σαν τις προθεσμιακές καταθέσεις δηλαδή, που λήγουν), και τη σύστησε ως κυρία-Γιάννη στη μελαχρινή, ως είθισται, με 41 βαθμούς Καλοκαίρι στην πόλη της δημόσιας υπηρεσίας όπου του έλαχε ο κλήρος να εκμετρήσει το βιός του, γύρισε σπίτι, αντιλήφθηκε για πολλοστή φορά πόσο άσχημη είναι η γυναίκα του, που τον υποδέχθηκε στην πόρτα, μπήκε στην τουαλέτα, ως είθισται, χωρίς να κλειδώσει την πόρτα, (διατί άλλωστε;), και αυνανίστηκε. Ένα και ογδονταέξι, αντικειμενικά ωραίος άντρας για την ηλικία του, αυνανίστηκε έχοντας στο μυαλό του τη μελαχρινή κι ολοκλήρωσε πάνω στα μαλλιά της ξανθιάς, η οποία είχε παρεισφρήσει ξαφνικά στις φαντασιώσεις του. Τρόμαξε, «από πού ξεπήδησε τώρα αυτή;» σκέφτηκε. Είδε το σπέρμα του να χάνεται μες στο σιφόνι της μπανιέρας και γύρισε απότομα το ντους στο κρύο νερό. Ως είθισται, δήλωσε στον εαυτό του πως θα έβρισκε την άκρη μόνος του. Δεν πήγε ποτέ σε ψυχίατρο (κι ας του το έλεγε συνέχεια η γυναίκα του), δεν θα τον επισκεπτόταν ποτέ.

 

«Ο Dr. Πινόκιο εξηνταρίζει»

«Ο Dr. Πινόκιο εξηνταρίζει»

«Silver alert: εξαφάνιση ηλικιωμένου 59 ετών…» Το τηλεοπτικό σποτάκι που διακόπτει τη ροή του προγράμματος αισθάνομαι μεμιάς πως με αφορά άμεσα. Όχι, δεν πρόκειται για συγγενικό μου πρόσωπο ή για συγχωριανό μου και δεν είναι κάποιος από τους ηλικιωμένους πελάτες που έχω τη φροντίδα τους. Με αφορά γιατί είμαι κι εγώ 59 χρόνων κι έχω την απόλυτη πεποίθηση πως η τηλεόραση αυτή τη στιγμή μιλάει για μένα! «Την ημέρα της εξαφάνισής του ο Σ.Π. φορούσε βερμούδα κρεμ χρώματος και μαύρο μακό μπλουζάκι με την επιγραφή Café Louvre, Prague».

Πίστευα κι εγώ, όπως όλοι μας, πως μεγαλώνοντας θα γινόμουν σοφός. Οι συμβουλές μου θα ήταν χρήσιμες στους νεότερους. Παιδιά, ανίψια, γαμπροί και νύφες όχι μόνο θα άκουγαν με προσοχή τις εμπειρίες μου, αλλά θα αποζητούσαν τον σοφό μου λόγο και θα επέμεναν να τους διηγηθώ κι άλλες λεπτομέρειες και σκηνές από τον ταραχώδη βίο μου. Ο λόγος μου θα έρεε αβίαστα, οι εικόνες που θα ζωντάνευε μπροστά στα έκπληκτα μάτια τους θα τους έμεναν σφηνωμένες για πολύ καιρό στη μνήμη, θα έβρισκαν τη λύση στα διάφορα προσωπικά τους προβλήματα μέσα από τις υποδείξεις μου και τη σωστή αν όχι άμεμπτη στάση μου απέναντί τους.

Αντιθέτως, πενηντάρισα κι άρχισα να αισθάνομαι κάθε μέρα και περισσότερο μαλάκας. Αυτά που έβλεπα γύρω μου σαν οξύς παρατηρητής ανθρώπινων και κοινωνικών συμπεριφορών ξεπερνούσαν κατά πολύ τα όρια της κριτικής μου αντίληψης και της ερμηνευτικής μου ικανότητας. Βρέθηκα απροετοίμαστος να αντιμετωπίσω αυτή τη θηριώδη βλακεία των συνανθρώπων μου, την κακία, τη μοχθηρία, την ατσαλοσύνη, τα υπερτροφικά εγώ με τον ακατανίκητο εγωισμό, την έπαρση και την παντελή έλλειψη αυτογνωσίας, που ήταν και παραμένει ο ακρογωνιαίος λίθος για την ανάπτυξη μιας ολοκληρωμένης προσωπικότητας. Μαλάκας, πενήντα πέντε φορές μαλάκας, κι όλο ήλπιζα ωστόσο πως, δεν μπορεί, «μια μέρα θα γίνω σοφός με άσπρα μαλλιά».

Τη χρονιά που γινόμουν πενήντα πέντε χρόνων, είπα να βγάλω κι εγώ φθηνά εισιτήρια μέσω νετ, για Αλόννησο. Έτσι βρέθηκα να συμπληρώνω τις φόρμες του Blue Star, που ζητούσαν υποχρεωτικά την ημερομηνία γέννησης, και για πρώτη φορά μαρκάρισα την ανάλογη κατηγορία των 55 και άνω. Μια ελπιδοφόρα κατά τα άλλα κατηγορία, γιατί παραμένει ανοικτή, χωρίς κάποια συγκεκριμένη ηλικία να την περιορίζει, όπως γίνεται για τους νέους των δεκαοκτώ χρόνων που παραμένουν νέοι μέχρι τα τριάντα πέντε τους ή τους μεσήλικες που επίσης περιορίζονται αυστηρά από τα τριάντα πέντε μέχρι τα πενήντα πέντε. Σ’ εμάς, τους 55 plus, η κατηγορία μας, όντας ανοικτή σε ηλικιακά όρια, επιτρέπει τη φαντασμαγορία των γηρατειών ως μια από τις πολλά υποσχόμενες ανοικτές ρεβάνς για συναισθηματικές παρτίδες, να φλερτάρει με τη μακροβιότητα του Μαθουσάλα και, γιατί όχι, με την αιώνια ζωή. Όπως και να ’χει, ομολογώ πως ένιωσα ένα μικρό τσίμπημα στην καρδιά όταν τύπωσα τα εισιτήρια με τη χαρακτηριστική ένδειξη «ένας ηλικιωμένος κι ένας νέος επιβάτης». Η κοπέλα μου εκείνου του καλοκαιριού ήταν μόλις τριάντα τεσσάρων χρόνων. Υποψιάζομαι πως θα παρέμεινε ξανθιά, αλλά θα έχει αλλάξει κι αυτή κατηγορία και θα ταξιδεύει ως μεσήλικη πλέον στο Αιγαίο. Όσο για μένα, ελπίζω πως θα γίνω έξυπνος πλέον μόνον όταν πεθάνω. Όταν πεθάνω θα γίνω ο πιο έξυπνος Έλληνας. Προς το παρόν έχω να δω κι ένα καινούργιο περιστατικό: «Πρόκειται για την πεθερά μου, γιατρέ μου», έλεγε η φωνή στο τηλέφωνο, «μια γιαγιά πενήντα εννέα ετών».

 

«Παγωτό στην παραλία»

«Παγωτό στην παραλία»

Στο Haagen Dazs στον Πλαταμώνα, βράδυ τέλη Ιουνίου, να ανασαίνει το κυματάκι στα πόδια μας, έτσι καθώς είναι οι πολυθρόνες παραταγμένες, η μια μπροστά από την άλλη, η άλλη πίσω από την μπροστά, κι είμαστε πλάτη και κώλο ο ένας με τον άλλον, αα! Αα, η απέραντη δημοκρατία του ελληνικού καλοκαιριού!

Το καλοκαίρι είναι η πιο δημοκρατική εποχή του χρόνου: με ένα μακό κι ένα σορτσάκι δε διακρίνεται ο Βαρδινογιάννης από το μαραγκό, ο Λάτσης από το λογιστή και τον Πακιστανό. Ο χειμώνας υπήρξε ανέκαθεν αριστοκρατικός: θέλει παλτά και γούνες και φουλάρια και γάντια κι επιγονατίδες και μπότες και καπέλα: αμέσως μπορείς να ξεχωρίσεις τον πλούσιο από το φτωχό, δεν επιδέχεται συγχύσεις ρόλων. Έτσι, με μια γαβάθα παγωτό της αρεσκείας μου, σορτσάκι και μακό απολαμβάνω την αύρα, που την κάνουν πιο δροσερή τα νέα που φτάνουν από τη Λάρισα με τον υδράργυρο στους 41 βαθμούς, την υγρασία και την άπνοια. Η αποφορά της Λάρισας φτάνει ως τον Πλαταμώνα κερδίζοντας στη διαδρομή την άφεση και τη συγχώρεση.

Γεωμετρίες ενός απρόσμενου θέρους, αρχιτεκτονικές μιας σκόρπιας ζωής και πώς η διαμόρφωση του χώρου αποτελεί βαθιά συνισταμένη του πολιτισμού της υπό εξέτασιν χώρας. Ποτέ δεν είναι αργά να μελετήσουμε την επίδραση των αρχιτεκτονημάτων μας, το κατασκευαστικό μας μένος μέσω αντιπαροχών κι εργολαβιών και υπεργολαβιών στην καθ’ ημάς συναισθηματική διαμόρφωση του προσωπικού μας κόσμου. Γιατί χτίζουμε τα σπίτια μας τόσο στενά, που δε χωράει να περάσει και να στρίψει ένα φορείο που το κρατούν δύο τραυματιοφορείς; Ένα φέρετρο από τις σκάλες να χωρέσει, να αναπαύσει στο κλάμα μας τον νεκρό μέσα από το ξενύχτι; Γιατί;

Αυτή η στενότητα χώρου, το στρίμωγμα, το στοίβασμα του ενός πάνω στον άλλον, είτε πρόκειται για «Αθηνών Αρένα» είτε για παραλιακό παγωτατζίδικο που πρέπει να αναπτυχθεί μέσα στα δυο μέτρα από το ρείθρο του πεζοδρομίου ως τη θάλασσα, καληώρα στον Πλαταμώνα, θεωρώ πως είναι σύμφυτο της κοινωνικής ζωής των Ελλήνων, με βαθύτατες επιπτώσεις στην ψυχολογία, την ψυχοσύνθεση και κατά συνέπεια σε όλη την εν τω βάθει συμπεριφοράς μας, ως λαού και ως ατόμων.

Άθελά μου γίνομαι ο αυτήκοος μάρτυς των εξομολογήσεων των συγχωριανών μου: κώλο με κώλο και βρακί με βρακί, τίποτα δε μου μένει άγνωστο, τίποτα δε μου μένει να φαντασιωθώ. Αυτή η διαύγεια της προσωπικής ζωής των άλλων στον ελλαδικό χώρο ανάγεται σε ιδιαίτερο αξίωμα. Η απουσία προσωπικής ζωής μάς στερεί τη μεταφυσική των άλλων Ευρωπαίων, και Δυτικών εν γένει. Ο Έλληνας στερείται μεταφυσικής γιατί εκεί που κάθεται να απολαύσει το παγωτό του, θέλοντας και μη, γίνεται μάρτυρας του αλλότριου γίγνεσθαι. Και όχι μόνο: συνήθως καλείται να εκφέρει κι αυτός τη δική του άποψη, να συντελέσει θέλοντας και μη στην πραγμάτωση αυτής της «δημοκρατίας» που κρέμεται σαν σπαθί πάνω από το κεφάλι του.

Κάθομαι στο ζαχαροπλαστείο κι ακούω, άθελά μου, πως «ναι, ο άντρας μου ήταν πολύ κοινωνικός. Το σπίτι μας ήταν πάντα ανοικτό σε γιορτές και σε φίλους. Όταν έκλειναν τα φώτα και τα πατζούρια όμως, έπεφτε ξύλο. Έβγαζε τη ζώνη του και με χτυπούσε αλύπητα, γιατί έδωσα το χέρι μου στον ένα φίλο του, γιατί χόρεψα το βαλσάκι με έναν άλλον, γιατί απλώς γέλασα με το ανέκδοτο ενός τρίτου… Ναι, ναι, ήταν πολύ κοινωνικός ο μακαρίτης ο άντρας μου… δε σταματούσε να διοργανώνει πάρτι και να προσκαλεί φίλους και να με τις βρέχει, μέχρι που πέθανε».

 

«Η μνήμη, ένα σπίτι χωρίς κλειδιά»

«Η μνήμη, ένα σπίτι χωρίς κλειδιά»

Πριν μερικά βράδια καθόμασταν με τη γυναίκα μου στην «Πασαρέλα», και βλέπαμε το αρχαίο θέατρο της Λάρισας, απολαμβάνοντας τα ποτά μας: βότκα λεμόνι και τζόνι με πάγο, όταν μεταξύ των άλλων γνωστών που έτυχε να περάσουν και να μας χαιρετήσουν, πλησίασε κι ένας ποδηλάτης με αλογοουρά και βερμούδα. Ωραίος τυπάκος, αδύνατος, και μας κεντράριζε μέσα από τις δυο του παλάμες, σε σχήμα φωτογραφικής μηχανής. «Κρίμα», λέει στη γυναίκα μου «που δεν έχω μαζί μου τη μηχανή, είστε για φωτογραφία». Δεν το θυμόμουνα καθόλου, αλλά ο τυπάκος, γνωστός γνωστών, ένα χειμωνιάτικο βράδυ πριν λίγους μήνες, μας είχε φωτογραφήσει εμένα, τη γυναίκα μου και την παρέα μας σε ένα άλλο γνωστό μπαρ της Λάρισας, στο «Μαντάτο». Δεν αμφιβάλω πως το δικό μου κενό θα το καλύψουν κάποια στιγμή οι φωτογραφίες του τυπάκου και ποιος ξέρει ποιες άλλες φωτογραφίες σε άλλα μπαρ θα βγουν κάποια στιγμή στη φόρα.

Η μνήμη μας δεν είναι στερεή σαν οικοδόμημα. Είναι ένα σπίτι όπου κάθε φορά που βάζεις το κλειδί μπαίνεις και σ’ έναν χώρο με διαφορετική διαρρύθμιση: εδώ έχουν γκρεμίσει ένα ντουβάρι, εκεί έχουν κτίσει μια πόρτα. Η επίπλωση είναι διαφορετική, κάθε φορά που επισκεπτόμαστε τη μνήμη μας, η διακόσμηση επίσης αλλάζει: ένα καινούργιο κάδρο που δεν θυμόμασταν, μια παλιά πολυθρόνα που χρειάζεται συντήρηση, μια ψάθινη καρέκλα με τρύπιο πάτο. Κι αν όλοι μας μάθαμε να βλέπουμε έτσι το παρελθόν μας χάρη σε έναν και πλέον αιώνα ψυχανάλυσης, τώρα πια στην εποχή του matrix έχουμε αποδεχθεί πως η μνήμη είναι ένα σπίτι χωρίς κλειδιά.

Ποτέ δεν ήμασταν έτσι κι αλλιώς οι μοναδικοί ιδιοκτήτες του προσωπικού μας παρελθόντος. Το παρελθόν μας είναι ένα σπίτι χωρίς κλειδιά, μια βίλα που τελεί υπό κατάληψη, ένα κοινόβιο στο οποίο μπαινοβγαίνει πλήθος κόσμου, και για το οποίο δεν χρειάζονται κλειδιά. Ο καθένας που έτυχε να μπει στη ζωή μας το επισκέπτεται και το διαμορφώνει ανάλογα με τα γούστα της στιγμής. Είχα πελάτες που θυμόταν πλασματικά αιμομικτικά επεισόδια, συναδέλφους που δεν θυμόταν από τα πολλά πληρωμένα ταξίδια όχι μόνον σε ποια πόλη αλλά ούτε καν τη χώρα που βρίσκονταν ο ένας ή ο δείνα καθεδρικός, το άλφα και το βήτα μουσείο, κι αν ήταν το Λούβρο ή το Βρετανικό ή το ΜΟΜΑ.

Η Μνημοσύνη, κόρη της Γαίας και του Ουρανού, κοιμήθηκε με τον Δία για εννέα συνεχόμενες μέρες και έτσι δημιουργήθηκαν οι εννέα Μούσες. Όσοι ήθελαν να συμβουλευτούν το μαντείο του Τροφωνίου στη Βοιωτία έπρεπε να πιούν εναλλάξ από δύο πηγές που αποκαλούνταν «Λήθη» και «Μνημοσύνη», (προκειμένου να λησμονείται το παρελθόν και η μνήμη να ξεκινά απ’ το παρόν). Είναι υγιές να ξεχνούμε γιατί είναι σαν να σβήνουμε τον σκληρό δίσκο και να του προσδίδουμε νέες δυνατότητες εγγραφής. Μνήμη, ψευδής μνήμη, λανθάνουσα μνήμη, επιλεκτική λήθη, μυθοπλασίες, παραμυθίες, αλληλοεπικάλυψη προσώπων και γεγονότων, και ο παππούς αγαπημένου φίλου που αναρωτιόταν: «έκανα ανήθικες προτάσεις σ’ αυτή ψες το βράδυ, δεν ήταν η κόρη μου έτσι;» κι έδειχνε ντροπαλά-ντροπαλά τη γυναίκα του.

«Στην Θεογονία του Ησίοδου, οι βασιλείς και οι ποιητές λαμβάνουν τις δυνάμεις του εξουσιαστικού τους λόγου από την κατοχή τους επί της Μνημοσύνης και των ειδικών σχέσεών τους με τις Μούσες», διαβάζω στη Μυθολογία που ξεφύλλισα έντρομος αμέσως μετά το περιστατικό στο αρχαίο θέατρο της Λάρισας. Οποία σχέση έχουν οι δικοί μας ποιητές και πολιτικοί με τη Μνημοσύνη, δεν νομίζω πως χρειάζεται κάποια επιστημονική εξήγηση: έχουν παραδώσει τα κλειδιά προ πολλού, σε όλους μας.

 

«Ο ουμπαράς τηε θείας Σοφίας»

«Ο κουμπαράς της θείας Σοφίας»

Στην πόλη της Κατερίνης, όχι μακριά από τη Θεσσαλονίκη, ζούσε η μεγαλύτερη αδελφή της μητέρας μου, η θεία Σοφία. Είχε παντρευτεί απ’ την άλλη πλευρά του Ολύμπου, η μάνα μου στην αποδώ, κι έτσι στη Ραψάνη έμεινε μόνος του ο μεγάλος και πολυαγαπημένος τους αδελφός. Κάθε τέτοια εποχή, με το που τέλειωναν τα σχολεία, μας έπαιρνε η μάνα μου για να αποφύγουμε τις θέρμες της Λάρισας και πηγαίναμε στην Κατερίνη, να πάρουμε δροσερό αέρα, να κάνουμε και κάνα μπάνιο στα παράλια της Πιερίας.

Η θεία Σοφία δούλευε σαν μοδίστρα, κι έτσι μέγας γυναικείος πληθυσμός μπαινόβγαινε στο σπίτι, κάποια εποχή και καφετζούδες και χαρτορίχτρες, κι η θεία μου είχε αποκτήσει τη φήμη της προξενήτρας και της συμβούλου στα αισθηματικά. Αλλά πάνω απ’ όλα ήταν αθυρόστομη: «από τότε που βγήκαν τα τσιμπουκάκια, ανιψιέ», μου έλεγε αργότερα –όταν είχαν αρχίσει πλέον τα προβλήματα με την υγεία της– «έχω βρει την ησυχία μου. Κάνω ένα και δυο τσιμπούκια την ημέρα και νιώθω καλά», έλεγε και μου έδειχνε τον πλαστικό αναπνευστήρα του Aerolin που κρατούσε στο χέρι.

Ο άντρας της, ο θείος Γιώργος, είχε ένα κρασοπουλειό στο κέντρο της πόλης, σ’ ένα μικρό δρόμο που έβγαζε στην κεντρική πλατεία, γεμάτο βαρέλια: ο κόσμος έφερνε τις καράφες του και ο θείος Γιώργος τις γέμιζε λευκό κρασί, κόκκινο κρασί Ραψάνης, ροζέ κρασί ή τσίπουρο με και χωρίς γλυκάνισο, Ραψάνης πάντα. Είχε και τρία τέσσερα τραπεζάκια για την παλιοπαρέα. Στην παλιοπαρέα, εκείνα τα χρόνια του ’60, είχα συναντήσει κι ένα Γερμανό φίλο του θείου μου, που μας μιλούσε σε αρχαία ελληνικά, και μας απήγγελλε απ’ έξω την πέμπτη ραψωδία της Οδύσσειας! Η θεία Σοφία δεν πήγαινε ποτέ στο καπηλειό του άντρα της. Ίσως ακριβώς γι’ αυτό έβρισκε τις κατάλληλες συμβουλές στα ερωτήματα που της έβαζε ο θείος μου, για λογαριασμό των θαμώνων του: μη γνωρίζοντας προσωπικά αυτόν που τον βασάνιζε η αγάπη, οι χρησμοί της είχαν την ισχύ της απρόσωπης μαντείας. Ποιο ήταν το κατάλληλο προξενιό για το γιο του ενός και τι έπρεπε να κάνει η κόρη για να δέσει με αιώνια αγάπη τον εύπορο υποψήφιο γαμπρό.

Σαν τους μεγαλύτερους θεραπευτές, η θεία Σοφία –αγράμματη, αθυρόστομη, περιστασιακή μοδίστρα κι ευκαιριακή καφετζού– χρησιμοποιούσε τη μέθοδο της μαιευτικής, μιλώντας πρώτα απ’ όλα για τα δικά της βάσανα. Απ’ αυτή μάθαμε πως ο πρωτότοκός της τραβούσε απ’ τα μαλλιά τις κοπέλες που πλάγιαζαν μαζί του σε βαθμό που η θεία μου τις συμβούλευε να φοράν κράνος και στο κρεβάτι. Με τον καιρό έγινε ο προσωπικός μου σύμβουλος σε θέματα σχέσεων και γάμου: τα προέβλεπε όλα, και τα προέβλεπε σωστά. Ήταν η μόνη από το ευρύ οικογενειακό περιβάλλον με την οποία όλα τα ανίψια αισθανόμασταν άνετα να μιλήσουμε για τα σεξουαλικά μας.

«Ένα ζευγάρι, ανιψιέ», τη θυμάμαι σαν τώρα που έχει πάλι ζέστη και κλείνουν τα σχολεία, «τα πρώτα δύο χρόνια της σχέσης του κάθε φορά που κάνει έρωτα βάζει μια δεκάρα στον κουμπαρά. Μετά τα δύο χρόνια κάθε φορά που κάνει έρωτα βγάζει μια δεκάρα από τον κουμπαρά. Ε, ο κουμπαράς που έκανε μόλις δυο χρόνια να γεμίσει συνήθως το ζευγάρι δεν καταφέρνει να τον αδειάσει ούτε σε μια ολόκληρη ζωή, κι ας τύχει να μείνει ενωμένο ως τα βαθιά γεράματα».

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: