Ο ΓΙΩΡΓΟΣ

Ο ΓΙΩΡΓΟΣτου Dr Πινόκιο

Ο έρωτας στο έργο του Γιώργου Δρανδάκη, λειτουργεί σαν καταλύτης ανάμεσα στον άνθρωπο και τον κόσμο. Γιατί, ως γνωστόν, ο ανέραστος νους δεν μπορεί να ανακαλύψει πράγματα, δεν δύναται να προχωρήσει στον εναγκαλισμό με την πραγματικότητα, να γνωρίσει, να δει και να υπάρξει.
Ο έρωτας ως αυτογνωσία, ως απόλυτη γνώση του κόσμου, ως μονοπάτι για την ανακάλυψη του εγώ και της ύστερης γνώσης του σύμπαντος: μόνον ο ερωτευμένος νους δύναται να συνευρεθεί με το σύμπαν, και τον δημιουργό του: ο δρόμος της υπερβολής είναι εκείνος που οδηγεί στο παλάτι της σοφίας.
Ο Μπλέηκ γνωρίζει πολύ καλά, πως μόνον όποιος περάσει από την αντίπερα όχθη, μπορεί να διακρίνει τις αχνές γραμμές του κάστρου της αυτογνωσίας (πως αλλιώς ορίζεται η σοφία των θνητών;) να διαγράφονται στον ορίζοντα. Διαβάζοντας τον Άριελ, έχουμε την έντονη εντύπωση πως ο Γιώργος Δρανδάκης, μας ομιλεί από την απένατι όχθη, από την αντίστροφη εικόνα των βιωμάτων μας, από την άλλη πλευρά του καθρέφτη. Η πρωτοτυπία του συγκεκριμένου πεζού, αμάλγαμα φιλοσοφικού δοκιμίου και κωμικού αφηγήματος περιπετειών, που μας φέρνει στο νου τον Λαζαρίλο ντε Τόρμεθ, αποτελεί ίσως την καλύτερη εισαγωγή στο καινούργιο του βιβλίο, την καλύτερη συστατική επιστολή, που θα μπορούσε να προσκομίσει ο ίδιος στους αναγνώστες του.


Ο Άριελ, ο αγαθός δαίμονας της Καταιγίδας του Σαίξπηρ, αυτός που επιστατεί τους ανέμους και τους κυβερνάει, είναι αυτός που κατευθύνει και το φουσκωμένο πανί του πόθου, το έχει υπό την υψηλή του προστασία. Σε μία ιδανική συνέχεια με τον Άριελ, στο καινούργιο του βιβλίο ο Δρανδάκης ενσωματώνει την προηγούμενη ποιητική του συλλογή Ελοΐς επαυξημένη (19 ποιήματα), μαζί με δύο διηγήματα, ένα θεατρικό και ένα δοκίμιο (ναι, καλά διαβάσατε), προσφέροντάς μας ένα ολοκληρωμένο έργο. Ο αναγνώστης, διαβάζοντας το βιβλίο, καταλαβαίνει σιγά-σιγά ό,τι τίποτα δεν είναι περιττό, κι όλα τα είδη λόγου που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας συμπληρώνουν το θέμα του, που δεν είναι άλλο από το ψηφιδωτό του Πόθου. «Δεν μπορώ παρά να γράφω, και να γράφω αυτά τα συγκεκριμένα πράγματα όπως τα γράφω», δηλώνει ο ίδιος στη σελίδα 140, κι είμαστε ήδη στην καρδιά του βιβλίου στο δεύτερο διήγημα με τον τίτλο Μια μικρή ιστορία από το Οιδιπόδειο.
Μικρές ιστορίες από το Οιδιπόδειο, θα μπορούσε να ήταν ένας άλλος τίτλος του βιβλίου του Δρανδάκη, αν επέλεγε να τονίσει το χθόνιο της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο συγγραφέας του όμως, μη όντας επαγγελματίας ψυχικής υγείας αλλά ποιητής, ενδιαφέρεται να περιγράψει τα κατορθώματα του Πόθου. Ξέρει πως ο Πόθος είναι γνήσιο παιδί του οιδιπόδειου (τι μορφή και τι διαστάσεις παίρνει στον καθένα μας ο Πόθος, εξαρτάται από το προσωπικό μας οιδιπόδειο, γι’ αυτό και οι συγγραφείς συνεχίζουν να γράφουν παρόλο που τα πάντα έχουν ήδη ειπωθεί, κι ούτε αποτελεί λύση η καταφυγή στη φόρμα, γιατί ο Πόθος δημιουργεί τη φόρμα που του ταιριάζει καλλίτερα από μόνος του). Ο πόθος σε αντίθεση με τον γονιό του είναι «αέρινος και παρθενικός» (στίχος από το ποίημα αφιερωμένο στον Λευτέρη Πούλιο), είναι ο Άριελ, το alter ego του συγγραφέα.
Ποιος είναι λοιπόν ο Αριελ-Δρανδάκης; Είναι ο εαυτός μας, πριν σαρκωθεί την ανθρώπινη ύπαρξη ή είναι ο άνθρωπος που απεκδύεται των εμπειριών του για να κερδίσει την πρωτογενή κραυγή; Πως μπορεί να διατυπώνει την ιδέα του θανάτου απλώς σαν την υπέρτατη ηδονή, πέρα και υπεράνω των άλλων; Είναι αυτός που γεύθηκε τον σαρκικό έρωτα, κι όλες τις ηδονές, που αναζητά το γενέθλιο κλάμα, την ύστατη επιστροφή στον παράδεισο, όπου το χαμόγελο είναι ουράνιο και το γέλιο αστραφτερό, ικανό να στεγνώσει τα δάκρυα και να μας προσφέρει το «καλωσόρισες» στην πραγματική ζωή.
«Ο μεγάλος καλλιτέχνης γράφει και δημιουργεί από τη θέση του Καρυωτάκη, μόλις έχοντας βγει από τη θάλασσα από απόπειρα αυτοκτονίας, γράφοντας τις αναμνήσεις ενός πνιγομένου», διακηρύσσει ο Γιώργος Δρανδάκης στο επίμετρο του δοκιμίου του Το φαντασιωτικό στη Λογοτεχνία, που κλείνει και το βιβλίο, πάνω στο βαθμό συνειδητότητας του συγγραφέα στην αναζήτηση λύσης του Οιδιπόδειου. Με μια απόπειρα αυτοκτονίας, κλείνει και το πρώτο διήγημα που δίνει και τον τίτλο στο βιβλίο, Ο πόθος φουσκώνει το πανί. Εδώ, μας δίνει το στίγμα του: έχοντας βιώσει το θάνατο, «δεν θέλει πια να λέει μυστικά», ξεκαθαρίζοντας τους λογαριασμούς του με τον «βρικόλακα της ωριμότητάς του», την Ειρήνη, μπορεί πλέον να αντιμετωπίσει την άβυσσο του Οιδιπόδειου, του μη κοινωνικά αποδεκτού, χωρίς να γίνεται καθόλου χυδαίος, γιατί την άβυσσο την φώτισε ο ίδιος, όπως ανάβεις ένα σπίρτο και το σβήνεις.
Στο ομώνυμο διήγημα του βιβλίου του λοιπόν, ο Γιώργος Δρανδάκης, επιλέγει τη μορφή του «λαϊκού αναγνώσματος», για να μας διηγηθεί την ερωτική ιστορία ενός ώριμου λογοτέχνη και μιας νεαράς που τον παιδεύει με τις συνεχείς αρνήσεις της. Μια ερωτική ιστορία δίχως σεξ, σπάνια αν μη τι άλλο στην σύγχρονη ελληνική πεζογραφία που βρίθει από «πηδήματα», με λόγο γρήγορο, ταχείς διάλογους και κοφτό ύφος που γίνεται ασθματικό όσο πλησιάζουμε στο δραματικό του τέλος. Σε μία παρόμοια ιστορία δεν χρειάζονται πολλά χρώματα, ο λόγος βιάζεται να βγει, είναι ήδη φορτισμένος συναισθηματικά από το περιεχόμενο. Ο Δρανδάκης, αφήνοντας κατά μέρος τις κολοριτούρες, σκιτσάρει και σκιτσάρει καλά, τους δύο του ήρωες και τον χώρο στον οποίο κινούνται. Απ’ όσο γνωρίζω, είναι η πρώτη φορά που περιγράφει κανείς, την καθημερινή ζωή ενός λογοτέχνη στον αθηναϊκό μικρόκοσμο, με τις λογοτεχνικές βραδιές στα μπαρ, τις εκφωνήσεις σε ραδιοφωνικούς σταθμούς της συμφοράς, τα στέκια, τις λέσχες και αυτούσιες λογοτεχνικές συζητήσεις, μικρότητες κι ανέκδοτα. Σε ένα άλλο επίπεδο ανάγνωσης, η περιγραφή του συγκεκριμένου χώρου, αποτελεί μαρτυρία του μίζερου λογοτεχνικού σκηνικού στο τέλος του αιώνα στην Αθήνα, όπου «ακόμη και στην αίθουσα της Αρχαιολογικής Εταιρείας, ακόμη και στο Πανεπιστήμιο δινόταν διαλέξεις πχ. με τίτλο Η αρβανιτική, μήτηρ όλων των γλωσσών». Έτσι, για να θυμούνται οι παλιοί και να μορφώνονται οι νέοι… Πέρα ωστόσο από την ιστορική του αξία σαν ντοκουμέντο εποχής, το διήγημα περιέχει ένα κεφάλαιο το 15, την περιγραφή της απόπειρας, που αξίζει να διδάσκεται στις σχολές δημιουργικής γραφής: γιατί φανερώνει χωρίς να φανερώνεται. Δεν θα μάθουμε ποτέ τη συνέχεια, κι ο καθένας είναι ελεύθερος να το ερμηνεύσει όπως θέλει. Επιμένω να λέω απόπειρα κι όχι αυτοκτονία, γιατί τελειώνει με την πίεση των δακτύλων στη σκανδάλη κι όχι με την εκπυρσοκρότηση του όπλου, ενός όπλου που ο επίδοξος αυτόχειρας δεν γνωρίζει αν λειτουργεί… Έτυχε κάποια «τριανταφυλλένια νύχτα να ξυπνήσει με το περίστροφο στον κρόταφο», για να θυμηθούμε έναν παλιότερο στίχο του Δρανδάκη, όπως κάποια στιγμή έχει συμβεί σε πολλούς από εμάς. Αν η δική μας νύχτα ωστόσο δεν ήταν τριανταφυλλένια, αλλά γεμάτη γιασεμιά ή μεταξένια, η απόγνωση, η εθελούσια έξοδος από τη ζωή, είναι μια εμπειρία του ανθρώπινου γένους, ώστε να την καθιστά οικεία σε όλους μας. Την αυτοκαταστροφή του απέφυγε τότε ο ποιητής, προσμένοντας «γλυκά σε λίγο ν’ ανατείλει το κορμί της», και νάτος πάλι ο έρωτας, το ερωτικό σώμα, που είναι σαν να μας κρατάει από τον αφανισμό και την αυτοκτονία. Αλλά τώρα ποιος το γνωρίζει;
«Ο έρωτας είναι σαν ένα πουλί που κρατάς στην παλάμη σου. Όταν το σφίξεις πολύ πεθαίνει». Η διασκευή της Κάρμεν , δίνει την ευκαιρία στο συγγραφέα να χαλαρώσει. Το θεατρικό έργο, δραματοποιεί τις προσωπικές του απόψεις για τον πόθο και τον έρωτα, του δίνει την δυνατότητα, μέσα από μια γνωστή ιστορία, να δει από απόσταση τα προσωπικά του βιώματα και μπορεί πλέον να αναγνωρίσει το μεγαλείο του έρωτα στον θάνατο που ζευγαρώνει για πάντα τους θανάσιμους εραστές. Είναι ο έρωτας που οδηγεί στην αυτοκαταστροφή, που κάνει τους ερωτευμένους να επιδίδονται σε μια πάλη μεταξύ τους, μέχρι τελικής πτώσεως. Στρατιώτες είχε ονομάσει τους εραστές ο Οβίδιος, κι από τότε έχουμε δει πάρα πολλούς στρατιώτες να στρέφουν τα όπλα τους πάνω στους εαυτούς τους… αλλά κατά βάθος οι ερωτευμένοι επιθυμούν έναν κήπο, και μες στον κήπο ακούμε τον εραστή να εύχεται:
«Κρίνος ολόλευκος…/ στις ευωδιές σου /κάθε βράδυ/ να μαραίνομαι /και ολόφρεσκος /κάθε πρωί να ξανανθίζω».
Πως γίνεται, θα με ρωτήσετε. Γίνεται όταν κάποιος δεν σκοτώνει τον πόθο μέσα του, υιοθετώντας το μπαρόκ, την τέχνη της υπερβολής, που κρύβει μέσα της τα προηγούμενα και τα επόμενα: «στα μαύρα κορδόνια ακούμπησα/ τα μάτια μου/ την λύσιν και την δέσιν/Πως δένονται και λύνονται οι κλωστές/οι τύχες και οι μοίρες/Δεν μίλησα. Τι να πω. Πώς να το πω;/ Το ανείπωτο. Το ανέκφραστο. Το πεπερασμένο./ Ακούμπησα τα μάτια μου στο σώμα της ποίησης».
Βρισκόμαστε ήδη στο Ελοϊς, στα 19 ποιήματα, που ο Γιώργος Δρανδάκης έχει τοποθετήσει ακριβώς στη μέση του βιβλίου, μετά τα 2 διηγήματα και πριν το θεατρικό και το δοκίμιο. Από αυτή την προνομιακή θέση που τους έδωσε ο ίδιος, μπορούμε κι εμείς να αρχίσουμε την ανάγνωσή μας. Να ακούσουμε την επιθυμία και τον πόθο, τη χαρά του νεογέννητου στον έρωτα και τη ζωή, παρ΄ όλες τις ματαιώσεις και τα αδιέξοδα. Μας μιλάνε για τον πόθο, όχι για την ματαίωση του έρωτα, όπως πρόχειρα θα μπορούσε να διατυπώσει κάποιος.
Ο πόθος είναι από μόνος του μπαρόκ, μες στην υπερβολή του. Χτίζει στον αέρα πολυποίκιλτα καμπαναριά, βλέπει τη Βενετία από τον όγδοο όροφο ξενοδοχείου της Ομόνοιας. Ο πόθος που μένει άσβεστος, ακόμη κι αν έχουμε ζήσει όχι έναν, αλλά χίλιους έρωτες, ακόμη κι όταν είχαμε στην κατοχή μας το ονειρεμένο σώμα, και το εξαντλήσαμε, ο πόθος είναι αυτό που περισσεύει από τον κορεσμό και τη γνώση. Ο πόθος φουσκώνει το πανί και μας οδηγεί στη «γενέθλια χώρα των ηδονών» που μας έταξαν, όταν ήμασταν μικρά παιδιά.
Μια τελευταία παρατήρηση και κλείνω εδώ, γιατί αισθάνομαι ό,τι είπα πολλά, σαν να σας φανέρωσα το δολοφόνο πριν τον ανακαλύψετε από μόνοι σας: αναρωτιέμαι, αν κάποιος άλλος εκδοτικός οίκος θα μπορούσε να αποτυπώσει με παρόμοιο παλιομοδίτικο τρόπο στο εξώφυλλο, στα τυπογραφικά, τόσο επιτυχημένα τη μορφή του λαϊκού αναγνώσματος που παραπλανητικά μας υποβάλλει ο συγγραφέας του…

 

Ο ΠΟΘΟΣ ΦΟΥΣΚΩΝΕΙ ΤΟ ΠΑΝΙΟ πόθος φουσκώνει το πανί
Γιώργος Θ. Δρανδάκης
Αθήνα 2001
σελ. 248

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr