«Η Χαρίκλεια στη Χαλκίδα» του Dr. Πινόκιο

«Η Χαρίκλεια στη Χαλκίδα»

Ένας από τους χρυσούς κανόνες της «μη λεκτικής επικοινωνίας» ορίζει πως μια συνάντηση μπορεί να πάει στράφι από την έλλειψη βλεμματικής επαφής το πρώτο δευτερόλεπτο της συνάντησης: για παράδειγμα, παίρνουμε δυο φίλους που λαχταράνε να συναντηθούν ύστερα από χρόνια, αλλά όταν αναγνωρίζονται και τρέχει ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, κάποιος απ' τους δύο σκύβει να κλείσει την ομπρέλα του, οπότε του άλλου του κόβεται η φόρα και η ποθούμενη συνάντηση έχει αφήσει ένα ξινό αίσθημα και στους δύο, ανεξάρτητα από τις αμοιβαίες φιλοφρονήσεις και τις δηλώσεις αγάπης.

Η Χαρίκλεια προσφέρθηκε να περάσει να πάρει με το αυτοκίνητό της τον Χάρη από το σπίτι του, μια και ο Χάρης ως ποιητής δεν οδηγούσε και μάλιστα υπερηφανευόταν που δεν είχε αποκτήσει ποτέ στη ζωή του δίπλωμα οδήγησης, αλλά κάτι την ενόχλησε παρόλο που ο Χάρης ήταν τυπικός και την περίμενε στο πεζοδρόμιο, αντί να τη χαιρετήσει με μια αγκαλιά, πήγε κατευθείαν κι άνοιξε το πορτμπαγκάζ για να βάλει το ταξιδιωτικό του σακίδιο και μετά την κοίταξε στα μάτια. Η Χαρίκλεια ωστόσο το απέδωσε στην «ποιητική αμηχανία» που διέκρινε τον Χάρη σε πολλές απόψεις της καθημερινότητας και είπε στον εαυτό της πως δεν θα άφηνε τίποτα να της χαλάσει την εορταστική μέρα.

Στο ύψος της Νέας Φιλαδέλφειας συνάντησαν και την πομπή κάποιων αρμάτων μάχης, που είχαν ολοκληρώσει την παρέλαση της 25ης Μαρτίου στο Σύνταγμα και τώρα επέστρεφαν στην Αυλώνα, σκορπώντας γύρω τους τη μυρουδιά από φρέσκο βερνίκι, καμένα λάδια και υδρατμούς από πετρέλαιο, μαζί μ' εκείνη την ιδιαίτερη οσμή που έχει «η βαρβατίλα του στρατώνα» κατά τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, κι έκαναν τα ρουθούνια της Χαρίκλειας να σφίγγονται φιλήδονα. Είχε ξεκινήσει νωρίς από το σπίτι της στην Κηφισιά, ο άντρας της ως συνήθως έλειπε σε επαγγελματικό ταξίδι, οι δυο της κόρες σπούδαζαν στο Λονδίνο, με κατεύθυνση το σπίτι του Χάρη στη Νέα Σμύρνη, κι από κει έπιασε την Πειραιώς για να βγει στο ποτάμι για Χαλκίδα μέσα σε μια ηλιόλουστη, χαμογελαστή μέρα με τον Χάρη στη θέση του συνοδηγού να αλλάζει τα σιντί (είχε φέρει τα δικά του μέσα σε μια δερμάτινη θήκη), με ρέγγε, σκα και λάτιν και να της ρίχνει πού και πού έντονες λιγωμένες ματιές. Όλα συνηγορούσαν να τα φτιάξουν, επιτέλους: η λαμπρή ανοιξιάτικη φύση, το εορταστικόν της ημέρας, οι φίλοι λογοτέχνες που αντιλήφθηκαν αμέσως την έλξη της Χαρίκλειας και του Χάρη. Ο Χάρης ήταν περίπου οκτώ χρόνια μικρότερός της, αλλά η Χαρίκλεια ήταν ζωηρή γυναίκα, καλοφτιαγμένη και έξυπνη, είχε δε δυο μεγάλα βυζιά που τα περιέφερε με όλη την άνεση της κοσμικής κυρίας. Πριν από λίγο καιρό είχε αρχίσει να συχνάζει σε στέκια λογοτεχνών παρασυρμένη από μια παλιά της φιλενάδα που είχε ανακαλύψει φιλοδοξίες ποιήτριας μόλις βγήκε στη σύνταξη από την Τράπεζα, και τελικά της άρεσε και της ίδιας η συναναστροφή με τους λογοτέχνες: θυμήθηκε τα λόγια του πατέρα της, δεινού καπνιστή, πως «τις πιο ενδιαφέρουσες κουβέντες τις ακούς από αυτούς που καπνίζουν» και του έδωσε δίκιο για άλλη μια φορά του μακαρίτη: μες στους καπνούς και τα τσιγάρα, η Χαρίκλεια ανακάλυψε έναν ολόκληρο νέο κόσμο... Σήμερα, τελικά, πήγαινε με τον Χάρη βόλτα για τσίπουρα στη Χαλκίδα.

Ήπιαν ένα και δύο καραφάκια τσίπουρο χωρίς γλυκάνισο, γευτήκαν χτένια, γυαλιστερές, μύδια, σωλήνες και αχινοσαλάτα, και τρίτο καραφάκι και γαρίδες και μύδια σαγανάκι με λευκή σάλτσα και τηγανόψωμο και τα νήπια καλαμαράκια που τρώγονται ολόκληρα κι άλλο τσίπουρο, όταν πια είχε λυθεί ο Χάρης κι άρχισε να της χαϊδεύει τα μπούτια κάτω από το τραπέζι η Χαρίκλεια σηκώθηκε, πλήρωσε διακριτικά τον λογαριασμό με τη δικαιολογία πως πάει τουαλέτα και μετά οδήγησε τον Χάρη σε μια ερημική αγαπημένη της παραλία, όπου πήγαινε τις κόρες της μικρές, και ο Χάρης τη φιλούσε στο στόμα και στον λαιμό, κι είχε σηκώσει τη φούστα της ψηλά και της χούφτωνε τα βυζιά κι είχε κατεβάσει το φερμουάρ του παντελονιού του, κι άρχισε να της σπρώχνει το κεφάλι στη σκληρή του στύση, πριν ανοίξει τα χείλη της, άνοιξε το στόμα της και του είπε τρυφερά «είναι η πρώτη φορά που απατάω τον άντρα μου σε τριάντα χρόνια γάμου», δεν κατάλαβε τι ήταν αυτό που σκότωσε τη μαγεία και τη στύση του Χάρη, και τον έκανε έξαλλο σε σημείο που να κατέβει από το αυτοκίνητο και να γυρίσει με το ΚΤΕΛ στην Αθήνα, ουρλιάζοντας «ακούς εκεί να μου πει εμένα πως είμαι ο πρώτος μετά τον άντρα της».

 

«Ο νεαρός δισκοθέτης-Μπουκόφσκι» του Dr. Πινόκιο

«Ο νεαρός δισκοθέτης-Μπουκόφσκι»

Ο Χαράλαμπος-ντιτζέι-Μπουκόφσκι, για να συμπληρώσει το πενιχρό του νυχτοκάματο ως δισκοθέτης, εργαζόταν παρτ-τάιμ και σε ένα ιστορικό δισκάδικο στη γειτονιά μου. Τύχαινε, κάποιες φορές, μετά τη δουλειά να έρχεται από το ιατρείο με κάνα δυο ντουζίνες μπίρες, και τότε βγαίναμε στις πολυκαιρισμένες πολυθρόνες σκηνοθέτη στη βεράντα μου να ρουφήξουμε τον αττικό ήλιο. Ο Χαράλαμπος σηκωνόταν κι έφερνε μία μία τις μπίρες από την κατάψυξη και τις άνοιγε με την ανάστροφη του μαύρου μπικ αναπτήρα του. Η κίνησή του καταγράφηκε και σ' ένα ντοκιμαντέρ που γύριζαν για τη γαλλική τηλεόραση τότε στο μπαλκόνι μου για τις τελευταίες κοινοβουλευτικές εκλογές. Είχε κατακλυστεί η Αθήνα, όπως θυμάστε, από δημοσιογράφους και πράκτορες, όπου κι αν στεκόσουν άκουγες αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, ρωσικά και εβραϊκά. Κάποιοι φίλοι έφεραν στη βεράντα μου, λοιπόν, ένα γαλλικό συνεργείο και τραβούσαν την εικόνα εγκατάλειψης που επικρατούσε, αναποδογυρισμένες γλάστρες, χώματα, σκορπισμένα φύλλα, τσουκνίδες να φυτρώνουν μέσα από τα καλλωπιστικά φυτά, τον άσπρο γάτο μου που είχε γίνει καφές από την απλυσιά και τα παιχνίδια με τα χώματα, εγώ να κυκλοφορώ ξυπόλυτος με σορτσάκι και ξεχειλωμένα μακό από τη συλλογή των προσφορών που έδιναν κατά καιρούς τα περιοδικά, και ο Χαράλαμπος να πηγαινοέρχεται με μια μπίρα στο χέρι.

Παρήγγειλα σουβλάκια απ' τον «Λευτέρη» για όλους κι επιπλέον μπίρες να τις έχουμε καβάντζα και, κάποια στιγμή, το συνεργείο σκόρπισε. Ο Χαράλαμπος παρέμεινε, γιατί μου ανέλυε τη σχέση ποίησης και αλκοόλ, από το μεθύστε του Μποντλέρ στους Τζακ Λόντον και Κέρουακ, τον μύθο του άγιου-πότη και τον Μάλκομ Λόουρι, τον Καρούζο και τον Γκόρπα, τον Γιώργο Καραβασίλη και τον Βασίλη Στεριάδη ως τη στρατιά των νεότερων με τις δικές μου προσθήκες των Γράμπαλ, Φαλάντα και Ντοβλάτοφ, κι αφού τέλειωσαν και οι έξτρα μπίρες κτύπησε το κουδούνι κι ήταν μια πελάτισσα που ερχόταν χωρίς ραντεβού και της είπα από το θυροτηλέφωνο πως αφού δεν είχε ραντεβού θα τη δεχόμουνα μόνον αν μας έφερνε ένα μπουκάλι μπλακ λέιμπελ και η Νάσια είπε ναι και ξανακτύπησε ύστερα από ένα τέταρτο πάλι το κουδούνι της εισόδου, και τη δέχτηκα αφού κρατούσε στο χέρι το μπουκάλι μέσα σε μια σακούλα του «Γαλαξία», και δέχθηκε και η Νάσια να κάνουμε τη συνεδρία παρόντος του Μπάμπη-ντιτζέι-Μπουκόφσκι, ο οποίος ανέλαβε να μας σερβίρει και τα ουίσκι σε χαμηλά βαριά ποτήρια που είχα κλέψει από διάφορα πεντάστερα ξενοδοχεία ανά την υφήλιο, και ενώ εγώ αγόρευα για το Χάρις-Μπαρ στη Βενετία και στην Αβάνα και στη Μαδρίτη, η μίνι φούστα της Νάσια σηκώθηκε ακόμη πιο ψηλά, και ο Μπάμπης είχε καρφώσει τα μάτια του στα μπούτια της και στα βυζιά έτοιμα να υποχωρήσουν στο τελευταίο κουμπάκι που τα κρατούσε σε συνοχή μεταξύ τους, κι εγώ έλεγα πως ο Χέμινγουεϊ αυτοκτόνησε επειδή δεν μπορούσε πλέον να πηδήξει στα εξήντα του, κι εγώ πλησίαζα επικίνδυνα την ηλικία των εξήντα χρόνων αλλά δεν μ' άκουγε κανένας από τους δυο τους και για να μην τους χαλάσω το ειδύλλιο συνέχισα να μιλάω με τον ίδιο τόνο φωνής, ακόμα κι όταν ο Μπάμπης είχε αγκαλιάσει τη Νάσια σε ένα μακρόσυρτο γλωσσόφιλο, πως ο Φι Σίγμα Φιτζέραλντ απέδιδε τις απιστίες της Ζέλντα στο μικρό μήκος που είχε το πουλί του, και μια μέρα στο Ριτς κλείστηκε στην τουαλέτα με τον Ερνέστο και μέτρησαν τα πουλιά τους και ο γέρος τού είπε πως ναι όντως το πουλί του ήταν μικρό, κι η Νάσια με τον Μπάμπη σηκώθηκαν κι αφού τακτοποίησαν τα ρούχα τους έφυγαν μαζί από το ιατρείο να συνεχίσουν στο σπίτι του δισκοθέτη τα υπόλοιπα, κι εγώ έμεινα να συμπληρώνω στη λίστα με τα σύνδρομα των λογοτεχνών, μαζί με το σύνδρομο Ρεμπό-Νταλάρα (θέλω να γράφω απόκοσμα σαν τον Αρθούρο Ρεμπό, αλλά να γνωρίζω την επιτυχία του Γιώργου Νταλάρα) και το σύνδρομο της Λολίτας (η λολίτα ως γνωστόν προσαρμόζει τη συμπεριφορά της ανάλογα με τον συνομιλητή που έχει μπροστά της, με σκοπό να γίνεται πάντα αρεστή και να επιτυγχάνει πάντα αυτό που θέλει), το σύνδρομο Μπουκόφσκι (να πιω μέχρι να γράψω αριστουργήματα).

 

«Η Ουρανία πάνω στη γη» του Dr. Πινόκιο

«Η Ουρανία πάνω στη γη»

Πριν ακόμη πατήσει το πόδι της στη γη, η Ουρανία μέσα στο ασανσέρ δεχόταν τα υβριστικά μηνύματα, γραμμένα με μαύρο μαρκαδόρο στον καθρέφτη και τα τοιχώματα, από τους πιτσιρικάδες της πολυκατοικίας: δεν απευθύνονταν σ' αυτήν τα ορθωμένα πέη και οι βρισιές που αντάλλασσαν οι χούλιγκανς μεταξύ τους, αλλά ανακάλυπτε πως η καλή της διάθεση να ξεκινήσει τη μέρα ήταν πολύ εύθραυστη μπροστά στην ασκήμια του κόσμου. Βγαίνοντας από το ασανσέρ και πριν ακόμη πατήσει το πόδι της στη γη, έβρισκε τα σπασμένα γραμματοκιβώτια να χάσκουν σπασμένα χρόνια τώρα, την είσοδο γεμάτη από διαφημιστικά φυλλάδια, και τσαλακωμένα τενεκεδάκια αναψυκτικών κι αποτσίγαρα. Η καλή της διάθεση, όση είχε απομείνει τέλος πάντων, γινόταν ρετάλι με την αναμονή στη στάση του τραμ: δεν άντεχε το λόγο που της απεύθυναν οι συνταξιούχοι με τη μεμψιμοιρία τους, δεν άντεχε τα δεκατετράχρονα που αντάλλασαν φιλιά στο παγκάκι, δεν άντεχε το στριμωξίδι στην πόρτα.

Είχε παρατηρήσει αυτή την άνοδο του επιπέδου επιθετικότητας τα τελευταία χρόνια, η Ουρανία με όση καλή διάθεση κι αν έβγαινε από το σπίτι της κάθε πρωί για να πάει στη δουλειά, διαπίστωνε πως δεχόταν τόνους επιθετικότητας από άγνωστους. Τα κορναρίσματα στους δρόμους της τρυπούσαν τα αυτιά, καθώς κανένας δεν παραχωρούσε την προτεραιότητα σε κανέναν. Προτελευταία της διαπίστωση ήταν πως η επιθετικότητα είχε μολύνει πλέον και την παρέα της: έβγαινε με τους φίλους και τις φίλες της να διασκεδάσει και κάθε έξοδος κατέληγε σε καυγά. Στα καλά καθούμενα, ένα υφέρπον μίσος είχε δηλητηριάσει φιλίες δοκιμασμένες στο χρόνο, είχε μετατρέψει σε άσπονδους τους φίλους, παρόλη την κρασοκατάνυξη. Η Ουρανία θυμόταν από τα παιδικά της χρόνια, τη δεκαετία του '80, όταν ο πατέρα της με τους φίλους της έπιανε το τραγούδι κι όλη η ταβέρνα γινόταν μια παρέα, κι όλοι τραγουδούσαν και σηκώνονταν να χορέψουν άγνωστοι μεταξύ τους, και δεν παρεξηγιόταν κανένας. Είχε καταγράψει πως την αμέσως επόμενη δεκαετία του '90, γινόταν παρεξήγηση αν έσπρωχνες με την καρέκλα κατά λάθος αυτόν που κάθονταν πλάτη με σένα σε στοιβαγμένες αίθουσες όπου δεν τραγουδούσε κανένας και δεν χόρευε κανένας.

Η τελευταία της διαπίστωση ήταν πως η επιθετικότητα που απ' το δρόμο είχε μπολιάσει και τις προσωπικές παρέες, είχε πλέον εισβάλλει και στο διαδίκτυο και στα κοινωνικά δίκτυα: έφτανε να ανοίξεις την οθόνη του υπολογιστή σου, μέσα στην άκρα οικειότητα του δωματίου σου, για να λουστείς την επιθετικότητα φίλων, γνωστών κι αρρώστων από τα επιθετικά σχόλια, κρυμμένα πίσω από χαμογελαστές φατσούλες, έως τη σκληρή βωμολοχία στα τσατ που πάντα ξεκινούσαν με ευγενικό τρόπο και πάντα κατέληγαν σε έναν εικονικό βιασμό.

Η Ουρανία πρώτα σταμάτησε να βγαίνει από το σπίτι της (χωρίς καμιά προειδοποίηση δεν ξαναπήγε στο λογιστικό γραφείο όπου εργαζόταν), μετά βγήκε κι από το διαδίκτυο και κατέληξε να μη βγαίνει από το δωμάτιό της και στη συνέχεια να μην σηκώνεται ούτε από το κρεβάτι της. Δεν κατάφερε ωστόσο να αποφύγει την επιθετικότητα απέναντι στο άτομό της: ένα πρωί μπούκαραν στο δωμάτιό της τρεις γεροδεμένοι άντρες και δια της βίας την σήκωσαν, της πέρασαν χειροπέδες και την κουβάλησαν σε μια κλινική. Εκεί την παρέδωσαν σε άντρες ντυμένους με λευκές ποδιές που την έδεσαν με ιμάντες σ' ένα κρεβάτι. Της πήραν το σταυρουδάκι από το λαιμό, ένα χαϊμαλί από το πόδι, την τσάντα της. Όταν ξύπνησε την επομένη μέρα κατάλαβε πως είχε υποστεί την ύστατη βία: της είχαν στερήσει την αστυνομική της ταυτότητα, τις πιστωτικές κάρτες κι όλα τα προσωπικά της αντικείμενα μαζί με την ελευθερία της, όπως ακριβώς προβλέπει κάθε εισαγγελική εντολή.

 

«Το κέρατο ως γλυκό του κουταλιού» του Dr. Πινόκιο

«Το κέρατο ως γλυκό του κουταλιού»

«Παντρευόμαστε τα τραύματά μας, Θύμιο», είπα βάζοντας όση περισσότερη πειθώ μπορούσα στο λόγο μου «και είναι φυσικό να χωρίζουμε, όταν ξεπεράσουμε τα τραύματά μας». Ο Θύμιος μου είχε απευθύνει το αγωνιώδες ερώτημα «γιατί παίρνουν διαζύγιο όσοι υποβάλλονται σε ψυχοθεραπεία», ενδεικτικό στοιχείο άμυνας κι ανασφάλειας, όταν οι συνεδρίες προχωράνε κι ο πελάτης βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο. Δεν ήταν έτοιμος να αποχωριστεί τα «τραύματά του», δεν μπορούσε να τα ξεπεράσει.

Ο πρώτος του εφηβικός έρωτας ήταν με μια συμμαθήτριά του στο φροντιστήριο ξένων γλωσσών όπου μάθαιναν τα αγγλικά. Ο Θύμιος το θεώρησε μεγάλη επιτυχία που μια μέρα το κορίτσι του επέτρεψε να το συνοδεύσει από το φροντιστήριο μέχρι τη στάση του λεωφορείου, καμιά πενηνταριά μέτρα δηλαδή όλα κι όλα. Από τα πύρινα βλέμματα είχαν περάσει στον κοινό βηματισμό, αλλά ο Θύμιος δεν κατάφερε σ' αυτόν τον περίπατο που έμελε να είναι κι ο τελευταίος, να της πιάσει έστω τον αγκώνα: να την πάρει αγκαζέ. Δυο μέρες μετά τον ευτυχισμένο περίπατο μαζί της, ο Θύμιος είδε τη Λένα αγκαλιά με τον τερματοφύλακα της τοπικής ποδοσφαιρικής ομάδας να κάθεται δυο καθίσματα πιο μπροστά στην απογευματινή προβολή της Σιωπής του Μπέργκμαν. Είδε όλη την ταινία με τα μάτια του καρφωμένα στους δύο που αντάλλασαν φιλιά και χάδια στο σκοτάδι και θα την έβλεπε σε dvd, αργότερα, πολύ αργότερα, κάθε φορά που η γυναίκα του θα έβγαινε για ερωτικά ραντεβού με κάποιον από τους φίλους της.

Παντρεύτηκε στην Θεσσαλονίκη όπου είχε πάει για σπουδές με μια Καβαλιώτισσα νωρίς-νωρίς, πριν ακόμα φύγει για φαντάρος. Στη διάρκεια της θητείας του η ζήλεια τον δάγκωνε σαν φίδι και τον δηλητηρίαζε. Δεν μπορούσε να διασκεδάσει, να χαρεί, να χαμογελάσει. Όλοι στο στρατόπεδο του υπενθύμιζαν, λες και ήτανε βαλτοί, πως εκείνη ακριβώς τη στιγμή που έβγαιναν για την βραδινή άδεια από το φυλάκιο, η γυναίκα του έμπαζε στο σπίτι τον εραστή. Πήγαινε μόνος του σινεμά κι ανακάλυπτε πως πάλι κάποιο ζευγαράκι θα μπαλαμουτιάζονταν στα διπλανά καθίσματα. Κάποιες άδειες που κατάφερε να πάρει δεν στοιχειοθέτησαν τις συζυγικές απιστίες γιατί απλώς δεν είχαν υπάρξει ποτέ. Άδικα τα στησίματα και οι παρακολουθήσεις αλλά αυτό δεν έπαυε να δημιουργεί μια ερωτική έξαψη στο Θύμιο: είχε ήδη μετατρέψει την υποτιθέμενη απιστία της γυναίκας του σε προσωπική απόλαυση, καύλωνε με την ιδέα πως η γυναίκα του τον απατούσε. Αφού εγκαταστάθηκαν πλέον στην Αθήνα όπου είχαν βρει δουλειά και οι δυο τους και η σύζυγος εξακολουθούσε να του είναι πιστή, ο Θύμιος κατάφερε να βάλει στο παιχνίδι τη γυναίκα του κι εκείνη με τα πολλά δέχθηκε: ήταν μαζί από είκοσι χρονών και τον λάτρευε. Πήγε με κάποιον από τη δουλειά που τη φλέρταρε από καιρό με τις ευλογίες του άντρα της, (ο οποίος είχε διαλέξει και είχε πληρώσει μάλιστα και το ξενοδοχείο), κι όταν γύρισε σπίτι του τα περιέγραψε όλα χαρτί και καλαμάρι μέσα στη συνεχώς διογκούμενη έξαψη του Θύμιου να μάθει όλες τις λεπτομέρειες...

Ο Θύμιος όμως προχώρησε και παραπέρα το «άτυπο» πλέον, ζηλοτυπικό του παραλήρημα: ζήτησε ραντεβού από τον εραστή της γυναίκας του και πράγματι συναντήθηκαν σε μια κεντρική καφετέρια, όχι για να τον κάνει μαύρο στο ξύλο, (όπως πίστευε ο ατυχής εραστής), αλλά για να ακούσει από το στόμα του τις «καυτές λεπτομέρειες» που γνώριζε ήδη. «Το κέρατο, γιατρέ μου, εγώ το έκανα γλυκό του κουταλιού» μου είπε, σε μια από τις τελευταίες μας συνεδρίες.

Λίγο καιρό αργότερα έλαβα με το ταχυδρομείο, μέσα σε ένα φάκελο με φυσαλίδες το dvd με την ταινία Η σιωπή του Ίνγμαρ Μπέργκμαν.

Το έργο που συνοδεύει το κείμενο είναι της Κλεοπάτρας Μουρσελά

 

«Ο Αγαθοκλής στο Φεϊσμπουκ» του Dr. Πινόκιο

«Ο Αγαθοκλής στο Φεϊσμπουκ»

Ο Αγαθοκλής μπήκε στο Φέισμπουκ στις αρχές του 2009. Για την ακρίβεια, ένας καλαμπουρτζής μαθητής του (ο Αγαθοκλής ήταν καθηγητής, φιλόλογος) δημιούργησε το προφίλ του, με τη δέσμευση να τον πληρώνει ο καθηγητής τριακόσια ευρωπουλάκια για κάθε γκόμενα που θα την έριχνε στο κρεβάτι. Ο Αγαθοκλής ήταν παντρεμένος και πατέρας δυο αγοριών, αλλά όλοι ήξεραν στο σχολείο για τις περιπτύξεις του με τη γυμνάστρια, τα σαλιαρίσματα με τις πιο ξεπεταγμένες από τις μαθήτριες, πως ήταν νάρκισσος κι επιρρεπής στα πάσης φύσεως κομπλιμέντα και φιλοφρονήσεις. Ο μαθητής τού έβαλε και μια φωτογραφία με καπέλο, από την περσινή τριήμερη, και το προφίλ παρέμεινε ανενεργό για κάμποσους μήνες. Ο καθηγητής δεν τα έβρισκε σοβαρά πράγματα αυτά, και ο μαθητής τού έλεγε «καλά, εγώ σας το έστησα για να μην το κάνει κάποιος άλλος με το όνομά σας και μετά σας ζητάει πολλά ευρώ ως εκβιασμό. Ως κι ο Πάπας μπήκε φέτος στο φατσιοβιβλίο», και δεν ξεχνούσε να του υπενθυμίσει τη συμφωνία τους: «τρακόσια ευρώ για κάθε γκομενάκι που θα πηδήξεις», και του έκλεινε πονηρά το μάτι.

Πέρασαν έτσι κάμποσοι μήνες, ώσπου ένα βράδυ προς τα τέλη Ιουνίου, ο Αγαθοκλής μπήκε αυτοπροσώπως στο προφίλ του. Λίγο γιατί ήταν μόνος στο σπίτι μια και η σύζυγός του είχε πάει να ξεκαλοκαιριάσει στο χωριό της, λίγο γιατί μια γκαρσόνα τού είπε να γίνουν φίλοι στο Φέισμπουκ, λίγο γιατί ένας συνάδελφος τα έφτιαξε με μια κυρία μέσα από εκεί κι είχε γυρίσει κατενθουσιασμένος από το ερωτικό διήμερο στο Πήλιο. Ο Αγαθοκλής άρχισε να μπαίνει στα προφίλ των κοριτσιών με τα οποία τον είχε κάνει φίλο ο καλαμπουρτζής μαθητής του και να βάζει λάικ στις φωτογραφίες με μαγιό σε όλα τα κορίτσια που φωτογραφίζονταν στην άμμο, με μια αδυναμία σε όσα στέκονταν ή ξάπλωναν πάνω στα βράχια. Τον βρήκε το πρωί μέσα σε απόλυτη ερωτική έξαψη, αλλά μπλοκαρισμένο γιατί είχε κάνει πάρα πολλά αιτήματα, σε γυναίκες μόνο, κι είχε αφήσει εδώ κι εκεί κάποια βαριά σεξουαλικά υπονοούμενα σαν σχόλια.

Με τον καιρό έμαθε να χειρίζεται όλες τις νέες εφαρμογές που έρχονταν: το τσατ, τη βιντεοκλήση, τα εμότικον. Την έπεφτε άτσαλα δεξιά κι αριστερά, χωρίς κανένα γούστο. Αν ανταποκρινόταν κάποια, ο Αγαθοκλής ήταν έτοιμος να της στείλει τη λεπτομερειακή φωτογραφία με το πέος του σε διάφορες στάσεις· σκορπούσε καρδούλες και φιλάκια και χαμογελαστές φατσούλες, άκριτα, με το καλημέρα σας. Ήταν η χρυσή εποχή του σεξουαλικού τουρισμού· πλήθη κόσμου μετακινούνταν από άκρη σε άκρη της ελληνικής επικράτειας για ένα πήδημα. Το Φέισμπουκ είχε δώσει νέα πνοή στους σιδηροδρόμους, τα ποστάλια, τα αεροπλάνα και τα υπεραστικά λεωφορεία. Ερωτικοί μετανάστες διάβαιναν καθημερινώς τα διόδια από Έβρο μέχρι Μονεμβασιά στο κυνήγι μιας ιντερνετικής συνουσίας. Τα γραφεία συνοικεσίων έπεσαν σε μαρασμό. Μια πανελλαδική παρτούζα ήταν σε πλήρη εξέλιξη κι ο Αγαθοκλής ήταν απλώς ο μάρτυρας αυτής της δεύτερης (μετά το '60) σεξουαλικής επανάστασης. Δεν τόλμησε ποτέ να ταξιδέψει. Κάνα δυο που κατάφερε να τις φέρει στην πόλη του ήταν χοντρές και άξεστες. Παντρεμένες, χήρες και ζωντοχήρες πηδιόνταν καθ' άπασα την επικράτεια με τεκνά, σαδιστές και μουστακαλήδες συνταξιούχους, κι ο Αγαθοκλής παρέμεινε απλώς θεατής. Όχι ότι δεν ήταν καλός στο μπλα μπλα, αλλά όταν ερχόταν η στιγμή δεν μπορούσε να υποστηρίξει τα όσα καυλιάρικα έλεγε με τόση άνεση κι ευκολία στην οθόνη. Τον έπαιρνε κι η γυναίκα του χαμπάρι και μια του κατέβαζε τα μάγουλα με τις γρατζουνιές, μια του φύτρωνε καρούμπαλα στο κεφάλι.

Ο Αγαθοκλής άρχισε να ζηλεύει όσους προχωρούσαν ερωτικά κι άφηναν πίσω τους τις γεμάτες πάθος ερωτικές του εξομολογήσεις. Στην τελευταία του εικονική ερωμένη, μόλις εκείνη άλλαξε στάτους και δήλωσε αρραβωνιασμένη, πέρασε από το γραφείο της (κάτι που θα έπρεπε να είχε κάνει εδώ και μήνες) κι έκλαψε μπροστά της με αναφιλητά σαν μικρό παιδί. Πέρα από μια επιθυμία που απορρίπτεται, ο Αγαθοκλής αποκρυσταλλώνει σε τελευταία ανάλυση την απόρριψη της διάστασης του επιθυμείν καθαυτό.

 

«Ο άκαμπτος Τάκης»

«Ο άκαμπτος Τάκης»

Η ψυχική υγεία δεν είναι ζήτημα δύναμης: βλέπουμε τα μεγάλα και δυνατά δέντρα να τα σπάει η βαρυχειμωνιά και να τα ξεριζώνουν οι αγέρηδες. Βλέπουμε το ψιλόλιγνο αδύναμο στάχυ να λυγίζει στον άνεμο και να επανέρχεται, να ισιώνει ξανά το λεπτό του ανάστημα στον ήλιο. Αυτό το απλό παράδειγμα μου έρχεται στο μυαλό κάθε φορά που ακούω να λένε για κάποιον πως «τρελάθηκε επειδή δεν ήταν δυνατός». Πολλές φορές συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο οι δυνατοί, οι άκαμπτοι άνθρωποι τρελαίνονται, όπως μας λέει ο Ηρόδοτος για τον Άμαση: «Όσοι έχουν τόξα, κάθε φορά που θέλουν να τα χρησιμοποιήσουν, τα τεντώνουν. Όταν όμως δεν τα χρησιμοποιούν, τ' αφήνουν και χαλαρώνουν. Διότι εάν τα κρατούσαν μονίμως τεντωμένα, στο τέλος θα τους έσπαγαν και σε ώρα ανάγκης δεν θα μπορούσαν να τα χρησιμοποιήσουν. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τον άνθρωπο: εάν ασχολείται διαρκώς με πράγματα σοβαρά, χωρίς ποτέ του να διασκεδάζει – τότε ή θα τρελαθεί ή θα πάθει αποπληξία. Και επειδή ακριβώς μου είναι γνωστά όλα αυτά, φροντίζω να μοιράζω το χρόνο μου και στα δύο».

Ο άκαμπτος Τάκης δεν έβαζε νερό στο κρασί του: προγραμμάτιζε τη ζωή του σε βάθος χρόνου, κι αλίμονο αν πήγαινε κάτι στραβά στους υπολογισμούς του – γινόταν έξω φρενών. Μισή ώρα να καθυστερούσε κάποιος στο ραντεβού, δεν τον εύρισκε να τον περιμένει. Η αρραβωνιαστικιά του ήθελε κάποια στιγμή να τον χωρίσει αλλά αυτό επειδή δεν το είχε προβλέψει στον προγραμματισμό του ο Τάκης δεν της το επέτρεψε και τη νυμφεύτηκε τελικά αφού περίμενε καναδυό χρονάκια μέχρι να ξεθυμάνει ο έρωτάς της με έναν νεοδιοριζόμενο συνάδελφό της στη δουλειά. Πριν το γάμο τους ο Τάκης είχε προγραμματίσει ακριβώς και το χρόνο που θα έμπαιναν στη διαδικασία απόκτησης τέκνου και η γέννηση του πρωτότοκου συνέπεσε ακριβώς με τη στιγμή που το ήθελε ο Τάκης.

Ο άκαμπτος Τάκης μόλις έμαθε από το φίλο του ψυχίατρο πως ανησυχούσε για τη γρήγορη οδήγηση της συζύγου του προσφέρθηκε να βοηθήσει. Η ιταλίδα γυναίκα του Σωτήρη λάτρευε την ταχύτητα και θα ερχόταν με την καινούργια Άλφα στην Πάτρα, την Πέμπτη το μεσημεράκι. Αποφάσισαν λοιπόν, να πάνε να την πάρουν παρέα. Ο Τάκης θα οδηγούσε μπροστά, σωστός κι άκαμπτος όπως πάντα, μέσα στα επιτρεπόμενα όρια ταχύτητος και θα ανάγκαζε και τη Λορεντάνα να τον ακολουθεί. Μετά την υποδοχή στο λιμάνι της Πάτρας και το εκθαμβωτικό κόκκινο της καινούργιας Άλφα, ο Τάκης ανέλαβε να υλοποιήσει το σχέδιό του: πέρασε μπροστά με το Άουντι, και η Λορεντάνα στην Άλφα να τον ακολουθεί με τον Σωτήρη να κρατάει το ενάμιση έτους κοριτσάκι τους στην αγκαλιά, ως συνοδηγό. Όλα πήγαιναν καλά μέχρι το Αίγιο. Μετά το Αίγιο πάλι η Λορεντάνα ήταν υπάκουη κι ακολουθούσε πιστά το προπορευόμενο Άουντι, αλλά ένα μαύρο Φορντ πετάχτηκε από το αντίθετο ρεύμα και καρφώθηκε πάνω στο δεξί μπροστινό φανάρι της Άλφα. Το ηλιόλουστο μεσημέρι της εθνικής οδού Αθηνών-Πατρών βάφτηκε για άλλη μια φορά με αίμα. Η Λορεντάνα και η κορούλα της ευτυχώς επέζησαν. Ο Σωτήρης άφησε την τελευταία του πνοή, λίγες ώρες αργότερα, στο Κέντρο Υγείας της Ακράτας. Εμείς ως ψυχιατρική κοινότητα βυθιστήκαμε στο πένθος για το χαμό του ειδικευόμενου συναδέλφου μας κι σκεφτόμασταν πως ο Σωτήρης θα μπορούσε να ζούσε αν άφηνε τη γυναίκα του να οδηγήσει με το πόδι στο γκάζι. Αν η Λορεντάνα είχε το πόδι στο γκάζι θα είχε προσπεράσει προ πολλού τη χι στιγμή, και το μαύρο Φορντ δεν θα συναντιόταν ποτέ μαζί της.

Η Λορεντάνα και η κορούλα της έχασαν σύζυγο και πατέρα. Όλοι εμείς χάσαμε έναν φέρελπι συνάδελφο. Ο άκαμπτος Τάκης έχασε μια για πάντα τα λογικά του.

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER