«Το κέρατο ως γλυκό του κουταλιού» του Dr. Πινόκιο

«Το κέρατο ως γλυκό του κουταλιού»

«Παντρευόμαστε τα τραύματά μας, Θύμιο», είπα βάζοντας όση περισσότερη πειθώ μπορούσα στο λόγο μου «και είναι φυσικό να χωρίζουμε, όταν ξεπεράσουμε τα τραύματά μας». Ο Θύμιος μου είχε απευθύνει το αγωνιώδες ερώτημα «γιατί παίρνουν διαζύγιο όσοι υποβάλλονται σε ψυχοθεραπεία», ενδεικτικό στοιχείο άμυνας κι ανασφάλειας, όταν οι συνεδρίες προχωράνε κι ο πελάτης βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο. Δεν ήταν έτοιμος να αποχωριστεί τα «τραύματά του», δεν μπορούσε να τα ξεπεράσει.

Ο πρώτος του εφηβικός έρωτας ήταν με μια συμμαθήτριά του στο φροντιστήριο ξένων γλωσσών όπου μάθαιναν τα αγγλικά. Ο Θύμιος το θεώρησε μεγάλη επιτυχία που μια μέρα το κορίτσι του επέτρεψε να το συνοδεύσει από το φροντιστήριο μέχρι τη στάση του λεωφορείου, καμιά πενηνταριά μέτρα δηλαδή όλα κι όλα. Από τα πύρινα βλέμματα είχαν περάσει στον κοινό βηματισμό, αλλά ο Θύμιος δεν κατάφερε σ' αυτόν τον περίπατο που έμελε να είναι κι ο τελευταίος, να της πιάσει έστω τον αγκώνα: να την πάρει αγκαζέ. Δυο μέρες μετά τον ευτυχισμένο περίπατο μαζί της, ο Θύμιος είδε τη Λένα αγκαλιά με τον τερματοφύλακα της τοπικής ποδοσφαιρικής ομάδας να κάθεται δυο καθίσματα πιο μπροστά στην απογευματινή προβολή της Σιωπής του Μπέργκμαν. Είδε όλη την ταινία με τα μάτια του καρφωμένα στους δύο που αντάλλασαν φιλιά και χάδια στο σκοτάδι και θα την έβλεπε σε dvd, αργότερα, πολύ αργότερα, κάθε φορά που η γυναίκα του θα έβγαινε για ερωτικά ραντεβού με κάποιον από τους φίλους της.

Παντρεύτηκε στην Θεσσαλονίκη όπου είχε πάει για σπουδές με μια Καβαλιώτισσα νωρίς-νωρίς, πριν ακόμα φύγει για φαντάρος. Στη διάρκεια της θητείας του η ζήλεια τον δάγκωνε σαν φίδι και τον δηλητηρίαζε. Δεν μπορούσε να διασκεδάσει, να χαρεί, να χαμογελάσει. Όλοι στο στρατόπεδο του υπενθύμιζαν, λες και ήτανε βαλτοί, πως εκείνη ακριβώς τη στιγμή που έβγαιναν για την βραδινή άδεια από το φυλάκιο, η γυναίκα του έμπαζε στο σπίτι τον εραστή. Πήγαινε μόνος του σινεμά κι ανακάλυπτε πως πάλι κάποιο ζευγαράκι θα μπαλαμουτιάζονταν στα διπλανά καθίσματα. Κάποιες άδειες που κατάφερε να πάρει δεν στοιχειοθέτησαν τις συζυγικές απιστίες γιατί απλώς δεν είχαν υπάρξει ποτέ. Άδικα τα στησίματα και οι παρακολουθήσεις αλλά αυτό δεν έπαυε να δημιουργεί μια ερωτική έξαψη στο Θύμιο: είχε ήδη μετατρέψει την υποτιθέμενη απιστία της γυναίκας του σε προσωπική απόλαυση, καύλωνε με την ιδέα πως η γυναίκα του τον απατούσε. Αφού εγκαταστάθηκαν πλέον στην Αθήνα όπου είχαν βρει δουλειά και οι δυο τους και η σύζυγος εξακολουθούσε να του είναι πιστή, ο Θύμιος κατάφερε να βάλει στο παιχνίδι τη γυναίκα του κι εκείνη με τα πολλά δέχθηκε: ήταν μαζί από είκοσι χρονών και τον λάτρευε. Πήγε με κάποιον από τη δουλειά που τη φλέρταρε από καιρό με τις ευλογίες του άντρα της, (ο οποίος είχε διαλέξει και είχε πληρώσει μάλιστα και το ξενοδοχείο), κι όταν γύρισε σπίτι του τα περιέγραψε όλα χαρτί και καλαμάρι μέσα στη συνεχώς διογκούμενη έξαψη του Θύμιου να μάθει όλες τις λεπτομέρειες...

Ο Θύμιος όμως προχώρησε και παραπέρα το «άτυπο» πλέον, ζηλοτυπικό του παραλήρημα: ζήτησε ραντεβού από τον εραστή της γυναίκας του και πράγματι συναντήθηκαν σε μια κεντρική καφετέρια, όχι για να τον κάνει μαύρο στο ξύλο, (όπως πίστευε ο ατυχής εραστής), αλλά για να ακούσει από το στόμα του τις «καυτές λεπτομέρειες» που γνώριζε ήδη. «Το κέρατο, γιατρέ μου, εγώ το έκανα γλυκό του κουταλιού» μου είπε, σε μια από τις τελευταίες μας συνεδρίες.

Λίγο καιρό αργότερα έλαβα με το ταχυδρομείο, μέσα σε ένα φάκελο με φυσαλίδες το dvd με την ταινία Η σιωπή του Ίνγμαρ Μπέργκμαν.

Το έργο που συνοδεύει το κείμενο είναι της Κλεοπάτρας Μουρσελά

 

«Ο Αγαθοκλής στο Φεϊσμπουκ» του Dr. Πινόκιο

«Ο Αγαθοκλής στο Φεϊσμπουκ»

Ο Αγαθοκλής μπήκε στο Φέισμπουκ στις αρχές του 2009. Για την ακρίβεια, ένας καλαμπουρτζής μαθητής του (ο Αγαθοκλής ήταν καθηγητής, φιλόλογος) δημιούργησε το προφίλ του, με τη δέσμευση να τον πληρώνει ο καθηγητής τριακόσια ευρωπουλάκια για κάθε γκόμενα που θα την έριχνε στο κρεβάτι. Ο Αγαθοκλής ήταν παντρεμένος και πατέρας δυο αγοριών, αλλά όλοι ήξεραν στο σχολείο για τις περιπτύξεις του με τη γυμνάστρια, τα σαλιαρίσματα με τις πιο ξεπεταγμένες από τις μαθήτριες, πως ήταν νάρκισσος κι επιρρεπής στα πάσης φύσεως κομπλιμέντα και φιλοφρονήσεις. Ο μαθητής τού έβαλε και μια φωτογραφία με καπέλο, από την περσινή τριήμερη, και το προφίλ παρέμεινε ανενεργό για κάμποσους μήνες. Ο καθηγητής δεν τα έβρισκε σοβαρά πράγματα αυτά, και ο μαθητής τού έλεγε «καλά, εγώ σας το έστησα για να μην το κάνει κάποιος άλλος με το όνομά σας και μετά σας ζητάει πολλά ευρώ ως εκβιασμό. Ως κι ο Πάπας μπήκε φέτος στο φατσιοβιβλίο», και δεν ξεχνούσε να του υπενθυμίσει τη συμφωνία τους: «τρακόσια ευρώ για κάθε γκομενάκι που θα πηδήξεις», και του έκλεινε πονηρά το μάτι.

Πέρασαν έτσι κάμποσοι μήνες, ώσπου ένα βράδυ προς τα τέλη Ιουνίου, ο Αγαθοκλής μπήκε αυτοπροσώπως στο προφίλ του. Λίγο γιατί ήταν μόνος στο σπίτι μια και η σύζυγός του είχε πάει να ξεκαλοκαιριάσει στο χωριό της, λίγο γιατί μια γκαρσόνα τού είπε να γίνουν φίλοι στο Φέισμπουκ, λίγο γιατί ένας συνάδελφος τα έφτιαξε με μια κυρία μέσα από εκεί κι είχε γυρίσει κατενθουσιασμένος από το ερωτικό διήμερο στο Πήλιο. Ο Αγαθοκλής άρχισε να μπαίνει στα προφίλ των κοριτσιών με τα οποία τον είχε κάνει φίλο ο καλαμπουρτζής μαθητής του και να βάζει λάικ στις φωτογραφίες με μαγιό σε όλα τα κορίτσια που φωτογραφίζονταν στην άμμο, με μια αδυναμία σε όσα στέκονταν ή ξάπλωναν πάνω στα βράχια. Τον βρήκε το πρωί μέσα σε απόλυτη ερωτική έξαψη, αλλά μπλοκαρισμένο γιατί είχε κάνει πάρα πολλά αιτήματα, σε γυναίκες μόνο, κι είχε αφήσει εδώ κι εκεί κάποια βαριά σεξουαλικά υπονοούμενα σαν σχόλια.

Με τον καιρό έμαθε να χειρίζεται όλες τις νέες εφαρμογές που έρχονταν: το τσατ, τη βιντεοκλήση, τα εμότικον. Την έπεφτε άτσαλα δεξιά κι αριστερά, χωρίς κανένα γούστο. Αν ανταποκρινόταν κάποια, ο Αγαθοκλής ήταν έτοιμος να της στείλει τη λεπτομερειακή φωτογραφία με το πέος του σε διάφορες στάσεις· σκορπούσε καρδούλες και φιλάκια και χαμογελαστές φατσούλες, άκριτα, με το καλημέρα σας. Ήταν η χρυσή εποχή του σεξουαλικού τουρισμού· πλήθη κόσμου μετακινούνταν από άκρη σε άκρη της ελληνικής επικράτειας για ένα πήδημα. Το Φέισμπουκ είχε δώσει νέα πνοή στους σιδηροδρόμους, τα ποστάλια, τα αεροπλάνα και τα υπεραστικά λεωφορεία. Ερωτικοί μετανάστες διάβαιναν καθημερινώς τα διόδια από Έβρο μέχρι Μονεμβασιά στο κυνήγι μιας ιντερνετικής συνουσίας. Τα γραφεία συνοικεσίων έπεσαν σε μαρασμό. Μια πανελλαδική παρτούζα ήταν σε πλήρη εξέλιξη κι ο Αγαθοκλής ήταν απλώς ο μάρτυρας αυτής της δεύτερης (μετά το '60) σεξουαλικής επανάστασης. Δεν τόλμησε ποτέ να ταξιδέψει. Κάνα δυο που κατάφερε να τις φέρει στην πόλη του ήταν χοντρές και άξεστες. Παντρεμένες, χήρες και ζωντοχήρες πηδιόνταν καθ' άπασα την επικράτεια με τεκνά, σαδιστές και μουστακαλήδες συνταξιούχους, κι ο Αγαθοκλής παρέμεινε απλώς θεατής. Όχι ότι δεν ήταν καλός στο μπλα μπλα, αλλά όταν ερχόταν η στιγμή δεν μπορούσε να υποστηρίξει τα όσα καυλιάρικα έλεγε με τόση άνεση κι ευκολία στην οθόνη. Τον έπαιρνε κι η γυναίκα του χαμπάρι και μια του κατέβαζε τα μάγουλα με τις γρατζουνιές, μια του φύτρωνε καρούμπαλα στο κεφάλι.

Ο Αγαθοκλής άρχισε να ζηλεύει όσους προχωρούσαν ερωτικά κι άφηναν πίσω τους τις γεμάτες πάθος ερωτικές του εξομολογήσεις. Στην τελευταία του εικονική ερωμένη, μόλις εκείνη άλλαξε στάτους και δήλωσε αρραβωνιασμένη, πέρασε από το γραφείο της (κάτι που θα έπρεπε να είχε κάνει εδώ και μήνες) κι έκλαψε μπροστά της με αναφιλητά σαν μικρό παιδί. Πέρα από μια επιθυμία που απορρίπτεται, ο Αγαθοκλής αποκρυσταλλώνει σε τελευταία ανάλυση την απόρριψη της διάστασης του επιθυμείν καθαυτό.

 

«Ο άκαμπτος Τάκης»

«Ο άκαμπτος Τάκης»

Η ψυχική υγεία δεν είναι ζήτημα δύναμης: βλέπουμε τα μεγάλα και δυνατά δέντρα να τα σπάει η βαρυχειμωνιά και να τα ξεριζώνουν οι αγέρηδες. Βλέπουμε το ψιλόλιγνο αδύναμο στάχυ να λυγίζει στον άνεμο και να επανέρχεται, να ισιώνει ξανά το λεπτό του ανάστημα στον ήλιο. Αυτό το απλό παράδειγμα μου έρχεται στο μυαλό κάθε φορά που ακούω να λένε για κάποιον πως «τρελάθηκε επειδή δεν ήταν δυνατός». Πολλές φορές συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο οι δυνατοί, οι άκαμπτοι άνθρωποι τρελαίνονται, όπως μας λέει ο Ηρόδοτος για τον Άμαση: «Όσοι έχουν τόξα, κάθε φορά που θέλουν να τα χρησιμοποιήσουν, τα τεντώνουν. Όταν όμως δεν τα χρησιμοποιούν, τ' αφήνουν και χαλαρώνουν. Διότι εάν τα κρατούσαν μονίμως τεντωμένα, στο τέλος θα τους έσπαγαν και σε ώρα ανάγκης δεν θα μπορούσαν να τα χρησιμοποιήσουν. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τον άνθρωπο: εάν ασχολείται διαρκώς με πράγματα σοβαρά, χωρίς ποτέ του να διασκεδάζει – τότε ή θα τρελαθεί ή θα πάθει αποπληξία. Και επειδή ακριβώς μου είναι γνωστά όλα αυτά, φροντίζω να μοιράζω το χρόνο μου και στα δύο».

Ο άκαμπτος Τάκης δεν έβαζε νερό στο κρασί του: προγραμμάτιζε τη ζωή του σε βάθος χρόνου, κι αλίμονο αν πήγαινε κάτι στραβά στους υπολογισμούς του – γινόταν έξω φρενών. Μισή ώρα να καθυστερούσε κάποιος στο ραντεβού, δεν τον εύρισκε να τον περιμένει. Η αρραβωνιαστικιά του ήθελε κάποια στιγμή να τον χωρίσει αλλά αυτό επειδή δεν το είχε προβλέψει στον προγραμματισμό του ο Τάκης δεν της το επέτρεψε και τη νυμφεύτηκε τελικά αφού περίμενε καναδυό χρονάκια μέχρι να ξεθυμάνει ο έρωτάς της με έναν νεοδιοριζόμενο συνάδελφό της στη δουλειά. Πριν το γάμο τους ο Τάκης είχε προγραμματίσει ακριβώς και το χρόνο που θα έμπαιναν στη διαδικασία απόκτησης τέκνου και η γέννηση του πρωτότοκου συνέπεσε ακριβώς με τη στιγμή που το ήθελε ο Τάκης.

Ο άκαμπτος Τάκης μόλις έμαθε από το φίλο του ψυχίατρο πως ανησυχούσε για τη γρήγορη οδήγηση της συζύγου του προσφέρθηκε να βοηθήσει. Η ιταλίδα γυναίκα του Σωτήρη λάτρευε την ταχύτητα και θα ερχόταν με την καινούργια Άλφα στην Πάτρα, την Πέμπτη το μεσημεράκι. Αποφάσισαν λοιπόν, να πάνε να την πάρουν παρέα. Ο Τάκης θα οδηγούσε μπροστά, σωστός κι άκαμπτος όπως πάντα, μέσα στα επιτρεπόμενα όρια ταχύτητος και θα ανάγκαζε και τη Λορεντάνα να τον ακολουθεί. Μετά την υποδοχή στο λιμάνι της Πάτρας και το εκθαμβωτικό κόκκινο της καινούργιας Άλφα, ο Τάκης ανέλαβε να υλοποιήσει το σχέδιό του: πέρασε μπροστά με το Άουντι, και η Λορεντάνα στην Άλφα να τον ακολουθεί με τον Σωτήρη να κρατάει το ενάμιση έτους κοριτσάκι τους στην αγκαλιά, ως συνοδηγό. Όλα πήγαιναν καλά μέχρι το Αίγιο. Μετά το Αίγιο πάλι η Λορεντάνα ήταν υπάκουη κι ακολουθούσε πιστά το προπορευόμενο Άουντι, αλλά ένα μαύρο Φορντ πετάχτηκε από το αντίθετο ρεύμα και καρφώθηκε πάνω στο δεξί μπροστινό φανάρι της Άλφα. Το ηλιόλουστο μεσημέρι της εθνικής οδού Αθηνών-Πατρών βάφτηκε για άλλη μια φορά με αίμα. Η Λορεντάνα και η κορούλα της ευτυχώς επέζησαν. Ο Σωτήρης άφησε την τελευταία του πνοή, λίγες ώρες αργότερα, στο Κέντρο Υγείας της Ακράτας. Εμείς ως ψυχιατρική κοινότητα βυθιστήκαμε στο πένθος για το χαμό του ειδικευόμενου συναδέλφου μας κι σκεφτόμασταν πως ο Σωτήρης θα μπορούσε να ζούσε αν άφηνε τη γυναίκα του να οδηγήσει με το πόδι στο γκάζι. Αν η Λορεντάνα είχε το πόδι στο γκάζι θα είχε προσπεράσει προ πολλού τη χι στιγμή, και το μαύρο Φορντ δεν θα συναντιόταν ποτέ μαζί της.

Η Λορεντάνα και η κορούλα της έχασαν σύζυγο και πατέρα. Όλοι εμείς χάσαμε έναν φέρελπι συνάδελφο. Ο άκαμπτος Τάκης έχασε μια για πάντα τα λογικά του.

 

«Διακιολογίες χειρότερες από την πράξη»

«Διακιολογίες χειρότερες από την πράξη»

Υπάρχουν ως γνωστόν κάποιες δικαιολογίες που είναι χειρότερες από την πράξη. Π.χ. όταν ο γελωτοποιός της Αυλής πιάνει κατά λάθος τον κώλο του βασιλιά κι ο βασιλιάς γυρίζει και τον κατακεραυνώνει με το βλέμμα του, ο γελωτοποιός ψελλίζει: «Συγγνώμη, βασιλιά μου, νόμιζα πως ήταν ο κώλος της βασίλισσας». Ο Μιχάλης Λιάπης όταν συνελήφθη από τους τροχαίους να κυκλοφορεί το πολυτελές τζιπ του με πλαστές πινακίδες και χωρίς ασφάλεια, το μόνο που βρήκε να πει ως δικαιολογία ήταν πως το κίνησε μόνο και μόνο για να φορτίσει την μπαταρία. Κι όταν επέστρεψε από την Κουάλα Λουμπούρ δήλωσε πως δεν επρόκειτο για ταξίδι αναψυχής, αλλά για ταξίδι «ψυχικής εκτόνωσης».

Μέχρι τώρα το μοναδικό παράδειγμα που είχα διδαχθεί για να κατανοήσω την «παθητική-επιθετική διαταραχή της προσωπικότητας» ήταν το παράδειγμα με τη γραμματέα: το αφεντικό λίγο πριν από τη λήξη του ωραρίου την τελευταία εργάσιμη μέρα, την Παρασκευή, φωνάζει τη γραμματέα του και της αναθέτει να του ετοιμάσει μια μελέτη με τον όρο να του την παραδώσει το πρωί της Δευτέρας. Η γραμματέας τού απαντάει με απόλυτο σεβασμό πως ναι, η μελέτη θα τον περιμένει έτοιμη στο γραφείο του μόλις μπει το πρωί της Δευτέρας. Η γραμματέας ξέρει πως δεν πρόκειται να κάνει τη μελέτη: το Σαββατοκύριακο θα την πάει ο γκόμενος (τον οποίο πασχίζει να τον αναβαθμίσει σε σχέση) ερωτικό διήμερο στο Ναύπλιο, της έδειξε μάλιστα και τον «Αμφιτρύωνα» στο διαδίκτυο, κι αντί να πει στο αφεντικό της πως «αυτό το ΣΚ δε θα μπορέσει να ασχοληθεί με τη μελέτη», εντελώς αυθόρμητα του δηλώνει «ναι» και μάλιστα υπερθεματίζει. Το πρωί της Δευτέρας όλοι γνωρίζετε πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα: το αφεντικό θα γίνει έξαλλο γιατί δε θα βρει στο γραφείο του τη μελέτη που ανέθεσε στην προσωπική του γραμματέα, κι η γραμματέας θα δικαιολογηθεί πως δεν έκανε τη μελέτη που της ανέθεσε επειδή αρρώστησε ξαφνικά η μητέρα της (μια υποτροπή του χρόνιου καρδιακού νοσήματος) κι έπρεπε να την τρέξει στο Ωνάσειο.

Η παθητική-επιθετική διαταραχή όσο δύσκολη κι αν είναι στον ορισμό της είναι πολύ συχνή και διαδεδομένη στην καθημερινότητά μας και δεν αποτελεί υποχρεωτικά διαταραχή της προσωπικότητας, παρά μόνον όταν αποτελεί σταθερή αντίδραση του ατόμου σε διάφορες καταστάσεις της καθημερινότητας. Π.χ., το άτομο που αντιστέκεται στην ολοκλήρωση της κοινωνικής και εργασιακής ρουτίνας, το άτομο που παραπονιέται διαρκώς ότι οι άλλοι δεν τον καταλαβαίνουν και τον υποτιμούν, που είναι σκυθρωπό και εκφράζει συνεχώς διαφωνίες, που αναίτια κριτικάρει και περιφρονεί την εξουσία, που εκφράζει φθόνο και δυσφορία εναντίον άλλων περιστασιακά τυχερότερων, που επίμονα μεγαλοποιεί την προσωπική του ατυχία, που ενοχλείται από χρήσιμες προτάσεις των άλλων για το πώς θα μπορούσε να είναι πιο παραγωγικό, που παρεμποδίζει τις προσπάθειες των άλλων µε το να µην κάνει το μέρος της δουλειάς που του αναλογεί.

Ο συμπαθής πρώην υπουργός Μεταφορών συνέβαλε ουσιαστικά στη διευκρίνιση από μέρους μου αυτής της δυσνόητης διαταραχής. Τον ευχαριστώ θερμά προσωπικώς αλλά κι εκ μέρους όλων των ειδικευόμενων συναδέλφων.

 

«Σκιέρ για μια μέρα»

«Σκιέρ για μια μέρα»

Σ' αυτή τη μικρή ζωή που μας δόθηκε, μπορούμε να ζήσουμε πολλές, αναρίθμητες θα έλεγα, ζωές. Προσωπικά υπήρξα φοιτητής, φαντάρος, ερωτευμένος, μαθητής γαλλικών, παντρεμένος, χωρισμένος, αρραβωνιασμένος, γιατρός, μεγαλογιατρός, απολυμένος, άνεργος, έζησα σε σπίτια με νοίκι και σε σπίτια που ήταν δικά μου. Έζησα σε διάφορες πόλεις και σε διάφορες χώρες: Κόρινθο, Άρτα, Αμοργό, Κομοτηνή, Αθήνα, Νάπολη, Ρώμη, Σαν Φρανσίσκο, με διάφορες φίλες και φίλους. Υπήρξα ποιητής και για μια μέρα στη ζωή μου υπήρξα σκιέρ. Δε βαρέθηκα ποτέ και ζηλεύω τους ανθρώπους που δηλώνουν με αυταρέσκεια πως «βαριούνται». «Βαριέμαι» ο ένας, «βαριέμαι» ο άλλος, εγώ εξηντάρισα κι ακόμη να βαρεθώ τον εαυτό μου. Θα σας διηγηθώ λοιπόν πώς έγινα σκιέρ για μια μέρα, τώρα που ο Σούμι είναι σε κώμα κι η Μέρκελ με κάταγμα στη λεκάνη...

Κάποιο παλιό έτος, ένα από αυτά που θα περνούσαν αργότερα ως «τα τελευταία χρόνια του Αγκόπ Σιρινιάν», βρέθηκα να υπηρετώ ως γιατρός στο Χιονοδρομικό Κέντρο Παρνασσού, στα Κελάρια. Το αγροτικό ιατρείο το κάλυπτε ο Στρατός, και ως έφεδρος υπολοχαγός του Υγειονομικού, πήγα ως εθελοντής για τριάντα ημέρες. Η υποδοχή που μου επιφύλαξαν τα κορίτσια εκεί πάνω ήταν παραπάνω από θερμή. Στους μείον δεκαπέντε τα ανθρώπινα όντα ενστικτωδώς τείνουν να συσφίξουν τις σχέσεις τους. Ο αρχινοσοκόμος ανέλαβε αυτός να με καλύπτει τις ώρες που θα έκανα σκι: ήταν γνωστός εφαψίας κι ήταν η χαρά του να περιποιείται άντρες και γυναίκες που υποβάλλονταν εκ μέρους του σε πλήρη απογύμνωση, ακόμα κι αν είχαν μια απλή κάκωση στο νυχάκι του αριστερού τους κάτω άκρου: έπρεπε να βγάλουν όλη τη σκιιστική ενδυμασία τους... κι η αρχινοσοκόμα, όταν βρισκόταν εκεί –γιατί τις περισσότερες ημέρες απουσίαζε–, έκανε κατάχρηση ενός ισχυρού παυσίπονου, του Romidon, που υπήρχε στο ιατρείο μας σε ενέσιμη μορφή για τις πρώτες βοήθειες στους καταγματίες αλλά και σε κάψουλες για ελαφρύτερα περιστατικά... Αργότερα, μερικά χρόνια αργότερα, θα μάθαινα τις ιδιότητες αυτού του φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος και θα το χορηγούσα ως αντιμετώπιση των στερητικών από την πρέζα...

Ο Αγκόπ Σιρινιάν, πρωτοξάδελφος του Ηλία Καζάν και θείος του Σαρλ Αζναβούρ (είχε παντρευτεί σε πρώτο γάμο μια ανιψιά του), είχε μεγάλο εμπορικό κατάστημα στο κέντρο της Λάρισας και μετά έκανε συνέταιρο τον Κλαουδάτο. Φανατικός των χειμερινών σπορ ήταν ο πρώτος που έστησε μαγαζί με ενοικιάσεις σκι και ρούχων στα Κελάρια. Μόλις του είπαν τα κορίτσια πως ο νέος γιατρός είναι Λαρισαίος, ήρθε και με βρήκε στο ιατρείο. Μου έσφιξε το χέρι και η πρώτη του ερώτηση μετά τον τόπο καταγωγής μου ήταν αν ξέρω σκι. «Δεν επιτρέπεται», μου λέει. «Ένας νέος γιατρός που θέλει να πετύχει πρέπει να ξέρει οπωσδήποτε σκι. Έλα μαζί μου». Με πήρε απ' το χέρι και πήγαμε στο μαγαζί του. Τα κορίτσια του «Κλαουδάτου» με βοήθησαν να ντυθώ, τα σκι τα διάλεξε ο ίδιος. Προτού ανεβούμε μου έδωσε ένα free-pass για όλο το μήνα. Ανεβήκαμε κι αρχίσαμε αμέσως τα μαθήματα. Ο Αγκόπ ως και τις θερινές του διακοπές τις έκανε στην Ελβετία σε πίστες με τεχνητό χιόνι – ναι, είχε εφευρεθεί μόλις εκείνα τα παλιά χρόνια.

Μια μέρα, όταν έκρινε ο Αγκόπ πως ήμουν έτοιμος, ανεβήκαμε με το λιφτ μέχρι τη Φτερόλακα στους μείον δεκαπέντε, και για πρώτη και μοναδική φορά στη ζωή μου πήδηξα φορώντας τα πέδιλα στο χιόνι, για πρώτη και μοναδική φορά στη ζωή μου έκανα ελεύθερη κατάβαση μέχρι τη βάση μας. Το βλέπω ακόμη στα όνειρά μου καμιά φορά ως εφιάλτη πλέον και ουρλιάζω μέσα στον ύπνο μου, καταϊδρωμένος. Φέτος η βαφτιστήρα μου η Φαίδρα γιόρτασε τον πρώτο χρόνο ζωής στην Κορτίνα Ντ' Αμπέτσο, στις Ιταλικές Άλπεις. Αυτή η ανάμνηση από την πολυτάραχη ζωή του Dr. Πινόκιο είναι δικιά της.

 

«Ο Μίλτος και η επιδίωξη της ευτυχίας»

«Ο Μίλτος και η επιδίωξη της ευτυχίας»

«Ευτυχία είναι να μοιράζεσαι το χρόνο με το άτομο που αγαπάς», είχε διαβάσει κάποτε ο Μίλτος στον Μπόρχες κι από τότε τον είχε στοιχειώσει αυτός ο ορισμός της ευτυχίας. Νεότερος είχε πιστέψει, όπως ο Καζαντζάκης, πως ευτυχία είναι να κάνεις το χρέος σου, αλλά πόσο ευτυχισμένος ήταν ο Μίλτος από το χρέος του απέναντι στην κομματική νεολαία της οποίας ήταν μέλος; Η ευτυχία δεν είναι η ικανοποίηση από το έργο μας στη δουλειά, στο γάμο, στην οικογένεια. Δεν είναι να έχουμε ήσυχη τη συνείδησή μας. Είναι κάτι πολύ ανώτερο από όλα αυτά τα πεζά, ούτε είναι απλά οι ευχάριστες στιγμές στη ζωή μας. Η ευτυχία, δεν είναι μια συλλογή από χαμογελαστές φωτογραφίες. Είναι κάτι πολύ ανώτερο. Όταν ένας από τους πατέρες της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας, ο James Madison έβαζε στο πρώτο άρθρο του Συντάγματος, πως σκοπός του κράτους είναι να φροντίζει για την ελευθερία του καθενός αλλά και την επιδίωξη της ευτυχίας, ίσως να είχε κατά νου, την επίτευξη των συνθηκών μιας άνετης διαβίωσης για τους υπηκόους του. «Ψωμί και τριαντάφυλλα» λοιπόν, ένα σύνθημα που το επανέλαβε ο γαλλικός Μάης, το τελευταίο κίνημα που ξαναστοχάστηκε την ευτυχία, και την έβαλε ως απόλυτη προτεραιότητα της ταξικής πάλης.

Ο Μίλτος επέστρεψε αρχιτέκτονας από τη Ρώμη με το κύμα της επιστροφής των διανοούμενων στα τέλη της δεκαετίας του '70, με σκοπό να προσφέρει κι αυτός στη χώρα του. Κι αν κάπου ξέχασε το τάμα του και μπλέχτηκε κι αυτός σε λοβιτούρες, δεν ξέχασε πως η μόνη ευτυχία που έχουμε είναι ο χρόνος. Με τις γυναίκες, ήταν εύκολο: όταν αντιλαμβανόταν πως δε μοιράζονταν το χρόνο με το κατάλληλο άτομο, χώριζε και πήγαινε για άλλα. Έκανε τρεις γάμους κι απέκτησε τέσσερα παιδιά: κανένα από τον πρώτο, τρία από το δεύτερο κι ένα από την τρίτη και νεαρότατη σύζυγό του. Με τους άντρες ακόμη πιο εύκολο: αν χάνονταν ο ενθουσιασμός από την παρέα, ξέκοβε από φιλίες και συναναστροφές κι έφτιαχνε άλλες. Δεν βρήκε την ευτυχία λοιπόν, ούτε στη δουλειά (κατάφερε να φτάσει κάποια στιγμή να γίνει λέκτορας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας), ούτε στο γάμο, ούτε στα παιδιά, ούτε στη συμμετοχή του στα κοινά, ούτε στις παρέες.

Η ευτυχία, άρρητα συνδεδεμένη για το Μίλτο με το χρόνο, ήταν να μοιράζεται το χρόνο του αρχικά με τους ανθρώπους που αγαπούσε, έπειτα, επειδή πολύ συχνά συμβαίνει να αγαπάς αλλά να μην αγαπιέσαι, έγινε καθαρός χρόνος. Ο απόλυτα προσωπικός χρόνος του Αλμπέρτο Μοράβια, ο ήρωας στο πρώτο νεανικό του μυθιστόρημα, οι Αδιάφοροι, αρχιτέκτονας κι αυτός, απολάμβανε τα οφέλη της προσωπικής του ηθικής και μόνον. Η απόλυτη ευτυχία για τον Μίλτο, όταν τον γνώρισα εγώ λόγω μιας μετατροπής που ήθελα του ιατρείου μου σε ιατρείο και γκαρσονιέρα, έμοιαζε πολύ με αυτήν του Μοράβια. Ζούσε μόνος του σε ένα δυαράκι σαράντα οχτώ τ.μ., ξυπνούσε το πρωί στις επτά ακριβώς και καθόταν στο σχεδιαστήριό του, που και που όταν χρειαζόταν κάποια ιδιαίτερη έμπνευση δάγκωνε ένα μήλο, πράσινο ξινόμηλο κατά προτίμηση, σαν την Άγκαθα Κρίστι πριν καθίσει στο τραπέζι της να γράψει. Δούλευε μέχρι το μεσημέρι, στη μία ακριβώς διέκοπτε την καθημερινή του εργασία, έτρωγε το κύριο γεύμα της ημέρας και κοιμόταν κάνα δίωρο. Το απόγευμα ήταν ελεύθερο για τη διασκέδασή του. Είχα αγοράσει το ιατρείο στην πολυκατοικία που ήταν προϊόν αντιπαροχής του πατρικού του Μίλτου και πίναμε κάνα κρασί μαζί αραιά και που.

Για φέτος, την Πρωτοχρονιά του 2014 είπαμε να γιορτάσουμε οι δυο μας το χρόνο που πέρασε, άλλον ένα χρόνο που κλέψαμε από το θάνατο. Με το Μίλτο δε γιορτάζαμε ποτέ το νέο χρόνο, γιατί κανένας μας δεν ήξερε αν θα έχουμε και το χρόνο να τον ζήσουμε.

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER