A+ A A-

«Αρχαία» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

«Αρχαία» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

Ναι, είμαι.

Η αρχαιότητά μου μετριέται με τις αναμνήσεις μου, αν μπορώ να μετρήσω σωστά τον χρόνο που τις παρήγαγε.

Την Ακρόπολη τη βλέπαμε από τον δρόμο καθώς πηγαίναμε σχολείο, από τα οικόπεδα που παίζαμε ή παρακολουθούσαμε αθλοπαιδιές, που αυτοσχεδίαζαν και οργάνωναν τα μεγαλύτερα παιδιά της γειτονιάς. Υπήρχαν και οπαδοί, αλλά δεν θυμάμαι αν ξέραμε τη λέξη και την έννοια της.

Κάποτε ο διευθυντής του Δημοτικού, στο προαύλιο την ώρα της προσευχής, ανήγγειλε ότι την άλλη μέρα θα πηγαίναμε στην Ακρόπολη. Το άλλο πρωί ξεκινήσαμε από το σχολείο, στην Καλλιθέα, με τα πόδια και σε συντεταγμένες τάξεις για την Ακρόπολη. Κοντά στο Κουκάκι μερικά παιδιά άρχισαν να κλαίνε ότι θα χαλάσουν τα παπούτσια τους ή θα τρυπήσουν οι σόλες τους. Μαζί μας δεν κουβαλούσαμε ούτε σάντουιτς, ούτε κόκα κόλες, δεν υπήρχαν.

Όταν ανεβήκαμε στην Ακρόπολη, όλο πέτρες, και στάθηκα μπροστά στον Παρθενώνα, μου φάνηκε ότι μπροστά στα κατάλευκα μάρμαρα ή έχανα το φως μου ή τα μάτια μου γίνονταν άσπρα. Οι γυναίκες, στους προσφυγικούς συνοικισμούς, ασβέστωναν τις παράγκες τους και τους γκαζοτενεκέδες, αλλά εκείνο το άσπρο και αυτό που αντίκριζα ή που έβγαινε από τα μάρμαρα δεν ήταν το ίδιο. Ένιωθα και άλλα, όμως δεν ήξερα να τα πω. Τα έγραψα την άλλη μέρα στην έκθεση: «Εκδρομή στην Ακρόπολη».

Την πρώτη φορά, μόλις τέλειωσα το Γυμνάσιο, που επισκέφθηκα στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Λονδίνου την αίθουσα που φιλοξενούσε τα μάρμαρα του Παρθενώνα, θυμάμαι, αν και έχουν περάσει πολλά χρόνια, πως επειδή η πατρίδα μας είχε υποστεί βομβαρδισμούς και πυρπολισμούς στη δεκαετία του 1940 και η κεντρική θέρμανση ήταν για τον λαό μας κάτι άγνωστο, σκέφτηκα με ανακούφιση: τουλάχιστον σώθηκαν. Και έχοντας την άγνοια της ηλικίας μου και του εξωτερικού κόσμου, την έννοια της αρχαιοκαπηλίας, της κλοπής των καλλιτεχνικών και ιστορικών αξιών, η προσοχή μου στράφηκε αλλού. Κοιτάζοντας τις ανθρώπινες φιγούρες έβρισκα τις ομοιότητες της μύτης ενός αγάλματος με του Μιχάλη, τα μαλλιά κάποιου φιλόσοφου μ' εκείνα του Αριστομένη, το στόμα ενός έφηβου με τα χείλη του Δημήτρη, τα μαλλιά των γυναικών με τις σκάλες των μαλλιών της μαμάς μου που κατέληγαν σ' έναν κότσο, τις ταινίες των κεφαλιών τους με τις ασπρογάλαζες κορδέλες που φορούσαμε ως μαθήτριες στο κεφάλι, τις πτυχές των χλαμύδων τους με τις πιέτες της φούστας μου, και έβλεπα τη συνέχειά μας στα αρχαία μάρμαρα. Μας έβλεπαν χιλιάδες άνθρωποι την ημέρα. Ήμουν μια αρχαία Ελληνίδα. Βγήκα από το Μουσείο με το κεφάλι ψηλά.

Η πιο συγκλονιστική εμπειρία μου ήταν όταν αντίκρισα, στο Μουσείο της Αρχαίας Ολυμπίας, τον Ερμή του Πραξιτέλη. Ένιωθα πως η εικόνα του σφραγιζόταν στο εσωτερικό των ματόφυλλών μου, πονούσα.

Μετά την επιστροφή μου στην πατρίδα, ύστερα από επτά χρόνια που διήρκησε η στρατιωτική χούντα, ήρθε να με επισκεφθεί ο Χανς από τη Σουηδία. Πήγαμε σε αρχαιολογικούς τόπους, κοντινούς και μακρινούς. Η πιο συγκλονιστική εμπειρία μου ήταν όταν αντίκρισα, στο Μουσείο της Αρχαίας Ολυμπίας, τον Ερμή του Πραξιτέλη. Ένιωθα πως η εικόνα του σφραγιζόταν στο εσωτερικό των ματόφυλλών μου, πονούσα. Περπατώντας τους εξωτερικούς χώρους του Μουσείου, ρώτησα τον Χανς αν είχε κι εκείνος διαβάσει και ήξερε, όπως κι εγώ, ότι στα υπόγεια του Πανεπιστημίου της Ουψάλας υπήρχαν κασόνια με αρχαία ευρήματα από ανασκαφές σε διάφορους αρχαιολογικούς τόπους της Ελλάδας, αλλά εκείνος δεν απάντησε.

Με τη μουσειοφιλία μου, είχα την τύχη να επισκεφθώ αρκετά μουσεία στις χώρες όπου ταξίδεψα και να δω αρχαία ελληνικά αγάλματα και πάντα ένιωθα μια ιδιαίτερη «περηφάνια» για κάτι που δεν είχα σμιλέψει η ίδια, αλλά είχα, διαχρονικά, κληρονομήσει.

Στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης υπήρχαν πάντα ελληνικά αρχαία αγάλματα και άλλα ευρήματα. Τα τελευταία χρόνια άνοιξε, στο ισόγειο, μια πολύ μεγάλη αίθουσα που εμπλουτίστηκε με περισσότερα ευρήματα και που έχει έναν δεύτερο ανοιχτό όροφο με κουπαστή γύρω γύρω, κι έτσι ο θεατής μπορεί να δει από όλες τις πλευρές, ακόμα και κάθετα, τα εκθέματα. Μια φορά πλησίασα έναν φύλακα και του είπα πόσο υπέροχες ήταν οι αίθουσες και πόσο οι επισκέπτες φαίνονταν ενθουσιασμένοι κι έδειχναν μεγάλο ενδιαφέρον. Εκείνος μου απάντησε ότι οι αποθήκες είναι γεμάτες και υπάρχουν μελλοντικά σχέδια για πρόσθετες αίθουσες.

Χτες μου τηλεφώνησε ο Χανς από τη Λουντ, Σουηδίας, που είχε επιστρέψει από ένα ταξίδι στην Τουρκία με την Ελληνίδα γυναίκα του, η οποία κατάγεται από την Πέλλα, και μου μιλούσε μόνο για τους αρχαιολογικούς τόπους, που δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ελληνικοί.

 

Εμφανίσεις: 1311

«Αναδρομικά» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

«Αναδρομικά» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

Τον προηγούμενο μήνα η Ταινιοθήκη, στον Κεραμεικό, πρόβαλε ένα φεστιβάλ με ταινίες του Ελία Καζάν. Ένα βράδυ, παρακολούθησα με πολλούς άλλους ακροατές τη συζήτηση που έγινε για τον εν λόγω σκηνοθέτη. Είχα δει τα περισσότερα έργα του και είχα συναντήσει, στη Νέα Υόρκη, δυο-τρεις από τους ηθοποιούς του κλασικού πλέον έργου του, Αμέρικα Αμέρικα, που ομολογούσαν πως τίποτα δεν μπορούσε να σβήσει από τη μνήμη τους καμιά σκηνή ή διάλογο, και πολύ περισσότερο την παρουσία του ίδιου του σκηνοθέτη.

Οι δικές μου επαφές ήταν του θεατή και του αναγνώστη.

Η παρουσία του Ελία Καζάν στο Μπρόντγουεϊ (θέατρο) και στον κινηματογράφο (Χόλιγουντ) τα χρόνια του Μακαρθισμού και το ενδιαφέρον μου για εκείνη την εποχή, τα σχετικά αναγνώσματά μου, εμπλούτισαν τις γνώσεις μου γύρω από αυτούς.

Όταν διάβασα, χρόνια πριν, το βιβλίο του Καζάν The Arrangement (Ο συμβιβασμός), δεν είχα καταλάβει πολλά πράγματα. Δεν είχα καταλάβει και πολλά από τους διαλόγους στην ταινία The Water Front (Το λιμάνι της αγωνίας), αφού δεν ήξερα τα Unions-Syndicates (Εργατικά Σωματεία) και την άλλη έννοια που αποδίδεται στο pigeon περιστέρι, χαφιές ή και άλλα. Όμως, ο κινηματογράφος έχει γιορτάσει προ εικοσαετίας ή περισσότερο τα γενέθλιά του και επομένως έχει και αυτός την ιστορία του.

Το φεστιβάλ για τον Καζάν μού έδωσε την ευκαιρία να ανατρέξω σε κάποια βιβλία που αναφέρονται σε αυτόν, ιδιαίτερα στη στάση που κράτησε ως μάρτυρας ενώπιον της Επιτροπής Αντιαμερικανικών Ενεργειών.

Το φεστιβάλ για τον Καζάν μού έδωσε την ευκαιρία να ανατρέξω σε κάποια βιβλία που αναφέρονται σε αυτόν, ιδιαίτερα στη στάση που κράτησε ως μάρτυρας ενώπιον της Επιτροπής Αντιαμερικανικών Ενεργειών. Στο βιβλίο του Ουόλτερ Μπερνστίν Μνήμες από τη Μαύρη Λίστα, η λαίλαπα του Μακαρθισμού[1], ο συγγραφέας γράφει:

«Ο Μάρτυ Ράιτ με σύστησε στον Ελία Καζάν και γοητεύτηκα... Είχα δει τον Καζάν στη σκηνή, ένας ηθοποιός που σε μάγευε, και τον έβρισκα και το ίδιο μαγευτικό ως άτομο. Κοντός με μεγάλη μύτη, κι όμως, ο πιο σαγηνευτικός άνθρωπος που είχα γνωρίσει ποτέ... Μια μέρα ζήτησε να του συστήσω τον Μπλάκυ Μέγιερς, ένα χαρισματικό αντιπρόεδρο του Εθνικού Σωματείου Ναυτιλίας, που ήταν κομμουνιστής... ήρθε με δυο άλλους... ο Καζάν κι εγώ περάσαμε μερικές ώρες κουβεντιάζοντας πολιτικά σε φιλικό κλίμα. Αργότερα, περπατώντας στο δρόμο, ο Καζάν μού είπε ότι με τέτοιους ανθρώπους ταίριαζε, ένιωθε άνετα μαζί τους και είχε τις ίδιες πεποιθήσεις. Μπορεί να είχε διαφορές με την αριστερά, αλλά με αυτή την πλευρά ήταν. Τα λόγια του ήταν συναρπαστικά και τον πίστεψα. Ήταν γοητευτικός.

»...Λίγο αργότερα κατέθεσε, ως φιλικά διακείμενος μάρτυς, ενώπιον της Ε.Α.Ε. και έδωσε τα ονόματα φίλων του από τη Θεατρική Ομάδα που ήταν μαζί του στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Εξακολουθούσε να επιμένει ότι ήταν άνθρωπος της αριστεράς... Ο Μάρτυ είχε μείνει κατάπληκτος. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο Καζάν ήταν σε θέση να κάνει κάτι τέτοιο. Δεν πίστευε, όπως κι εγώ, την εξήγηση που έδωσε ο Καζάν και δημοσίευσαν οι New York Times, εκφράζοντας το μίσος του για τον κομμουνισμό. Δεν υπήρχε λόγος να φοβάται. Ο Καζάν ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς και ισχυρούς σκηνοθέτες της χώρας και στο θέατρο και στον κινηματογράφο...»

Αναφερόμενος συχνά στον Καζάν, μου είχε πει απλά και επανειλημμένα, με μια αφοπλιστική ειλικρίνεια, ότι ποτέ δεν τον συγχώρεσε και ποτέ δεν του ξαναμίλησε.

Ο Βίκτορ Ναβάσκι[2], συγγραφέας του πολυσέλιδου βιβλίου Naming Names (Δίνοντας ονόματα), αναφέρεται στον Ελία Καζάν για τις πολλές καλλιτεχνικές πλευρές του και τη στάση του απέναντι στην Επιτροπή. Η διακοπή της σχέσης του Άρθουρ Μίλερ με τον Καζάν είναι πολύ συγκινητική. Όταν ο Μίλερ έστειλε ένα αντίγραφο από το έργο του A View from the Bridge (Κοιτάζοντας από τη γέφυρα) στον φίλο του Καζάν –είχε ήδη βραβευτεί για τα έργα του Ήταν όλοι τους παιδιά μου και Ο θάνατος του εμποράκου, στο Μπρόντγουεϊ– ο Καζάν τού απάντησε ότι διάβασε το έργο και θα ήταν τιμή του να το σκηνοθετήσει. Ο Μίλερ ανταπάντησε με τα λόγια: «Δεν σου το έστειλα γιατί ήθελα να το σκηνοθετήσεις. Σου το έστειλα γιατί ήθελα να σου πω τι σκέφτομαι για τους χαφιέδες".

Στις συναντήσεις μας, ο Βίκτορ Ναβάσκι μού είχε πει ότι σεβόταν πολύ τον Ζιλ Ντασέν για τη στάση του και ότι είχε έρθει στην Ελλάδα, όταν έγραφε αυτό το βιβλίο, για να του πάρει συνέντευξη για τα χρόνια του Μακαρθισμού και τη στάση του Καζάν, ο Ντασέν όμως αρνήθηκε να μιλήσει γιατί δεν του είχε περάσει ο θυμός. Είχε, επίσης, ζητήσει από τον Χρήστο Παπουτσάκη, του περιοδικού Αντί, να έρθει στις ΗΠΑ για να τον τιμήσουν, όμως οι ελληνικές Αρχές δεν του είχαν παραχωρήσει διαβατήριο.

Στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, λοξά και απέναντι από την Πλατεία Τζορτζ Ουάσινγκτον, υπήρχε ένα ανοιχτό οικόπεδο. Εκεί χτίστηκε ένα τολ – θύμιζε τολ σε στρατώνες. Όταν τελείωσε, ήταν το θέατρο Άντα. Σε αυτό θα γινόταν η συμφιλίωση του Άρθουρ Μίλερ με τον Ελία Καζάν. Ο πρώτος είχε γράψει το έργο After the Fall (Μετά την πτώση) και ο δεύτερος θα το σκηνοθετούσε.

Ένιωθα φόβο να πάω να το δω μόνη και παρακάλεσα έναν πολύ καλό μου φίλο, πανεπιστημιακό και ποιητή, τον Δημήτρη Λιάππα, να έρθει από το Λος Άντζελες να πάμε μαζί. Και ήρθε.

Η πρεμιέρα είχε γίνει στις 23 Ιανουαρίου 1964.

Στο κάθισμά μου έτρεμα, όχι από το κρύο, αλλά από τις αυτοβιογραφικές σκηνές και τους διαλόγους ανάμεσα στους δυο κύριους πρωταγωνιστές, που γίνονταν όλο και πιο πειστικοί για την προέλευσή τους: ο γάμος του Άρθουρ Μίλερ με τη Μέριλιν Μονρό.

Όταν γυρίσαμε στο διαμέρισμά μου, έπεσα στο κρεβάτι και ήμουν μέρες ακίνητη σαν μια πεσμένη οριζόντια κολόνα από σίδερο.

Ο Βίκτορ Ναβάσκι αναφερόταν στα χρόνια του Μακαρθισμού και στα πρόσωπα που υπάρχουν στις σελίδες του βιβλίου του και όχι στον εαυτό του. Ωστόσο, ανακάλυπτα όλο και περισσότερα ονόματα, αλλά η φαντασία μου, όταν μου μιλούσε για τη Νόρμα Μπάρζαν, που μαζί με τον σύζυγό της, στα χρόνια του Μακαρθισμού, κατέφυγαν και εγκαταστάθηκαν στο Παρίσι. Επέστρεψαν στις ΗΠΑ πριν από μερικά χρόνια, όταν εκείνη έγινε 80 χρόνων. Για να την τιμήσει, μου χάρισε το βιβλίο της Η Μαύρη και η Κόκκινη Λίστα, που εξακολουθώ να διαβάζω με συγκίνηση, απ' όπου οι παρακάτω παράγραφοι:

«Όλοι οι πληροφοριοδότες δεν είναι ίδιοι. Ούτε ο Έντι Ντμίτρικ ούτε ο Ελία Καζάν ζήτησαν ποτέ συγγνώμη, όμως ο Καζάν βρισκόταν σε μια θέση που μπορούσε να αψηφήσει την Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών. Το 1951 βρισκόταν στην κορυφή της καριέρας του ως σκηνοθέτης της θεατρικής σκηνής στη Νέα Υόρκη... Μπορούσε να συνεχίσει να εργάζεται, γιατί το θέατρο πρακτικά δεν είχε μαύρη λίστα...

»Στην απονομή του τιμητικού Όσκαρ στον Ελία Καζάν από την Ακαδημία, μαζί με τους Έιμπι Πολόνσκι, Μπέρνι... και άλλους επιζήσαντες της μαύρης λίστας και τους απογόνους τους ξεκινήσαμε μια δραστηριότητα... Μια μεγάλη διαδήλωση χαιρέτησε τους καλεσμένους για τα Όσκαρ, ενώ οι περισσότεροι από τους καλεσμένους δεν σηκώθηκαν ούτε χειροκρότησαν τον Καζάν...»

Στα βιβλία που αναφέρονται στα χρόνια του Μακαρθισμού και στον κινηματογράφο υπάρχουν πάντα αναφορές στον Καζάν. Η μεγάλη μου έκπληξη ήταν το βιβλίο της γυναίκας του Τζιν Κέλι, ηθοποιού στο Μπρόντγουεϊ, η οποία υπέφερε πάρα πολλά. Για τον Καζάν έγραψε:

«Μερικοί, σαν τον Ελία Καζάν, προσπάθησαν να δικαιολογήσουν την απιστία τους ισχυριζόμενοι ότι είχαν αλλάξει γνώμη και ότι τώρα πίστευαν πως ο κομμουνισμός ήταν μια απειλή για τον αμερικανικό τρόπο ζωής. Αλλά ο Καζάν πρέπει να ήξερε ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα στην Αμερική δεν ήταν ποτέ αρκετά δυνατό για να είναι κίνδυνος για τη δημοκρατία...»

Όπως και οι προηγούμενοι, και όσοι ανήκαν στον χώρο του θεάματος, δεν παρέλειψε και αυτή να αναφέρει τον Καζάν ανάμεσα στους ιδρυτές του ιστορικού πλέον Actors Studio.

----------------------------

[1] Walter Bernstein, Inside Out, a Memoir of the Black List (Εκδόσεις Καστανιώτη).

[2] Victor S. Navasky: Δημοσιογράφος, συντάκτης, εκδότης, συγγραφέας, καθηγητής Δημοσιογραφίας στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης, υπήρξε συντάκτης του περιοδικού Nation το διάστημα 1978-1995, εκδότης και γενικός διευθυντής του το διάστημα 1995-2005.

 

Εμφανίσεις: 1200

«Σιντριβάνι» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

«Σιντριβάνι» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

Η χρονολογία της έκδοσης ή της πρώτης γραφής ενός λογοτεχνικού βιβλίου δεν με απέτρεψε ποτέ από την αγορά του ή την ανάγνωσή του. Αλλιώς δεν θα είχαμε διαβάσει την Ιλιάδα, τις Τρωάδες, τη Βίβλο, το Κεφάλαιο, το Ίδε ο Άνθρωπος, τον Μακρυγιάννη, τη Μαντάμ Μποβαρί, την Έρημη χώρα και άλλα βιβλία, ων ουκ έστιν αριθμός. Για μένα δεν υπήρχαν παλιά και καινούργια βιβλία.

Συγκριτικά ή στατιστικά, ή αναφορικά με την καταγωγή ή τον βίο που διήγαγε ο συγγραφέας, στοιχεία που αποκαλύπτονται, συνήθως αλλά όχι απαραιτήτως, από τον ίδιο ή τους οικείους του ή τους εντρυφήσαντες στο έργο του, δεν ήταν εκείνα τα στοιχεία που θα με προέτρεπαν στην ανάγνωση βιογραφιών και αυτοβιογραφιών, αν και κατά καιρούς ένιωθα μανιακή αναγνώστριά τους.

Το βιβλίο το δεχόμουν σαν σιντριβάνι. Ανάβλυζε, κυρίως, από αόρατες πηγές, εποχές, ιδέες, χαρακτήρες, συμπεριφορές, γεγονότα, γεωγραφικές περιοχές, αισθήματα, συγκρούσεις, έρωτες, μίση, ρευστά ή αναζωγοόνα. Το νερό δεν είναι μονοδιάστατο, δεν τρέχει μόνο σε μια κατεύθυνση, αλλά βρίσκει από μόνο του τις διεξόδους του προς όλες τις κατευθύνσεις.

Το νερό δεν είναι μονοδιάστατο, δεν τρέχει μόνο σε μια κατεύθυνση, αλλά βρίσκει από μόνο του τις διεξόδους του προς όλες τις κατευθύνσεις.

Εμποτιζόμουν σε αυτά, από κορυφής μέχρις ονύχων, απολάμβανα το περιβάλλον τους, τη δύναμη ή τις αδυναμίες τους, τις γνώσεις τους ή τον αυθορμητισμό τους, την ειλικρίνειά τους ή την προσπάθειά τους να αποκρύψουν εκείνο το μυστικό, όποιο κι αν ήταν, που δεν ήθελαν να βγει από τα βάθη τους και, ενώ αναγνώριζα το δικαίωμά τους, προσπαθούσα να το διερευνήσω διαβάζοντας περισσότερα, αν είχαν γραφτεί, για τον ίδιο τον βιογραφούμενο.

Ανάμεσα στους τίτλους στους πάγκους του βιβλιοπωλείου Strand, στο Μανχάταν, τράβηξε την προσοχή μου το σκούρο εξώφυλλο μιας θαμπής, οικογενειακής φωτογραφίας, με τίτλο: «Ο Πατέρας μου είναι ένα Βιβλίο, Αναμνήσεις του Μπέρναρντ Μαλαμούντ». Συγγραφέας του βιβλίου ήταν η κόρη του, Γιάνα Μαλαμούντ Σμιθ, έτος συγγραφής το κοντινό 2006. Τα βιβλία του Μαλαμούντ δεν μου ήταν άγνωστα, η κόρη του ναι, παρά το αρκετά υπολογίσιμο συγγραφικό της έργο και την ιδιότητά της ως ψυχολόγου και πανεπιστημιακής καθηγήτριας.

Πήρα στα χέρια μου το βιβλίο και οι πρώτες γραμμές που διάβασα ήταν:

«Ο λόγος που η αγάπη και ο θάνατος έχουν ένα κοινό δεν είναι εκείνες οι αόριστες ομοιότητες για τις οποίες μιλάνε πάντα οι άνθρωποι, αλλά εκείνο που μας κάνει να ρωτάμε πιο βαθιά, από φόβο μήπως μας διαφύγει η πραγματικότητα, το μυστήριο της προσωπικότητας. (Μαρσέλ Προυστ, Ο δρόμος του κύκνου)

Διαβάζοντας τον πρόλογο, ανακάλυψα την ομολογία της συγγραφέως για τον τίτλο που με είχε ελκύσει. Τον είχε παραφράσει από την αναφώνηση του Βαρντάμαν, «Η Μητέρα μου είναι ένα ψάρι» από το βιβλίο As I lay dying (Καθώς ψυχορραγώ), του Ουίλιαμ Φόκνερ.

Τα δάνεια, εφόσον εξυπηρετούνται –για να χρησιμοποιήσω μια καινούργια καθημερινή έκφραση− επιτρέπονται, οι πλαγιαρισμοί, που συμβαίνουν τόσο συχνά, όχι.

Η κόρη του συγγραφέα, εκτός του ότι είχε τις δικές της προσωπικές αναμνήσεις ζώντας δεκάδες χρόνια με τον ίδιο, μάλλον με τους γονείς της, «κληρονόμησε» επίσης έναν πλούτο σημειώσεών του και αλληλογραφίας με συναδέλφους, κριτικούς, δημοσιογράφους, φοιτητές και άλλους, από τις οποίες χρησιμοποίησε μέρος ή ολόκληρα τα κείμενα.

Έχω πολλές ομολογημένες και ανομολόγητες απορίες. Για παράδειγμα, πώς θα γράφονται στο μέλλον οι βιογραφίες, αφού υπάρχει το διαδίκτυο, το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και άλλες ιστοσελίδες ή όποιο ηλεκτρονικό όνομα και αν έχουν, που εκτός απ' όλες τις ευκολίες και την αμεσότητα επικοινωνίας που μας παρέχουν, έχουμε την ίδια ευκολία να τις ακυρώνουμε;

Όμως αυτό που μου έμεινε από τη βιογραφία του Μαλαμούντ είναι οι πολλές χορηγίες και τιμές, βραβεία και άλλα που του αποδόθηκαν και ποιοι είναι εκείνοι που αποφάσιζαν υπέρ αυτού ή κάποιου άλλου σύγχρονού του, που ίσως να υπήρξαν καλύτεροί του ή ισάξιοί του. Η ερώτηση μπορεί να φτάνει μέχρι το Βραβείο Νομπέλ και η απάντηση να μη δοθεί ποτέ. Ωστόσο, διαβάζοντας κατά καιρούς τα ονόματα εκείνων που συγκροτούν τις επιτροπές αξιολόγησης, η απορία για τη δική τους επιλογή προηγείται της ύπαρξης της αντικειμενικής κρίσης για την απονομή οποιασδήποτε τιμής.

Θα πρόσθετα ότι αγνοώ αν υπάρχουν στην πατρίδα μας, εκτός των κρατικών βραβείων, άλλα, όπως οργανισμών ή ιδιωτών. Η αμφισβήτηση είναι επίσης πιο δύσκολη. Αλλά αυτό είναι ένα θέμα που δεν έχει απήχηση.

Εχω ήδη βραβευτεί
ως συγγραφέας,
άγνωστη ως πρόσωπο.

Εικαστικό: ατελιέ diastixo.gr ©

 

Εμφανίσεις: 1004

«Ασφαλιστικά» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

«Ασφαλιστικά» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

Παρακολουθώντας τις προβολές των Femmes Noirs στο Film Forum, είχα γοητευτεί και αγαπήσει εκ νέου τις ασπρόμαυρες ταινίες. Αναρωτιόμουν αν με πήγαιναν στο μακρινό παρελθόν, στην πρώτη μου γνωριμία που έγινε στον κινηματογράφο στο Ετουάλ της Καλλιθέας, όπου πηγαίναμε τις Κυριακές στην απογευματινή προβολή ή αν ταίριαζε στην ψυχολογία μου εκείνων των ημερών.

Οι ωραίες γυναίκες, πάντα καλοχτενισμένες ή με ταιριαστό καπέλο, όμορφα λευκά δόντια και μάτια με μεγάλες βλεφαρίδες, οδηγούσαν αυτοκίνητο με μακριά γάντια στο τιμόνι, κάπνιζαν χρησιμοποιώντας μακριές πίπες, συνοδεύονταν από επίσης ωραίους και καλοντυμένους άνδρες και χόρευαν σε μεγάλες αίθουσες υπό τους ήχους μιας μεγάλης μπάντας, ή ρομαντικά στο διαμέρισμά τους με ημίφως, ήταν όλοι άνθρωποι του Χόλιγουντ. Μόνο εκεί υπήρχαν τέτοιοι.

Το ερωτικό φιλί ήταν το ύψιστο σημείο.

Η επιλογή εκείνη την εβδομάδα ήταν ακόμα ένα μαύρο φιλμ, βασισμένο στο μυθιστόρημα Double Indemnity (Διπλή αποζημίωση), του αγαπημένου μου συγγραφέα James M. Cain (Τζέιμς Μ. Κέιν). Είχα ήδη μεταφράσει τέσσερα δικά του μυθιστορήματα, Η πεταλούδα και Το ελκυστικό νησί για τη Σύγχρονη Εποχή και Ο ταχυδρόμος χτυπάει πάντα δυο φορές και Θύελλα σε μητρική καρδιά για το Μεταίχμιο.

Αυτή η ταινία ήταν, για μένα, διπλή πρόκληση. Ούτε την είχα δει ποτέ, ούτε είχα διαβάσει το βιβλίο.

Οι άνδρες, όποια και αν ήταν τα δικά τους φυσικά ή πνευματικά χαρακτηριστικά, αποδεικνύονταν αδύναμοι μπροστά στη σαγήνη των μοιραίων γυναικών, που η θηλυκή τους έλξη τούς κολάκευε μέχρι θανάτου.

Παρακολουθούσα την ταινία με τη λεπτοκαμωμένη Barbara Stanwyck (Μπάρμπαρα Στάνγουικ) και τον τρόπο της να παρασύρει τον πανύψηλο συμπρωταγωνιστή της, Fred MacMurray (Φρεντ ΜακΜάρεϊ), τον ασφαλιστή του συζύγου της, στο εγκληματικό της σχέδιο να τον βγάλουν από τη μέση, αφού προηγηθεί η υπογραφή ενός καινούργιου ασφαλιστικού συμβολαίου, που θα την καθιστούσε νόμιμα παραλήπτρια της αποζημίωσης.

Ο θαυμαστός τρόπος γραφής του συγγραφέα, η έλλειψη «δραματικότητας» ενώ η υπόθεση του βιβλίου ήταν τραγική επανέρχονταν στη μνήμη μου από την ανάγνωση στη θέαση. Οι διάλογοι εκφράζονταν/ακούγονταν, σχεδόν, καθημερινοί, χωρίς ορολογίες, ιδιαίτερους τονισμούς και άγνωστες λέξεις, το φλερτ ανάμεσα σ' έναν άνδρα και μια γυναίκα ξεκινούσε ομαλά και το ερωτικό στοιχείο διαγραφόταν σταδιακά, χωρίς ανατροπές, ως ένα φυσικό αποτέλεσμα, ώσπου έφτανε στο έγκλημα.

Οι άνδρες, όποια και αν ήταν τα δικά τους φυσικά ή πνευματικά χαρακτηριστικά, αποδεικνύονταν αδύναμοι μπροστά στη σαγήνη των μοιραίων γυναικών, που η θηλυκή τους έλξη τούς κολάκευε μέχρι θανάτου.

Ο Κέιν δημιουργούσε τη γλωσσολογία του μαύρου κινηματογράφου.

Δεν είχα αγαπήσει ποτέ την Μπάρμπαρα, γεννημένη σε μια γειτονιά του Μπρούκλιν, παρ' όλη την επιτυχία της – σε τριάντα οκτώ χρόνια στον κινηματογράφο είχε παίξει σε ογδόντα πέντε ταινίες, θεωρείτο μια από τις πιο ακριβοπληρωμένες γυναίκες στις ΗΠΑ, εξαιτίας των αντιδραστικών της θέσεων και την επίθεσή της κατά του Προέδρου Ρούζβελτ. Τη θεωρούσα το αντίθετο του συγγραφέα Κέιν.

Αντίστοιχος της Στάνγουικ ήταν και ο ΜακΜάρεϊ, παρά λίγους πόντους δυο μέτρα ύψος, με εκατό ταινίες και την ομολογουμένη τσιγκουνιά του, ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους του Χόλιγουντ, συμπρωταγωνιστής και συνεργός στον σχεδιασμό και στην εκτέλεση του εγκλήματος.

Το τέλειο έγκλημα μπορεί να μην υπάρχει, όσο καλά και αν έχει σχεδιαστεί γύρω από ένα ασφαλιστικό συμβόλαιο, ακόμα και από έναν ασφαλιστή, υπάρχει όμως η υπέρβαση οποιουδήποτε μέτρου και όρου ενάντιά του, έστω και στη μικρότερη λεπτομέρεια που θα το προδώσει.

Η ταινία Διπλή αποζημίωση επιβεβαιώνει ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες είναι κάποιας άλλης μορφής κερδοσκοπικές συμπράξεις, όπως είναι και η κινηματογραφική βιομηχανία. Η ασφαλιστική εταιρεία, προκειμένου να μην πληρώσει τις πενήντα χιλιάδες δολάρια του ασφαλιστικού συμβολαίου, βρήκε άλλες λύσεις ικανοποιώντας τους δικαιούχους, προσφέροντάς τους κάτι πάνω από το μηδέν, διασώζοντας τα υπόλοιπα για την ίδια.

Μου θύμισε κάποιον φίλο που μου είχε πει: «Τα πιο δύσκολα μαθηματικά είναι τα ασφαλιστικά», όταν ήμουν ακόμα μαθήτρια.

Οι ταινίες που είχαν πρωτοπροβληθεί πριν από δεκάδες χρόνια, μισόν αιώνα πριν ή παραπάνω, που άλλες τις είχα δει περισσότερες από μια ή δυο φορές και άλλες όχι, δεν με προκαλούσαν για κανένα είδος κριτικής, αλλά για το παρελθόν και τη γνωριμία τους ή για άλλες συγκρίσεις, όπως τέχνη και τεχνολογία.

Επιστρέφοντας, σταμάτησα στο βιβλιοπωλείο και αγόρασα το βιβλίο Double Indemnity, πήγα σπίτι και άρχισα να το μεταφράζω.

 

Εμφανίσεις: 1199

«Ομοιότητες» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

«Ομοιότητες» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

Ξαφνικά μέσα από το τηλέφωνο μου ήρθε μια απρόσμενη έκπληξη, που την κουβαλούσε η Μίλντρεντ Πίερς και τώρα εμφανιζόταν στην ομώνυμη ταινία, στο Φεστιβάλ των Μαύρων Ταινιών με τις μοιραίες βαμπ, που προβαλλόταν στο Film Forum, στο West Greenwich Village, όταν μου μεταβίβαζε την ανάθεση του μυθιστορήματος του James M. Cain (Τζέιμς Μ. Κέιν) από το Μεταίχμιο, για τη μετάφρασή του.

Την ταινία, γυρισμένη το 1945, δεν την είχα δει ποτέ άλλοτε.

Τις προηγούμενες δεκαετίες, πριν από την έλευση της τεχνολογίας που βιώνουμε και ίσως να μην μπορούμε να προβλέψουμε την εξέλιξή της, οι ταινίες έρχονταν από το Χόλιγουντ στην Ελλάδα, ή μάλλον στην Αθήνα, όχι ταυτόχρονα όπως συμβαίνει τώρα, αλλά με την πάροδο κάποιων χρόνων.

Ήξερα την ύπαρξή της, και ακόμα ότι είχε γυριστεί σε συνέχειες και είχε προβληθεί στην αμερικανική τηλεόραση, αλλά με τις αναχωρήσεις και αφίξεις μου εδώ και αλλού, δεν την είχα παρακολουθήσει.

Καθόμουν στην καρέκλα του κινηματογράφου με το ίδιο ενδιαφέρον που καθόμουν στην καρέκλα μου μπροστά στο λάπτοπ μεταφράζοντας το βιβλίο και ένιωθα τις ομοιότητες των εποχών να επανέρχονται. Στα χείλη μου έσκαγε ένα απροσδιόριστο χαμόγελο. Στο εσωτερικό μου αυτί άκουγα τις συζητήσεις των μεγάλων στο σπίτι του παππού μου, που ψάχνοντας τις αναμνήσεις τους, προσπαθούσαν να θυμηθούν αν είχαν συμβεί όταν έπεσαν χιόνια κι έκαψαν τα σπαρτά, και δεν προλάβαινα να ρωτήσω αν τα χιόνια βάζουν φωτιά, αν ήταν πριν έρθει το ηλεκτρικό ρεύμα στο χωριό τους, ή τότε που έδιωξαν το βασιλιά, ή πριν πέσει το Μπιζάνι, αν ήταν πριν μπουν στη χώρα οι Γερμανοί ή μετά που έφυγαν οι Ιταλοί και ο Αγησίλαος που αγαπούσε τον παππού μου σαν δικό του και ήταν πάντα παρών είπε: «Όλα έχουν την ημερομηνία τους».

Ο κινηματογράφος, όσο πιστός και αν είναι στο δημοσιευμένο βιβλίο, έχει τη δική του γλώσσα, που του επιτρέπει προσθέσεις, αφαιρέσεις, παρεκκλίσεις και μετατροπή της λέξης σε εικόνα.

Πότε είχα δει πρώτη φορά την Τζόαν Κράουφορντ στον κινηματογράφο; Είχα μια ανομολόγητη ανάμνηση, τα μάτια της. Ήταν τόσο μεγάλα που τα φοβόμουν.

Στον φούρνο του Γλυκού, στην οδό Δήμητρος, Καλλιθέας, δούλευαν αποκλειστικά άνδρες. Μόνο σ' ένα ραφείο δούλευε μια γυναίκα, η σύζυγος του ράφτη. Και η μαμά μου έφτιαχνε τηγανίτες, τις τρώγαμε το πρωί με πετιμέζι, αλλά μόνο για εμάς, τις κόρες της.

Τα γραφεία ευρέσεως εργασίας τα ανακάλυψα στην Αμερική. Είχα ακούσει πως εκμεταλλεύονταν τους εργάτες σε συνεργασία με τους εργοδότες. Τους έστελναν για δουλειά αορίστου χρόνου, έπαιρναν τη μίζα τους, και ύστερα από ακαθόριστο διάστημα, τα αφεντικά τους έδιωχναν και αυτοί χωρίς ειδικότητα και γνώση της γλώσσας ξαναγύριζαν στο γραφείο και επαναλαμβάνονταν τα ίδια...

Δεν χρειάστηκε να επισκεφθώ κανένα τέτοιο γραφείο, εκτός από μια φορά που πήγα στο Πολιτειακό της Νέας Υόρκης. Είχα επιστρέψει από την Ελλάδα ηλιοκαμένη, φορώντας σανδάλια, δεν είχαν ακόμα καταργηθεί οι νάιλον κάλτσες, φοριούνταν και τα καλοκαίρια, και δεν είχε γίνει η επανάσταση του στηθόδεσμου, τα μαλλιά μου ήταν κομμένα τόσο κοντά, που το κεφάλι μου έμοιαζε με εξωτική καρύδα, φορούσα ένα μεταξωτό ίσιο φόρεμα χωρίς μανίκια, με μεγάλα λουλούδια σε γαλάζιο φόντο, το πρόσωπό μου και τα μάτια μου ήταν άβαφα, και μετά τη συνέντευξη ρωτήθηκα από πότε μπορούσα ν' αρχίσω τη δουλειά. «Πότε;» ρώτησα με τη σειρά μου. «Από αύριο», ήταν η απάντηση.

Αύριο έμαθα γιατί προσλήφθηκα. Η εμφάνισή μου ήταν δείγμα τόλμης...

Άκουγα τους διαλόγους ανάμεσα στη Μίλντρεντ, το αφεντικό της, ένας Έλληνας, τις κόρες της, τη φίλη της, τους άνδρες της ζωής της, και τους επαναλάμβανα, ενδόμυχα, μεταφρασμένους στα ελληνικά. Χαιρόμουν.

Είχα ρωτήσει διάφορους να μου προφέρουν το όνομα Piers – είχα πρόβλημα με το μακρό φωνήεν ή το μεικτό ι με ε.

Η Μίλντρεντ δεν είχε προλάβει να τελειώσει το Λύκειο, είχε παντρευτεί τον γιο κάποιου developer –αναπτυξιακού− που έχτιζε σπίτια με δάνεια, αλλά τώρα με την οικονομική κρίση του 1929 οι τιμές είχαν πέσει, τα δάνεια κουρεμένα ή ακούρευτα δεν εξυπηρετούνταν και κάτι τέτοια που ακούγονται τώρα και έξω από τους κινηματογράφους, μετά την απόρριψή της από το Γραφείο Ευρέσεως Εργασίας, θα έβρισκε το δρόμο της αφ' εαυτού της.

Η Μίλντρεντ θέλει να ξεπεράσει την κρίση μ' έναν φιλόδοξο τρόπο, επεκτείνοντας την ικανότητά της να φτιάχνει εξαιρετικές τηγανίτες, κρύβει από την επίσης φιλόδοξη κόρη της, που θέλει να γίνει αοιδός στην όπερα, την αλήθεια που γίνεται αιτία κοινωνικής σύγκρουσης ανάμεσά τους και σύντομα θα αρχίσει μια αντιζηλία, γυναικεία και ερωτική.

Ο κινηματογράφος, όσο πιστός και αν είναι στο δημοσιευμένο βιβλίο, έχει τη δική του γλώσσα, που του επιτρέπει προσθέσεις, αφαιρέσεις, παρεκκλίσεις και μετατροπή της λέξης σε εικόνα.

Το Μεταίχμιο εξέδωσε το βιβλίο με τον αρχικό του τίτλο, Θύελλα σε μητρική καρδιά, που με είχε κάνει ευτυχισμένη παρακολουθώντας στις τυπωμένες σελίδες τους κυματισμούς και τους κτύπους της και τώρα ακούγοντας τις φωνές τους και τα πλάνα σαν ασπρόμαυρες φωτογραφίες περασμένων δεκαετιών.

Ευχαριστώ...

 

Εμφανίσεις: 1146

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr