Απ' το ιατρείο - Results from #30
«Το πάρτυ με τον ασώπαστο»

«Το πάρτυ με τον ασώπαστο»

Ο Νίκος μας έφερε γκιουβετσάκι με μανέστρα και ντομάτα Μεσσηνίας. Ο Δημήτρης ρώσικες μπίρες. Η μυροφόρος Μαρία μουσακά της μαμάς, δυο μπουκάλια βότκα, λεμονάδες, και τρεις φίλους της: δυο γυναίκες και έναν άντρα. Ο άντρας έφερε ένα μπαγλαμαδάκι κι ενώθηκε με το μπουζούκι του Κώστα και την κιθάρα του Δημήτρη. Η Γεωργία μας έφερε έναν νέο ποιητή από την Κοζάνη κι ο Βασίλης πάστες διατίμησης από τον Βάρσο. Ο Λάσκαρης κουβάλησε μια κονσόλα ήχου. Ο Νικολάκης με τη Μίνα χασίσι μυρωδάτο. Φίλοι έφεραν φίλους από την Κύπρο και τη Θεσσαλονίκη. Ο Έκτορας δυο μπουκάλια με ουίσκι. Ο Φώτης δεν έφερε την κιθάρα του, αλλά δεν ξέχασε την καλή του διάθεση. Ο ντοκτόρ, όπως συνήθιζε, κράτησε στη βεράντα του τον Βαγγέλη, τον τελευταίο του ασθενή, να συμμετάσχει στο πάρτι μας μετά τη συνεδρία.

Είχαμε μαζευτεί καμιά τριανταριά άτομα το τελευταίο Σάββατο του Σεπτεμβρίου στο δυαράκι με τη μεγάλη βεράντα του δόκτορος Πινόκιο, να μετρηθούμε μετά το καλοκαίρι και να κοιταχτούμε στα μάτια. Ο Βαγγέλης μιλούσε δυνατά, έβριζε τον ντοκτόρ γιατί του ζήτησε διακόσια ευρώ για ένα ιατρικό πιστοποιητικό για δικαστική χρήση που του έγραψε. Ο Ρώσος ανέπτυσσε παράλληλα τη δική του προσωπική μέθοδο μετάφρασης, τη μέθοδο Στανισλάφσκι, κι ο Μίχος έλεγε πως όποιος θέλει να ασχοληθεί με τη μετάφραση θα πρέπει να διαβάζει τη Βίβλο καθημερινά στη γλώσσα που τον ενδιαφέρει. Ο Βαγγέλης έλεγε πως το καλύτερο μέρος να κρύψεις ένα κλεμμένο αυτοκίνητο είναι να το παρκάρεις μπροστά στο αστυνομικό τμήμα της γειτονιάς σου. Ο Στράτος έλεγε πως στην Ελλάδα δεν έχουμε μυθιστόρημα, γιατί δεν έχουμε αναπτυγμένο σιδηροδρομικό δίκτυο, όπως η αχανής Ρωσία. Ο Βαγγέλης ανέπτυσσε τη διαδρομή ενός φορτίου κόκας από τη Βραζιλία στη Μεσόγειο με μεταχειρισμένο ιστιοφόρο. Πως το αχανές σιδηροδρομικό δίκτυο της Ρωσίας και οι τεράστιες αποστάσεις προκαλούσαν το ένστικτο της παραμυθίας στους επιβάτες που αναγκάζονταν να ταξιδεύουν ολόκληρες μέρες κλεισμένοι σε ένα βαγόνι τρένου. Πως τις λάμπες αλογόνου που παρέλαβε από την Ολλανδία με το ταχυδρομείο τις συνέδεσε σε γραμμή της ΔΕΗ που έκλεψε από τον κεντρικό στύλο. Πως ένας και μοναδικός τρόπος υπάρχει για να μεταφράζουμε, ο τρόπος του Στανισλάφσκι. Ο Νικολάκης έλεγε στον Φώτη πως πρέπει να τα φτιάξουν γιατί ταιριάζουν οι μασέλες τους. Ο δόκτορας έλεγε πως η επιθυμία, κατά Λακάν, είναι εξ ορισμού ανεξάντλητη, διαφορετικά δε θα τη λέγαμε επιθυμία. Η Ελένη επειδή βαριόταν λόγω εγκυμοσύνης ζητούσε να της προτείνουν ονόματα για το κοριτσάκι που θα γεννούσε· τους άφηνε να λένε ξέροντας ήδη το όνομα που θα της έδινε. Ο Βαγγέλης έλεγε για την πρώτη του νοσηλεία στο ψυχιατρείο του Δίον, στον Όλυμπο. Ο Κώστας μάς διάβαζε Απολινέρ στα γαλλικά, ο Δημήτρης Μαγιακόφσκι στα ρώσικα, ο Μίχος Λόρκα στα ισπανικά, ο ντοκτόρ Λεοπάρντι στα ιταλικά. Ο Βαγγέλης μάς έλεγε σε πόσες μέρες δίνει τα φύλλα της η υδροπονική κάνναβη, αναλύοντας όλα τα εξαρτήματα και τις επιδόσεις τους για μια καλλιέργεια σε κλειστό χώρο, όπως η τουαλέτα του σπιτιού σου: λαμπτήρες, ρυθμιστές Ph, πλήρη σετ θρεπτικών διαλυμάτων, ανεμιστήρες ανακύκλωσης και ανεμιστήρες κυκλοφορίας, πολύπριζα, καλώδια, φις, ντουί, χρονοδιακόπτες, ελεγκτές, θερμοστάτες. Κάποιοι τραγουδούσαν «μου σπάσανε τον μπαγλαμά» και κάποιοι άλλοι α καπέλα «εγώ καλά σού τα ’λεγα». Θερμόμετρα, υγρόμετρα, υγραντήρες, αφυγραντήρες… έως το «σκάστε, ρε» κάπου από τον ακάλυπτο, κατά τις δυόμισι το πρωί, που έκλεινε συνήθως τα πάρτι στον δεύτερο.

Τελευταίο Σάββατο του Σεπτεμβρίου, το πάρτι με τον Ασώπαστο: ο Στράτος έπιασε την πρώτη θέση, ο Ρώσος τη δεύτερη. Την τρίτη ο Μίχος, προς μεγάλη του ανακούφιση, που παραχωρούσε την αδιαμφισβήτητη πρωτιά του έπειτα από χρόνια. Κι εκτός συναγωνισμού ο Βαγγέλης, που από εκείνο το πάρτι τού κολλήσαμε το παρατσούκλι «ο Ασώπαστος». Ο Χόρχε, ο γάτος ψευτοαγκύρας του ντοκτόρ, βγήκε επιτέλους από την κρυψώνα του, μόλις έφυγε κι ο τελευταίος παρτι-ζάνος…

 

«Η κυρία Καίτη και το κανίς»

«Η κυρία Καίτη και το κανίς»

Η κυρία Καίτη με επισκέφθηκε την επομένη της επιστροφής της από την Κομοτηνή, όπου είχε πάει να εγκαταστήσει το γιό της ο οποίος είχε περάσει στη Νομική Σχολή. Η κόρη της ήταν ήδη φοιτήτρια της Οδοντιατρικής, εδώ και δυο χρόνια στη Θεσσαλονίκη. Η κυρία Καίτη είχε χηρέψει νέα, και μεγάλωσε μόνη της τα δυο παιδιά. Δεν είχε αποφασίσει να ξαναφτιάξει τη ζωή της και τώρα, με την απομάκρυνση και του γιου, ένοιωθε το σπίτι τους άδειο, τη ζωή της δίχως νόημα. Είχε πάει και σε άλλο ψυχίατρο πριν από μένα, ο οποίος της έγραψε αντικαταθλιπτικά χάπια. Η κυρία Καίτη τα αγόρασε αλλά δεν τα έβγαλε από το κουτάκι. Διάβασε το χαρτί των οδηγιών και τα ξέχασε στο κομοδίνο της: δεν θα έπαιρνε χάπια, ενώ είχε μπροστά της τόσα πολλά τρεξίματα σε μια άγνωστη πόλη.

Η πόλη της Κομοτηνής ξύπνησε μέσα μου τις μνήμες από τη στρατιωτική μου θητεία, στο 513 Τάγμα Ανεπιθυμήτων, το μόνο τάγμα που είχε ακόμη μουλάρια, τους ξέφρενους καλπασμούς μου πάνω στη ράχη τους, μοναδικό μέσο μεταφοράς μας στα φυλάκια, στη συνοριακή γραμμή του Νομού Ροδόπης με τη Βουλγαρία, τις αγέλες των σκύλων που τριγύριζαν κι έβρισκαν θαλπωρή από τα απομονωμένα φανταράκια, μια μεγάλη χελώνα που είχε εγκατασταθεί στην αυλή του ιατρείου μου στο στρατόπεδο, ένα αυτοσχέδιο ενυδρείο, που μου έκανε δώρο ο Παύλος ο ασυρματιστής μας από το Πέραμα, με τρία-τέσσερα χρωματιστά ψαράκια. Από το ενυδρείο ο νους μου πήγε σε ένα δελφίνι που με φίλησε στο στόμα αργότερα, στο Βαραντέρο της Κούβας, και τα πούρα που καπνίζαμε τότε έφεραν στη μνήμη μου τα πούρα που καπνίζαμε με το μοναδικό συνάδελφο που έκανα παρέα όλα αυτά τα χρόνια, ο οποίος όταν φτάναμε στο τσακίρ κέφι στο σπίτι του (μαγείρευε ο ίδιος και είχε ανεξάντλητη κάβα από ακριβά κρασιά και σπάνια ποτά), έβγαζε από τη γυάλα το Λάκη, το δίχρονο βόα συσφιγκτήρα και μου τον περνούσε στο λαιμό σαν περιδέραιο.

Οι ψυχοθεραπευτικές ιδιότητες των ζώων ήταν γνωστές στους γυναικολόγους που εδώ και δεκαετίες συνεχίζουν να προτείνουν κάποιο τετράποδο στα ζευγάρια που δεν μπορούν να πιάσουν παιδιά, όταν δεν αντιμετωπίζουν οργανικό πρόβλημα. Η δελφινοθεραπεία επίσης, έχει διαπιστωθεί πως καταπολεμά το στρες και βοηθάει πάρα πολύ τα παιδάκια με αυτισμό, αλλά δεν έγινε ποτέ δεκτή από την επιστημονική κοινότητα. Τα ζωάκια πέρασαν επίσημα στη Ψυχιατρική το 2001, όταν μετά από την επίθεση στους Δίδυμους Πύργους, η Αμερικάνικη Ψυχιατρική Εταιρεία είδε να κατακλύζεται από επείγοντα ερωτήματα συναδέλφων από κάθε γωνιά της χώρας, οι οποίοι δεν ήξεραν τι να κάνουν με τον τεράστιο όγκο συμπτωμάτων άγχους, αϋπνίας και διάσπαση της προσοχής ενός μεγάλου αριθμού συμπολιτών τους, εξέδωσε την περίφημη οδηγία προς τα μέλη της, να συστήνουν σ’ αυτά τα περιστατικά, την υιοθέτηση κάποιου τετράποδου.

Πρότεινα λοιπόν, κι εγώ με τη σειρά μου στην κ. Καίτη να υιοθετήσει ένα σκυλάκι κι επειδή από τη συνεδρία είχα σχηματίσει την άποψη πως αυτό που θα της έλειπε περισσότερο ήταν οι καθημερινές λογομαχίες με το γιο της, στραφήκαμε μαζί στην επιλογή ενός φασαριόζικου και απαιτητικού κανίς. Ήταν μεγάλη η χαρά μου όταν στην επόμενη επίσκεψη η κ. Καίτη ήρθε με το γκριφόν-κανίς στο Ιατρείο να το γνωρίσω, μόνο που αναγκάστηκα να βγάλω στη βεράντα το Χόρχε τον οκτάχρονο γάτο μου αγκύρας να κάνει παρέα με τα τρία χελωνάκια μου, τον Χιούι, τον Λιούι (που στην πορεία αποδείχτηκε Λουΐζα), και τον Ντιούι. Το κανίς το βαφτίσαμε εκείνη τη μέρα Καρμέλα, από το καραμέλα.

 

«Ο Δάνδης του Συκουρίου»

«Ο Δάνδης του Συκουρίου»

Ο Ιπποκράτης, ως γνήσιος δανδής, ήταν κατά του γάμου. Ζούσε με τη μεγαλύτερη αδελφή του, ανύπαντρη κι αυτή, η οποία του μαγείρευε και τον πρόσεχε σαν παιδί της. Μετά τον πρόωρο θάνατο των γονιών τους σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα, τα δυο αδέλφια μετακόμισαν από τη Λάρισα στο χωριό κι εγκαταστάθηκαν στο πατρικό στους. Ο μακαρίτης ο πατέρας τους ήθελε τον Ιπποκράτη γιατρό, εξού κι επέμενε να του δοθεί το όνομα του πατέρα της Ιατρικής, που ως γνωστόν πέθανε και κηδεύτηκε στη Λάρισα. Ο Ιπποκράτης όμως αρνήθηκε πεισματικά να γίνει γιατρός όπως και το να γίνει οπωσδήποτε κάτι: ήταν ο μόνος από τους συμμαθητές μου που δεν πήγε φροντιστήριο και που δεν έδωσε πανελλήνιες. Δεν έγινε απολύτως τίποτα. Δεν εργάσθηκε ποτέ ούτε μια μέρα στη ζωή του. Πίστευε ακράδαντα πως ο κόσμος όφειλε να τον συντηρεί για την ομορφιά του και μόνο.

Ο Ιπποκράτης δεν ήταν κατά του γάμου για τον ίδιο προσωπικά, αλλά και κατά του γάμου των φίλων του. Με τα χρόνια, όταν αρχίσαμε να παντρευόμαστε με τη σειρά, άρχισε να βρίζει τις γυναίκες μας στην παρέα, ώσπου καμία τους δεν τον ήθελε πλέον στο σπίτι της. Έτσι σιγά-σιγά ξεκόψαμε τα πάρε-δώσε. Ο Ιπποκράτης, πάντα στην πένα, φρεσκοκουρεμένος, φρεσκοξυρισμένος και καλοσιδερωμένος, με τα ανοιχτόχρωμα πουκάμισα, τα καλοραμμένα μπλέιζερ και τα καλογυαλισμένα ακριβά παπούτσια, έβγαινε στο χωριό και καθόταν πάντα στο ίδιο καφενείο, στο ίδιο τραπέζι, που είχε πάντα δύο σερβίτσια: αν περνούσε κάποιος και πήγαινε να ανταλλάξει δυο κουβέντες μαζί του, ο Ιπποκράτης τον έδιωχνε λέγοντάς του πως κάθεται με κάποιον που είχε πεταχτεί μέχρι το περίπτερο για τσιγάρα ή πως περίμενε κάποιον που θα ερχόταν από στιγμή σε στιγμή. Ήταν ήδη η εποχή που οι συναναστροφές τού ήταν ανυπόφορες γιατί οι άνθρωποι απέπνεαν «ανθρωπίλα», μια οσμή που του ήταν αηδιαστική. Πρώτη φορά μας είχε αναφέρει την «ανθρωπίλα» πριν καμιά σαρανταριά χρόνια, όταν εικοσάρης πια είχε αποφασίσει να περάσει μια νύχτα στο κρεβάτι μιας χήρας. Έφυγε χαράματα από το σπίτι της, όχι για λόγους ηθικής τάξης αλλά γιατί μόλις μισάνοιξε τα μάτια του δίπλα της, τον πήρε η αποφορά του γυναικείου σώματος και το ‘βαλε στα πόδια.

Δεν ήταν ζήτημα μισογυνίας ή λανθάνουσας ομοφυλοφιλίας, και με τους άντρες το ίδιο έκανε. Θυμάμαι μια φορά που πήγα να τον αγκαλιάσω, είχαμε χρόνια να βρεθούμε, κι ο Ιπποκράτης έμεινε σαν από ξύλο γιατί δεν πρόλαβε να αποφύγει τον εναγκαλισμό μου. Ο μόνος άντρας που επέτρεπε να τον πλησιάσει ήταν ο κουρέας του χωριού. Ο Ιπποκράτης έμπαινε στο κουρείο την ώρα που είχε κλείσει ραντεβού (σιχαινόταν να περιμένει στην ουρά), καθόταν στην πολυθρόνα κι έλεγε στον μπαρμπέρη, «θα πάρω έναν υπνάκο, τώρα. Όταν ξυπνήσω θα με κουρέψεις». Και πράγματι κοιμόταν στην πολυθρόνα του κουρέα, χωρίς να τολμά κανένας να τον ξυπνήσει. Πολλοί μάλιστα, όταν μαθεύτηκε αυτή η συνήθειά του, μαζευόταν στο μπαρμπέρικο για να δουν τον Ιπποκράτη να απολαμβάνει τον ύπνο του, μακάριος, μέσα στη θρησκευτική σιωπή των παρισταμένων.

Τώρα τελευταία, που επέστρεψα πλέον κι εγώ στη γενέτειρα, σε όσους με πλησιάζουν να «κάνω κάτι για τον Ιπποκράτη», τους απαντάω με τη δική του αποστροφή όταν έμαθε πως έγινα ψυχίατρος: δεν μπορούμε (ευτυχώς) να τους κάνουμε όλους καλά!

 

«Ένας καλοσυνάτος ψυχίατρος»

«Ένας καλοσυνάτος ψυχίατρος»

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε στην πόλη των Αθηνών ένας καλοσυνάτος και υπέρβαρος ψυχίατρος, πάντα χαμογελαστός και με χοντρά μυωπικά γυαλιά πάνω στην κοντή του μύτη. Επειδή η καλοσύνη είναι πάντα ανώνυμη και μόνο η κακία έχει όνομα, επίθετο, πατρώνυμο και γένος, θα μου επιτρέψετε να μην τον κατονομάσω. Ζούσε, λοιπόν, όπως είπαμε στην Αθήνα και συγκεκριμένα στα Ιλίσια, κάνοντας καθημερινά τη διαδρομή από το διαμέρισμά του στον τρίτο όροφο μέχρι την Πανεπιστημιακή Κλινική του Αιγινητείου, όπου εκπλήρωνε τα καθήκοντα του αναπληρωτή καθηγητή της Ψυχιατρικής, δημοφιλής ανάμεσα στους ειδικευόμενους κι αγαπητός όσο κανένας άλλος, με το χιούμορ του και τις ατάκες του που καθιστούσαν παιγνίδι ακόμα και τα πιο σκληρά περιστατικά χάρη στις πλατιές του γνώσεις πάνω στο αντικείμενο της επιστήμης του αλλά και, γενικότερα, πάνω στα ανθρώπινα. Για έναν καιρό μάλιστα είχε διαδοθεί η φήμη πως αυτός ήταν ο σκιτσογράφος Αρκάς της Ελευθεροτυπίας. Κάποια σαΐνια απ’ τους φαρμακευτικούς επισκέπτες διέδωσαν τη φήμη: ο γιατρός μας είναι αλήθεια πως στα διαλείμματα του επιστημονικού του έργου μουτζούρωνε κάποια χαρτιά, σκιτσάριζε πρόσωπα ασθενών και καμιάς ομορφούλας από τις ειδικευόμενες, αλλά μόλις έμπαινε κάποιος στο γραφείο του, τα έκρυβε βιαστικά κάτω από τα ιστορικά και τις καρτέλες των ασθενών. Δεν τα έδειχνε ποτέ σε κανέναν. Από κει και από το γεγονός πως έτρεφε καταγωγή από την Αρκαδία, για αρκετά χρόνια ήταν αντιμέτωπος με τη φήμη του Αρκά, πράγμα το οποίο ο ίδιος ούτε επιβεβαίωνε, αλλά ούτε και διέψευδε.

Ο γιατρός μας είχε γίνει γνωστός και για μια άλλη καλοσύνη του: έδινε πιστοποιητικά απαλλαγής από το στράτευμα –τα γνωστά μας τρελόχαρτα– σε όποιον δεν ήθελε να υπηρετήσει τη θητεία του. Τα έδινε από ιδεολογία, δε χρηματίστηκε ποτέ, κι από κει ξεκίνησε η μεγάλη συμπάθεια ως τα όρια της αφοσίωσης που του επιφύλασσαν οι αθίγγανοι όχι μόνο του Λεκανοπεδίου, αλλά και της υπόλοιπης Ελλάδας, αναδεικνύοντάς τον ως τον Ψυχίατρο-Βασιλιά των Τσιγγάνων, όχι μόνο στα «τρελόχαρτα» αλλά και στις παθήσεις τους, με τις ιδιοτροπίες τους, και τις παρεκκλίσεις από τα καθιερωμένα στην Ψυχιατρική –εμφάνιση συμπτωμάτων και συνδρόμων– σε σχέση με την οργάνωση της σκέψης, τα ήθη και τα έθιμα της φυλής, καθιστώντας το γιατρό μας από τους σκαπανείς στη Διαπολιτισμική Ψυχιατρική.

Όλα αυτά δε θα είχαν καμιά απολύτως σημασία, αν δε συνοδεύονταν κι από έναν ευγενή θάνατο. Ναι, ο γιατρός μας πέθανε εκεί στα Ιλίσια, στη γνωστή σας καθημερινή διαδρομή απ’ το διαμέρισμά του στο Αιγινήτειο, από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, ένα μεσημέρι με καύσωνα. Προτού εκπνεύσει, είχε την ευγένεια να παρκάρει το ντεσεβό του στην άκρη του δρόμου, χωρίς να προκαλέσει καμιά ζημιά. Αν ο θάνατος δείχνει το ποιόν του ανθρώπου, ο γιατρός μας με το θάνατό του έκανε και την τελευταία του καλοσύνη στην ανθρωπότητα.

 

«Ο χρόνος, το σεξ και η σωτηρία της ψυχής»

«Ο χρόνος, το σεξ και η σωτηρία της ψυχής»

Αφού φόρεσα, για δεκαπέντε περίπου μέρες, τα δυο μου μαγιό-βερμούδες εναλλάξ, το θαλασσί και το πορτοκαλί, η γυναίκα μού έδωσε ένα μαγιό-μποξεράκι, εφαρμοστό και μαύρου χρώματος, γιατί είχε βαρεθεί να με βλέπει. Το φόρεσα, μου άρεσε, όπως είπε κι εκείνη με έκανε πιο «σέξι», και βγήκα στην παραλία. Είναι αλήθεια πως τα μισά μπούτια ήταν μαυρισμένα και τα πιο πάνω κάτασπρα, αλλά σε λίγες μέρες θα είχαν μαυρίσει ομοιόμορφα. Τι πείραζε; Ούτε με πείραξε πως το μαγιό ήταν από κάποιον πρώην γκόμενό της που το είχε ξεχάσει στο δικό της σάκο θαλάσσης. Σκέφτηκα μετά λύπης πως αν, σε μια έκρηξη οργής δεν είχα πετάξει σε ένα κάδο απορριμμάτων στη Νέα Σμύρνη, το πανάκριβο σινιέ μπικίνι μιας επίσης πρώην φίλης μου, φέτος το καλοκαίρι, η γυναίκα μου κι εγώ θα κατεβαίναμε στην παραλία φορώντας τα μαγιό των εκατέρωθεν σχέσεών μας. Μετά σκέφτηκε εκείνη πως αν τα πράγματα που τους είχαμε χαρίσει ή είχαμε ξεχάσει εμείς σ’ εκείνους, τα ανακύκλωναν κι εκείνοι στις νέες τους σχέσεις, το ρολόι που της χάρισα π.χ. να το ξεχνούσε ή να της το έκλεβε για εκδίκηση ο πρώην της μετά από μένα, ο οποίος με τη σειρά του θα το έκανε δώρο την πρώτη επέτειο της γνωριμίας τους, πάνω στη βδομάδα δηλαδή, στη νέα του γκόμενα η οποία αμέσως μετά τον χωρισμό τους θα το περνούσε στον επόμενο.

Αμέσως μετά το πρώτο μου διαζύγιο κι ενώ ακόμη δεν είχα αλλάξει σπίτι, η κοπέλα που είχα τότε κρατούσε στην τουαλέτα του μπάνιου ένα κουτί Μουράνο με τα μπικουτί της πρώην συζύγου μου, χωρίς να μου πει τίποτα. Η πρώην μου σύζυγος τα μάζεψε κι επέστρεψε στην πατρίδα της (Ιταλία), αφήνοντάς μου δύο κουταλάκια και τρία πιάτα, αλλά στη φούρια της να τα πάρει όλα είχε ξεχάσει τα μπικουτί. Εγώ, από την άλλη, μέσα στο γενικό χαμό, δεν είχα αντιληφθεί πως η πρώην γυναίκα μου τα είχε ξεχάσει κι η νέα σύντροφος που ήρθε να συμβιώσουμε δεν μου είπε τίποτα για τα μπικουτί της πρώην μου, αλλά ούτε και τα πέταξε. Τα βρήκα και τα πέταξα εγώ, αρκετούς μήνες αργότερα, όταν πληροφορήθηκα από κοινό μας φίλο πως η νέα γυναίκα με παράτησε (όπως του εξομολογήθηκε), γιατί δεν μπορούσε να ξεπεράσει το φάντασμα της προηγούμενης γυναίκας στην οποία εγώ φαινόμουν τόσο αφοσιωμένος που δεν μπορούσα να στερηθώ ούτε τα ευτελή προσωπικά της αντικείμενα και τα φύλαγα κάτω από τα μάτια της, επίτηδες, για να της θυμίζω πως μόνον την πρώην αγάπησα πραγματικά.

Είχα διαβάσει παλιά το γάλλο δάσκαλο της ψυχιατρικής, τον Ενρί Έϊ, ο οποίος μου έμεινε στη μνήμη για τον ορισμό του χρόνου στις ψυχιατρικές παθήσεις. Ο καταθλιπτικός ζει στο παρελθόν. Ο μανιακός στο μέλλον. Ο σχιζοφρενής σ’ έναν κατακερματισμένο χρόνο φτιαγμένο από παράλληλα σύμπαντα και ευπώλητες αιωνιότητες της στιγμής, που κάναν εκατομμυριούχους τους γνωστούς ξετσίπωτους γραφιάδες της μόδας. Ο χρόνος είναι ένας και τρέχει μόνο μπροστά, από τη στιγμή του Μπινγκ-Μπανγκ ασταμάτητα. Ο εραστής καβάλα στο βέλος του χρόνου, είναι αυτός που έχει αναλάβει να διορθώσει τα λάθη του από τη μια σχέση στην άλλη, να τελειοποιήσει τις ελάχιστες αδυναμίες του και την αρνητική ενέργεια, γιατί μόνον ο εραστής μέσα από το χρόνο καταφέρνει κάποια στιγμή να μας αποκαλύψει το μυστικό για τη σωτηρία της ψυχής μας.

Έχω φορέσει μαγιό άλλων λοιπόν, μπλουζάκια άλλων, παντόφλες, πουκάμισα και παντελόνια (και ξεχειλωμένα πουλόβερ κάποιες φορές), με την πίστη πως θα καταφέρω να σώσω τελικά τη ψυχή μου μέσα σ’ αυτόν τον ένα και μοναδικό χρόνο που μου αντιστοιχεί, γιατί ειλικρινά μόχθησα να βελτιώσω τα ελαττώματά μου, από σχέση σε σχέση, να δίνω και να παίρνω μεγαλύτερη απόλαυση στο σεξ.

 

«Η γυναίκα που ζούσε μόνο νύχτα»

«Η γυναίκα που ζούσε μόνο νύχτα»

Η Φανή άρχισε να βγαίνει νύχτα το πρώτο εξάμηνο μετά το γάμο της. Ήταν εύκολο για κείνη: ο άντρας της, ένας πανύψηλος κι αδύνατος Κοζανίτης, δούλευε τυπογράφος στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο και οι νυχτερινές βόλτες της Φανής δεν έγιναν αντιληπτές από την αρχή.

Η Φανή, βαθμηδόν, απέκτησε τις συνήθειες του συζύγου της, όπως αρμόζει σε κάθε καλή σύζυγο που έχει το καθήκον να προσαρμοσθεί στα θέλω και τα πρέπει του συμβίου της (αναρωτηθήκατε ποτέ γιατί δεν υπάρχει το αντίστοιχο αρσενικό της λέξης «συμβία»; Απλώς γιατί κατά τας γραφάς είναι πάντα η γυναίκα που ακολουθεί τον άντρα…)

Πρωί επέστρεφε από τη δουλειά ο Αποστόλης και έπεφτε για ύπνο, για ύπνο έπεφτε και η Φανή. Στις αρχές κατάφερε να επιστρέφει κι εκείνη το πρωί, λίγο προτού μπει κι ο σύζυγος στο σπίτι. Μετά, ο Αποστόλης επέστρεφε και δεν την έβρισκε, αλλά όταν ξυπνούσε έβρισκε ένα πιάτο ζεστό φαΐ να τον περιμένει και τη Φανή χαμογελαστή και πιο όμορφη από κάθε άλλη φορά. Όταν, πια, η Φανή έκανε τρεις ολόκληρες μέρες να φανεί στο σπίτι τους, ο Αποστόλης αναγκάστηκε να την πάει για πρώτη φορά σε ειδικό ψυχικής υγείας, όπως τον συμβούλεψε και το στενό του οικογενειακό περιβάλλον. Η Φανή είχε επιστρέψει με κάτι μελανιές στα χέρια και στο λαιμό, δεν απαντούσε σε καμιά ερώτηση του Αποστόλη, το βλέμμα της τον ξεπερνούσε κι έπεφτε πίσω και πάνω του, στο υπερπέραν. Είχε σταματήσει φυσικά να μαγειρεύει και δεν ασχολιόταν πλέον με την καθημερινή λάτρα του σπιτιού. Μετά την επίσκεψη στο γιατρό μετέτρεψε το δωμάτιό της πρώτα, και κατόπιν ολόκληρο το σπίτι, σε νύχτα: τα πατζούρια ήταν κατάκλειστα, μαύρες βαριές κουρτίνες έπεφταν μέχρι το πάτωμα, είχε σπάσει τους γλόμπους από όλα τα φωτιστικά κι επιπλέον φορούσε ένα ζευγάρι χοντρά μαύρα γυαλιά που δεν τα έβγαζε ούτε στον ύπνο της. Τα φάρμακα τα έπαιρνε κανονικά, αλλά φαίνεται πως δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα και καμία επίδραση πάνω της.

Νύχτα έγινε και η πρώτη της νοσηλεία σε ιδιωτική κλινική: ο εφημερεύων διεκπεραίωσε απλώς τα τυπικά, η Φανή δεν έβγαλε άχνα σε καμία από τις ερωτήσεις του, ο σύζυγος είπε πως ό,τι είχε να πει θα τα έλεγε μόνο στο γιατρό που θα την αναλάμβανε επίσημα, αύριο. Τις τρεις εβδομάδες της νοσηλείας της η Φανή, παρ’ όλη την παρακολούθηση και τη συνεχή φαρμακευτική αγωγή, συνέχισε να κάνει τη νύχτα μέρα, αναστροφή του ύπνου λέγεται αυτό, και τη μέρα νύχτα. Είχε κρεμάσει μια κουβέρτα στο παράθυρο και κοιμόταν στα σκοτάδια όλη μέρα. Ρωτήθηκε ο κλινικάρχης, αλλά την άφησε με την κουβέρτα στο παράθυρο, αφού πλήρωνε μονόκλινο και δεν ενοχλούσε κανέναν. Τη νύχτα έβαζε στο δωμάτιό της πρεζάκια, νεαρούς που νοσηλεύονταν για αποτοξίνωση, τους χαρτζιλίκωνε με τίποτα ψιλά, κάνα σάντουιτς από την καντίνα, καμιά πίτσα από ντελίβερι.

Ύστερα από κάποια χρόνια η Φανή, κι αφού συνέχισε να ζει μόνο νύχτα, έδωσε στον Αποστόλη ένα τέκνο. Το αγόρι της γεννήθηκε στις δύο η ώρα μετά τα μεσάνυχτα κάποιον θερμό Ιούλιο και το βάπτισε, προς τιμήν όλων των αντρών που πλάγιασαν μαζί της, Απόλλων. Εν αγνοία της πως με την ονοματοθεσία καταργούσε και την προσωπική της νύχτα.

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: