«Διακιολογίες χειρότερες από την πράξη»

«Διακιολογίες χειρότερες από την πράξη»

Υπάρχουν ως γνωστόν κάποιες δικαιολογίες που είναι χειρότερες από την πράξη. Π.χ. όταν ο γελωτοποιός της Αυλής πιάνει κατά λάθος τον κώλο του βασιλιά κι ο βασιλιάς γυρίζει και τον κατακεραυνώνει με το βλέμμα του, ο γελωτοποιός ψελλίζει: «Συγγνώμη, βασιλιά μου, νόμιζα πως ήταν ο κώλος της βασίλισσας». Ο Μιχάλης Λιάπης όταν συνελήφθη από τους τροχαίους να κυκλοφορεί το πολυτελές τζιπ του με πλαστές πινακίδες και χωρίς ασφάλεια, το μόνο που βρήκε να πει ως δικαιολογία ήταν πως το κίνησε μόνο και μόνο για να φορτίσει την μπαταρία. Κι όταν επέστρεψε από την Κουάλα Λουμπούρ δήλωσε πως δεν επρόκειτο για ταξίδι αναψυχής, αλλά για ταξίδι «ψυχικής εκτόνωσης».

Μέχρι τώρα το μοναδικό παράδειγμα που είχα διδαχθεί για να κατανοήσω την «παθητική-επιθετική διαταραχή της προσωπικότητας» ήταν το παράδειγμα με τη γραμματέα: το αφεντικό λίγο πριν από τη λήξη του ωραρίου την τελευταία εργάσιμη μέρα, την Παρασκευή, φωνάζει τη γραμματέα του και της αναθέτει να του ετοιμάσει μια μελέτη με τον όρο να του την παραδώσει το πρωί της Δευτέρας. Η γραμματέας τού απαντάει με απόλυτο σεβασμό πως ναι, η μελέτη θα τον περιμένει έτοιμη στο γραφείο του μόλις μπει το πρωί της Δευτέρας. Η γραμματέας ξέρει πως δεν πρόκειται να κάνει τη μελέτη: το Σαββατοκύριακο θα την πάει ο γκόμενος (τον οποίο πασχίζει να τον αναβαθμίσει σε σχέση) ερωτικό διήμερο στο Ναύπλιο, της έδειξε μάλιστα και τον «Αμφιτρύωνα» στο διαδίκτυο, κι αντί να πει στο αφεντικό της πως «αυτό το ΣΚ δε θα μπορέσει να ασχοληθεί με τη μελέτη», εντελώς αυθόρμητα του δηλώνει «ναι» και μάλιστα υπερθεματίζει. Το πρωί της Δευτέρας όλοι γνωρίζετε πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα: το αφεντικό θα γίνει έξαλλο γιατί δε θα βρει στο γραφείο του τη μελέτη που ανέθεσε στην προσωπική του γραμματέα, κι η γραμματέας θα δικαιολογηθεί πως δεν έκανε τη μελέτη που της ανέθεσε επειδή αρρώστησε ξαφνικά η μητέρα της (μια υποτροπή του χρόνιου καρδιακού νοσήματος) κι έπρεπε να την τρέξει στο Ωνάσειο.

Η παθητική-επιθετική διαταραχή όσο δύσκολη κι αν είναι στον ορισμό της είναι πολύ συχνή και διαδεδομένη στην καθημερινότητά μας και δεν αποτελεί υποχρεωτικά διαταραχή της προσωπικότητας, παρά μόνον όταν αποτελεί σταθερή αντίδραση του ατόμου σε διάφορες καταστάσεις της καθημερινότητας. Π.χ., το άτομο που αντιστέκεται στην ολοκλήρωση της κοινωνικής και εργασιακής ρουτίνας, το άτομο που παραπονιέται διαρκώς ότι οι άλλοι δεν τον καταλαβαίνουν και τον υποτιμούν, που είναι σκυθρωπό και εκφράζει συνεχώς διαφωνίες, που αναίτια κριτικάρει και περιφρονεί την εξουσία, που εκφράζει φθόνο και δυσφορία εναντίον άλλων περιστασιακά τυχερότερων, που επίμονα μεγαλοποιεί την προσωπική του ατυχία, που ενοχλείται από χρήσιμες προτάσεις των άλλων για το πώς θα μπορούσε να είναι πιο παραγωγικό, που παρεμποδίζει τις προσπάθειες των άλλων µε το να µην κάνει το μέρος της δουλειάς που του αναλογεί.

Ο συμπαθής πρώην υπουργός Μεταφορών συνέβαλε ουσιαστικά στη διευκρίνιση από μέρους μου αυτής της δυσνόητης διαταραχής. Τον ευχαριστώ θερμά προσωπικώς αλλά κι εκ μέρους όλων των ειδικευόμενων συναδέλφων.

 

«Σκιέρ για μια μέρα»

«Σκιέρ για μια μέρα»

Σ' αυτή τη μικρή ζωή που μας δόθηκε, μπορούμε να ζήσουμε πολλές, αναρίθμητες θα έλεγα, ζωές. Προσωπικά υπήρξα φοιτητής, φαντάρος, ερωτευμένος, μαθητής γαλλικών, παντρεμένος, χωρισμένος, αρραβωνιασμένος, γιατρός, μεγαλογιατρός, απολυμένος, άνεργος, έζησα σε σπίτια με νοίκι και σε σπίτια που ήταν δικά μου. Έζησα σε διάφορες πόλεις και σε διάφορες χώρες: Κόρινθο, Άρτα, Αμοργό, Κομοτηνή, Αθήνα, Νάπολη, Ρώμη, Σαν Φρανσίσκο, με διάφορες φίλες και φίλους. Υπήρξα ποιητής και για μια μέρα στη ζωή μου υπήρξα σκιέρ. Δε βαρέθηκα ποτέ και ζηλεύω τους ανθρώπους που δηλώνουν με αυταρέσκεια πως «βαριούνται». «Βαριέμαι» ο ένας, «βαριέμαι» ο άλλος, εγώ εξηντάρισα κι ακόμη να βαρεθώ τον εαυτό μου. Θα σας διηγηθώ λοιπόν πώς έγινα σκιέρ για μια μέρα, τώρα που ο Σούμι είναι σε κώμα κι η Μέρκελ με κάταγμα στη λεκάνη...

Κάποιο παλιό έτος, ένα από αυτά που θα περνούσαν αργότερα ως «τα τελευταία χρόνια του Αγκόπ Σιρινιάν», βρέθηκα να υπηρετώ ως γιατρός στο Χιονοδρομικό Κέντρο Παρνασσού, στα Κελάρια. Το αγροτικό ιατρείο το κάλυπτε ο Στρατός, και ως έφεδρος υπολοχαγός του Υγειονομικού, πήγα ως εθελοντής για τριάντα ημέρες. Η υποδοχή που μου επιφύλαξαν τα κορίτσια εκεί πάνω ήταν παραπάνω από θερμή. Στους μείον δεκαπέντε τα ανθρώπινα όντα ενστικτωδώς τείνουν να συσφίξουν τις σχέσεις τους. Ο αρχινοσοκόμος ανέλαβε αυτός να με καλύπτει τις ώρες που θα έκανα σκι: ήταν γνωστός εφαψίας κι ήταν η χαρά του να περιποιείται άντρες και γυναίκες που υποβάλλονταν εκ μέρους του σε πλήρη απογύμνωση, ακόμα κι αν είχαν μια απλή κάκωση στο νυχάκι του αριστερού τους κάτω άκρου: έπρεπε να βγάλουν όλη τη σκιιστική ενδυμασία τους... κι η αρχινοσοκόμα, όταν βρισκόταν εκεί –γιατί τις περισσότερες ημέρες απουσίαζε–, έκανε κατάχρηση ενός ισχυρού παυσίπονου, του Romidon, που υπήρχε στο ιατρείο μας σε ενέσιμη μορφή για τις πρώτες βοήθειες στους καταγματίες αλλά και σε κάψουλες για ελαφρύτερα περιστατικά... Αργότερα, μερικά χρόνια αργότερα, θα μάθαινα τις ιδιότητες αυτού του φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος και θα το χορηγούσα ως αντιμετώπιση των στερητικών από την πρέζα...

Ο Αγκόπ Σιρινιάν, πρωτοξάδελφος του Ηλία Καζάν και θείος του Σαρλ Αζναβούρ (είχε παντρευτεί σε πρώτο γάμο μια ανιψιά του), είχε μεγάλο εμπορικό κατάστημα στο κέντρο της Λάρισας και μετά έκανε συνέταιρο τον Κλαουδάτο. Φανατικός των χειμερινών σπορ ήταν ο πρώτος που έστησε μαγαζί με ενοικιάσεις σκι και ρούχων στα Κελάρια. Μόλις του είπαν τα κορίτσια πως ο νέος γιατρός είναι Λαρισαίος, ήρθε και με βρήκε στο ιατρείο. Μου έσφιξε το χέρι και η πρώτη του ερώτηση μετά τον τόπο καταγωγής μου ήταν αν ξέρω σκι. «Δεν επιτρέπεται», μου λέει. «Ένας νέος γιατρός που θέλει να πετύχει πρέπει να ξέρει οπωσδήποτε σκι. Έλα μαζί μου». Με πήρε απ' το χέρι και πήγαμε στο μαγαζί του. Τα κορίτσια του «Κλαουδάτου» με βοήθησαν να ντυθώ, τα σκι τα διάλεξε ο ίδιος. Προτού ανεβούμε μου έδωσε ένα free-pass για όλο το μήνα. Ανεβήκαμε κι αρχίσαμε αμέσως τα μαθήματα. Ο Αγκόπ ως και τις θερινές του διακοπές τις έκανε στην Ελβετία σε πίστες με τεχνητό χιόνι – ναι, είχε εφευρεθεί μόλις εκείνα τα παλιά χρόνια.

Μια μέρα, όταν έκρινε ο Αγκόπ πως ήμουν έτοιμος, ανεβήκαμε με το λιφτ μέχρι τη Φτερόλακα στους μείον δεκαπέντε, και για πρώτη και μοναδική φορά στη ζωή μου πήδηξα φορώντας τα πέδιλα στο χιόνι, για πρώτη και μοναδική φορά στη ζωή μου έκανα ελεύθερη κατάβαση μέχρι τη βάση μας. Το βλέπω ακόμη στα όνειρά μου καμιά φορά ως εφιάλτη πλέον και ουρλιάζω μέσα στον ύπνο μου, καταϊδρωμένος. Φέτος η βαφτιστήρα μου η Φαίδρα γιόρτασε τον πρώτο χρόνο ζωής στην Κορτίνα Ντ' Αμπέτσο, στις Ιταλικές Άλπεις. Αυτή η ανάμνηση από την πολυτάραχη ζωή του Dr. Πινόκιο είναι δικιά της.

 

«Ο Μίλτος και η επιδίωξη της ευτυχίας»

«Ο Μίλτος και η επιδίωξη της ευτυχίας»

«Ευτυχία είναι να μοιράζεσαι το χρόνο με το άτομο που αγαπάς», είχε διαβάσει κάποτε ο Μίλτος στον Μπόρχες κι από τότε τον είχε στοιχειώσει αυτός ο ορισμός της ευτυχίας. Νεότερος είχε πιστέψει, όπως ο Καζαντζάκης, πως ευτυχία είναι να κάνεις το χρέος σου, αλλά πόσο ευτυχισμένος ήταν ο Μίλτος από το χρέος του απέναντι στην κομματική νεολαία της οποίας ήταν μέλος; Η ευτυχία δεν είναι η ικανοποίηση από το έργο μας στη δουλειά, στο γάμο, στην οικογένεια. Δεν είναι να έχουμε ήσυχη τη συνείδησή μας. Είναι κάτι πολύ ανώτερο από όλα αυτά τα πεζά, ούτε είναι απλά οι ευχάριστες στιγμές στη ζωή μας. Η ευτυχία, δεν είναι μια συλλογή από χαμογελαστές φωτογραφίες. Είναι κάτι πολύ ανώτερο. Όταν ένας από τους πατέρες της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας, ο James Madison έβαζε στο πρώτο άρθρο του Συντάγματος, πως σκοπός του κράτους είναι να φροντίζει για την ελευθερία του καθενός αλλά και την επιδίωξη της ευτυχίας, ίσως να είχε κατά νου, την επίτευξη των συνθηκών μιας άνετης διαβίωσης για τους υπηκόους του. «Ψωμί και τριαντάφυλλα» λοιπόν, ένα σύνθημα που το επανέλαβε ο γαλλικός Μάης, το τελευταίο κίνημα που ξαναστοχάστηκε την ευτυχία, και την έβαλε ως απόλυτη προτεραιότητα της ταξικής πάλης.

Ο Μίλτος επέστρεψε αρχιτέκτονας από τη Ρώμη με το κύμα της επιστροφής των διανοούμενων στα τέλη της δεκαετίας του '70, με σκοπό να προσφέρει κι αυτός στη χώρα του. Κι αν κάπου ξέχασε το τάμα του και μπλέχτηκε κι αυτός σε λοβιτούρες, δεν ξέχασε πως η μόνη ευτυχία που έχουμε είναι ο χρόνος. Με τις γυναίκες, ήταν εύκολο: όταν αντιλαμβανόταν πως δε μοιράζονταν το χρόνο με το κατάλληλο άτομο, χώριζε και πήγαινε για άλλα. Έκανε τρεις γάμους κι απέκτησε τέσσερα παιδιά: κανένα από τον πρώτο, τρία από το δεύτερο κι ένα από την τρίτη και νεαρότατη σύζυγό του. Με τους άντρες ακόμη πιο εύκολο: αν χάνονταν ο ενθουσιασμός από την παρέα, ξέκοβε από φιλίες και συναναστροφές κι έφτιαχνε άλλες. Δεν βρήκε την ευτυχία λοιπόν, ούτε στη δουλειά (κατάφερε να φτάσει κάποια στιγμή να γίνει λέκτορας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας), ούτε στο γάμο, ούτε στα παιδιά, ούτε στη συμμετοχή του στα κοινά, ούτε στις παρέες.

Η ευτυχία, άρρητα συνδεδεμένη για το Μίλτο με το χρόνο, ήταν να μοιράζεται το χρόνο του αρχικά με τους ανθρώπους που αγαπούσε, έπειτα, επειδή πολύ συχνά συμβαίνει να αγαπάς αλλά να μην αγαπιέσαι, έγινε καθαρός χρόνος. Ο απόλυτα προσωπικός χρόνος του Αλμπέρτο Μοράβια, ο ήρωας στο πρώτο νεανικό του μυθιστόρημα, οι Αδιάφοροι, αρχιτέκτονας κι αυτός, απολάμβανε τα οφέλη της προσωπικής του ηθικής και μόνον. Η απόλυτη ευτυχία για τον Μίλτο, όταν τον γνώρισα εγώ λόγω μιας μετατροπής που ήθελα του ιατρείου μου σε ιατρείο και γκαρσονιέρα, έμοιαζε πολύ με αυτήν του Μοράβια. Ζούσε μόνος του σε ένα δυαράκι σαράντα οχτώ τ.μ., ξυπνούσε το πρωί στις επτά ακριβώς και καθόταν στο σχεδιαστήριό του, που και που όταν χρειαζόταν κάποια ιδιαίτερη έμπνευση δάγκωνε ένα μήλο, πράσινο ξινόμηλο κατά προτίμηση, σαν την Άγκαθα Κρίστι πριν καθίσει στο τραπέζι της να γράψει. Δούλευε μέχρι το μεσημέρι, στη μία ακριβώς διέκοπτε την καθημερινή του εργασία, έτρωγε το κύριο γεύμα της ημέρας και κοιμόταν κάνα δίωρο. Το απόγευμα ήταν ελεύθερο για τη διασκέδασή του. Είχα αγοράσει το ιατρείο στην πολυκατοικία που ήταν προϊόν αντιπαροχής του πατρικού του Μίλτου και πίναμε κάνα κρασί μαζί αραιά και που.

Για φέτος, την Πρωτοχρονιά του 2014 είπαμε να γιορτάσουμε οι δυο μας το χρόνο που πέρασε, άλλον ένα χρόνο που κλέψαμε από το θάνατο. Με το Μίλτο δε γιορτάζαμε ποτέ το νέο χρόνο, γιατί κανένας μας δεν ήξερε αν θα έχουμε και το χρόνο να τον ζήσουμε.

 

«Ιωάννης ο ιατροφιλόσοφος»

«Ιωάννης ο ιατροφιλόσοφος»

Η ψυχανάλυση είναι δύο πράγματα: η ελληνική μυθολογία και η ιστορία της τέχνης. Ο Ιωάννης τα γνώριζε και τα δύο πολύ καλά. Μαθητής του δημοτικού ακόμη, είχε προσπαθήσει να γράψει ένα αλφαβητικό λεξικό της ελληνικής μυθολογίας, χωρίζοντάς το σε τρεις τόμους: θεοί, ημίθεοι και ήρωες. Ήταν μόλις οκτώ χρόνων όταν είχε επισκεφθεί το μουσείο του Λούβρου και στάθηκε μαζί με τον πατέρα του κάτω από τα 2,02 μ. της Αφροδίτης της Μήλου. Στα εννιά του χρόνια είχε μεταφράσει στα νέα ελληνικά τους 303 εύθυμους στίχους του έπους Βατραχομυομαχία, αυτής της παρωδίας της Ιλιάδας του Ομήρου που αφηγείται τον λυσσαλέο πόλεμο μεταξύ των βατράχων ενός έλους και των γύρω ποντικών. Επτά ετών ξεκίνησε μαθήματα πιάνου, αν και δεν του πολυάρεσε στην αρχή γιατί οι ασκήσεις τού φαίνονταν ανιαρές και η μελέτη βαρετή, όταν όμως έφτασε να παίζει το Πρώτο του Μπαχ, μαγεύτηκε τόσο πολύ από τη μουσική, που έγινε πολύ μελετηρός. Ο Ιωάννης ωστόσο δεν έγινε ψυχαναλυτής· επέλεξε την ειδικότητα της νευρολογίας και εξειδικεύτηκε στο Ηλεκτροεγκεφαλογράφημα (ΗΕΓ) στο Λονδίνο. Η καθηγήτριά του εκεί ήταν η Γαλάτεια Δημάκου, σύζυγος του μετέπειτα διευθυντή της εφημερίδας Το Βήμα, Αντρέα Δημάκου, και φίλη του Χρήστου Λαμπράκη.

Ο Ιωάννης πήγε στο Λονδίνο σε μια εποχή όπου η πρώτη ερώτηση που έκαναν στο ίντερβιου ήταν «πόσα μέλη της οικογένειάς σας είναι γιατροί;». Μια εποχή όπου η άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος ήταν στενή οικογενειακή υπόθεση. Έβλεπε σχεδόν κάθε μεσημέρι τη διευθύντριά του να ανεβαίνει στη μαύρη υπερεσιακή Μερσεντές του Γιώργου Σεφέρη, ο οποίος περνούσε να την πάρει από την Πανεπιστημιακή Κλινική να πάνε οι δυο τους για το λαντς. Μια εποχή όπου οι γιατροί έκαναν παρέα με ποιητές, φιλοσόφους, φιλολόγους και ζωγράφους. Ήταν με έναν πίνακα του Σπύρου Βασιλείου που ξεκίνησε την προσωπική του συλλογή έργων Ελλήνων ζωγράφων. Με τον θάνατο του πατέρα του ο Χρήστος Λαμπράκης επέστρεψε στην Αθήνα και τους κουβάλησε όλους μαζί του. Ο Ιωάννης τους ακολούθησε. Ο Αντρέας Δημάκος ανέλαβε τη διεύθυνση της ημερήσιας εφημερίδας Το Βήμα κι ήταν ο πρώτος που έβαλε συγγραφείς σαν τον Ηλία Βενέζη να αρθρογραφούν με επιφυλλίδες στην πρώτη σελίδα, το 1963: παγκόσμια πρωτοτυπία, αν φανταστούμε πως η Le Monde το καθιέρωσε μόλις τρία χρόνια αργότερα, το 1966, και η Corriere della Sera το 1968, με τον Πιερ Πάολο Παζολίνι. Η σύζυγός του, Γαλάτεια Δημάκου, οργάνωσε την πρώτη μονάδα ΗΕΓ για το νεοσύστατο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, το γνωστό μας ΙΚΑ, κι έγινε γνωστή ως η πρώτη Ελληνίδα εγκεφαλογραφήστρια. Ο Ιωάννης, διευθυντής στη Νευρολογική Κλινική στο Δαφνί, για να οργανώσει το μεγαλύτερο ψυχιατρικό ίδρυμα της Ελλάδος. Το μαγικό έτος 1963 διέσχισαν τη χιονισμένη κεντρική Ευρώπη με δυο μαύρα αυτοκίνητα (μια Φολγκσβάγκεν και μια Μερσεντές) όλοι μαζί –Αντρέας και Γαλάτεια Δημάκου, Σπύρος Βασιλείου, Δημαράς, Σαββίδης, Χρήστος Λαμπράκης, Γιώργος και Μάρω Σεφέρη–, τέτοιες μέρες του Δεκέμβρη, μέχρι τη Στοκχόλμη, για να παραστούν στην τελετή απονομής του Νομπέλ στον Γιώργο Σεφέρη.

Ο Ιωάννης, ο ιατροφιλόσοφος, ο μουσικός και ο συλλέκτης έργων Ελλήνων ζωγράφων, έτυχε να είναι ο διευθυντής μου στο πρώτο έτος της ειδικότητάς μου στο Δαφνί. Αισθάνομαι τυχερός που γνώρισα τους τελευταίους γιατρούς-φιλοσόφους στα μέσα της δεκαετίας του '80. Μετά οι γιατροί έγιναν μπίζνεσμεν, ίδρυσαν διαγνωστικά κέντρα και εταιρείες κι άρχισαν να καταβροχθίζουν χρήματα από ευρωπαϊκά προγράμματα και να μιλάνε μόνο για το χρηματιστήριο. Της αγοράς βεβαίως, όχι της τέχνης. Θα 'θελα να ήταν και πάλι τα Χριστούγεννα του 1985 για να συνομιλήσω μαζί του, όπως και τότε, μπροστά στο αναμμένο τζάκι.

 

«Το οικογενειακό τραπέζι και η πρέζα»

«Το οικογενειακό τραπέζι και η πρέζα»

Θεέ μου, δώσε μου τη γαλήνη να δέχομαι τα πράγματα που δεν μπορώ να αλλάξω, το κουράγιο να αλλάζω αυτά που μπορώ και τη σοφία να γνωρίζω τη διαφορά, δώσε μου την αντοχή να ξεπεράσω κι αυτή την εξεταστική επιτροπή, μια και στη ζωή μου οι εξετάσεις δε φαίνεται να τελειώνουν ποτέ, αφού μόλις τελείωσα με τις φοιτητικές και τις επαγγελματικές ξεκίνησα τις ιατρικές, κοντά στα εξήντα μου, πλέον, με σοβαρά προβλήματα υγείας – κόμιστρο σε έναν κατασπαταλημένο βίο, σαν τον καθηγητή στις «άγριες φράουλες» του Μπέργκμαν, κοίταζα την εξεταστική επιτροπή, επτά κακομούτσουνους που είχαν παραταχθεί απέναντί μου, εγώ να κάθομαι στη βαμμένη μπλε (απέφυγα την κόκκινη) ψάθινη καρέκλα, μεταξύ τους και μία ή δύο γυναίκες να με κοιτάν εχθρικά και συνοφρυωμένες, να μη με κοιτάν καθόλου σκυμμένες με το κεφάλι πάνω από τον φάκελο αξιολόγησης του υποψηφίου (εμού του ιδίου, που έπειτα από μια καριέρα τριάντα ετών στον χώρο των αποτοξινώσεων στην Αθήνα ζητούσα μια θέση σε θεραπευτική κοινότητα, σε κάποια αδιασάφητη πόλη), να τους λέω πως είναι απαράδεκτο να μη διατίθεται η μεθαδόνη σε όσους κάνουν αίτηση, από τη στιγμή που στη γείτονα χώρα της Ιταλίας έχει δικαίωμα να τη συνταγογραφήσει κα ο απλός οικογενειακός γιατρός, πως το πρόβλημα με τα ναρκωτικά (τι απαίσια λέξη! Που αντικατέστησε τη σωστή «ψυχοδηλωτικά») άρχισε από τη στιγμή που καταργήθηκε το οικογενειακό τραπέζι, όταν όλοι κάθονταν υποχρεωτικά να φάνε μαζί και η μάνα μας μάς φώναζε από το μπαλκόνι: «Σωτήηηηηρη, Σωτηράααακη» να μαζευτούμε από τις μπάλες και τα πιστολίδια, κι άρχισαν μετά οι οικογένειες να σκορπάνε, να τρώει ο καθένας μόνος του την ώρα που τον βολεύει, να μην τρώει καθόλου, να τη βγάζει με τυρόπιτες και τοστ και πεϊνιρλί, και να μην κοιτάζει ο ένας στα μάτια του άλλου όταν στριμώχνονταν στην πρωινή τουαλέτα να φύγουν βιαστικά για τις καθημερινές τους υποχρεώσεις, ναι, πιστεύω τη μάνα που δεν είχε αντιληφθεί πως ο γιος της έκανε χρήση τα δυο τελευταία χρόνια, δεν ψεύδεται, δεν προσπαθεί να δικαιολογηθεί μπροστά στον γιατρό, ναι, φτάσαμε στο σημείο να ζούμε στο ίδιο σπίτι και να μη γνωρίζουμε τι κάνουν τα μέλη της οικογενείας μας, αν είναι στρέιτ ή γκέι, αν πίνουν και τι πίνουν, και πόσο πίνουν, γιατί παύσαμε πια να μαζευόμαστε από κοινού γύρω από το οικογενειακό τραπέζι, παύσαμε να πονάμε, ζητάμε παυσίπονα αμέσως μόλις πονέσει λίγο το δοντάκι μας, αποφεύγουμε τον πόνο, μια παυσίπονη κοινωνία έχουμε καταντήσει, ναι, αξιότιμη επιτροπή, έχω το «empathy», τη «συναισθησία» (αν και δε μ' αρέσει ο ελληνικός όρος) δηλαδή γι' αυτή τη δουλειά, ξεκίνησα στο «18 άνω» το ογδόντα πέντε, όταν ακόμη καλούσαμε το εκατό γιατί έβαζαν πρέζα από παντού κι ήταν ένα άγριο κυνηγητό με τα πρεζάκια, παίζαμε κάθε βράδυ κλέφτες κι αστυνόμους, και δεν υπάρχει βασιλική οδός στην αποτοξίνωση, να εγώ έκοψα από μόνος μου το κρασί διαβάζοντας τα δώδεκα βήματα των Α.Α., μιλώντας μαζί τους, επειδή αγάπησα και μ' αγάπησαν και άλλαξα πόλη, συνήθειες, παρέες, και δεν περίμενα να αλλάξουν οι άλλοι στάση απέναντί μου, παρά άλλαξα εγώ και τους ανάγκασα να παραδεχθούν την αλλαγή μου, με συνέπεια να αλλάξουν κι αυτή τη συμπεριφορά τους απέναντί μου, και προσπάθησα να επανορθώσω, και να ζητήσω συγγνώμη και να διαδώσω το μήνυμα, πως δε χρειάζομαι χρήματα για να σώσω έστω κι έναν από την κόλαση· εκεί απάνω ξύπνησα καταϊδρωμένος, μακριά από τους κακομούτσουνους της θεραπευτικής κοινότητας, επαναλαμβάνοντας την καθημερινή μου προσευχή: Θεέ μου, δώσε μου τη γαλήνη να δέχομαι τα πράγματα που δεν μπορώ να αλλάξω, το κουράγιο να αλλάζω αυτά που μπορώ και τη σοφία να γνωρίζω τη διαφορά. 

 

«Ο θρύλος για το ζευγαράκι της Παρασκευής»

«Ο θρύλος για το ζευγαράκι της Παρασκευής»

Τα παλιά τα χρόνια υπήρχε ανάμεσά μας ο θρύλος ενός παράνομου ζευγαριού, που αγαπιόταν μόνο μια φορά την εβδομάδα: κάθε Παρασκευή. Η ερωτική μας ιστορία, μια ιστορία πάθους, ξεκινάει μια Παρασκευή του έτους 1980 (για να φέρουμε την ιστορία πιο κοντά σ' εμάς), όταν ο δάσκαλος που έκανε μάθημα στη δεκαεπτάχρονη μαθήτρια την παίρνει στα γόνατά του και τη φιλάει παράφορα. Από εκείνη τη μέρα το ζευγάρι συναντιέται με αμείωτο πόθο κάθε Παρασκευή για είκοσι ολόκληρα χρόνια, ώσπου, μια Παρασκευή του 2000, χωρίζει. Το θέμα προσφέρεται δωρεάν σε συγγραφέα που θα ήθελε να γράψει ένα ιστορικό μυθιστόρημα της νεότερης ελληνικής μας ιστορίας: στο φόντο του θα παρελάσουν προσωπικότητες της εποχής από διάφορους χώρους: πολιτικοί, επιστήμονες, καλλιτέχνες, μουσικοί. Θα μπορούσε επίσης να γίνει μιούζικαλ, θεατρική παράσταση, λαϊκό τραγούδι, ταινία διαρκείας τεσσάρων ωρών. Ή ανθρωπολογική μελέτη: πώς αλλάζουν οι συμπεριφορές των εραστών και των συμπολιτών τους μέσα σε αυτά τα είκοσι χρόνια. Πώς αλλάζουν οι μόδες, τα γούστα, οι συνήθειες και η καθημερινότητα. Πώς αλλάζουν οι σχέσεις και οι σεξουαλικές προτιμήσεις μέσα από ένα ζευγάρι που κάνει έρωτα κάθε Παρασκευή επί είκοσι ολόκληρα χρόνια, καθώς η εισβολή του πορνογραφικού υλικού κάνει άντρες και γυναίκες να πηδιούνται λες και γυρίζουν τσόντα.

Ο Διονύσης, στην αρχή της ιστορίας μας, είναι τριάντα οκτώ χρόνων και παντρεμένος, πατέρας δυο πανέμορφων κοριτσιών. Για τη δεκαεπτάχρονη Βιβή ήταν ο δάσκαλός της, μετέπειτα το κύμα που την πήρε. Τα χρόνια που ήρθαν βάφτηκαν κόκκινα, με τον πιο ωραίο πόνο ανοιχτό τριαντάφυλλο, εγκαταλείποντας τον παρθενικό υμένα της δειλά στο κομοδίνο. Ήταν τόσο μικρή δίπλα του, τελεία. Οι λέξεις μπορούσαν να περιμένουν. Περίμενε ο Διονύσης, περίμενε κι η Βιβή. Η Βιβή, όταν ήρθε ο γαμπρός, παντρεύτηκε. Έξι μέρες μετά τον γάμο της, την Παρασκευή, συναντήθηκε πάλι με τον Πυγμαλίωνά της. Στο μεταξύ, μόλις γέννησε και το δεύτερο παιδί της, ο άντρας της σκοτώθηκε σε αυτοκινητικό δυστύχημα. Χήρα σε νεότατη ηλικία, ούτε καν είκοσι έξι χρόνων, περίμενε κάθε Παρασκευή να ακούσει από τον Διονύση πως χώρισε. Της έλεγε να περιμένει να μπουν οι κόρες του στο πανεπιστήμιο. Μεγάλωναν και τα δικά της παιδιά. Κάθε Παρασκευή βαφόταν κόκκινη· μιλούσαν με το σώμα τους, βίαια, παθιασμένα. Κάποια Παρασκευή γκρέμισαν και το υπέρδιπλο κρεβάτι που τους παραχωρούσε μια φίλη της· έσπασε ο σομιές και βρέθηκαν ακόμη κολλημένοι ο ένας μέσα στην άλλη, μες στα σπασμένα ξύλα και τα λυγισμένα σίδερα. Δεν ξαναγύρισε από τον φόβο μην κολλήσει η ανάσα του στις γόβες της και γίνει άγαλμα.

Εκείνος δεν μπορούσε να το πιστέψει. Γυρεύοντας μια απάντηση άρχισε να την παρακολουθεί κάποια Παρασκευή της νέας χιλιετίας· να κρύβεται πίσω από στύλους, απ' τα δέντρα της μονοκατοικίας της. Κάποια Παρασκευή τελικά τα βήματά του τον οδήγησαν να ζητήσει βοήθεια, κι από ψυχίατρο σε ψυχίατρο κάθε Παρασκευή, ξέπεσε και στο ιατρείο μου, γιατί δεν έβγαζε πλέον άκρη με τα υπνωτικά: όσα κι αν έπαιρνε, δεν τον έπαιρνε πια ο ύπνος. Προσφέρω την ιστορία σε σεναριογράφο να την επεξεργαστεί κατάλληλα. Η μόνη δέσμευση που έχει απέναντί μου είναι να τοποθετήσει τους ήρωες σε μια μικρή πόλη στην ελληνική επαρχία. Μπορεί να αλλάξει το χρονικό πλαίσιο, αλλά πρέπει να μείνει πιστός στη χρονική διάρκεια της ιστορίας μας: είκοσι χρόνια πάθους ανάμεσα σε έναν δάσκαλο, δάσκαλο ζωής, και τη μαθήτριά του.

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER