A+ A A-

«Διπλό» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

«Διπλό» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

Υπάρχουν στιγμές που δεν μπορώ να κατανοήσω τον χρόνο. Είναι το τώρα, το πριν, το μετά ή υπάρχει στη φύση ανεξάρτητα από την ανθρώπινη συμπεριφορά απέναντί του και τη χρήση του, ή κάτι άλλο που δεν το έχω συνειδητοποιήσει;

Η αίθουσα θεωρητικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Λουντ, Σουηδίας, ήταν πλήρης. Δεν απουσίαζε κανένας, αν και αυτό συνέβαινε σπάνια. Η ταινία που θα προβαλλόταν για ανάλυση και συζήτηση ήταν The Salt of the Earth –προσπαθούσα να θυμηθώ αν ήταν μια έκφραση του Σαίξπηρ που είχα διαβάσει κάποτε, αλλά δεν ήξερα ποιον να ρωτήσω–, που είχε γυριστεί στην Αμερική, όχι όμως στο Χόλιγουντ, το 1953 και προβληθεί πρώτη φορά το 1954 σε ειδικούς ή μη κοσμικούς κινηματογράφους. Είχαν ήδη περάσει περισσότερο από δυο δεκαετίες, όμως, για μένα, πιθανόν και άλλους στην τάξη, ήταν τώρα τότε και τότε είναι τώρα.

Η ταινία χαράχτηκε στη μνήμη μου, όχι μόνο από τις συζητήσεις και τις αναλύσεις που επακολούθησαν, αλλά για τα αισθήματα που μου προκάλεσε. Είχε γυριστεί σε κάποια μεταλλωρυχεία σ' έναν λόφο στο Νέο Μεξικό των ΗΠΑ, στη διάρκεια μιας απεργίας των μεταλλωρύχων, όπου είχε πρωτοστατήσει ο Κρητικός Τάκης. Η θαρραλέα στάση των γυναικών και η επαναστατικότητα των μεταλλωρύχων κατά των οπλισμένων ανδρών των τοπικών Αρχών, ο ρεαλισμός, η έλλειψη εξωραϊσμού τοπίου και ανθρώπινης παρουσίας, όπως και οι διάλογοι, μ' έκαναν να νιώθω να ανυψώνομαι, να δυναμώνω ψυχικά και πνευματικά.

Η προβολή γινόταν στη μνήμη του σκηνοθέτη Χέρμπερτ Μπίμπερμαν (Herbert J. Biberman, 1900-1971), ενός από τους «δέκα του Χόλιγουντ» (Ten of Hollywood), τους κυνηγημένους για κομμουνιστικές διασυνδέσεις, καθώς και ο σεναριογράφος Μάικλ Γουίλσον (Michael Wilson) και ο παραγωγός Πολ Γιάρικο (Paul Jarrico), ως κομμουνιστές και ανατρεπτικοί υποστηρικτές του γυναικείου κινήματος, που όλοι είχαν κληθεί και παρουσιάστηκαν ενώπιον της Επιτροπής Αντιαμερικανικής Δράσης (House of the Un-American Activities). Η επόμενη κίνηση ήταν ο οικονομικός έλεγχος της παραγωγής της ταινίας, που άσκησε το FBI, και άλλες διώξεις.

Ύστερα από αυτή την εμπειρία κατέφυγα στη βιβλιογραφία της εποχής του Μακάρθι, μια μαύρη κοινωνική και πολιτική εποχή για την Αμερική.

Ο ίδιος τίτλος, Το αλάτι της γης, ντοκιμαντέρ του Βιμ Βέντερς που αναφέρεται στη δημιουργική ζωή του Βραζιλιάνου φωτογράφου Σεμπαστιάο Σαλγκάδο, υπήρξε η πρόκληση για μια οπτική εμπειρία που εμπερικλείει και μεταφέρει μέσα από τη φωτογραφία την τρομερά άνιση πραγματικότητα της ανθρωπότητας, κατακερματισμένης γεωγραφικά, φυλετικά, κοινωνικά, οικονομικά, πολιτικά, ή μάλλον την αναγνώριση της άγνοιας των διάφορων διαχωριστικών γραμμών.

Η ξηρασία, η θερμοκρασία, η γεωλογική διαμόρφωση, η έλλειψη στέγης, τροφής και νερού είναι οι αιτίες του θανάτου που ακολουθούν εκείνους τους ανθρώπους από τη γέννησή τους, αφήνοντάς τους άσιτους και απότιστους διά βίου. Οι ανθρώπινοι σκελετοί σκόρπιοι στο άγονο έδαφος, στρωμένο με άμμο ή χιόνια, αρκετές φορές ακέραιοι, άλλοτε διαμελισμένοι ή ριγμένοι πάνω σε όγκους σκελετών, ενώ όσοι τους αντικρίζουν είναι πασιφανές ότι είναι οι αμέσως επόμενοι να τους ακολουθήσουν.

Ο φακός του Σαλγκάδο, που επισκέπτεται τόπους παντελώς άγνωστους σ' εμένα, ανέτρεπε τον τίτλο του βιβλίου μου Ο τόπος μου είναι παντού, με κρατούσε καρφωμένη στη θέση μου με την εμφάνισή τους και μ' έκανε να νιώθω ότι συρρικνωνόμουν, να κατακλύζομαι από ραγδαίες ενοχές, διακυμαινόμενες ή ως ερινύες, και φοβόμουν ότι θα επανέρχονταν απροσκάλεστες, καθώς μ' έφερναν αντιμέτωπη με την αδιάψευστη εικόνα. Όσο ρεαλιστικές ήταν οι σκηνές των φωτογραφιών, τόσο αυθαίρετη και σουρεαλιστική γινόταν η λύση που έδινε το ταραγμένο μου μυαλό.

Θα πρότεινα, αν είχα τη δύναμη, να χώριζα αυτούς τους εξαθλιωμένους τόπους σε δυο «στρατόπεδα» αρρένων και θηλέων, επί μια γενιά, 34 χρόνων περίπου, για να μη γεννιούνται παιδιά, όχι να σκοτώνονται από τη σύλληψή τους από καμιά Αρχή ή να πεθαίνουν από ασιτία / έλλειψη νερού ή την αδιαφορία εκείνων που τους κυβερνούν ή θα τους κυβερνήσουν αύριο. Χωρίς να μου διαφεύγουν οι αναζητήσεις της ήβης και η φυσική ανάγκη να εκφραστούν, πιθανολογούσα ότι και αυτές μπορούν αν όχι να δαμαστούν, να κατευθυνθούν κατάλληλα από επιστημονικά προγράμματα. Απορούσα πώς οι γυναίκες γεννούσαν το επόμενο παιδί τους, αφού ήξεραν ότι θα πέθαινε από τις ίδιες αιτίες που είχε πεθάνει χτες το άλλο τους παιδί και προχτές ακόμα ένα άλλο.

Αν η συνεύρεση των δυο φύλων σημαίνει την αιωνιότητα της ζωής, την αθανασία της ψυχής, μετά την εκδίωξη των πρωτόπλαστων από την Εδέμ, μου είναι δύσκολο να κατανοήσω πώς ο πράσινος Παράδεισος αντικαταστάθηκε από τους τόπους που μας αποκάλυψε ο μέγας φωτογράφος Σαλγκάδο μέσα από το ντοκιμαντέρ του Βιμ Βέντερς.

Βγήκα από τον κινηματογράφο μειωμένη, εκμηδενισμένη, τρεμάμενη και με την απορία πώς άντεξα και παρακολούθησα τις αποκαλύψεις άλλων κόσμων και μη ζωής άλλων φυλών ή, ακριβέστερα, ανθρώπων.

Σε κάθε βήμα αναρωτιόμουν: τόσο γερά νεύρα έχω ή τόση αντοχή;

 

Εμφανίσεις: 854

«Το δειλινό» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

«Το δειλινό» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

Καθόμασταν, η μαμά μου κι εγώ, σ' ένα υπαίθριο καφενείο μιας παραλίας της γενέθλιάς μου πόλης, της Καλαμάτας –δεν την ήξερα καθόλου– ύστερα από επτά χρόνια (1967-1974) απουσίας μου από την Ελλάδα. Ήμασταν και οι δυο μας σιωπηλές από τον ίδιο φόβο, ότι θα βάζαμε τα κλάματα, από μια εγγύτητα που μας είχε λείψει, ενώ ένιωθα το χέρι μου να τρέμει μέσα στη χούφτα της. Η θάλασσα απλωνόταν από ένα μέτρο μακριά μας μέχρι τον πορτοκαλί-χρυσαφί-κόκκινον ουρανό, καθώς ο ήλιος κατέβαινε, λιποθυμώντας από την ομορφιά, για να ενωθεί μαζί της και τον ορίζοντα. Ανάμεσα, μερικά ψαροκάικα έριχναν τα δίχτυα τους στη θάλασσα – η θέα έμοιαζε με ζωγραφικό πίνακα.

Γοητεύτηκα και αναφώνησα: «Μαμά, το τοπίο είναι ένα θαύμα!»

Πριν ακουστεί το θαυμαστικό, ένιωσα μια λεκτική επίθεση εναντίον μου από μια παρέα νεαρών γυναικών, που η μια τους με ρωτούσε πού έβλεπα την ομορφιά. Ή, μάλλον, έβλεπα μόνο την ομορφιά και όχι τον κόπο και τον ιδρώτα των ψαράδων, που αγωνίζονταν για να κερδίσουν το ψωμί τους και της οικογένειάς τους;

Προσπάθησα να αμυνθώ, αλλά αποδείχτηκα ανεπαρκής σε μια τέτοια υποδοχή/αντίδραση ενός θαλασσινού τοπίου στη δύση που μου είχε λείψει.

Εκείνες συμπλήρωναν η μια την άλλη, εγώ σιωπούσα και η μαμά μου στενοχωριόταν για μένα. Θυμόμουν, ιδιαιτέρως, την παρατήρησή τους ότι αυτό ήταν σκέτος φασισμός.

Η σκηνή έμεινε στη μνήμη μου πολύ ζωντανή, ίσως προς χάρη του χρόνου και του χώρου. Αν επανήλθε τώρα στον νου μου είναι από ένα ντοκιμαντέρ, που είδα σε επανάληψη στην τηλεόραση μια ακόμη άγρυπνη νύχτα, το οποίο παρουσιάζει τον σκηνοθέτη Παντελή Βούλγαρη να περιφέρεται στη Γιούρα δείχνοντας διάφορες τοποθεσίες του νησιού και τα γκρεμισμένα, πλέον, στρατιωτικά παραπήγματα και τις σκηνές, όταν η ομορφιά της θάλασσας και του φωτός κάλυπταν τη βιαιότητα των Ελλήνων στρατιωτών πάνω στα κορμιά των Ελλήνων που είχαν αντισταθεί στους ναζί κατακτητές, αναβιώνοντας τα γυρίσματα της ταινίας Happy Day.

Είχα δει την ταινία, πάλι με τη μαμά μου, σ' έναν κινηματογράφο στο Μπρόντγουεϊ, στο Μανχάταν, είχα διασώσει το πρόγραμμα με τα μάτια του Στάθη Γιαλελή, που είχα ήδη γνωρίσει, και είχα ακούσει διάφορα σχόλια από τους εξερχόμενους θεατές. «Γιατί έκλαιγες τόσο πολύ;» με ρώτησε κάποιος δίπλα μου, «δεν ήταν τόσο άσχημα να βρίσκεσαι σ' ένα τόσο όμορφο νησί, με τόσο λαμπερή θάλασσα και τέτοιον ουρανό».

Πόσο γνώστης της Ιστορίας μας των εβδομήντα πέντε τελευταίων χρόνων του 20ού αιώνα μπορεί να ήταν ένας Αμερικανός; αναρωτήθηκα. Διαισθανόμουν τη θλίψη της μαμάς μου, την έβλεπα στο βλέμμα της πάνω μου και στη σιωπή της που είχε πνίξει τη φωνή της στον λαιμό της. Είχε, εκείνα τα χρόνια, μια παράκληση που μου απηύθυνε σε τέτοιες περιπτώσεις: «Μην κάνεις έτσι, παιδί μου». Την άλλη μέρα, έγραψα ένα κείμενο που δημοσιεύθηκε σε μια καθημερινή εφημερίδα του ελληνικού Τύπου.

Επιστρέφοντας από την Καλαμάτα στην Αθήνα, στον κινηματογράφο Άστυ προβαλλόταν η ταινία Happy Day. Ήταν μια πρόκληση. Είχαν μεσολαβήσει μερικά χρόνια. Παρακολουθούσα την ταινία διττά: με τα φυσικά μου μάτια αυτά που περνούσαν καρέ καρέ στην οθόνη του κινηματογράφου, καθηλωμένη στη θέση μου, όπως και οι υπόλοιποι θεατές, και τα μάτια στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου, του παρελθόντος. Η πραγματικότητα, βρισκόμουν πάλι στην πατρίδα, και τα αισθήματα που μου προκαλούσε η ταινία διαφοροποιούνταν. Είχα αδικήσει στο γραπτό μου τον σκηνοθέτη Παντελή Βούλγαρη και η μόνη σκέψη που μετρίαζε την ψυχολογία μου ήταν η ρήση του Μπέρτολτ Μπρεχτ, που είχα διαβάσει ερευνώντας το έργο του για μια εργασία μου, ότι τα τραγικά γεγονότα επηρεάζουν δικαιότερα τον αναγνώστη ή τον θεατή όταν έχει μεσολαβήσει κάποιος χρόνος κι έχουν κατασταλάξει η οργή και το υποκειμενικό.

Έβλεπα τους Αλφαμίτες να χτυπούν νεότερούς τους, μεγαλύτερούς τους, πιο ηλικιωμένους, αποσκελετωμένους, ταλαιπωρημένους, χτυπημένους, βασανισμένους και άγρυπνους εξόριστους, σκηνές που επιβεβαίωναν οπτικά και λεκτικά όσα είχα διαβάσει σε βιβλία της Εθνικής Αντίστασης.

Μια παρατήρηση του σκηνοθέτη ότι οι εξόριστοι δεν είχαν τρόπο να εκφράσουν τις φυσικές επιθυμίες του φύλου τους μου θύμισε τον Σπύρο Μήλα –δεν ζει πλέον–, ο οποίος είχε συλληφθεί από τους Γερμανούς κατακτητές στην Καισαριανή, στα 16 του χρόνια, τον είχαν φυλακίσει, τον είχαν παραδώσει στα Τάγματα Ασφαλείας και στη συνέχεια εξορίστηκε σε διάφορα ξερονήσια επί είκοσι συναπτά έτη, με διαφορά από κάποιον άλλον αντιστασιακό με ισάριθμα χρόνια αλλά που τον περνούσε κατά δέκα μέρες. Γι' αυτόν και άλλους συνεξόριστους, ιδίως νεολαίους που είχαν συλληφθεί πριν ακόμα στο πρόσωπό τους φυτρώσουν γένια, γυναίκα ήταν η μάνα τους. Πολλοί από αυτούς, που κατάγονταν από χωριά, πεδινά και ορεινά, είχαν ξεχάσει τη μορφή της γιατί δεν την είχαν ξαναδεί, αφού οι μάνες αδυνατούσαν να ταξιδέψουν μέχρι τις φυλακές και τους διάφορους τόπους εξορίας.

Παρόμοιες αφηγήσεις πλήθαιναν όταν μια παρέα, με ίδιες εμπειρίες, συναντιόμασταν στα καφενεία της Πλατείας στην Καισαριανή. Θυμήθηκα επίσης σε μια μεγάλη συγκέντρωση στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, όπου είχα παραβρεθεί ως καλεσμένη, την απάντηση του Χαρίλαου Φλωράκη, όταν ρωτήθηκε από κάποιον στο πλήθος: «Για να είναι κανείς κομμουνιστής, πρέπει να είναι άθεος;» Και ο Φλωράκης απάντησε: «Αυτό είναι ένα εντελώς προσωπικό θέμα» και διηγήθηκε: Στα ξερονήσια, τις Κυριακές το πρωί, οι Αλφαμίτες έμπαιναν στις σκηνές με τα ρόπαλα και τους χτυπούσαν σε οποιοδήποτε σημείο του πονεμένου τους κορμιού, τους στοίχιζαν, τους οδηγούσαν στην εκκλησία χωρίς να παύουν να τους χτυπούν, βλαστημώντας. Εκείνοι, σεβόμενοι την πίστη των άλλων, στέκονταν σιωπηλοί με σκυμμένο κεφάλι, ενώ τους περικύκλωναν οι στρατιώτες λέγοντας: «Όταν βγούμε θα σας... την Παναγία». Τους επέστρεφαν στις σκηνές, εξακολουθώντας να τους χτυπούν με τα ρόπαλα και να βλαστημάνε θεούς και δέμενους.

Εύχομαι να μην ξεχάσω την Ιστορία μας από τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, την Τρωική Εκστρατεία, τον Μεγαλέξανδρο, μέχρι τις τελευταίες μου ημέρες.

ΥΓ. Ο Σπύρος Μήλας έμαθε γράμματα στις φυλακές και τις εξορίες, έγραψε και εξέδωσε πολλά ποιητικά και εμπειρικά βιβλία.

 

Εμφανίσεις: 1061

«Μαθήματα πιάνου» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

«Μαθήματα πιάνου» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

Μαθήτρια στη Γ' Δημοτικού είπα δειλά στη μαμά μου ότι ήθελα να μάθω να παίζω πιάνο. Το μόνο μουσικό όργανο που είχαμε σπίτι μας ήταν το μαντολίνο που έπαιζε ο μπαμπάς μας και το είχε φέρει από το Σικάγο.

Κάποιο απόγευμα, η μαμά μου, με το ευήκοον ους, με πήρε από το χέρι και πήγαμε σ' ένα σπίτι δίπλα στη γωνία της Οδού Θησέως και Πριάμου, στην Καλλιθέα. Ήταν μια μονοκατοικία με μάντρα και μαύρα κάγκελα, με σιδερένια μαύρη πόρτα που οδηγούσε σε μια εξωτερική σκάλα με μαρμάρινα σκαλοπάτια, που ανεβήκαμε, εγώ σχεδόν χοροπηδώντας. Η μαμά μου, χωρίς να αφήσει το χέρι μου, χτύπησε το κουδούνι της ξύλινης πόρτας –είχε και αυτή μικρά μαύρα σιδερένια κάγκελα που προστάτευαν έγχρωμα τζάμια– και ύστερα από λίγο η πόρτα άνοιξε.

Μπροστά μας εμφανίστηκε μια ψηλή, λεπτή γυναίκα, με μαύρο μακρύ μέχρι τους αστράγαλους φόρεμα που κούμπωνε στον λαιμό της, με μαύρα μαλλιά χτενισμένα κότσο, στερεωμένο στον σβέρκο της με κοκάλινες φουρκέτες.

Η μαμά μου συστήθηκε, είπε και το δικό μου όνομα, και συμπλήρωσε πως ήθελα να μάθω πιάνο, ενώ εμένα μου σύστησε τη γυναίκα –φοβόμουν που την έβλεπα– ως τη δασκάλα που θα μου μάθαινε πιάνο.

Εκείνη μας είπε να καθίσουμε. Κάθισα δίπλα στη μαμά μου, που δεν άφηνα το χέρι της, σ' έναν καναπέ στρωμένο με κόκκινο βελούδο. Απέναντι από τη συρταρωτή πόρτα στεκόταν το πιάνο, ένα μαύρο ξύλινο έπιπλο.

Οι δυο τους άρχισαν να μιλάνε, δεν τα καταλάβαινα όλα, και ύστερα από λίγο ήρθε μια άλλη γυναίκα μ' έναν δίσκο, που τον άφησε σ' ένα τραπεζάκι. Η δασκάλα μάς πρόσφερε από ένα πιατάκι γλυκό του κουταλιού και μας ρώτησε αν θέλαμε νερό.

Η επίσκεψη δεν κράτησε πολλή ώρα και όταν σηκωθήκαμε να φύγουμε, η δασκάλα είπε «ευχαριστώ», όπως και η μαμά μου, ενώ εμένα μου χάιδεψε τα ίσια μου μαλλιά, που τα τιθάσευαν μια διπλή γαλάζια και άσπρη κορδέλα.

Έτσι άρχισα τα μαθήματα πιάνου, χτυπώντας τα μαύρα και λευκά πλήκτρα, και την απόκρυψη των αισθημάτων μου, αφού ποτέ δεν είπα πόσο φοβόμουν τη δασκάλα που μου μιλούσε σε μια ξένη γλώσσα, που δεν καταλάβαινα. Τότε χτυπούσα πιο δυνατά τα πλήκτρα. Πιο πολύ απ' όλα φοβόμουν το ημιτόνιο, το φανταζόμουν σαν βέλος που θα πετιόταν και θα με χτυπούσε ανάμεσα στα μάτια, και τρόμαζα όταν μου έλεγε: Δεν έχεις αυτί. Έβαζα και τις δυο παλάμες μου στο κεφάλι μου ανακαλύπτοντας πως είχα δυο αυτιά και τα σκέπαζα.

Όταν έβγαινα από το σπίτι με το πιάνο ήθελα να κλαίω, αλλά δεν έκλαιγα. Η μαμά μου με ρωτούσε πώς πήγε το μάθημα κι εγώ της έδειχνα το σολφέζ, ψιθυρίζοντας τις νότες.

Η μουσική μου παιδεία σταμάτησε άδοξα, όταν αρνήθηκα κάποια μέρα να πάω στο μάθημα πιάνου, χωρίς να πω ως δικαιολογία ότι δεν είχα αυτί, γιατί είχα.

Στις πρώτες πρώτες τάξεις του Γυμνασίου, η αδελφή μου Σούλα απέκτησε μια φιλενάδα που είχε δικό της πιάνο, στο σπίτι τους στην κύρια οδό της Καλλιθέας, άλλοτε Δήμητρος και τώρα Δαβάκη. Από αυτή τη φιλενάδα, την έλεγαν Τζοάννα, έμαθα τον Φρειδερίκο Σοπέν και τα Νυχτερινά του, και από τα βιβλία τη ζωή του. Έμαθα και για την ποιήτρια Γεωργία Σάνδη την οποία ηράσθη μετά πάθους. Τη διάβαζα κι έκλαιγα. Το σπίτι της, στο δεύτερο πάτωμα, είχε δυο μεγάλα μπαλκόνια που έβλεπαν τον Υμηττό, τότε βουνό, και όταν είχε φεγγάρι πήγαινα με τη Σούλα – εμείς καθόμασταν στο μπαλκόνι και μέσα η Τζοάννα μάς έπαιζε την Πολωνέζα του Σοπέν.

Ύστερα από είκοσι χρόνια, άρχισα να χτυπάω τα πλήκτρα μιας γραφομηχανής. Τώρα, όμως, με αγάπη. Χρειαζόμουν μόνο τα μάτια μου και τα δάχτυλά μου. Όσο τα χτυπούσα, τόσο τα αγαπούσα. Καθόμουν μπροστά της, έβαζα στον κύλινδρο τις άσπρες κόλλες, τις γέμιζα με γράμματα, λέξεις, παραγράφους, κεφάλαια με σημεία στίξης και τελικά με ιστορίες που έδιναν κάποιο νόημα στη ζωή μου.

Η μουσική ήταν μια συνοδευτική εμπειρία που της έδινα, ακολουθώντας τη στίξη της και την αντίστιξή της, τη δική μου ερμηνεία, χωρίς να ζητάω από κανέναν τη διάψευσή της ή την επιβεβαίωσή της.

Στα χρόνια της στρατιωτικής χούντας στην πατρίδα, ζούσα έξω από τα σύνορά της· με ηρεμούσαν και με βοηθούσαν να αντέξω διάφορες καταστάσεις, η Πέμπτη Συμφωνία του Μπετόβεν, η Έρημη χώρα του Τ.Σ. Έλιοτ και όλος ο Γιώργος Σεφέρης.

Οι φίλες από την Πολωνία μού έδωσαν το θέμα, Τέσσερις Πολωνέζες, όχι στην πραγματικότητα, αλλά στη διεργασία του νου με μια δημιουργική πνοή.

Πέρασαν ακόμα κάποια χρόνια και έφτιαξα μια ιστορία, Με τη γλώσσα των χεριών. Αυτή δεν ήταν καμιά άλλη από εκείνη των χεριών των συγγραφέων.

Όλες αυτές τις συνοπτικές αναμνήσεις μού τις επανέφεραν οι σολίστες πιάνου που έλαβαν μέρος στη «Σοπενιάδα», που παρακολούθησα με άλλους ακροατές στην κατάμεστη Αίθουσα Μητρόπουλου στο Μέγαρο Μουσικής, πριν από μία εβδομάδα, με εκτελεστές τους Ελισάβετ Κουναλάκη, Κάρολο Ζουγανέλη, Απόστολο Παληό και Βασίλη Τσαμπρόπουλο – κανένα ευχαριστώ δεν είναι αρκετό για την υπέροχη απόλαυση που μου χάρισαν. Απολάμβανα τη γλώσσα των χεριών τους, την ευλυγισία τους, την ταχύτητα με την οποία έτρεχαν πάνω στα πλήκτρα του πιάνου.

Στις 8 Μαρτίου γιορτάζω και τιμώντας, ως ακτιβίστρια, τους διαχρονικούς αγώνες των γυναικών.

 

Εμφανίσεις: 1157

«Νοημοσύνη» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

«Νοημοσύνη» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

Τις τελευταίες εβδομάδες, περισσότερο από άλλες προηγούμενες φορές, ακούγοντας στην τηλεόραση διάφορους δημοσιογράφους, πολιτικούς, οικονομολόγους, αναλυτές και άλλους, σε συζητήσεις στα διάφορα τραπέζια, στρογγυλά ή παραλληλόγραμμα, ένιωθα να προκαλείται η νοημοσύνη μου, ή και ευρύτερα του κόσμου της Ελλάδας. Όσο αυτή η πρόκληση επαναλαμβανόταν, τόσο βεβαιωνόμουν ότι επεκτεινόταν σε όλο το τηλεοπτικό κοινό, που μιλάει και συνδιαλέγεται στη γλώσσα μας, τα ελληνικά.

Το ακροατήριο ήταν/είναι ένα μέρος του κόσμου μας, όπως κι εγώ μια μονάδα του. Όλο αυτό το διανοητικό θέμα που μ' έβαζε σε μια αμφιβολία και αμφισβήτηση ήταν η προτροπή του οποιουδήποτε ομιλούντος: Να το πούμε (πείτε) απλά για να το καταλάβει ο κόσμος.

Αυτό που λεγόταν ή λέγεται, συνήθως, είναι κάτι από αυτά που ακούμε και λέμε κι εμείς ο κόσμος, όπως μας αποκαλούν. Δεν επρόκειτο/πρόκειται για άλγεβρα ή σχέδια και αποτελέσματα της ΝΑΣΑ, αν και όταν μιλάει ο κ. Νανόπουλος, Πρόεδρος της Ακαδημίας, τα καταλαβαίνουμε όλα, όπως καταλάβαμε όταν είδαμε το ντοκιμαντέρ που προβλήθηκε γύρω από το CERN και ακούσαμε τους νέους Έλληνες επιστήμονες, που είχαν αποφοιτήσει από το Μετσόβιο Πολυτεχνείο και τα ελληνικά πανεπιστήμια, που κάποτε ήταν και αυτοί μονάδες του κόσμου που πιθανόν να έβλεπαν, έστω και σε περιορισμένο χρόνο, τηλεόραση.

Αν κάποιος επιχειρήσει να μετρήσει τις λέξεις που χρησιμοποιούν οι καλεσμένοι –έχουν γίνει σχεδόν μόνιμοι– των διάφορων τηλεοπτικών καναλιών, και των πελατών στα καφέ, μπαρ ή σαντουιτσάδικα, ο αριθμός τους δεν έχει μεγάλη απόκλιση.

Ωστόσο, το ερώτημα δεν είναι αυτό, αλλά από πού προέρχονται αυτοί που το έλεγαν/λένε; Όχι από τον κόσμο στον οποίο ανήκουμε ή από μια ελίτ, που θεωρεί τον λαό μπροστά στην τηλεόραση με ανεπαρκή νοημοσύνη. Ή και αλλιώς, σε ποιους απευθύνονται; Από ποιες περιφέρειες, επαρχίες, πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά προέρχονται, που οι άνθρωποι που κατοικούν σε αυτά δεν καταλαβαίνουν τι λέγεται στην τηλεόραση; Από ποιες οικογένειες προέρχονται; Ποια γλώσσα χρησιμοποιούν;

Αν οι βουλευτές είναι 300, πόσοι προέρχονται από την ελληνική επαρχία;

Κοίταξα ένα ράφι όπου στοιβάζονται βιβλία γλωσσολογίας. Είχα ξεχάσει ακόμα και τους τίτλους τους. Το πρώτο που έπιασα στα χέρια μου και άνοιξα με ξάφνιασε. Οι υπογραμμίσεις που είχα κάνει είχαν τόσο ξεθωριάσει, που μόνο θλίψη μπορούσαν να μου προξενήσουν για τα χρόνια που είχαν περάσει. Δεκαετίες.

Στο δεύτερο βιβλίο οι υπογραμμίσεις μού προξένησαν κάποια αισθήματα που δεν ήθελα να χαρακτηρίσω, ήταν σχεδόν όλες, σε λέξεις Greek... Greek... Greek grammar – τις βρήκα κάπως, το λιγότερο, εθνικές... αρνήθηκα να συμπληρώσω τη σκέψη μου, αν και δεν είναι άγνωστο ότι οι περισσότερες επιστήμες, θετικές και ανθρωπιστικές, χρησιμοποιούν έναν πολύ μεγάλο αριθμό ελληνικών λέξεων. Όμως, δεν έτυχε ποτέ ν' ακούσω έναν ομιλητή σε αγγλόφωνη τηλεοπτική συζήτηση να λέει, ας εξηγήσουμε στον κόσμο τι σημαίνει psychology-ψυχολογία, autonomy-αυτονομία, physics-φυσική, theory-θεωρία, astronomy-αστρονομία και εκατοντάδες άλλες, για να καταλάβει και ο κόσμος. Οι όροι έχουν υιοθετηθεί, ή ιθαγενοποιηθεί, αν είναι σωστός ο χαρακτηρισμός.

Σταμάτησα σε μια φράση: Η γνώση είναι ισχύς.

Τα περισσότερα βιβλία είχαν αναφορές στον Τσόμσκι.

Ήταν αδύνατο να συνεχίσω το ξεφύλλισμα των βιβλιίων γλωσσολογίας, γιατί εισχώρησε στο μυαλό μου μια πρόταση του ίδιου του Τσόμσκι, ο οποίος έχει διασυνδέσει, πολλές φορές, πολιτικά γεγονότα και γλώσσα, ότι η γλώσσα κουβαλάει και ένα φορτίο πολιτικό. Δεν ήταν έτσι ακριβώς τα λόγια του Τσόμσκι, που είναι γνωστός στην Ελλάδα από τα πολλά μεταφρασμένα βιβλία του, αλλά το νόημα αυτό ήταν.

Αν κάποιος επιχειρήσει να μετρήσει τις λέξεις που χρησιμοποιούν οι καλεσμένοι –έχουν γίνει σχεδόν μόνιμοι– των διάφορων τηλεοπτικών καναλιών, και των πελατών στα καφέ, μπαρ ή σαντουιτσάδικα, ο αριθμός τους δεν έχει μεγάλη απόκλιση. Αντίθετα, οι καλεσμένοι των καναλιών λένε πάρα πολύ συχνά στους συνομιλούντες, σχεδόν ενοχλητικά, εκφράσεις όπως: Κοιτάξτε να δείτε, προσέξτε, αυτό που θα πω είναι σημαντικό (το σημαντικό το έχουμε ακούσει και υπαίθρια και δεν ήταν καθόλου σημαντικό ή μπορεί να ήταν μια κοινοτοπία), ή δίνουν την εντύπωση πως μεταξύ τους δεν γίνεται διάλογος που να πηγαίνει, σωκρατικά, παραπέρα το θέμα, αλλά δίνουν ανταπαντήσεις στις ανταπαντήσεις, ή ότι δεν άκουσαν τι έλεγε ο συνομιλητής τους και λένε αυτό που ήταν προετοιμασμένοι να πουν.

Βέβαια, η γλώσσα είναι τόσο ζωντανή που κινείται διαρκώς και αυτό δεν αναφέρεται μόνο στα ελληνικά, αλλά γενικά σε αυτό το μέσο επικοινωνίας των ανθρώπων.

Ο Σαρτρ βρίσκει τη γλώσσα ανεπαρκή ως προς την έκφραση όλων των ανθρώπινων αισθημάτων, στιγμιαίων ή μονίμων, διαρκείας ή έντασης.

Το θέμα ανήκει στους γλωσσολόγους.

 

Εμφανίσεις: 1474

«Καζαμπλάνκα» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

«Καζαμπλάνκα» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

Η γεωγραφική.

Έξω από τις κινηματογραφικές αίθουσες, μακριά από τη γειτονιά της Καλλιθέας όπου μεγάλωσα, αγνοούσα την ομώνυμη ταινία (1942), τους ήρωές της Χόμφρεϊ Μπόγκαρτ και Ίνγκριντ Μπέργκμαν, και την ιστορία του Β' Παγκόσμιου Πόλεμου εκτός ελληνικών συνόρων, όταν σε πολύ νεαρή ηλικία έφτασα με ιταλικό πλοίο στην Καζαμπλάνκα, με το μεγαλύτερο τεχνητό λιμάνι στον κόσμο, από την πλευρά του Ατλαντικού.

Οι ειδήσεις αργούσαν να φτάσουν σ' εμάς, όπως και οι κινηματογραφικές ταινίες.

Το Τσάι στη Σαχάρα του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι ήρθε δεκαετίες αργότερα, μέσα από αυτήν έμαθα έναν ιδιαίτερο Αμερικανό συγγραφέα και μουσικό, τον Πολ Μπόουλς, ο οποίος έζησε τα 50 από τα 88 του χρόνια στο Μαρόκο και κάποτε του είχαν αποδώσει την ιδιότητα του πράκτορα της CIA.

Από την ιστορία του Μαρόκου δεν ήξερα τίποτα. Ούτε θυμάμαι τι με είχε παροτρύνει να επιθυμώ ένα ταξίδι σε αυτή τη μεγάλη σε έκταση χώρα και τις δεκάδες εκατομμύρια κατοίκους, ίσως να είχα διαβάσει κάποιο βιβλίο που η υπόθεσή του εξελισσόταν στο Άσπρο Σπίτι. Το μόνο εφόδιό μου ήταν τα γαλλικά που είχα μάθει στην Alliance Française και η υπεροψία ότι θα μπορούσα να επικοινωνήσω με τους ανθρώπους εκεί.

Η πρώτη μου έκπληξη ήταν εκείνες οι γυναίκες που σκέπαζαν το πρόσωπό τους, οι περισσότερες μ' ένα άσπρο μαντίλι – νόμιζα ότι το στερέωναν από το ένα αυτί στο άλλο. Ο φερετζές ήταν μια λέξη που τη συνέδεα με κάποια παραμύθια από την Ανατολή, αλλά δεν τον είχα δει ποτέ εφαρμοσμένο στην πραγματικότητα. Αυτές τις γυναίκες δεν τις συναντούσα στα εστιατόρια ή σε άλλους δημόσιους χώρους που επισκεπτόμουν, παρά μόνο όταν με προσπερνούσαν ή έρχονταν από απέναντι κι έβλεπα μόνο τα μάτια τους.

Τις πρώτες ημέρες έμεινα νηστική εξαιτίας των φαγητών που δεν ήξερα τα υλικά τους και τη σύνθεσή τους, τα χάλκινα σερβίτσια και τα ποτήρια που δεν έλαμπαν. Η λύση ήταν το πρωινό στο ξενοδοχείο. Προς χάρη των ξένων πελατών, η καθαριότητα, τουλάχιστον η επιφανειακή, ήταν ικανοποιητική.

Περνούσα τις περισσότερες ώρες μου σε ανοιχτούς χώρους, κυρίως στις υπαίθριες αγορές και στα γιουσουρούμ (όπως αποκαλούσαν άλλοτε τo Μοναστηράκι), όπου έβρισκα μικρά χάλκινα ή γυάλινα αντικείμενα, τα οποία με προκαλούσαν να τα αποκτήσω.

Επέστρεφα στο ξενοδοχείο μόνο όταν βράδιαζε. Αυτό μου αφαιρούσε τη νυχτερινή όψη, ζωή και εμπειρίες από την Καζαμπλάνκα.

Τις νύχτες ο ύπνος μου ταραζόταν από τρεχαλητά στον διάδρομο και χτυπήματα στην πόρτα, που δεν την άνοιγα ούτε για να δω ποιος έτρεχε και γιατί, ούτε για να ρωτήσω ποιος χτυπούσε.

Κάποια μέρα, μετά το πρωινό, στο σαλόνι όπου βρισκόμασταν μερικές γυναίκες διαφόρων ηλικιών και προέλευσης, εμφανίστηκε μια νεοαφιχθείσα νεαρή, κάπως στρουμπουλή, που όταν ρωτήθηκε από πού είχε έρθει απάντησε: Από τη Συρία.

Ούτε γι' αυτή τη χώρα ήξερα περισσότερα, ούτε θυμάμαι αν είχα έστω βασικές γνώσεις από τα σχολικά μαθήματα γεωγραφίας και θρησκευτικών, αλλά η ίδια πρόσθεσε ότι οι ρίζες της ήταν ελληνικές. Τη ρώτησα, με τη σειρά μου, αν μιλούσε ελληνικά. Μου απάντησε με ενθουσιασμό στην ίδια γλώσσα που μιλούσαμε και οι δυο.

Όταν ύστερα από λίγη ώρα μείναμε μόνες, της έκανα διάφορες απλές ερωτήσεις.

Η πρώτη μου ερώτηση ήταν αν είχαν χτυπήσει την πόρτα της τη νύχτα.

Ναι, βέβαια.

Ποιοι;

Οι άνδρες στα ξενοδοχεία της Καζαμπλάνκα νομίζουν ότι οι ασυνόδευτες τουρίστριες έρχονται για να βρουν ολιγοήμερους εραστές και να περάσουν μερικές νύχτες μαζί τους. Αυτές πληρώνουν τα πάντα.

Τρόμαξα.

Η συνομιλήτριά μου, γεννημένη και μεγαλωμένη στη Συρία, ήταν παντρεμένη με Έλληνα με την ίδια διπλή κουλτούρα, αλλά από τις διηγήσεις των Συρίων φιλενάδων της και άλλων εμπειριών, οι γυναίκες για τους άνδρες στις χώρες της Βόρειας Αφρικής είναι πανιά.

Τι πανιά;

Σαν αυτά που πλένεις τα πιάτα ή που σφουγγαρίζεις και μετά τα πετάς. Δηλαδή, σε χρησιμοποιούν όσο είσαι νέα και μετά, αφού τους κάνεις παιδιά, σε πετάνε. Τους είσαι παλιά και άχρηστη.

Έφυγα την άλλη μέρα.

Με τα χρόνια αυτή η εικόνα είχε ξεθωριάσει. Την επανέφερε στη μνήμη μου η ομώνυμη ταινία, που την είχα δει σ' ένα φεστιβάλ κινηματογράφου κι έγινε αιτία μερικές φορές να ταξιδέψω από τη Νέα Υόρκη στην Αθήνα με αλλαγή πτήσεων και παραμονή στην Καζαμπλάνκα.

Σ' ένα ταξίδι, μετά την πτώση της χούντας, πριν το αεροπλάνο προσγειωθεί στο αεροδρόμιο του Ελληνικού, ο διπλανός μου κύριος βρήκε μερικά λεπτά να πιάσει κουβέντα μαζί μου, μιλώντας μου αγγλικά.

Ποτέ, είπε, δεν θα σκεφτόταν ότι ήμουν Ελληνίδα. Εκείνος ήταν από τη Συρία, καθολικός, και πρόλαβε να μου πει πως για τους φανατικούς μουσουλμάνους, κάθε αλλόθρησκος απείχε γι' αυτούς όσο και η κάννη του τουφεκιού τους.

Η εντύπωση που μου έκανε ήταν πως και ο ίδιος ήταν ένας φανατικός μιας άλλης θρησκείας.

Όταν μετέφραζα τα Ποιήματα από το Γκουαντάναμο ανακάλυπτα και άλλες πλευρές των μουσουλμάνων, τους λόγους που κρατούνταν, τα βασανιστήρια που υφίσταντο, σε ποιους επέρριπταν τις ευθύνες και την επίκληση του Αλλάχ για τη σωτηρία τους.

Ένας στίχος που ερχόταν συχνά στον νου μου ήταν του Σουδανού Σάμι αλ Χατζ:

Έχουν αγάλματα αφιερωμένα στην ελευθερία/ και την ελευθερία της σκέψης/ καλά και ωραία. Αλλά τους λέω πως/ η Αρχιτεκτονική δεν είναι σωστή.

 

Εμφανίσεις: 1205

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr