«Η σωτηρία της ψυχής»

«Η σωτηρία της ψυχής»

Ναι, η ψυχή είναι ένα άρμα που το σέρνουν δύο άλογα: η λογική και το συναίσθημα. Το θέλω και το πρέπει. Αυτά τα δύο άλογα πρέπει να τρέχουν στην ίδια κατεύθυνση, γιατί αντιλαμβάνεστε τι πρόκειται να γίνει αν το ένα στρίβει αριστερά και το άλλο πάει αντίθετα: το άρμα δε θα κρατήσει την πορεία του και ο αναβάτης θα ανατραπεί. Ίσως από κει βγήκε και το «έχων σώας τας φρένας μου», γιατί η ψυχική υγεία είναι ζήτημα ισορροπημένων φρένων, σαν τον αμαξηλάτη που πρέπει να χαλιναγωγεί συνεχώς το ζεύγος των αλόγων του, που είναι δεμένα στο καπίστρι, να ξέρει πότε θα τα μαστιγώσει και πότε θα αφήσει τα χαλινάρια χαλαρά. Για όλους αυτούς τους λόγους αποκαλούσαμε φρενίατρο παλιότερα τον σημερινό ψυχίατρο.

Καθόμασταν στο αρχονταρίκι μια μεγάλης μονής στο Άγιον Όρος, για την καθιερωμένη υποδοχή με τσίπουρο και λουκουμάκι με άρωμα γαρίφαλου και τις συστάσεις εκατέρωθεν ως καλωσόρισμα μια και θα παραμέναμε μια νύχτα στην Ιερά Μονή, και μόλις συστήθηκα και με ρώτησε ο άγιος πατέρας τι δουλειά κάνω, και του είπα «ψυχίατρος», ο άγιος πατέρας έμπηξε μια ισχυρή κραυγή: «Εγώ είμαι ψυχίατρος!» φώναξε θυμωμένος. «Εγώ έχω αναλάβει την ψυχή των ανθρώπων». Έμεινα αποσβολωμένος από την απρόσμενη επίθεση μέσα στο λιτό και γαλήνιο περιβάλλον του οντά, με κομμένη την ανάσα, ενώ ο άγιος πατέρας δεν έλεγε να ηρεμήσει· έτρεμε ολόκληρος από οργή μέσα από τη γενειάδα του, και συνέχισε τον μονόλογό του: «Τι γνωρίζετε εσείς περί ψυχής; Εγώ έχω σκύψει πάνω στις ψυχές των ανθρώπων. Δικό μου έργο και αποστολή είναι να σώσω την ψυχή τους. Η σωτηρία της ψυχής τους είναι αποκλειστικά δικό μου έργο και της Εκκλησίας. Ας βρείτε έναν άλλον ορισμό για το επάγγελμά σας, τρελογιατρέ. Σας απαγορεύω να αναφέρετε πάλι την ιδιότητά σας, μέχρι να μου προτείνετε έναν δικό σας ορισμό».

Άφησα τους άλλους φίλους προσκυνητές και κατηφόρισα στο μονοπάτι της μονής για τον ταρσανά. Κάθισα σε ένα πεζούλι κι άναψα τσιγάρο μπροστά στη θάλασσα· εκεί οργάνωσα κάπως τις σκέψεις μου και υιοθέτησα τον ξεχασμένο όρο φρενίατρος. Ήδη πέραν του Ατλαντικού μιλούσαν για νευροεπιστήμες και μελετητές του ανθρώπινου εγκεφάλου και της συμπεριφοράς. Οι ψυχασθενείς ύστερα από λίγα χρόνια θα αποκαλούνταν και στη χώρα μας «χρήστες υπηρεσιών ψυχικής υγείας».

Είναι αλήθεια πως στο Άγιον Όρος οφείλω τη σωτηρία της δικιάς μου ψυχής: ένας άλλος άγιος πατέρας σε ένα άλλο φιλόξενο μοναστήρι, σε μια άτυπη εξομολόγησή μου κατά τη διάρκεια του περιπάτου μας στα αμπέλια της μονής, πως ήμουν αμαρτωλός γιατί κατ’ επανάληψη υπέπιπτα στο αμάρτημα της μοιχείας, γύρισε και μου είπε απλά και μειλίχια: «Πρέπει να χωρίσεις από τη σύζυγό σου. Κι εσύ αμαρτάνεις κι εκείνη τη στενοχωρείς διαρκώς». Και μόνο αυτή η φράση του με γαλήνεψε. Επέστρεψα στον κόσμο αποφασισμένος να θέσω τέρμα στον γάμο μου και πράγματι μερικά χρόνια μετά πήρα το διαζύγιό μου. Έγινα ένας απλός προπονητής αμαξηλατών· να τους μαθαίνω να οδηγούν μαζί το ζεύγος των αλόγων: τη λογική με το συναίσθημα, το συναίσθημα με τη λογική. Δεν τήρησα ωστόσο επακριβώς τις κουβέντες των αγίων πατέρων. Συνέχισα και μετά το διαζύγιό μου να διαπράττω το αμάρτημα της μοιχείας (πηδώντας τις γυναίκες των άλλων), και πού και πού έκανα και τον ψυχίατρο για να εξασφαλίσω τα προς το ζην…

Ο άγιος πατέρας που υποστήριξε πως είναι ψυχίατρος έγινε θλιβερά γνωστός στο πανελλήνιον αρκετά χρόνια αργότερα ως ηγούμενος Εφραίμ Βατοπεδινός.

 

«Το επείγον Κοφινάς»

«Το επείγον Κοφινάς»

«Δεν υπάρχουν επείγοντα στην Ψυχιατρική», μου έλεγε ο Αντώνης στις αρχές της ειδικότητάς μου, κι εγώ τον κοιτούσα απορημένος και δεν μπορούσα να τον πιστέψω. Μόλις τέλειωνε με τις σοφίες του ο Αντώνης έπαιρνε την μπάλα ο Κώστας ο οποίος συνέχιζε: «Για να αποφασίσετε ποιόν θα κρατήσετε για αναγκαστική νοσηλεία σας χρειάζονται μόνο δύο λεπτά της ώρας: ο νόμος σας δίνει το δικαίωμα να τον κρατήσετε χωρίς λόγο δύο ολόκληρα εικοσιτετράωρα. Καλύτερα να τον βγάλουμε εμείς σε καναδυό μέρες, παρά να τον αφήσετε έξω και να σκοτώσει κανέναν».

Το «επείγον Κοφινάς» έσκασε ένα Σάββατο βραδάκι, τέλη Οκτωβρίου με γαϊδουροκαλόκαιρο, βαριόμουν αφόρητα δίπλα στη σύζυγό μου μπροστά στην τηλεόραση (πρώτο πρόγραμμα της RAI), και χωρίς να το σκεφτώ δυο φορές απάντησα πως θα πήγαινα στη μητέρα του ασθενούς που με εκλιπαρούσε να τους επισκεφτώ κατ’ οίκον. Ο Κούλης αρνήθηκε να πάρει τη μεσημεριανή του δόση, δεν τους μιλούσε. Τους αγριοκοίταζε κι όταν η μικρότερη αδελφή του τον πλησίασε κρατώντας στο χέρι τα δυο χρωματιστά χαπάκια, της άρπαξε το ποτήρι με το νερό από το άλλο χέρι και την περιέλουσε. Μετά έσπασε το ποτήρι στον τοίχο. Κλείστηκε μακριά από τους άλλους στο δωμάτιό του, είχε πάει εφτά η ώρα το απόγευμα και δεν έδινε σημεία ζωής.

Δέχτηκα με ευχαρίστηση το «ουισκάκι» που με τράταραν: με το δεύτερο ποτηράκι κατάλαβα πως η νύχτα θα ήταν μακριά. Τηλεφώνησα στον Λάσκαρη να έρθει να πιει μαζί μας, κι αν χρειαζόταν να μεταφέρουμε τον Κούλη με το Τογιότα Στάρλετ της μάνας του: κατακόκκινο, χιλιομεταχειρισμένο και δίπορτο. Ο Λάσκαρης άργησε να έρθει γιατί περίμενε τη μάνα του να του δώσει το αυτοκίνητο. Ο Κούλης, στο τρίτο μου ουϊσκάκι, βγήκε σα σίφουνας από το δωμάτιό του και όρμησε γυμνός στην 3ης Σεπτεμβρίου: τρέξαμε ξωπίσω του όλοι, έτσι όπως καθόμασταν στο σαλονάκι, ο πατέρας του, η αδελφή του, η μάνα του κι εγώ. Ο Κούλης δεν είχε απομακρυνθεί: στεκόταν ολοτσίτσιδος, ψηλός και γεροδεμένος στο απέναντι πεζοδρόμιο, βρίζοντας και απειλώντας πως θα πηδήξει όλον τον κόσμο με το εργαλείο που κράδαινε στα χέρια. Πάνω εκεί νάσου κι ο Λάσκαρης, αλλά έγινε αμέσως αντιληπτό από όλους μας πως ήταν αδύνατον να χωρέσει ο Κούλης στο σταρλετάκι. Κατάφερε ωστόσο να τον πλησιάσει και να του πετάξει ένα τζιν, και προς μεγάλη μας ανακούφιση ο Κούλης το πέρασε στα πόδια του, προς απογοήτευση των χασομέρηδων απ’ τα μπαλκόνια και των τρομαγμένων περαστικών που καθόταν και κοιτούσαν από απόσταση ασφαλείας. Τελικώς ένα ασθενοφόρο που περνούσε τυχαία δέχθηκε να τον μεταφέρει στο οικείο αστυνομικό τμήμα. Εκεί ο Κούλης χόρεψε την καλύτερη ταραντέλλα που είδα ποτέ, καθώς πέντε αστυνομικοί δεν μπορούσαν να τον βάλουν κάτω κι εκείνος τους χόρευε ένα γύρω από τον έναν τοίχο στον άλλον. Με τα πολλά φτάσαμε όλοι μαζί στο Δαφνί, κι επειδή η εφημερεύουσα ιατρός ακολουθούσε, φαίνεται, τη σχολή Κώστα, του έκανε την εισαγωγή μέσα σε δύο λεπτά της ώρας, κι εγώ θυμήθηκα τον άλλον δάσκαλο τον Αντώνη: «δεν υπάρχουν επείγοντα, επειδή τα επείγοντα στην Ψυχιατρική τα αναλαμβάνει η αστυνομία». Πήρα τον Λάσκαρη και φύγαμε με το σταρλετάκι για πατσά και μπύρες. Την άλλη μέρα το πρωί μάθαμε πως ο Κούλης είχε δραπετεύσει από το Δαφνί, αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία.

 

«Ο Dr. Πινόκιο στέκεται στην ουρά»

«Ο Dr. Πινόκιο στέκεται στην ουρά»

«Γάλα πίνουν μόνο τα μωρά και τα φίδια», επαναλάμβανα σαν προσευχή από μέσα μου, προσπαθώντας να πείσω τον εαυτό μου να εγκαταλείψει την ουρά που είχε σχηματιστεί μπροστά από τα αυτόματα μηχανήματα πώλησης φρέσκου παστεριωμένου γάλακτος της «ΘΕΣγαλα». Μόλις όμως άκουσα από τη χαριτόβρυτο νεαρά με τη στολή του Συνεταιρισμού Γάλατος Θεσσαλίας πως τα αυτόματα μηχανήματα είναι ιταλικά, αισθάνθηκα ξαφνικά πως ζούσα μια σκηνή από καλό νεορεαλιστικό κινηματογράφο: οι κουβέντες έδιναν κι έπαιρναν, άγνωστοι μέχρι προ ολίγου άνθρωποι συνομιλούσαν μεταξύ τους σαν φίλοι καρδιακοί, οι μανάδες σύγκριναν τις τιμές των φροντιστηρίων, ένας φωνακλάς έβριζε «σίχαμα» μια κυρία που προσπέρασε την ουρά, ένας μπόμπιρας ξεπερνώντας κατ’ εξακολούθηση την ουρά γέμιζε τα μπουκάλια τέσσερα τέσσερα. Θυμήθηκα πως έκανα κι εγώ στην ηλικία του την ίδια δουλειά. Στα εφτά μου χρόνια έμπαινα στη σπηλιά της Αγίας Παρασκευής στα Τέμπη και κουβαλούσα μπουκαλάκια με αγίασμα στις κυρίες και τις γιαγιές, που με φιλοδωρούσαν με γλυκίσματα και πενταροδεκάρες.

Από τη στιγμή που η πλατεία (άλλη μία ιταλική επινόηση) έπαψε να αποτελεί σημείο συνάντησης και κοινωνικοποίησης, οι ουρές για το γάλα που εμφανίστηκαν τις τελευταίες δεκαπέντε μέρες στη Λάρισα μάς φέρνουν πίσω, στην αίσθηση της πλατείας. Τώρα, οι άνθρωποι στριμώχνονται και η σωματική επαφή του ενός με τον άλλον δε φέρνει απέχθεια κι αποστροφή. Τις τελευταίες δεκαετίες ήμασταν όλοι μάρτυρες της αποξένωσης και της αποφυγής: στις ταβέρνες δε γινόμασταν πια όλοι μια παρέα, δεν τραγουδούσαμε όλοι μαζί όπως παλιά, κι αν κατά λάθος έσπρωχνες την καρέκλα του διπλανού σου γινόταν παρεξήγηση. Με μεγάλη αγαλλίαση διαπίστωσα πως στην ουρά για το γάλα δεν ενοχλούνταν κανένας: εκτός από δυο τρεις μουτρωμένους που εγκατέλειψαν γρήγορα κι έφυγαν, όλοι όσοι μείναμε το διασκεδάζαμε. Άρχισα να φαντάζομαι τα νέα ειδύλλια που θα γεννιούνταν με αφορμή την ουρά για το γάλα, τις γνωριμίες, τους έρωτες.

Ο Φεντερίκο Φελίνι έλεγε στον οδηγό του να τον αφήσει στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό της Ρώμης, το Στατσιόνε Τέρμινι, κατέβαινε από τη λιμουζίνα του και τον κατάπινε το μετρό. Εκεί, έβγαζε το μπλοκάκι του και σκιτσάριζε φάτσες και πρόσωπα που θα τα αναπαριστούσε στις ταινίες του. Κατέβαινε στον σταθμό της Τσινετσιτά κι έμπαινε στα στούντιο. Ο Φίλιππος Βλάχος μού είχε πει, όταν τον επισκέφθηκα στο τυπογραφείο του (εκδόσεις Κείμενα), το καλοκαίρι του 1975, πως αν θέλω πράγματι να γίνω ποιητής, θα έπρεπε να γυρίσω από τη Ρώμη και να ζήσω στην Ελλάδα. Ο ποιητής έχει ανάγκη να ακούει τη γλώσσα του καθημερινά, τη γλώσσα με τις χιλιάδες αποχρώσεις της, τους ιδιωματισμούς και την καθημερινή της ανάπλαση, την ευρηματικότητα.

Ο ασπρομάλλης κύριος, καθώς η ουρά είχε πλέον πυκνώσει, απεύθυνε σε όλους μας με δυνατή φωνή το εξής ερώτημα: «Ξέρετε πόσοι κρατούμενοι υπάρχουν στις ελληνικές φυλακές;» «Τριάντα χιλιάδες», φώναξε κάποιος. «Ογδόντα χιλιάδες», είπε ένας τρίτος. «Ε, λοιπόν, πόσα εκατομμύρια είμαστε; Δέκα, έντεκα; Οι φυλακισμένοι είναι οκτώμισι χιλιάδες. Απ’ αυτούς οι τέσσερις χιλιάδες είναι αλλοδαποί και πρεζάκια, που σημαίνει πως έντεκα εκατομμύρια Έλληνες είναι όλοι τους καλά παιδιά. Στην Ελλάδα», ολοκλήρωσε, «είναι φυλακή μόνον ή οι πολύ φτωχοί ή οι πολύ μαλάκες, αυτοί που έκαναν τόσο μεγάλη μαλακία, που τη βλέπει ακόμα κι η τυφλή δικαιοσύνη».

Είχα φύγει στις οκτώ η ώρα το βράδυ από το σπίτι για να πάρω γάλα, και γύρισα στις δέκα και τέταρτο. Η νεορεαλιστική μας κωμωδία κλείνει με τη γυναίκα μου έτοιμη να τηλεφωνήσει στο εκατό να δηλώσει την εξαφάνισή μου, στο Γενικό Νοσοκομείο να μάθει αν ζω ή πέθανα, στα ανίψια μου να βγουν στους δρόμους να με ψάξουν. Της υποσχέθηκα πως άλλη φορά δε θα βγω χωρίς το κινητό μου απ’ το σπίτι.

 

 

«Η Μυρτώ και το επίδομα του ΟΑΕΔ»

«Η Μυρτώ και το επίδομα του ΟΑΕΔ»

Επιστρέφοντας στο ταχυδρομείο μετά τοn Δεκαπενταύγουστο έμεινα έκπληκτος από την αύξηση του γραμματοσήμου σε 0,72 λεπτά (από 0,62), για το απλό γράμμα εσωτερικού. Η απροειδοποίητη αύξηση φυσικά δεν αναστάτωσε κανέναν και πέρασε απαρατήρητη από όλους, εκτός φυσικά από εμάς που εμπιστευόμαστε ακόμη το ταχυδρομείο για να αλληλογραφήσουμε με τους φίλους μας. Μετά σκοτώθηκε ο δεκαεννιάχρονος Θανάσης Καναούτης γιατί δεν έκοψε εισιτήριο 1,20 ευ ρώ στο Περιστέρι για το τρόλεϊ. Μετά είδαμε τη γελοιοποίηση του πρωθυπουργού της Μ. Βρετανίας Ντέιβιντ Κάμερον που δεν ξέρει πόσο έχει μια φραντζόλα ψωμί.

Είχα υποστηρίξει παλιότερα πως κανένας δεν μπορεί να γράφει ποιήματα αν δε γνωρίζει την τιμή της ντομάτας. Η Μυρτώ άλλαξε ψυχίατρο επειδή ο γιατρός της δε γνώριζε πόσο είναι το επίδομα του ΟΑΕΔ. Σκέφτηκε πως δεν μπορούσε να τη βοηθήσει αληθινά ένας γιατρός που αγνοούσε τις συνθήκες της ζωής της, και είχε δίκιο. Η Μυρτώ ρώτησε τον νέο της γιατρό προτού του παραδοθεί αν γνώριζε πόσο έχει η πιο φτηνή ανανέωση ομιλίας για καρτοκινητό, και ποιο το εύρος των τηλεφωνικών καρτών. Ένας ψυχίατρος, όπως κι ένας ποιητής, πρέπει να γνωρίζει πάρα πολλά θέματα, ή τουλάχιστον να έχει μια άποψη των συνθηκών ζωής σε μια μεγάλη γκάμα κοινωνικών τάξεων και καθημερινής ζωής. Πρέπει να παίρνει τα μέσα μαζικής μεταφοράς, να συχνάζει και σε κουτούκια και σε ρεστοράν. Πρέπει να παρακολουθεί τις ειδήσεις καθημερινά, να διαβάζει τουλάχιστον δύο εφημερίδες και να βλέπει τα σίριαλ καθημερινά. Να έχει προσωπικό λογαριασμό στα κοινωνικά δίκτυα. Να ακούει όλων των ειδών τις μουσικές και να βλέπει πολύ θέατρο και κινηματογράφο.

Έλεγα στους ειδικευόμενους πως δε φτάνουν οι 600 σελίδες της Ψυχιατρικής του Στεφανή για να γίνουν Ψυχίατροι, αφού κι ένας χαζός μπορεί να τις αποστηθίσει. Έπρεπε ταυτόχρονα να βλέπουν θέατρο, να συχνάζουν σε γκαλερί και σε μουσεία. Να διαβάζουν φιλοσοφία και λογοτεχνία. Να επισκέπτονται συχνά τις λαϊκές αγορές, τα παλιατζίδικα, και να αναπνέουν τον αέρα στα παζάρια και στις φτωχογειτονιές. Προτού μ’ αναγνωρίσει ο εμιγκρέ Πολωνός ψυχίατρος στο Club Med στην Κω, τον Αύγουστο του 1994 (το θυμάμαι γιατί το συνδέω με τις πυρκαγιές που είχαν ξεσπάσει κι εκείνη τη χρονιά στη Χίο), περάσαμε το δείπνο, στο μεγάλο στρογγυλό τραπέζι όπου τυχαία καθίσαμε με τις γυναίκες μας και άλλους τέσσερις, να με ανακρίνει για τις καλές τέχνες, τον ευρωπαϊκό και τον αμερικάνικο κινηματογράφο, τον Τσάρλι Πάρκερ και τον Αζναβούρ, και στο τέλος με ένα θριαμβευτικό ύφος γύρισε, με κοίταξε στα μάτια και μου είπε: «Είσαι ψυχίατρος!» «Ναι», του είπα, «πώς το κατάλαβες;» «Είμαι ψυχίατρος κι εγώ. Εμιγκρέ Πολωνός στο Λονδίνο».

Η Μυρτώ γύριζε τις γειτονιές της Αθήνας με ποδήλατο. Το φόρτωνε και στο μετρό. Θα την έχετε συναντήσει κι εσείς: είναι το κορίτσι που σας πλησιάζει χαμογελώντας στη στάση και σας δίνει στο χέρι το χτυπημένο της εισιτήριο για να εξαντλήσετε εσείς την υπόλοιπη διαδρομή. Έχει μάθει να είναι αλληλέγγυη με τους μετανάστες, τους αστέγους και τα παιδιά. Όταν είναι ελεύθερη ψυχιατρικών επεισοδίων, τους παίζει κουκλοθέατρο στα πάρκα και στους δρόμους. Μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα είναι και πάλι σε υποτροπή: πιστεύει πως είναι ο Νίκος Μιχαλολιάκος.

 

 

«Η αργή μεταμόρφωση της Μαριάνθης Ψ.»

«Η αργή μεταμόρφωση της Μαριάνθης Ψ.»

Η Μαριάνθη Ψ. πίστευε στη βασκανία και στο κακό μάτι. Όντας φοιτήτρια της Ιατρικής στην Πάτρα έπαιρνε κάθε τρεις και λίγο τηλέφωνο στη μητέρα της στους Αγίους Αναργύρους, να την ξεματιάσει εξ’ αποστάσεως. Πήρε μετεγγραφή στο πρώτο εξάμηνο για το πανεπιστήμιο Αθηνών, κι έκτοτε δεν απομακρύνθηκε από την οικογενειακή εστία. Πρώτα παντρεύτηκε η μεγάλη αδελφή της , επίσης γιατρίνα και πήγε να μείνει στην πόλη του άντρα της, στο Βόλο. Μετά παντρεύτηκε και η μικρότερη αδελφή και νοίκιασαν διαμέρισμα στο Λόφο Αξιωματικών. Η Μαριάνθη τέλειωσε με λίαν καλώς την Ιατρική και ακολούθησε την ειδικότητα της Ψυχιατρικής, μην το κουνώντας ρούπι από το πατρικό της. Μετά πέθανε ο πατέρας της, αφού είχε προλάβει να την δει ψυχίατρο, και η Μαριάνθη ζούσε με τη μητέρα της, που συνέχιζε να την ξεματιάζει πλέον κατ’ ιδίαν. Ήταν επίσης προληπτική: δεν ταξίδευε ποτέ όταν ο μήνας είχε δεκατρείς, δε διανυκτέρευε ποτέ σε δωμάτιο ξενοδοχείου με παράγωγα του αριθμού δεκατρία, κι αν συναντούσε μαύρο γάτο στο δρόμο της επέστρεφε αμέσως στη μαμά της, αθετώντας ακόμη και τα ερωτικά της ραντεβού.

Άνοιξε ιατρείο επί μισθώσει στην Πατησίων, στον πρώτο όροφο, αφού κάποιο μέσο για το ΙΚΑ δεν είχε τελεσφορήσει και το ΕΣΥ δεν έκανε προκηρύξεις θέσεων εδώ και πολλά χρόνια. Τον πρώτο μήνα λειτουργίας του ιατρείου είχε αντιγράψει όλες κι όλες έξι συνταγές του δημοσίου, με το οποίο είχε υπογράψει σύμβαση έργου, όταν άνοιξε στο απέναντι διαμέρισμα, που ήταν κλειστό, το γραφείο της μια κυρία που έριχνε τα ταρώ και προέβλεπε το μέλλον. Ο πρώτος όροφος γέμισε ξαφνικά κόσμο και η ουρά έφτανε μέχρι τις σκάλες. Όλη αυτή η πελατεία επισκεπτόταν φυσικά το μέντιουμ, ενώ το απέναντι ιατρείο της Μαριάνθης παρέμεινε απάτητο και σιωπηλό. Τι ευχέλαια, τι ξεματιάσματα και τι εξορκισμοί. Τίποτα δεν έπιανε.

Λίγα χρόνια αργότερα κανένας δε θα αναγνώριζε τη Μαριάνθη Ψ. Είχε βάψει τα μαλλιά της κόκκινα, είχε καλύψει το πρόσωπό της με τόνους μεϊκάπ, είχε βγάλει τις βλεφαρίδες της και κάθε είδος τριχοφυΐας από το πρόσωπο και το σώμα της. Είχε πετάξει τα μπλουτζίν και τα τοπ μπλουζάκια και κυκλοφορούσε μόνο με ταγεράκια και φουστάνια, όπως πέταξε και τα αθλητικά της παπούτσια αντικαθιστώντας τα με γόβες και μπότες τύπου φάκμι. Έτρωγε πλέον μόνο σε γκουρμέ εστιατόρια και κατά προτίμηση σούσι. Άνοιγε και έπινε μόνον ακριβά εμφιαλωμένα κρασιά γαλλικά και ιταλικά που ήταν τα αγαπημένα της. Είχε μεταφέρει το ιατρείο της πλέον στο Κολωνάκι, αλλά είχε σταματήσει προ πολλού να ασκεί την ψυχιατρική. Η ταμπέλα της, από επιχρυσωμένο μέταλλο, εξακολουθούσε να γράφει «ψυχίατρος», αλλά όλοι ήξεραν πως η Μαριάνθη Ψ. ήταν μία από τα καλύτερα μέντιουμ στα αισθηματικά θέματα και οι συμβουλές της έπιαναν πάντα τόπο.

Πολλοί συνάδελφοι ψυχίατροι καίγονται από την άσκηση του επαγγέλματος και κάποια στιγμή το εγκαταλείπουν. Το φαινόμενο του καψίματος (burn-out), χαρακτηρίζει όλο τον κλάδο και η περίπτωση της συμπαθούς Μαριάνθης Ψ. είναι ίσως η πιο διασκεδαστική. Η βραχεία λίστα των πληγωμένων θεραπευτών περιλαμβάνει τη Χριστίνα που έφτιαχνε χειροποίητα κοσμήματα και κοιμόταν σε σλίπινκ μπαγκ στην Παλιά Πόλη της Ρόδου, έναν που αφού πειραματίστηκε με το LSD έγινε διευθυντικό στέλεχος σε φαρμακευτική εταιρεία. Άλλοι έγιναν σκηνοθέτες, ηθοποιοί και παραγωγοί σε ραδιοφωνικούς σταθμούς. Καμιά δεκαπενταριά έγιναν ποιητές και πεζογράφοι, ιδιοκτήτες λογοτεχνικών περιοδικών κι ένας έπαιζε μπάσο στις περιφερειακές συναυλίες των Πυξ-Λαξ. Άλλοι νυμφεύθηκαν τραγουδίστριες και ηθοποιούς. Κάμποσοι άνοιξαν μπαρ και άλλοι τόσοι έκαναν φυλακή. Ένας τουλάχιστον ψυχίατρος έγινε χρυσαυγίτης.

 

«Το πάρτυ με τον ασώπαστο»

«Το πάρτυ με τον ασώπαστο»

Ο Νίκος μας έφερε γκιουβετσάκι με μανέστρα και ντομάτα Μεσσηνίας. Ο Δημήτρης ρώσικες μπίρες. Η μυροφόρος Μαρία μουσακά της μαμάς, δυο μπουκάλια βότκα, λεμονάδες, και τρεις φίλους της: δυο γυναίκες και έναν άντρα. Ο άντρας έφερε ένα μπαγλαμαδάκι κι ενώθηκε με το μπουζούκι του Κώστα και την κιθάρα του Δημήτρη. Η Γεωργία μας έφερε έναν νέο ποιητή από την Κοζάνη κι ο Βασίλης πάστες διατίμησης από τον Βάρσο. Ο Λάσκαρης κουβάλησε μια κονσόλα ήχου. Ο Νικολάκης με τη Μίνα χασίσι μυρωδάτο. Φίλοι έφεραν φίλους από την Κύπρο και τη Θεσσαλονίκη. Ο Έκτορας δυο μπουκάλια με ουίσκι. Ο Φώτης δεν έφερε την κιθάρα του, αλλά δεν ξέχασε την καλή του διάθεση. Ο ντοκτόρ, όπως συνήθιζε, κράτησε στη βεράντα του τον Βαγγέλη, τον τελευταίο του ασθενή, να συμμετάσχει στο πάρτι μας μετά τη συνεδρία.

Είχαμε μαζευτεί καμιά τριανταριά άτομα το τελευταίο Σάββατο του Σεπτεμβρίου στο δυαράκι με τη μεγάλη βεράντα του δόκτορος Πινόκιο, να μετρηθούμε μετά το καλοκαίρι και να κοιταχτούμε στα μάτια. Ο Βαγγέλης μιλούσε δυνατά, έβριζε τον ντοκτόρ γιατί του ζήτησε διακόσια ευρώ για ένα ιατρικό πιστοποιητικό για δικαστική χρήση που του έγραψε. Ο Ρώσος ανέπτυσσε παράλληλα τη δική του προσωπική μέθοδο μετάφρασης, τη μέθοδο Στανισλάφσκι, κι ο Μίχος έλεγε πως όποιος θέλει να ασχοληθεί με τη μετάφραση θα πρέπει να διαβάζει τη Βίβλο καθημερινά στη γλώσσα που τον ενδιαφέρει. Ο Βαγγέλης έλεγε πως το καλύτερο μέρος να κρύψεις ένα κλεμμένο αυτοκίνητο είναι να το παρκάρεις μπροστά στο αστυνομικό τμήμα της γειτονιάς σου. Ο Στράτος έλεγε πως στην Ελλάδα δεν έχουμε μυθιστόρημα, γιατί δεν έχουμε αναπτυγμένο σιδηροδρομικό δίκτυο, όπως η αχανής Ρωσία. Ο Βαγγέλης ανέπτυσσε τη διαδρομή ενός φορτίου κόκας από τη Βραζιλία στη Μεσόγειο με μεταχειρισμένο ιστιοφόρο. Πως το αχανές σιδηροδρομικό δίκτυο της Ρωσίας και οι τεράστιες αποστάσεις προκαλούσαν το ένστικτο της παραμυθίας στους επιβάτες που αναγκάζονταν να ταξιδεύουν ολόκληρες μέρες κλεισμένοι σε ένα βαγόνι τρένου. Πως τις λάμπες αλογόνου που παρέλαβε από την Ολλανδία με το ταχυδρομείο τις συνέδεσε σε γραμμή της ΔΕΗ που έκλεψε από τον κεντρικό στύλο. Πως ένας και μοναδικός τρόπος υπάρχει για να μεταφράζουμε, ο τρόπος του Στανισλάφσκι. Ο Νικολάκης έλεγε στον Φώτη πως πρέπει να τα φτιάξουν γιατί ταιριάζουν οι μασέλες τους. Ο δόκτορας έλεγε πως η επιθυμία, κατά Λακάν, είναι εξ ορισμού ανεξάντλητη, διαφορετικά δε θα τη λέγαμε επιθυμία. Η Ελένη επειδή βαριόταν λόγω εγκυμοσύνης ζητούσε να της προτείνουν ονόματα για το κοριτσάκι που θα γεννούσε· τους άφηνε να λένε ξέροντας ήδη το όνομα που θα της έδινε. Ο Βαγγέλης έλεγε για την πρώτη του νοσηλεία στο ψυχιατρείο του Δίον, στον Όλυμπο. Ο Κώστας μάς διάβαζε Απολινέρ στα γαλλικά, ο Δημήτρης Μαγιακόφσκι στα ρώσικα, ο Μίχος Λόρκα στα ισπανικά, ο ντοκτόρ Λεοπάρντι στα ιταλικά. Ο Βαγγέλης μάς έλεγε σε πόσες μέρες δίνει τα φύλλα της η υδροπονική κάνναβη, αναλύοντας όλα τα εξαρτήματα και τις επιδόσεις τους για μια καλλιέργεια σε κλειστό χώρο, όπως η τουαλέτα του σπιτιού σου: λαμπτήρες, ρυθμιστές Ph, πλήρη σετ θρεπτικών διαλυμάτων, ανεμιστήρες ανακύκλωσης και ανεμιστήρες κυκλοφορίας, πολύπριζα, καλώδια, φις, ντουί, χρονοδιακόπτες, ελεγκτές, θερμοστάτες. Κάποιοι τραγουδούσαν «μου σπάσανε τον μπαγλαμά» και κάποιοι άλλοι α καπέλα «εγώ καλά σού τα ’λεγα». Θερμόμετρα, υγρόμετρα, υγραντήρες, αφυγραντήρες… έως το «σκάστε, ρε» κάπου από τον ακάλυπτο, κατά τις δυόμισι το πρωί, που έκλεινε συνήθως τα πάρτι στον δεύτερο.

Τελευταίο Σάββατο του Σεπτεμβρίου, το πάρτι με τον Ασώπαστο: ο Στράτος έπιασε την πρώτη θέση, ο Ρώσος τη δεύτερη. Την τρίτη ο Μίχος, προς μεγάλη του ανακούφιση, που παραχωρούσε την αδιαμφισβήτητη πρωτιά του έπειτα από χρόνια. Κι εκτός συναγωνισμού ο Βαγγέλης, που από εκείνο το πάρτι τού κολλήσαμε το παρατσούκλι «ο Ασώπαστος». Ο Χόρχε, ο γάτος ψευτοαγκύρας του ντοκτόρ, βγήκε επιτέλους από την κρυψώνα του, μόλις έφυγε κι ο τελευταίος παρτι-ζάνος…

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER