«Deja vu στο Venice, CA» του Dr. Πινόκιο

«Deja vu στο Venice, CA»

Ο Πατρίκ προπορευόταν πάνω στην κίτρινη Ντουκάτι κι εγώ με τη γυναίκα του ακολουθούσαμε με την κάμπριο διθέσια Μάσταγκ από το Ελ-λέι στο Βένις, να ακούσουμε τον Τζακ Χίρσμαν να απαγγέλλει ποιήματα: πέντε δολάρια η είσοδος για την ποιητική βραδιά, φάιβμπακς που τα έδωσε ο Πατρίκ και για λογαριασμό μας, κι έπειτα σχεδίασε με την πένα του τον Τζακ να απαγγέλλει σε ένα πρόχειρο χαρτί, κι έπειτα έφυγε με την κίτρινη Ντουκάτι να προλάβει την πτήση του για το Βανκούβερ, όπου είχαν μεταφερθεί ήδη από τότε, το 2003, όλα τα στούντιο του Χόλιγουντ, είχε έρθει για το Σαββατοκύριακο από τα γυρίσματα του Irobot, και μας είχε δείξει στο mac-book τον συγχρονισμό πρώτη φορά, την έκφραση του ηθοποιού με τα γκράφικς, κι όταν χαιρετήσαμε τον Τζακ μάς είπε πως μας ήθελε οπωσδήποτε στο μπάρμπεκιου το βράδυ, κι η Σπάρτη κι εγώ πήγαμε, αφού κάναμε μια στάση στο ντράγκστορ να πάρουμε κάποια μπουκάλια με οινοπνευματώδη, κι η Σπάρτη στο τιμόνι της Μάσταγκ βρήκε το κοινόχρηστο απάρτμεν όπου θα λάμβανε χώρα το μπάρμπεκιου για τον Τζακ, μια εσωτερική αυλή σε ένα διώροφο ρέζιντενς, φτώχεια καταραμένη.

Μια βδομάδα μόλις πριν από όλα αυτά ήμουν στο Σαν Φρανσίσκο πρώτη φορά, και με τον Τζακ ανακαλύψαμε πως γεννηθήκαμε την ίδια μέρα, στις 13 Δεκεμβρίου, και το πρώτο που με ρώτησε ήταν τα νέα από τη Νανά Ησαΐα και του είπα πέθανε πριν από λίγους μήνες, κι έπειτα μου τραγούδησε στα ελληνικά το «ποτάμι μέσα μου βαθύ» και μου σηκώθηκε η τρίχα κάγκελο, και πως φιλοξενούμενος στην Ύδρα στο σπίτι του Λίοναρντ Κοέν για ενάμιση χρόνο αφού παραιτήθηκε από το UCLA, όπου είχε μαθητή για ένα εξάμηνο τον Τζιμ Μόρισον, λόγω του πολέμου στο Βιετνάμ, χώρισε γιατί η γυναίκα του τα έφτιαξε με τον βαρκάρη, κι έπειτα φάγαμε στο κινέζικο απ' όπου πετάξαν έξω με κλοτσιές τον Γκρέγκορι Κόρσο, δίπλα στο βιβλιοπωλείο του Λόρενς Φερλινγκέτι, το Σίτι-Λάιτς, απέναντι από τα ΖοοτροπΣτούντιος του Φράνσις Φορντ Κόπολα, λίγο πιο κάτω από την εκκλησία όπου η Μέριλιν Μονρόε παντρεύτηκε τον Τζόε ντι Μάτζιο, και το Βουλκάνο Μπαρ απ' όπου ο Τζακ Κέρουακ τηλεφωνούσε στη μάνα του, και το βιβλιοπωλείο όπου ο Άλεν Γκίνσμπεργκ διάβασε πρώτη φορά το «Χόουλ», και το σταυροδρόμι όπου τραγούδησε η ΤζάνιςΤζόπλιν, και το σπίτι όπου έμεινε ο Τζέρι Γκαρσία και έκαναν πρόβες οι Γκρέιτφουλ Ντεντ, κι οι σύζυγοι των ιατρών παραπονιόνταν γιατί τις έφεραν σε αυτό το ψαροχώρι αντί να διαλέξουν το Μαϊάμι που τους πρόσφεραν οι φαρμακευτικές εταιρείες, και πέρα από το Γκόλντεν Γκέιτ το καλύτερο χάμπουργκερ των ΗΠΑ στο Σαουσαλίτο, εκεί που ο Ότις Ρέντιγκ έγραψε πως κάθεται στα ξύλα της προβλήτας, πολύ καιρό πριν αγοράσει ακριβώς απέναντι ολόκληρο το νησάκι ο Κάρλος Σαντάνα, κι οι γυναίκες των συναδέλφων και τα συνοδά μέλη δεν είχαν χαμπάρι για το ψαροχώρι, και ήθελαν να φύγουν κι εγώ παρέμεινα κάνοντας εξτένσιον και πήρα τον πανοραμικό σιδηρόδρομο με το γυάλινο βαγόνι και τις περιστρεφόμενες πολυθρόνες να απολαμβάνω το τοπίο 360 μοίρες και τον Ειρηνικό Ωκεανό από το Φρίσκο στο Ελ-Λέι, κι όταν έπιασαν τις κιθάρες στο Βένις έζησα τη μοναδική εμπειρία να είμαι εκεί τη δεκαετία του '60, το έζησα, δεν το είδα απλά, ήμουν εκεί έξω από τον εαυτό μου εκείνης της εποχής, ένας από τους είκοσι μεγαλογιατρούς, και τίποτα άλλο, όχι, ήμουνα εκεί, είχα μεγαλώσει εκεί, είχα ζήσει εκεί στην Καλιφόρνια τη δεκαετία του '60.

Περίμενα να παραλάβω ραμμένο το ζευγάρι των Τίμπερλαντ που είχαν τρυπήσει από το «Πι-Και-Φι», με την κρίση πού να αγοράσω καινούργια παπούτσια, κι όταν μου τα έδωσαν καλογυαλισμένα και διορθωμένα, πάνω στις νέες τους σόλες αναρωτιόμουν αν τα είχα αγοράσει τότε το 2003 στο Σαν Φρανσίσκο ή το 1966 στο Βένις του Λος Άντζελες.

 

«New York, New York εξ αναβολής» του Dr. Πινόκιο

«New York, New York εξ αναβολής»

«Δεν θα συμμορφωνόμουν με την προοπτική της καταστροφής. Το Αιγαίο, βαθύ μπλε, ασάλευτα στίγματα τα καράβια και το άσπιλο λευκό να συμπληρώνει χρωματικά τους γκρίζους όγκους των νησιών, απλωνόταν σαν κεντημένο χράμι. Χρώματα και σχήματα αιχμάλωτα της ασάφειας που δημιουργούσε η εξάτμιση του νερού και η φυσική κούραση της ματιάς που παρατηρεί ή, καλύτερα, που προσπαθεί να εντοπίσει μέσα στο χάος μια γνώριμη μορφή, μια πατρίδα. Ναι, μια πατρίδα που την μπόλιασαν οι υγρασίες του πόντου με τα βαλαντωμένα ανεμοσούρια και την πυρίκαυστη επιφάνεια των βράχων, θρυμματισμένη στην πρέσα του διάπυρου μύδρου να γίνεται σκόνη κι άλλη σκόνη φερμένη από τις κοντινές στεριές, αφράτο βούτυρο, παραχωμένη στο ραϊδιό των βράχων γκαστρωμένη, έτοιμη να γεννήσει την πουρναριά και τα λειψόχορτα με την κάπαρη και το θρούμπι να ευωδιάζουν στη σάρκα της ελιάς, τα κρίταμα και τ' άλλα λιανοφάγια. Μέσα στο φως, μέσα στη φεγγοβολιά του Αιγαίου, κύλησε ξανθό το λάδι –ευλογία χειμωνιάτικη– στα σκασμένα από την αλμύρα χέρια, στα ροζιασμένα δάκτυλα με τους διογκωμένους σταυρούς, μέσα στη φεγγοβολιά μπολιάστηκε κι άνθισε η ζωή αποδιώχνοντας τα σκοτάδια του θανάτου».

Για να ανθίσει η ζωή πετούσαμε με ελικόπτερο από την Αμοργό, όπου έκανα το Αγροτικό, την υπηρεσία υπαίθρου, στην Αθήνα έτσι Απρίλιο μήνα, σε μια πτήση διάσωσης, και για χρόνια ανέβαλα να περιγράψω την ομορφιά με τα νησάκια ανάγλυφα να γλιστράν κάτω από το ελικόπτερο του ΕΚΑΒ, και να που όλως τυχαίως πέφτουν τα μάτια μου στο βιβλίο του Αλέκου Ζούκα Στη Χίο με τον Anatol de Meibohm, εκεί στο βιβλιοπωλείο του Φαρφουλά, και ανοίγοντάς το έπεσα στη συγκεκριμένη σελίδα. Μιλάει για πτήση με αεροπλάνο, αλλά χάρη στη μαγεία της παρανάγνωσης, αυτόν τον ύστερο βαθμό της απόλαυσης του κειμένου, εγώ κατακλύζομαι από τον ρυθμικό βόμβο του ελικοπτέρου, οι μεταλλικές έλικες στριφογυρίζουν και γεμίζουν με τον ήχο τους το βιβλιοπωλείο του Διαμαντή, όπως στην πρώτη σκηνή της Αποκάλυψης του Κόπολα, ο ανεμιστήρας οροφής μπλέκεται με τις έλικες των ελικοπτέρων σε ένα μοντάζ που καταγράφηκε στην ιστορία του κινηματογράφου.

Τώρα είναι οι έλικες του ελικοπτέρου που στριφογυρίζουν πάνω από την πόλη της Νέας Υόρκης σε ένα πολύ ιδιωτικό ταξίδι-προσφορά με λίγους και εξέχοντες συναδέλφους. Είναι πάλι άνοιξη, είναι από τις πρώτες πτήσεις που επιτρέπονται πέντε χρόνια μετά την κατάρρευση των Δίδυμων Πύργων, και ένα γυναικείο χέρι μού σφίγγει το μπράτσο: από φόβο; Από ανασφάλεια; Από αγάπη; Δεν ξέρω... Ξέρω μόνο πως το σπαρακτικό θέαμα της μεγαλούπολης πέρασε αυτόματα σε δεύτερο πλάνο, το ερωτικό σκίρτημα κυριάρχησε στον εγκέφαλό μου, αυτά τα γυναικεία νύχια που είχαν φτάσει να ξεσκίζουν τρυφερά τη γυμνή μου σάρκα υπερκέρασαν και την ένταση και την άγρια ομορφιά της πτήσης, το ερωτικό ξύπνημα ακούστηκε από μένα πιο ισχυρό κι από τον μουσικό βόμβο του ελικόπτερου, όπως ακριβώς με την τέχνη του μοντάζ στην ταινία γίνεται η εισαγωγή στις πρώτες νότες του «The End» των Doors.

Χάρη σ' αυτή τη μείξη των ήχων, που οι ειδικοί προσπαθούν να την αντιγράψουν από τις ανώτερες νοητικές μας λειτουργίες, τη συνείδηση, για να το πούμε με άλλα λόγια, έμπλεξαν μες στο μυαλό μου δύο αναβολές: η αναβολή της περιγραφής της πτήσης μου με ελικόπτερο και η αναβολή της ερωτικής ιστορίας με τη συνάδελφο στη Νέα Υόρκη, γιατί δεν κατάφερα να ολοκληρώσω εκείνο το ερωτικό κάλεσμα και να το μετατρέψω σε ερωτική ιστορία. Έτσι, με τους βόμβους των διάφορων ελικόπτερων να βουίζουν στα αυτιά μου, βγήκα από το βιβλιοπωλείο και πάτησα στη Μαυρομιχάλη 18 μισοζαλισμένος κι ερωτευμένος άλλη μια φορά, αυτή με τον Αλέκο Ζούκα.

 

«Η Χαρίκλεια στη Χαλκίδα» του Dr. Πινόκιο

«Η Χαρίκλεια στη Χαλκίδα»

Ένας από τους χρυσούς κανόνες της «μη λεκτικής επικοινωνίας» ορίζει πως μια συνάντηση μπορεί να πάει στράφι από την έλλειψη βλεμματικής επαφής το πρώτο δευτερόλεπτο της συνάντησης: για παράδειγμα, παίρνουμε δυο φίλους που λαχταράνε να συναντηθούν ύστερα από χρόνια, αλλά όταν αναγνωρίζονται και τρέχει ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, κάποιος απ' τους δύο σκύβει να κλείσει την ομπρέλα του, οπότε του άλλου του κόβεται η φόρα και η ποθούμενη συνάντηση έχει αφήσει ένα ξινό αίσθημα και στους δύο, ανεξάρτητα από τις αμοιβαίες φιλοφρονήσεις και τις δηλώσεις αγάπης.

Η Χαρίκλεια προσφέρθηκε να περάσει να πάρει με το αυτοκίνητό της τον Χάρη από το σπίτι του, μια και ο Χάρης ως ποιητής δεν οδηγούσε και μάλιστα υπερηφανευόταν που δεν είχε αποκτήσει ποτέ στη ζωή του δίπλωμα οδήγησης, αλλά κάτι την ενόχλησε παρόλο που ο Χάρης ήταν τυπικός και την περίμενε στο πεζοδρόμιο, αντί να τη χαιρετήσει με μια αγκαλιά, πήγε κατευθείαν κι άνοιξε το πορτμπαγκάζ για να βάλει το ταξιδιωτικό του σακίδιο και μετά την κοίταξε στα μάτια. Η Χαρίκλεια ωστόσο το απέδωσε στην «ποιητική αμηχανία» που διέκρινε τον Χάρη σε πολλές απόψεις της καθημερινότητας και είπε στον εαυτό της πως δεν θα άφηνε τίποτα να της χαλάσει την εορταστική μέρα.

Στο ύψος της Νέας Φιλαδέλφειας συνάντησαν και την πομπή κάποιων αρμάτων μάχης, που είχαν ολοκληρώσει την παρέλαση της 25ης Μαρτίου στο Σύνταγμα και τώρα επέστρεφαν στην Αυλώνα, σκορπώντας γύρω τους τη μυρουδιά από φρέσκο βερνίκι, καμένα λάδια και υδρατμούς από πετρέλαιο, μαζί μ' εκείνη την ιδιαίτερη οσμή που έχει «η βαρβατίλα του στρατώνα» κατά τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, κι έκαναν τα ρουθούνια της Χαρίκλειας να σφίγγονται φιλήδονα. Είχε ξεκινήσει νωρίς από το σπίτι της στην Κηφισιά, ο άντρας της ως συνήθως έλειπε σε επαγγελματικό ταξίδι, οι δυο της κόρες σπούδαζαν στο Λονδίνο, με κατεύθυνση το σπίτι του Χάρη στη Νέα Σμύρνη, κι από κει έπιασε την Πειραιώς για να βγει στο ποτάμι για Χαλκίδα μέσα σε μια ηλιόλουστη, χαμογελαστή μέρα με τον Χάρη στη θέση του συνοδηγού να αλλάζει τα σιντί (είχε φέρει τα δικά του μέσα σε μια δερμάτινη θήκη), με ρέγγε, σκα και λάτιν και να της ρίχνει πού και πού έντονες λιγωμένες ματιές. Όλα συνηγορούσαν να τα φτιάξουν, επιτέλους: η λαμπρή ανοιξιάτικη φύση, το εορταστικόν της ημέρας, οι φίλοι λογοτέχνες που αντιλήφθηκαν αμέσως την έλξη της Χαρίκλειας και του Χάρη. Ο Χάρης ήταν περίπου οκτώ χρόνια μικρότερός της, αλλά η Χαρίκλεια ήταν ζωηρή γυναίκα, καλοφτιαγμένη και έξυπνη, είχε δε δυο μεγάλα βυζιά που τα περιέφερε με όλη την άνεση της κοσμικής κυρίας. Πριν από λίγο καιρό είχε αρχίσει να συχνάζει σε στέκια λογοτεχνών παρασυρμένη από μια παλιά της φιλενάδα που είχε ανακαλύψει φιλοδοξίες ποιήτριας μόλις βγήκε στη σύνταξη από την Τράπεζα, και τελικά της άρεσε και της ίδιας η συναναστροφή με τους λογοτέχνες: θυμήθηκε τα λόγια του πατέρα της, δεινού καπνιστή, πως «τις πιο ενδιαφέρουσες κουβέντες τις ακούς από αυτούς που καπνίζουν» και του έδωσε δίκιο για άλλη μια φορά του μακαρίτη: μες στους καπνούς και τα τσιγάρα, η Χαρίκλεια ανακάλυψε έναν ολόκληρο νέο κόσμο... Σήμερα, τελικά, πήγαινε με τον Χάρη βόλτα για τσίπουρα στη Χαλκίδα.

Ήπιαν ένα και δύο καραφάκια τσίπουρο χωρίς γλυκάνισο, γευτήκαν χτένια, γυαλιστερές, μύδια, σωλήνες και αχινοσαλάτα, και τρίτο καραφάκι και γαρίδες και μύδια σαγανάκι με λευκή σάλτσα και τηγανόψωμο και τα νήπια καλαμαράκια που τρώγονται ολόκληρα κι άλλο τσίπουρο, όταν πια είχε λυθεί ο Χάρης κι άρχισε να της χαϊδεύει τα μπούτια κάτω από το τραπέζι η Χαρίκλεια σηκώθηκε, πλήρωσε διακριτικά τον λογαριασμό με τη δικαιολογία πως πάει τουαλέτα και μετά οδήγησε τον Χάρη σε μια ερημική αγαπημένη της παραλία, όπου πήγαινε τις κόρες της μικρές, και ο Χάρης τη φιλούσε στο στόμα και στον λαιμό, κι είχε σηκώσει τη φούστα της ψηλά και της χούφτωνε τα βυζιά κι είχε κατεβάσει το φερμουάρ του παντελονιού του, κι άρχισε να της σπρώχνει το κεφάλι στη σκληρή του στύση, πριν ανοίξει τα χείλη της, άνοιξε το στόμα της και του είπε τρυφερά «είναι η πρώτη φορά που απατάω τον άντρα μου σε τριάντα χρόνια γάμου», δεν κατάλαβε τι ήταν αυτό που σκότωσε τη μαγεία και τη στύση του Χάρη, και τον έκανε έξαλλο σε σημείο που να κατέβει από το αυτοκίνητο και να γυρίσει με το ΚΤΕΛ στην Αθήνα, ουρλιάζοντας «ακούς εκεί να μου πει εμένα πως είμαι ο πρώτος μετά τον άντρα της».

 

«Ο νεαρός δισκοθέτης-Μπουκόφσκι» του Dr. Πινόκιο

«Ο νεαρός δισκοθέτης-Μπουκόφσκι»

Ο Χαράλαμπος-ντιτζέι-Μπουκόφσκι, για να συμπληρώσει το πενιχρό του νυχτοκάματο ως δισκοθέτης, εργαζόταν παρτ-τάιμ και σε ένα ιστορικό δισκάδικο στη γειτονιά μου. Τύχαινε, κάποιες φορές, μετά τη δουλειά να έρχεται από το ιατρείο με κάνα δυο ντουζίνες μπίρες, και τότε βγαίναμε στις πολυκαιρισμένες πολυθρόνες σκηνοθέτη στη βεράντα μου να ρουφήξουμε τον αττικό ήλιο. Ο Χαράλαμπος σηκωνόταν κι έφερνε μία μία τις μπίρες από την κατάψυξη και τις άνοιγε με την ανάστροφη του μαύρου μπικ αναπτήρα του. Η κίνησή του καταγράφηκε και σ' ένα ντοκιμαντέρ που γύριζαν για τη γαλλική τηλεόραση τότε στο μπαλκόνι μου για τις τελευταίες κοινοβουλευτικές εκλογές. Είχε κατακλυστεί η Αθήνα, όπως θυμάστε, από δημοσιογράφους και πράκτορες, όπου κι αν στεκόσουν άκουγες αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, ρωσικά και εβραϊκά. Κάποιοι φίλοι έφεραν στη βεράντα μου, λοιπόν, ένα γαλλικό συνεργείο και τραβούσαν την εικόνα εγκατάλειψης που επικρατούσε, αναποδογυρισμένες γλάστρες, χώματα, σκορπισμένα φύλλα, τσουκνίδες να φυτρώνουν μέσα από τα καλλωπιστικά φυτά, τον άσπρο γάτο μου που είχε γίνει καφές από την απλυσιά και τα παιχνίδια με τα χώματα, εγώ να κυκλοφορώ ξυπόλυτος με σορτσάκι και ξεχειλωμένα μακό από τη συλλογή των προσφορών που έδιναν κατά καιρούς τα περιοδικά, και ο Χαράλαμπος να πηγαινοέρχεται με μια μπίρα στο χέρι.

Παρήγγειλα σουβλάκια απ' τον «Λευτέρη» για όλους κι επιπλέον μπίρες να τις έχουμε καβάντζα και, κάποια στιγμή, το συνεργείο σκόρπισε. Ο Χαράλαμπος παρέμεινε, γιατί μου ανέλυε τη σχέση ποίησης και αλκοόλ, από το μεθύστε του Μποντλέρ στους Τζακ Λόντον και Κέρουακ, τον μύθο του άγιου-πότη και τον Μάλκομ Λόουρι, τον Καρούζο και τον Γκόρπα, τον Γιώργο Καραβασίλη και τον Βασίλη Στεριάδη ως τη στρατιά των νεότερων με τις δικές μου προσθήκες των Γράμπαλ, Φαλάντα και Ντοβλάτοφ, κι αφού τέλειωσαν και οι έξτρα μπίρες κτύπησε το κουδούνι κι ήταν μια πελάτισσα που ερχόταν χωρίς ραντεβού και της είπα από το θυροτηλέφωνο πως αφού δεν είχε ραντεβού θα τη δεχόμουνα μόνον αν μας έφερνε ένα μπουκάλι μπλακ λέιμπελ και η Νάσια είπε ναι και ξανακτύπησε ύστερα από ένα τέταρτο πάλι το κουδούνι της εισόδου, και τη δέχτηκα αφού κρατούσε στο χέρι το μπουκάλι μέσα σε μια σακούλα του «Γαλαξία», και δέχθηκε και η Νάσια να κάνουμε τη συνεδρία παρόντος του Μπάμπη-ντιτζέι-Μπουκόφσκι, ο οποίος ανέλαβε να μας σερβίρει και τα ουίσκι σε χαμηλά βαριά ποτήρια που είχα κλέψει από διάφορα πεντάστερα ξενοδοχεία ανά την υφήλιο, και ενώ εγώ αγόρευα για το Χάρις-Μπαρ στη Βενετία και στην Αβάνα και στη Μαδρίτη, η μίνι φούστα της Νάσια σηκώθηκε ακόμη πιο ψηλά, και ο Μπάμπης είχε καρφώσει τα μάτια του στα μπούτια της και στα βυζιά έτοιμα να υποχωρήσουν στο τελευταίο κουμπάκι που τα κρατούσε σε συνοχή μεταξύ τους, κι εγώ έλεγα πως ο Χέμινγουεϊ αυτοκτόνησε επειδή δεν μπορούσε πλέον να πηδήξει στα εξήντα του, κι εγώ πλησίαζα επικίνδυνα την ηλικία των εξήντα χρόνων αλλά δεν μ' άκουγε κανένας από τους δυο τους και για να μην τους χαλάσω το ειδύλλιο συνέχισα να μιλάω με τον ίδιο τόνο φωνής, ακόμα κι όταν ο Μπάμπης είχε αγκαλιάσει τη Νάσια σε ένα μακρόσυρτο γλωσσόφιλο, πως ο Φι Σίγμα Φιτζέραλντ απέδιδε τις απιστίες της Ζέλντα στο μικρό μήκος που είχε το πουλί του, και μια μέρα στο Ριτς κλείστηκε στην τουαλέτα με τον Ερνέστο και μέτρησαν τα πουλιά τους και ο γέρος τού είπε πως ναι όντως το πουλί του ήταν μικρό, κι η Νάσια με τον Μπάμπη σηκώθηκαν κι αφού τακτοποίησαν τα ρούχα τους έφυγαν μαζί από το ιατρείο να συνεχίσουν στο σπίτι του δισκοθέτη τα υπόλοιπα, κι εγώ έμεινα να συμπληρώνω στη λίστα με τα σύνδρομα των λογοτεχνών, μαζί με το σύνδρομο Ρεμπό-Νταλάρα (θέλω να γράφω απόκοσμα σαν τον Αρθούρο Ρεμπό, αλλά να γνωρίζω την επιτυχία του Γιώργου Νταλάρα) και το σύνδρομο της Λολίτας (η λολίτα ως γνωστόν προσαρμόζει τη συμπεριφορά της ανάλογα με τον συνομιλητή που έχει μπροστά της, με σκοπό να γίνεται πάντα αρεστή και να επιτυγχάνει πάντα αυτό που θέλει), το σύνδρομο Μπουκόφσκι (να πιω μέχρι να γράψω αριστουργήματα).

 

«Η Ουρανία πάνω στη γη» του Dr. Πινόκιο

«Η Ουρανία πάνω στη γη»

Πριν ακόμη πατήσει το πόδι της στη γη, η Ουρανία μέσα στο ασανσέρ δεχόταν τα υβριστικά μηνύματα, γραμμένα με μαύρο μαρκαδόρο στον καθρέφτη και τα τοιχώματα, από τους πιτσιρικάδες της πολυκατοικίας: δεν απευθύνονταν σ' αυτήν τα ορθωμένα πέη και οι βρισιές που αντάλλασσαν οι χούλιγκανς μεταξύ τους, αλλά ανακάλυπτε πως η καλή της διάθεση να ξεκινήσει τη μέρα ήταν πολύ εύθραυστη μπροστά στην ασκήμια του κόσμου. Βγαίνοντας από το ασανσέρ και πριν ακόμη πατήσει το πόδι της στη γη, έβρισκε τα σπασμένα γραμματοκιβώτια να χάσκουν σπασμένα χρόνια τώρα, την είσοδο γεμάτη από διαφημιστικά φυλλάδια, και τσαλακωμένα τενεκεδάκια αναψυκτικών κι αποτσίγαρα. Η καλή της διάθεση, όση είχε απομείνει τέλος πάντων, γινόταν ρετάλι με την αναμονή στη στάση του τραμ: δεν άντεχε το λόγο που της απεύθυναν οι συνταξιούχοι με τη μεμψιμοιρία τους, δεν άντεχε τα δεκατετράχρονα που αντάλλασαν φιλιά στο παγκάκι, δεν άντεχε το στριμωξίδι στην πόρτα.

Είχε παρατηρήσει αυτή την άνοδο του επιπέδου επιθετικότητας τα τελευταία χρόνια, η Ουρανία με όση καλή διάθεση κι αν έβγαινε από το σπίτι της κάθε πρωί για να πάει στη δουλειά, διαπίστωνε πως δεχόταν τόνους επιθετικότητας από άγνωστους. Τα κορναρίσματα στους δρόμους της τρυπούσαν τα αυτιά, καθώς κανένας δεν παραχωρούσε την προτεραιότητα σε κανέναν. Προτελευταία της διαπίστωση ήταν πως η επιθετικότητα είχε μολύνει πλέον και την παρέα της: έβγαινε με τους φίλους και τις φίλες της να διασκεδάσει και κάθε έξοδος κατέληγε σε καυγά. Στα καλά καθούμενα, ένα υφέρπον μίσος είχε δηλητηριάσει φιλίες δοκιμασμένες στο χρόνο, είχε μετατρέψει σε άσπονδους τους φίλους, παρόλη την κρασοκατάνυξη. Η Ουρανία θυμόταν από τα παιδικά της χρόνια, τη δεκαετία του '80, όταν ο πατέρα της με τους φίλους της έπιανε το τραγούδι κι όλη η ταβέρνα γινόταν μια παρέα, κι όλοι τραγουδούσαν και σηκώνονταν να χορέψουν άγνωστοι μεταξύ τους, και δεν παρεξηγιόταν κανένας. Είχε καταγράψει πως την αμέσως επόμενη δεκαετία του '90, γινόταν παρεξήγηση αν έσπρωχνες με την καρέκλα κατά λάθος αυτόν που κάθονταν πλάτη με σένα σε στοιβαγμένες αίθουσες όπου δεν τραγουδούσε κανένας και δεν χόρευε κανένας.

Η τελευταία της διαπίστωση ήταν πως η επιθετικότητα που απ' το δρόμο είχε μπολιάσει και τις προσωπικές παρέες, είχε πλέον εισβάλλει και στο διαδίκτυο και στα κοινωνικά δίκτυα: έφτανε να ανοίξεις την οθόνη του υπολογιστή σου, μέσα στην άκρα οικειότητα του δωματίου σου, για να λουστείς την επιθετικότητα φίλων, γνωστών κι αρρώστων από τα επιθετικά σχόλια, κρυμμένα πίσω από χαμογελαστές φατσούλες, έως τη σκληρή βωμολοχία στα τσατ που πάντα ξεκινούσαν με ευγενικό τρόπο και πάντα κατέληγαν σε έναν εικονικό βιασμό.

Η Ουρανία πρώτα σταμάτησε να βγαίνει από το σπίτι της (χωρίς καμιά προειδοποίηση δεν ξαναπήγε στο λογιστικό γραφείο όπου εργαζόταν), μετά βγήκε κι από το διαδίκτυο και κατέληξε να μη βγαίνει από το δωμάτιό της και στη συνέχεια να μην σηκώνεται ούτε από το κρεβάτι της. Δεν κατάφερε ωστόσο να αποφύγει την επιθετικότητα απέναντι στο άτομό της: ένα πρωί μπούκαραν στο δωμάτιό της τρεις γεροδεμένοι άντρες και δια της βίας την σήκωσαν, της πέρασαν χειροπέδες και την κουβάλησαν σε μια κλινική. Εκεί την παρέδωσαν σε άντρες ντυμένους με λευκές ποδιές που την έδεσαν με ιμάντες σ' ένα κρεβάτι. Της πήραν το σταυρουδάκι από το λαιμό, ένα χαϊμαλί από το πόδι, την τσάντα της. Όταν ξύπνησε την επομένη μέρα κατάλαβε πως είχε υποστεί την ύστατη βία: της είχαν στερήσει την αστυνομική της ταυτότητα, τις πιστωτικές κάρτες κι όλα τα προσωπικά της αντικείμενα μαζί με την ελευθερία της, όπως ακριβώς προβλέπει κάθε εισαγγελική εντολή.

 

«Το κέρατο ως γλυκό του κουταλιού» του Dr. Πινόκιο

«Το κέρατο ως γλυκό του κουταλιού»

«Παντρευόμαστε τα τραύματά μας, Θύμιο», είπα βάζοντας όση περισσότερη πειθώ μπορούσα στο λόγο μου «και είναι φυσικό να χωρίζουμε, όταν ξεπεράσουμε τα τραύματά μας». Ο Θύμιος μου είχε απευθύνει το αγωνιώδες ερώτημα «γιατί παίρνουν διαζύγιο όσοι υποβάλλονται σε ψυχοθεραπεία», ενδεικτικό στοιχείο άμυνας κι ανασφάλειας, όταν οι συνεδρίες προχωράνε κι ο πελάτης βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο. Δεν ήταν έτοιμος να αποχωριστεί τα «τραύματά του», δεν μπορούσε να τα ξεπεράσει.

Ο πρώτος του εφηβικός έρωτας ήταν με μια συμμαθήτριά του στο φροντιστήριο ξένων γλωσσών όπου μάθαιναν τα αγγλικά. Ο Θύμιος το θεώρησε μεγάλη επιτυχία που μια μέρα το κορίτσι του επέτρεψε να το συνοδεύσει από το φροντιστήριο μέχρι τη στάση του λεωφορείου, καμιά πενηνταριά μέτρα δηλαδή όλα κι όλα. Από τα πύρινα βλέμματα είχαν περάσει στον κοινό βηματισμό, αλλά ο Θύμιος δεν κατάφερε σ' αυτόν τον περίπατο που έμελε να είναι κι ο τελευταίος, να της πιάσει έστω τον αγκώνα: να την πάρει αγκαζέ. Δυο μέρες μετά τον ευτυχισμένο περίπατο μαζί της, ο Θύμιος είδε τη Λένα αγκαλιά με τον τερματοφύλακα της τοπικής ποδοσφαιρικής ομάδας να κάθεται δυο καθίσματα πιο μπροστά στην απογευματινή προβολή της Σιωπής του Μπέργκμαν. Είδε όλη την ταινία με τα μάτια του καρφωμένα στους δύο που αντάλλασαν φιλιά και χάδια στο σκοτάδι και θα την έβλεπε σε dvd, αργότερα, πολύ αργότερα, κάθε φορά που η γυναίκα του θα έβγαινε για ερωτικά ραντεβού με κάποιον από τους φίλους της.

Παντρεύτηκε στην Θεσσαλονίκη όπου είχε πάει για σπουδές με μια Καβαλιώτισσα νωρίς-νωρίς, πριν ακόμα φύγει για φαντάρος. Στη διάρκεια της θητείας του η ζήλεια τον δάγκωνε σαν φίδι και τον δηλητηρίαζε. Δεν μπορούσε να διασκεδάσει, να χαρεί, να χαμογελάσει. Όλοι στο στρατόπεδο του υπενθύμιζαν, λες και ήτανε βαλτοί, πως εκείνη ακριβώς τη στιγμή που έβγαιναν για την βραδινή άδεια από το φυλάκιο, η γυναίκα του έμπαζε στο σπίτι τον εραστή. Πήγαινε μόνος του σινεμά κι ανακάλυπτε πως πάλι κάποιο ζευγαράκι θα μπαλαμουτιάζονταν στα διπλανά καθίσματα. Κάποιες άδειες που κατάφερε να πάρει δεν στοιχειοθέτησαν τις συζυγικές απιστίες γιατί απλώς δεν είχαν υπάρξει ποτέ. Άδικα τα στησίματα και οι παρακολουθήσεις αλλά αυτό δεν έπαυε να δημιουργεί μια ερωτική έξαψη στο Θύμιο: είχε ήδη μετατρέψει την υποτιθέμενη απιστία της γυναίκας του σε προσωπική απόλαυση, καύλωνε με την ιδέα πως η γυναίκα του τον απατούσε. Αφού εγκαταστάθηκαν πλέον στην Αθήνα όπου είχαν βρει δουλειά και οι δυο τους και η σύζυγος εξακολουθούσε να του είναι πιστή, ο Θύμιος κατάφερε να βάλει στο παιχνίδι τη γυναίκα του κι εκείνη με τα πολλά δέχθηκε: ήταν μαζί από είκοσι χρονών και τον λάτρευε. Πήγε με κάποιον από τη δουλειά που τη φλέρταρε από καιρό με τις ευλογίες του άντρα της, (ο οποίος είχε διαλέξει και είχε πληρώσει μάλιστα και το ξενοδοχείο), κι όταν γύρισε σπίτι του τα περιέγραψε όλα χαρτί και καλαμάρι μέσα στη συνεχώς διογκούμενη έξαψη του Θύμιου να μάθει όλες τις λεπτομέρειες...

Ο Θύμιος όμως προχώρησε και παραπέρα το «άτυπο» πλέον, ζηλοτυπικό του παραλήρημα: ζήτησε ραντεβού από τον εραστή της γυναίκας του και πράγματι συναντήθηκαν σε μια κεντρική καφετέρια, όχι για να τον κάνει μαύρο στο ξύλο, (όπως πίστευε ο ατυχής εραστής), αλλά για να ακούσει από το στόμα του τις «καυτές λεπτομέρειες» που γνώριζε ήδη. «Το κέρατο, γιατρέ μου, εγώ το έκανα γλυκό του κουταλιού» μου είπε, σε μια από τις τελευταίες μας συνεδρίες.

Λίγο καιρό αργότερα έλαβα με το ταχυδρομείο, μέσα σε ένα φάκελο με φυσαλίδες το dvd με την ταινία Η σιωπή του Ίνγμαρ Μπέργκμαν.

Το έργο που συνοδεύει το κείμενο είναι της Κλεοπάτρας Μουρσελά

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER