A+ A A-

«Χειροκροτήματα» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

«Χειροκροτήματα» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

Τώρα που θα φύγω και θα πάω στα ξένα,
και θα ζούμε μήνες, χρόνους χωρισμένοι,
άφησε να πάρω κάτι κι από σένα
γαλανή πατρίδα, πολυαγαπημένη
[...]
μόνο λίγο χώμα, χώμα ελληνικό.

Η δασκάλα άπλωνε τα χέρια της να με κατεβάσει από την έδρα που με είχε ανεβάσει για να με βλέπουν τα παιδιά του Δημοτικού, οι γονείς τους και όλοι όσοι βρίσκονταν στη μεγάλη αίθουσα των εορτών. Το ακροατήριο ξεσπούσε σε χειροκροτήματα κι εγώ έβαζα τα κλάματα. Φοβόμουν όχι από το νόημα των στίχων, τους αποστήθιζα χωρίς να τους καταλαβαίνω, ούτε επειδή φανταζόμουν, στη Δευτέρα Δημοτικού, ότι κάποτε θα έφευγα μακριά από τη «γαλανή πατρίδα», όπως είχε γράψει ο Δροσίνης στο ποίημά του «Χώμα ελληνικό»· γιατί χτυπούσε ο κόσμος παλαμάκια, όπως οι άνθρωποι στη μάντρα του Καραγκιόζη, στου Χαροκόπου, στη γωνία της Σιβιτανιδείου.

Το χειροκρότημα είχε μείνει μέσα μου σαν ερωτηματικό: τι το παρήγε; ο ενθουσιασμός, η χαρά, οι ωραίες λέξεις, οι περίπατοι στο φεγγάρι, τα αγριολούλουδα στον κάμπο, οι υποσχέσεις;

Η πρώτη προβληματική επαναφορά της απορίας μου συνέβη στην Πανεπιστημιούπολη Λουντ, της Σουηδίας, την ημέρα που θα ερχόταν να μιλήσει ο τότε πρωθυπουργός Ούλοφ Πάλμε, στο Πανεπιστήμιο. Θα ερχόταν με το τρένο από τη Στοκχόλμη.

Ρώτησα μερικούς φοιτητές ή μετανάστες και άλλους Σουηδούς αν θα πηγαίναμε στον σταθμό να τον υποδεχτούμε. Οι Έλληνες απαντούσαν αόριστα, θα δούμε, οι Σουηδοί, δεν υπάρχει λόγος.

Πήγα μόνη μου, έστω από περιέργεια. Το τρένο ήρθε στο δευτερόλεπτό του, δεν ήταν καθόλου περίεργο. Ο Πάλμε περπάτησε μόνος του, ίσως κάποιοι με πολιτικά να ήταν οι άνδρες ασφαλείας, κρατώντας έναν χαρτοφύλακα.

Η αίθουσα ήταν γεμάτη. Μπήκα, σχεδόν τελευταία, βρήκα ένα κάθισμα επίσης στην τελευταία σειρά έχοντας μια γενική θέα. Κάποιοι σηκώθηκαν όταν είδαν τον Πρωθυπουργό να μπαίνει στην αίθουσα, οι περισσότεροι έμειναν ακίνητοι και ανέκφραστοι.

Το σκεπτικό ήταν πως οι ηθοποιοί και όλοι οι συντελεστές του θεάτρου εκτελούν το επαγγελματικό τους έργο. Όπως δεν χειροκροτούμε τον γιατρό μας, αλλά αν είναι καλός επιστήμονας επιστρέφουμε σε αυτόν για την ολοκλήρωση της ίασής μας, έτσι πρέπει να συμβαίνει και με το θέατρο.

Ρώτησα έναν Σουηδό, δίπλα μου:
– Θα χειροκροτήσουμε;
– Για ποιο λόγο;
– Μα είναι ο Πρωθυπουργός της χώρας.
– Ναι, αλλά δεν ξέρουμε τι θα πει. Ας τον ακούσουμε πρώτα.

Τον ακούσαμε. Τα χειροκροτήματα ήταν διασκορπισμένα, δεν προέρχονταν από μια πτέρυγα ή κάποιες σειρές. Αναρωτήθηκα αν αυτό σήμαινε ότι το ακροατήριο δεν ήταν μιας συγκεκριμένης πολιτικής γραμμής.

Με τη σχολή μας, Θεωρητικών Λογοτεχνίας, Θεάτρου και Κινηματογράφου, θα ταξιδεύαμε στη Στοκχόλμη να δούμε τον Βασιλιά Ληρ του Σαίξπηρ και δυο έργα του Στρίντμπεργκ, σε σκηνοθεσία Ίνγκμαρ Μπέργκμαν.

Τηλεφώνησα στον Πολ Νορ –θεατρικός συγγραφέας, ποιητής, συνεργάτης της Μαρίκας Κοτοπούλη και του Σπύρου Σκούρα–, της 20th Century Fox, και στη σύντροφό του Αλίκη –ηθοποιό, κόρη της Κυβέλης– ότι θα τους επισκεπτόμουν. Εκείνοι κι εγώ, χωρίς να το έχουμε αναφέρει οι μεν σ' εμένα ή εγώ σε αυτούς όταν ζούσαμε στη Νέα Υόρκη, είχαμε μεταναστεύσει στα χρόνια της δικτατορίας στη Σουηδία.

Πήγαμε μαζί στο θέατρο στις προγραμματισμένες παραστάσεις. Από την πρώτη φορά μάς πληροφόρησαν, όπως τώρα για τα κινητά τηλέφωνα, ότι ο σκηνοθέτης μάς παρακαλεί στο τέλος της παράστασης να μη χειροκροτήσουμε. Ξαφνιαστήκαμε.

Το σκεπτικό ήταν πως οι ηθοποιοί και όλοι οι συντελεστές του θεάτρου εκτελούν το επαγγελματικό τους έργο. Όπως δεν χειροκροτούμε τον γιατρό μας, αλλά αν είναι καλός επιστήμονας επιστρέφουμε σε αυτόν για την ολοκλήρωση της ίασής μας, έτσι πρέπει να συμβαίνει και με το θέατρο.

Ρώτησα τον Πολ Νορ και την Αλίκη τι σκέφτονταν γι' αυτή την πρόταση. Οι απαντήσεις τους δεν ήταν πρόχειρες, θα συζητούσαμε το θέμα αργότερα.

Πριν από λίγα χρόνια, η αδελφή μου, πολύ σοβαρά, μου είπε: «Δεν θα ξαναχειροκροτήσουμε πολιτικούς και κοκορευόμενους ηγέτες» και ίσως είπε περισσότερα, προσθέτοντας το σκεπτικό της. Θα πρέπει να ξέρουμε το πρόγραμμά τους και τις δυνατότητας για την πραγματοποίησή τους.

Τους τελευταίους μήνες, είδαμε όλοι πολιτικούς που είχαμε χειροκροτήσει στις προπροηγούμενες εκλογές, ως υποψήφιους κάποιου κόμματος που προτιμούσαμε για οποιονδήποτε λόγο, τους επαναλάβαμε το χειροκρότημά μας στις προηγούμενες εκλογές, που είχαν ένα θλιβερό ή θλιβερότερο αποτέλεσμα, τώρα τους βλέπουμε σ' ένα τρίτο ή τέταρτο ή πέμπτο κόμμα και περιμένουν το χειροκρότημά μας όταν τελειώνουν τα επαναλαμβανόμενα λόγια τους για κάτι που δεν έκαναν ενώ το είχαν αναγγείλει ή υποσχεθεί ή για τις καινούργιες υποσχέσεις.

Και τις τρεις ή περισσότερες φορές είχαν μετακινηθεί από κόμμα σε άλλο κόμμα ή είχαν... ανεξαρτητοποιηθεί . Ανεξήγητα ή επεξηγηματικά, αλλά χωρίς να ρωτήσουν τους ψηφοφόρους τους, είχαν επιλέξει τον άλλο πολιτικό χώρο και σχηματισμό ή το κενό. Όμως, αυτές οι μετακινήσεις πιθανόν να επέφεραν με τις εξαγγελίες τους άλλες τροποποιήσεις και διαστρεβλώσεις του κοινωνικού ή τεμαχισμένου ιστού, ιδιαίτερα μετά την Παγκοσμιοποίηση, με δυσάρεστα επακόλουθα και συμβάντα.

Ο Χανς από τη Λουντ, μη σοσιαλιστής, που είχε ψηφίσει ΝΑΙ στο δημοψήφισμα για την είσοδο της Σουηδίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, προς χάρη των μελαχρινών, δεν μου τηλεφώνησε ούτε για Χρόνια Πολλά για τον καινούργιο χρόνο 2015. Διαισθάνομαι τον λόγο. Ντρέπεται. Ποτέ πριν δεν θυμάμαι στη Σουηδία να κάψουν ένα κτίριο επειδή στέγαζε ένα θρησκευτικό, πολιτιστικό ή αλλοεθνοτικό φορέα.

Θυμάμαι, όμως, τον δολοφονημένο πρωθυπουργό Ούλοφ Πάλμε, πρόεδρο των Σοσιαλιστών-Δημοκρατών, που όταν την Πρωτομαγιά γέμιζε με ξανθά κεφάλια η πλατεία για τον εορτασμό, άρχιζε πρώτος να τραγουδάει τη «Διεθνή».

Πόση διαφορά υπάρχει ανάμεσα στον Διεθνισμό και την Παγκοσμιοποίηση;

Εικαστικό: ατελιέ diastixo.gr ©

 

Εμφανίσεις: 1328

«Ζωή» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

«Ζωή» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

Θεωρούσα αυτή τη μικρή λέξη εντελώς ιδιωτική. Υπήρχε όσο υπήρχα. Και αυτό ίσχυε για κάθε έμβιο ον με συνείδηση. Τη διαφέντευα, νόμιζα. Ξεχνούσα τον πόλεμο και το έγκλημα.

Στην πραγματικότητα, αγνοούσα την εφαρμοσμένη φιλοσοφία, έστω και την τεμαχισμένη στα σημεία που αφορούσαν κι εμένα. Σε αυτή την άγνοια οφείλω τα λάθη μου, τις αστοχίες μου, τις παραλείψεις μου.

Ένιωθα πως χρειαζόμουν μια ιδεολογία που θα επικεντρωνόταν στον άνθρωπο, αναγνωρίζοντας τις αδυναμίες του, πραγματικά και πρακτικά, προβάλλοντας κατανοητά παραδείγματα, ξεπερνώντας αφηρημένες έννοιες, αποφεύγοντας μεταφυσικές τοποθετήσεις και υπεράνθρωπες υπερβάσεις.

Αναζητούσα ένα στέρεο έδαφος για την ισορροπία της σπονδυλικής μου στήλης, για τη στάση μου στη ζωή. Ποια ήταν η πρωταρχική της έννοια; Η ύπαρξή της, η συντήρησή της, η διατήρησή της, η επιμήκυνσή της. Προς χάρη της οι επιστημονικές έρευνες στα εργαστήρια, όπου συγκεντρώνονταν φωτισμένα μυαλά και δαπανούνταν μεγάλα χρηματικά ποσά για την ύπαρξή τους και την ανάπτυξη των ευρημάτων τους.

Ώσπου, έφτασα σε μια παγκόσμια κοσμοθεωρία η οποία συγκέντρωνε την κοινωνία, την οικονομία, όχι μόνο τη φυσική, αλλά εκείνη που επηρεάζει και επηρεάζεται από τις εργατικές διασχέσεις, την παραγωγή και το κέρδος, δημιουργώντας την πολιτική οικονομία, μια επιστήμη που αποσκοπούσε, επιπλέον, και στη βελτίωση της ζωής.

Ο εθελούσιος θάνατος είναι όπλο; Οι αγώνες χρειάζονται ζωντανούς ή νεκρούς;

Η ζωή! Πώς την εκτίμησα, πώς την εξέθεσα, πώς την προστάτευσα;

Αυτά τα ερωτήματα και άλλα συναφή με είχαν καταλάβει όσον καιρό τα ηλεκτρονικά και έντυπα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης ασχολούνταν με την πορεία της ζωής ενός νεαρού, που είχε κηρύξει απεργία πείνας και η ζωή του κινδύνευε, μέρα με τη μέρα, να καταλήξει.

Στη μνήμη μου επανήλθαν σκηνές από την απεργία πείνας, όπου είχα λάβει μέρος μαζί με δεκαπέντε ή δεκάξι φοιτητές στη Νέα Υόρκη, τον Αύγουστο του 1965, μια διαμαρτυρία ενάντια στους τουρκικούς βομβαρδισμούς στην Κύπρο. Είχαμε μπει σιωπηλοί, μια Παρασκευή, αφού οι εργαζόμενοι είχαν ήδη αποχωρήσει, χωριστά, ο ένας μετά τον άλλο, στη μεγάλη είσοδο του κτιρίου των Ηνωμένων Εθνών, είχαμε καθίσει σ' έναν πάγκο, ο ένας δίπλα στον άλλο, χωρίς να μιλάμε μεταξύ μας, και όταν ήρθαν οι άνδρες της ασφάλειας να μας υποδείξουν την έξοδο, εκλαμβάνοντάς μας ως επισκέπτες/τουρίστες, εμείς αρνηθήκαμε να υπακούσουμε. Ο εκπρόσωπός μας εξέφρασε την απόφασή μας να κηρύξουμε απεργία πείνας μέχρι την Κυριακή το απόγευμα, δίνοντάς τους το ψήφισμά μας.

Εκείνοι έμειναν κατάπληκτοι, δεν υπήρχε κανένα παρόμοιο προηγούμενο και δεν ήξεραν πώς να μας συμπεριφερθούν. Ένας-δυο από αυτούς έφυγαν και ξαναγύρισαν με αξιωματούχους ή αστυνομικούς ή άλλους, ντυμένους με πολιτικά, και άρχισε μεταξύ τους ένας διάλογος. Αντάλλαξαν κάποιους κανόνες, στους οποίους συμφώνησαν, μας τους ανήγγειλαν και μας άφησαν στις θέσεις μας με μερικούς μόνο άνδρες ασφαλείας. Ύστερα από μερικές ώρες ήρθαν κάποιοι άλλοι, που μάθαμε ότι ήταν Τούρκοι, αποσταλμένοι από τις δικές τους υπηρεσίες, για να μας παρακολουθούν μήπως σπάσουμε την απεργία πείνας, έστω με μια σοκολάτα. Οπότε το εγχείρημα θα αποτύγχανε.

Η απεργία πείνας είχε κρατήσει δυο εικοσιτετράωρα. Έπειτα από εκείνη την απεργία, η ειδική υπηρεσία των Ηνωμένων Εθνών τροποποίησε το καταστατικό της, απαγορεύοντας έκτοτε οποιαδήποτε διαμαρτυρία, όσο ειρηνική και αν ήταν, να λαμβάνει χώρα στο εσωτερικό του κτιρίου.

Η δεύτερη απεργία πείνας, στην οποία δεν έλαβα μέρος, παρά μόνο κρατώντας συντροφιά, μαζί με άλλους, στον Κώστα Κ., που είχε αποφασίσει να κάνει απεργία πείνας στα χρόνια της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα, έξω από το Ελληνικό Προξενείο, στην 79η Οδό, ανάμεσα στη Μάντισον και τη Λεωφόρο Παρκ στο Μανχάταν. Ο Κώστας ήταν ένας λεπτός νέος, που κέρδιζε χειρωνακτικά τη ζωή του, αλλά μ' έναν μεγάλο έρωτα για το θέατρο και το βιβλίο, μέσα από τα οποία φρόντιζε τη διάνοιά του και την ανάπτυξή της, και όντας εύγλωττος μπορούσε να εκφράσει με πειστικό τρόπο τις ιδέες που είχε υιοθετήσει. Όταν πέρασε η εβδομάδα απεργίας πείνας, τα αποτελέσματά της ήταν φανερά στο κορμί του, αλλά ο νους του παρέμενε διαυγής. Το βράδυ της λήξης της, πήγαμε να τον παραλάβουμε μαζί μ' έναν φίλο γιατρό, ο οποίος θα τον φρόντιζε μια-δυο μέρες, τροφικά ή αλλιώς.

Αυτά και περισσότερα μου έρχονταν στη μνήμη καθώς παρακολουθούσα την πορεία του νεαρού Ρωμανού προς τον θάνατο, περιφρονώντας τη ζωή του, όπως του την πρόσφεραν και όχι όπως ο ίδιος θα ήθελε να τη ζήσει, μέσα από την παιδεία και ταυτόχρονα τη διαμαρτυρία για τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής, γενικότερα.

Χωρίς να απαξιώνω ή να περιφρονώ τους νόμους, στην περίπτωση αυτή, της εγκληματολογίας, μιας οργανωμένης κοινωνίας, μου παρουσιαζόταν διαρκώς το ερώτημα αν αυτός που υποβάλλει τον εαυτό του σε απεργία πείνας προκαλεί τον θάνατο για τον ίδιο, ενώ οι άλλοι θα συνεχίσουν να ζουν και να εφαρμόζουν τις ίδιες αδικίες που αυτός με τον δικό του αγώνα ήθελε να κοινοποιήσει ή να διαμαρτυρηθεί δημόσια ή ακόμα και να καταργήσει.

Ο εθελούσιος θάνατος είναι όπλο; Οι αγώνες χρειάζονται ζωντανούς ή νεκρούς;

Φωτογραφία: Γιώργος Φερμελετζής ©

 

Εμφανίσεις: 1254

«Παραπλανητικό» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

«Παραπλανητικό» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

Λέξεις και όροι που εκφράζονται από «επίσημα» χείλη μπορούν να χρησιμοποιηθούν, εθελούσια, προπαγανδιστικά και παραπλανητικά με μια επίφαση αντικειμενικότητας, ή μήπως και οι αριθμοί; Κάποιες επαναλαμβανόμενες λέξεις, όπως «οι θυσίες του ελληνικού λαού», από τις ανώτατες Αρχές της χώρας μας, μοιάζουν με σχήμα, που σημαίνει ότι εμπεριέχουν τον κάθε πολίτη, επομένως κι εμένα.

Όμως εγώ είμαι κατά της θυσίας, επειδή νομίζω πως αυτή δεν είναι μονοδιάστατη αλλά, τουλάχιστον, εθελούσια ή επιβαλλόμενη από μια εξωτερική δύναμη.

Θα ήθελα να γνωρίζω την ελληνική μυθολογία και στη μικρότερη λεπτομέρειά της, όπως και τη Βίβλο, σαν Ελληνίδα, χριστιανή ορθόδοξη εκ γενετής, και όχι προτίμησης, ασχέτως πόσο καθοριστικές υπήρξαν αυτές οι ιδιότητες στη ζωή μου.

Από τη διαχρονική μας μυθολογία και Ιστορία θυμάμαι μόνο την αναφορά στη θυσία, που τελικά δεν πραγματοποιήθηκε, της Ιφιγένειας, κόρης του βασιλιά Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας, επειδή αυτός είχε σκοτώσει το ιερό ελάφι της Άρτεμης, κι εκείνη για να τον τιμωρήσει είχε κοπάσει όλους τους αέρηδες, και η εκστρατεία κατά της Τροίας... αλλά ο μύθος είναι γνωστός.

Αυτή ήταν η πρώτη και τελευταία που είχα διαβάσει στα σχολικά βιβλία. Η δεύτερη αναφερόταν στον Ισαάκ, γιο του Αβραάμ και της Σάρας, που η θυσία του θα γινόταν κατ' εντολή του Ιεχωβά, του τη διαβίβασε ένας Άγγελος, που και αυτή δεν πραγματοποιήθηκε, αφού ο θυσιαζόμενος αντικαταστάθηκε από ένα κριάρι, όμως και αυτός ο μύθος είναι γνωστός.

Και οι δυο θυσίες ενέπνευσαν συγγραφείς και καλλιτέχνες να δημιουργήσουν έργα και να πλουτίσουν τις θεατρικές σκηνές και τα μουσεία με εικαστικές αναπαραστάσεις.

Ο Ισαάκ υπήρξε ένα θέμα, ίσως δεν τελείωσε ακόμα, ανάμεσα σε διάφορες απόψεις που εκφράστηκαν από Εβραίους μελετητές της Βίβλου, με κύρια ερωτηματικά, πώς μπορεί ένας θεός να ζητάει κάτι τέτοιο από ένα πλάσμα Του και άλλες απόψεις.

Σε μια τουριστική έξοδο, στα περίχωρα της Πόλης του Μεξικού, κάτω από έναν δυνατό ήλιο, που μου προκάλεσε ηλίαση, επισκεφθήκαμε κάποιους χώρους όπου γίνονταν οι θυσίες πολύ νεαρών κοριτσιών, απαραιτήτως παρθένων, που τους άνοιγαν κάθετα το κορμί, ξερίζωναν την καρδιά και την πρόσφεραν στα πνεύματα, αόρατα βέβαια. Μου ήταν αδύνατον να σταθώ και να ακούσω τους μύθους από τον ξεναγό, κι επομένως δεν μπορώ να τους διηγηθώ.

Για μένα η θυσία είναι μια ύψιστη εθελούσια πράξη για έναν μεγάλο σκοπό, που ξεπερνάει το άτομο. Αυτός που εκθέτει τον εαυτό του στα πυρά του κατακτητή για την ελευθερία της πατρίδας του, γι' αυτά που αφαιρέθηκαν από τον λαό στον οποίο ανήκει ως μονάδα, ναι, είναι θυσία.

Όταν επισκέπτομαι διάφορους τόπους ολοκαυτωμάτων και διαβάζω στις μαρμάρινες πλάκες ότι ο γερμανικός ναζιστικός στρατός σκότωσε μωρά οκτώ μηνών ή δυο χρόνων και υπάρχουν μαρτυρίες ότι στρατιώτες τα πετούσαν ψηλά και οι άλλοι τα πυροβολούσαν στον αέρα, μου είναι αδιανόητο να σκεφθώ ότι επρόκειτο για θυσία. Τα σπίτια που κάηκαν από τους κατακτητές δεν προσφέρθηκαν ως θυσίες, ούτε τα παιδιά που πέθαναν στην Κατοχή από την πείνα και τα κουβαλούσαν στους τάφους με τα καροτσάκια ήταν εθελούσιες θυσίες. Οι άνδρες οι οποίοι στήθηκαν στον τοίχο, αφού το δάχτυλο του κουκουλοφόρου τούς υπέδειξε στους οπλισμένους, στα μπλόκα, και έπεσαν νεκροί τρύπιοι από τις σφαίρες του κατακτητή δεν ήταν θυσίες, αλλά εγκλήματα.

Είναι πολύ τολμηρό να συγκρίνονται οι θυσίες ενός λαού κατά βούληση, απ' οποιονδήποτε, χωρίς να διευκρινίζεται αν έγιναν αυτοβούλως ή επιβεβλημένα.

Οι οικονομικές θυσίες του ελληνικού λαού –κοντεύει να γίνει μια αφηρημένη έννοια– έγιναν αιτία αυτοκτονιών, ελαττωμένης ή κακής διατροφής, πτώσης της γεννητικότητας, αμφισβητούμενης παροχής νοσοκομειακής ή άλλης ιατρικής περίθαλψης, απώλειας στέγης, διακοπής εκπαίδευσης, χωρισμών ζευγαριών και αύξησης διαζυγίων, χρεών, περικοπής αποδοχών και συντάξεων, κακής διαγωγής ενοικιαστών –μη δυναμένων να καταθέσουν ως άνεργοι το ενοίκιό τους–, αδυναμίας πληρωμής των κοινοχρήστων και των ΔΕΚΟ, που σημαίνει διακοπή ηλεκτρικού ρεύματος, τηλεφωνικής επικοινωνίας και θέρμανσης, και αποδεδειγμένης –με αριθμούς– ανεργίας, με επόμενο την έξοδο επιστημόνων και εργατών σε άλλες χώρες, με αποτέλεσμα την εξασθένιση των ασφαλιστικών ταμείων.

Ο πλούτος της ελληνικής γλώσσας ίσως να προσφέρει στους ειλικρινείς χρήστες την κατάλληλη λέξη όσον αφορά στη θυσία, όταν δεν αποσαφηνίζεται η αιτία και ποιος/ποιοι την προκάλεσαν.

Εικαστικό: Francisco de Zurbaran - Agnus Dei (1640)

 

Εμφανίσεις: 1306

«Το παγωτό» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

«Το παγωτό» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

Ήταν η πρώτη φορά που με καλούσε η γενέθλιά μου πόλη, η Καλαμάτα, που δεν την είχα κατοικήσει περισσότερο από τους πρώτους μήνες της ζωής μου, σαν ένας καινούργιος άνθρωπος πάνω στη γη, αλλά την αγαπούσα, την επιθυμούσα και την επισκεπτόμουν συχνά.

Η πόλη δεν είναι περίπλοκη, προς χάρη της δομής της, με τους παράλληλους και κάθετους δρόμους της, ο κόσμος της είναι φιλικός, τα εμπορικά της κατακάθαρα και σύγχρονα, το προσωπικό τους εξυπηρετικό, η παραλία της αστράφτει σαν περιδέραιο αμέτρητων διαμαντιών με ήλιο ή με φεγγάρι, και το βιβλιοπωλείο, όπου θα γινόταν / έγινε η παρουσίαση του έργου μου, εξαιρετικά και πλήρως εξοπλισμένο, και σε πολύ κεντρικό σημείο.

Δεν γεννήθηκα εκεί, όπως αν είχα γεννηθεί τυχαία στην Οσάκα της Ιαπωνίας, αφού και οι δυο γονείς μου ήταν από την Άνω Μεσσηνία. Η μαμά μου από το Διαβολίτσι και ο μπαμπάς μου από ένα μικρότερο χωριό, το Μαντζάρι, αλλά άγνωστος έχοντας ζήσει στο Σικάγο.

Λίγη ώρα πριν από την παρουσίαση, με κάλεσε επίσης ο τηλεοπτικός σταθμός «Μεσόγειος» – τον παρακολουθούμε όταν βρισκόμαστε στο χωριό του παππού μου, Διαβολίτσι (μου αρέσει που το επαναλαμβάνω), και συχνά εντυπωσιαζόμαστε.

Αυτή τη φορά η αμεσότητα μ' έναν φορέα επικοινωνίας με το όνομα «Μεσόγειος» μου έφερε άλλες αναμνήσεις, που τις έχω φυλαγμένες μέσα μου και δεν τις αξιοποίησα ή κοινοποίησα μέχρι τώρα. Γιατί ο δρόμος που ακολουθούμε ενίοτε λοξοδρομεί ή χάνεται στην εξέλιξη των γεγονότων, αφήνοντας πίσω του νέφη σκόνης που τις σκοτεινιάζουν, τις θολώνουν, τις σκεπάζουν ή τις σβήνουν.

Μερικά χρόνια πριν –κυρίως– από την κρίση, είχαμε δημιουργήσει μια οργάνωση γυναικών των χωρών της Μεσογείου. Δηλαδή εκείνων των χωρών που τις παραλίες τους τις χάιδευαν τα κύματα της Μεσογείου. Αυτή η γεωγραφική εγγύτητα έφερνε όλο και πιο κοντά τις διάφορες εθνότητες, και επομένως γλώσσες, παραδόσεις, προσδοκίες, κάποια κοινά σημεία, ακόμα σίτισης και διασκέδασης. Οι συμπεριφορές μας ερμήνευαν, κατά κάποιον τρόπο, και τη ζωή μας στην καθημερινότητά της, εντός των συνόρων της, τη θέση μας στην οικογένεια, στην πόλη ή στην πατρίδα μας, που επηρεάζονται από τις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές παραμέτρους, την ιστορική ή θρησκευτική κληρονομιά. Οι διαφορές μας ωχριούσαν όλο και περισσότερο, γίνονταν ασήμαντες, εξαφανίζονταν ή κατά περίσταση τραβούσαν διακριτικές γραμμές, που από τις συζητήσεις μας και την εξωτερίκευση, όσο ήταν δυνατόν, των ιδεών μας, ζυγίζαμε ή μετρούσαμε την αναγκαιότητά τους σε προσωπικό επίπεδο.

Όμως ήμασταν ανάμεσά μας ειλικρινείς και νιώθαμε αλληλέγγυες, όχι επειδή ανήκαμε στο ίδιο φύλο, αλλά επειδή η επιθυμία μας ήταν να μη γίνονται οι εθνικές μας διαφορές αιτία πολέμων.

Όμως ήμασταν ανάμεσά μας ειλικρινείς και νιώθαμε αλληλέγγυες, όχι επειδή ανήκαμε στο ίδιο φύλο, αλλά επειδή η επιθυμία μας ήταν να μη γίνονται οι εθνικές μας διαφορές αιτία πολέμων.

Στα συνέδριά μας, με τις παρουσιάσεις των πεπραγμένων στα χρονικά ανάμεσά τους διαστήματα, διαβλέπαμε ότι η συνύπαρξή μας γινόταν όλο και πιο σημαντική ωθώντας μας προς την ειρήνη. Δεν μέναμε μόνο στις ομιλίες, στις προτάσεις, στους σχεδιασμούς, σε αόριστες και αβάσιμες τροπολογίες, αλλά παρουσιάζαμε και το προσωπικό μας έργο, όποιο και αν ήταν.

Κάποιες γυναίκες ήταν εκπαιδευτικοί, άλλες ήταν νομικοί, επιστήμονες, καλλιτέχνες, δημιουργοί, αλλά θα μπορούσε να λεχθεί ότι η συντριπτική πλειοψηφία τους ήταν, πρωτίστως, μητέρες. Έφερναν μαζί τους σχολικά και εξωσχολικά βιβλία και τα εξέθεταν, μουσικά όργανα, προς χάρη της δικής τους δημοτικής ή λαϊκής μουσικής, υφαντά και κεντήματα, αναφέρονταν σε δικαστικές υποθέσεις ή την εγκληματικότητα, τον περιορισμό –αν όχι αποκλεισμό– τους από τη βασική γενική παιδεία, τις επιστήμες, και μετέφεραν τις προσωπικές τους εμπειρίες που συνόψιζαν το καθεστώς κάτω από το οποίο ζούσαν και λειτουργούσαν.

Στο τελευταίο –παρά τη θέλησή μας, όπως είναι κατανοητό– συνέδριό μας, σε εξαιρετικό περιβάλλον σε ξενοδοχείο της Ρόδου, αναρτήθηκαν πίνακες και έργα γυναικών καλλιτεχνών, που θαυμάσαμε, όχι μόνο εμείς, οι Γυναίκες της Μεσογείου, αλλά και όσοι έτυχε να τους/τα δουν.

Απ' όσους πίνακες αντίκρισα ή παρατήρησα περισσότερο, εκείνος που μου έμεινε αξέχαστος, και που δεν χρειαζόταν περισσότερες εικαστικές ή άλλες γνώσεις, ήταν ένας πολύ μεγάλος πίνακας, που του έδωσα τον τίτλο Το παγωτό.

Οι διαστάσεις του ήταν, υπέθεσα, δύο μέτρα επί ενάμισι, κάλυπτε σχεδόν το κέντρο ενός εσωτερικού τοίχου και έδειχνε τρεις σειρές από όρθιες γυναίκες, ντυμένες ομοιόμορφα. Με το κεφάλι τους μαντιλοδεμένο, το μόνο που άφηναν να φανεί ήταν τα μάτια τους. Στα χέρια τους κρατούσαν από ένα χωνάκι παγωτό η καθεμιά, που όμως δεν μπορούσαν ούτε καν να γευτούν, αφού το πρόσωπό τους ήταν επίσης καλυμμένο.

Ήταν ένας πίνακας τόσο εύγλωττος, που ξεπερνούσε οποιαδήποτε ανάγκη για ερμηνεία ή επεξήγηση. Ο συμβολισμός του ήταν τόσο οφθαλμοφανής που, σχεδόν, ακύρωνε τον όρο συμβολισμός.

Ύστερα από εκείνα τα χρόνια, η ζωή, η μοίρα, το μέλλον των ανθρώπων, και ιδιαίτερα των γυναικών, των χωρών της Μεσογείου έχει πάρει τραγικά χαρακτηριστικά και ανεξερεύνητες διαστάσεις εξαιτίας των πολέμων, των επιβεβλημένων μετακινήσεων, του λαθραίου ξενιτεμού, της αναζήτησης χώρου και τρόπου επιβίωσης, της πείνας και της έλλειψης κλίνης για οικογένειες ή επιζήσαντα μέλη, και η συνανθρώπινη φροντίδα, αλληλεγγύη και περίθαλψη δεν αρκούν διότι, απλώς, δεν μπορεί παρά μόνο να είναι προσωρινές και συγκυριακές. Δεν λύνουν το πρόβλημα ζωής.

Μακάρι ο τηλεοπτικός σταθμός της Καλαμάτας «Μεσόγειος» να είχε τις δυνατότητες να υπερβεί τα κύματα και να συνδράμει, με τις δικές του ηλεκτρονικές δυνατότητες, τους δοκιμαζόμενους πολίτες των χωρών της.

Έστω και μ' ένα φιλικό τραγούδι.

 

Εμφανίσεις: 1110

«Οι βέρες» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

«Οι βέρες» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

Στον Trayvon Martin και τους άλλους

Ήμασταν μια μικρή παρέα που συναντιόμασταν κάθε Σάββατο μεσημεράκι στο ΜΟΜΑ –Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης– πενήντα χρόνια πριν, όταν αυτό δεν ήταν τόσο μεγάλο και ο αριθμός των τουριστών πολύ μικρότερος απ' όσο είναι τώρα και δεν μας αφορούσαν.

Καθόμουν πάντα στην ίδια θέση για να έχω απέναντί μου την Γκουέρνικα του Πικάσο και να μην ξεχνάω τον Ισπανικό Εμφύλιο. Ανάμεσά μας ήταν και ένας επιμελητής εκδόσεων ενός από τους μεγαλύτερους εκδοτικούς οίκους της Αμερικής, ο Στιούαρτ, που όταν έμαθε πως είχα γράψει ένα μυθιστόρημα, τα Επιπλωμένα δωμάτια, είπε ότι στο γραφείο του τα αδιάβαστα χειρόγραφα ήταν από το πάτωμα ως το ταβάνι.

Δεν είπα τίποτα. Πρώτ' απ' όλα ήμουν πολύ νέα, εντελώς άπειρη, και στα θέματα που σχετίζονταν με τα εκδοτικά και τα εμπορικά άσχετη. Έμαθα αργότερα.

Ένα τέτοιο Σάββατο ο Χάι Σάιμον έβγαλε από την τσέπη του ένα μικρό βελούδινο κουτάκι και από μέσα του δυο δαχτυλίδια, έμοιαζαν με βέρες. Πήρε την πιο μικρή, μου την πέρασε στον παράμεσο του χεριού μου και με άφησε άναυδη. Μετά έβαλε και στον δικό του παράμεσο την άλλη βέρα, ακούμπησε την παλάμη του πάνω στο τραπεζάκι, με τα διάφορα φαγώσιμα και πόσιμα, και είπε: «Τα ανάγλυφα που βλέπετε είναι εβραϊκά γράμματα και λένε: θα σ' αγαπώ πάντα».

Εγώ δεν έπεσα από την καρέκλα, αλλά τινάχτηκε από τη δική του ο Στιούαρτ. Πήρε το χέρι μου, κοίταξε το δαχτυλίδι/βέρα και μ' έναν αυστηρό τόνο στη φωνή ρώτησε: «Γιατί θα πρέπει κανείς να κάνει ορατή τη θρησκεία του, την καταγωγή του ή οτιδήποτε άλλο αναφέρεται στην προσωπικότητά του;»

Γιατί κάποιος πρέπει να απολογείται για την αισθητική του με την οποία επέλεξε τις ενδυμασίες του, το κόψιμο ή βάψιμο των μαλλιών του, που μερικές φορές κάνει τον άλλο να υποθέτει την ηλικία του, την καταγωγή του, ακόμα και τις πολιτικές του προτιμήσεις;


Δεν απάντησε κανένας.

Ύστερα γύρισε προς εμένα. «Είσαι Εβραία;» με ρώτησε. Άπλωσε τα μακριά του χέρια, έπιασε το δικό μου με τη βέρα στον παράμεσο του αριστερού μου χεριού και με κοίταξε κατάματα.

«Γεννήθηκα Χριστιανή Ορθόδοξη, αλλά δεν εκκλησιάζομαι», απάντησα. Ένιωσα πως ήθελα να σηκωθώ και να φύγω.

Όλα αυτά συνέβαιναν όταν στην Αμερική οι μαύροι ονομάζονταν νέγροι, οι γκέι, ομοφυλόφιλοι ή αλλιώς, ο γάμος ίδιου φύλου ήταν αδιανόητος και ο όρος political correct –πολιτικά ορθός– δεν υπήρχε.

Σε μισό αιώνα από τότε, πολλά πράγματα έχουν αλλάξει κι έχουν γίνει αποδεκτά, μερικές φορές, χωρίς ψηφοφορίες και δημοψηφίσματα και άλλοτε απορρίπτονται μαζικά ή ατομικά.

Ποια είναι η ταυτότητα του κάθε ανθρώπου που θα πρέπει να αμυνθεί για το χρώμα της επιδερμίδας του, τη γλώσσα που πρωτομίλησε και του άφησε ακουστικά ίχνη προφοράς, το όνομα του θεού που λατρεύει, το τατουάζ στο κορμί του, με την Παναγία ή το σταυρό, μια στριπτιτζού ή ένα ζώο, τον παίκτη μπέιζμπολ της προτίμησής του από την ομάδα του, ένα φίδι ή ένα λουλούδι ή οποιαδήποτε άλλη φιγούρα που αποκαλύπτει όλα που αναφέρθηκαν πιο πάνω;

Γιατί κάποιος πρέπει να απολογείται για την αισθητική του με την οποία επέλεξε τις ενδυμασίες του, το κόψιμο ή βάψιμο των μαλλιών του, που μερικές φορές κάνει τον άλλο να υποθέτει την ηλικία του, την καταγωγή του, ακόμα και τις πολιτικές του προτιμήσεις;

Μήπως, για κάποιους, όλα αυτά συγκροτούν την ταυτότητα του ατόμου;

Προς το παρόν κάποιοι υποστηρίζουν ότι η κουκούλα μπορεί να δώσει την ευκαιρία για να μαντέψουμε τι έχει ο άλλος στο μυαλό του, περπατώντας στους δρόμους αυτής της μεγάλης χώρας, των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Η κουκούλα, στ' αγγλικά hood, μπορεί κατά περίπτωση να είναι δηλωτικό κάποιας κατηγορίας ανθρώπων, όπως της Κου Κλουξ Κλαν με την τριγωνική κουκούλα, η λέξη hoodlum σημαίνει ταραξίας, ενώ η λέξη neighborhood σημαίνει γειτονιά, σύνθετες της hood. Οι μαύροι το γκέτο τους το λένε hood, δηλαδή δεν είναι μια συνηθισμένη γειτονιά, που οι κάτοικοί της έχουν μια ποικίλη δημογραφία, αλλά ότι κατοικείται μόνο από αυτούς – και το σημείο αναγώρισής τους είναι η κουκούλα, the hood. Οπότε είναι ταραξίες, hoodlums, και κάποια όργανα της τάξης μπορούν να τους φερθούν πέρα από τους κανόνες της προστασίας του ατόμου. Ως εκ τούτου να πυροβολήσουν χωρίς αμφιβολία ή δισταγμό ότι αυτός που φοράει hood είναι και hoodlum.

Η παρανόηση είναι κάποτε επικίνδυνη μέχρι θανάτου.

 

Εμφανίσεις: 1090

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr