A+ A A-

«Μειονότητες» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

«Μειονότητες» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

Βγήκαμε με τον θείο μου, αδελφό της μαμάς μου, από τον κινηματογράφο αργά κάποιο βράδυ, αφού είχαμε δει επί ώρες τη μια μετά την άλλη δυο ή τρεις καουμπόικες ταινίες. Ήταν μια ειδική περίπτωση. Προφανώς του θείου μου του άρεσαν τα άλογα και, επιπλέον, πλήρωνες ένα εισιτήριο κι έμπαινες μέσα όποια ώρα ήθελες και έφευγες επίσης όποτε ήθελες. Μπορούσες και να κοιμηθείς εκεί μέσα.

Καθώς περπατούσαμε στους δρόμους της Νέας Ορλεάνης, στην Πολιτεία της Λουιζιάνας, άκουσα κάποιον να με φωνάζει με το όνομά μου. Ήταν αδύνατον, μάλλον συνέχιζα τον ύπνο που με είχε πιάσει στη σκοτεινή αίθουσα υπό τους ήχους των πιστολιών και των μακρύκαννων όπλων, προφανώς ονειρευόμουν ακόμα.

Τελικά, μας πλησίασε ένας νέος και άρχισε να συστήνεται κι εμένα να μου υπενθυμίζει τα παιδικά μας χρόνια στο νηπιαγωγείο και το δημοτικό σχολείο της Καλλιθέας και να με ρωτάει για τα άλλα παιδιά και τον Στουφή, που το σπίτι του ήταν κοντά στην Ευαγγελίστρια. Πριν μας καληνυχτίσει, μας προσκάλεσε στο καράβι τάδε την άλλη μέρα κάποια ορισμένη ώρα για περιήγηση και φαγητό.

Περίμενα να απαντήσει ο θείος μου: «Ευχαρίστως».

Η Νέα Ορλεάνη –La Nouvelle Orleans– βρίσκεται στις όχθες του Μισισιπί και στον Κόλπο του Μεξικού κι έχει μακριά Ιστορία, εξαιτίας των επαναστάσεων και την κατάκτησή της από διάφορες δυνάμεις μέχρι το 1803, που πουλήθηκε από τον Ναπολέοντα στην Αμερική. Μέχρι τότε είχε υπάρξει αποικία της Βασιλικής Γαλλίας, είχε κυβερνηθεί από Αμερικανούς, Γάλλους, Κρεολούς, Αφρικανούς, ήταν και είναι ένα από τα μεγαλύτερα και πλέον εμπορευματικά λιμάνια στον κόσμο. Ο πληθυσμός της πόλης είναι περίπου μισό εκατομμύριο, ενώ με όλη την περιφέρεια που την περιστοιχίζει φτάνει το ενάμισι εκατομμύριο.

Την άλλη μέρα, ο θείος κι εγώ πήγαμε στο καράβι. Ο πληθυσμός του θα ήταν ίσος μ’ ένα μικρό ελληνικό χωριό κι εγώ η μόνη γυναίκα. Αυτό που θυμάμαι περισσότερο είναι πως στην παρέα υπήρχε και ένας βαθμοφόρος Ινδός, που μας διηγήθηκε πως όταν ήταν μικρός στην πατρίδα του κατέβαινε στο λιμάνι, όπου τα περισσότερα καράβια είχαν την ίδια σημαία. Είχε ρωτήσει γι’ αυτήν και του είχαν πει πως ήταν ελληνική. Έτσι, πίστευε πως η χώρα που είχε αυτή τη σημαία ήταν η μεγαλύτερη και η πλουσιότερη στον κόσμο και το όνειρό του ήταν να γίνει Έλληνας.

Ζώντας στην Αμερική, η λέξη μειονότητα ήταν κάτι καινούργιο, που ταυτιζόταν με τους πολίτες της από διάφορες φυλές, γλώσσες και θρησκείες, όπως των Ινδών, των Ιταλών, των Ελλήνων και όλων των υπόλοιπων.

Την τελευταία εβδομάδα του περασμένου Μαΐου στο περίπτερο –ανήκει σε κάποιους Άραβες, ενώ ακούγεται πάντα μια χαμηλή μουσική που συνοδεύει εδάφια από το Κοράνι–, πήρα το τελευταίο τεύχος του περιοδικού ΤΙΜΕ, εξαιτίας του εξώφυλλου – μου θύμισε την εμπειρία από τη Νέα Ορλεάνη, απεικονίζοντας τον πρωθυπουργό της Ινδίας, Μόντι, με τοπική ενδυμασία: μαύρα υποδήματα, ένα μακρύ, στενό, εφαρμοστό παντελόνι –σαν τα μάλλινα σώβρακα του παππού μου που έπλενε η γυναίκα και κρεμούσε στα σχοινιά της μπουγάδας–, ένα κίτρινο, μακρύ πουκάμισο με μακριά μανίκια, κι ένα κλειστό άνοιγμα στον λαιμό για να περνάει το κεφάλι, το πρόσωπο με ψαλιδισμένα γκριζόασπρα γένια και μεγάλο μουστάκι με το ίδιο μεικτό χρώμα.

Αντίθετα από εμάς, που μετά τον Θόδωρο Κολοκοτρώνη και την ανεξαρτησία μας από τους Τούρκους, πετάξαμε πάραυτα φουστανέλες και τσαρούχια και ντυθήκαμε ευρωπαϊκά, όπως λεγόταν η ενδυματολογική αλλαγή. Μάθαμε να χορεύουμε βαλς και ταγκό, να λέμε merci και au revoir, ν’ ακούμε Στράους και Μπαχ και να συνθέτουμε οπερέτες...

Για την Ινδία του 1,25 δις λαού, η ειδησεογραφία, τουλάχιστον κατά την αντίληψή μου και την καθημερινή μου ανάγνωση και ακρόαση πολιτικών πεπραγμένων και άλλων γεγονότων, είναι δυσανάλογη σε έκταση και ένταση, συγκριτικά με άλλες χώρες.

Αντίθετα, για την Ελλάδα, όλοι ξέρουμε πόσοι είμαστε, ο παγκόσμιος Τύπος έχει πάντα αναφορές, ο δε ευρωπαϊκός συν τον αμερικανικό συμπληρώνουν τις στήλες τους, όλο και πιο συχνά, με κάποιες ελληνικές ειδήσεις και την πτώση του χρηματιστηρίου.

Δεν έχω την ικανότητα να σκεφθώ παγκοσμιοποιημένα, παρά μόνο υποθετικά και οριακά ή συγκριτικά και άνισα. Δηλαδή, να μετρήσω τη μιμητική μας διάθεση και ικανότητα και να βγάλω ένα συμπέρασμα που να με οδηγεί σε κάποια υποστήριξη της υποψίας μου, ότι όλα γίνονται για τα λεφτά.

Έτσι, πιάστηκα από μια λαϊκή παροιμία: «Ο χρόνος είναι χρήμα» και προσπάθησα να την εφαρμόσω σε μια πτυχή της καθημερινότητας. Ποιος πληρώνει; Ποιος αγοράζει;

Τα τελευταία δυο χρόνια οι εκφωνητές της τηλεόρασης και του ραδιοφώνου μιλάνε όλο και πιο γρήγορα, τόσο που ένας κοινός ακροατής δεν προλαβαίνει να ακούσει την είδηση και να την αξιολογήσει. Όλοι ξέρουμε πόσο ακριβά πουλιέται και αγοράζεται ο ραδιοφωνικός και κυρίως ο τηλεοπτικός χρόνος, καθώς και ο τυπογραφικός χώρος. Οι διαφημιστές απαιτούν η εξαγορά να συμπιέζει τον χρόνο και σε λίγα δευτερόλεπτα να λέγονται αυτά που άλλοτε λέγονταν σε κάποια λεπτά της ώρας. Ο ακροατής δεν έχει καιρό να αμφισβητήσει ή να αξιολογήσει το προϊόν που διαφημίζεται ή κοινοποιείται.

Αυτό μεταφέρθηκε και στην πολιτικολογία, και επομένως δεν προλαβαίνουμε να μετρήσουμε την ορθότητα του εκφραζόμενου λόγου. Αυτό το παρατήρησα πρώτα στη Νέα Υόρκη και μετά στην Αθήνα.

Αρχικά σκέφθηκα κάτι που είχα διαβάσει σ’ ένα μάθημα γλωσσολογίας: Οι κάτοικοι των πρωτευουσών και των μεγάλων πόλεων οποιασδήποτε χώρας μιλάνε γρηγορότερα από τους άλλους κατοίκους. Όμως, σε αυτό υπάγεται ή ανάγεται και η ταχύτητα με την οποία οι εκφωνητές αναγγέλλουν τα κοινωνικά, οικονομικά και, κυρίως, πολιτικά προγράμματα, επιδιώκοντας μια γενική σύγχυση ή είναι θέμα μίμησης;

Πόσο μεγαλύτερη είναι και πού εντοπίζεται η αξία της Ελλάδας σε σχέση με εκείνη της Ινδίας;

Τι πουλάμε εμείς και ποιος το αγοράζει; Η ίδια ερώτηση ισχύει και για την Ινδία.

Ποιος μας αγοράζει ή ποιος μας πουλάει;

 

Εμφανίσεις: 1085

«Ιδιοκτησιακά» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

«Ιδιοκτησιακά» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

Στην καθημερινότητά μας πόσα πράγματα, άραγε, χρησιμοποιούμε χωρίς να αναρωτιόμαστε σε ποιον ανήκουν τα εργαλεία τους;

Ανεβαίνω-κατεβαίνω στα ΜΜΜ –μέσα μαζικής μεταφοράς–, σ’ ένα αεροπλάνο με ένα όνομα φίρμας, σ’ ένα ανώνυμο ταξί, σ’ ένα πλοίο με το όνομα ενός νησιού ή ενός βουνού ή με οποιαδήποτε άλλη επωνυμία, σ’ ένα τρένο για τη Χαλκίδα ή τη Θεσσαλονίκη –τα βαγόνια τους είναι διαφορετικά–, καταβάλλοντας το αντίτιμο του εισιτηρίου, αλλά δεν θυμάμαι να ενδιαφέρθηκα ποτέ για τον ιδιοκτήτη ή τους ιδιοκτήτες, ούτε καν όταν διανυκτερεύω σ’ ένα ξενοδοχείο, για το όνομα του ιδιοκτήτη.

Το ίδιο συμβαίνει με τον κινηματογράφο, το θέατρο και άλλα σημεία διασκέδασης ή ψυχαγωγίας, πληρώνω το αντίτιμο της επιλογής μου και τι με νοιάζει σε ποιον ανήκουν.

Η ιδιοκτησία βρίσκεται πίσω από μια ετικέτα: Adidas, Calvin Klein...

Για τα ΜΜΕ –μέσα μαζικής ενημέρωσης–, έντυπα, ηλεκτρονικά ή τηλεοπτικά, δεν έμαθα ποτέ περί ιδιοκτησίας, αν και πλήρωνα συνδρομή ή την αναγραφόμενη τιμή σε δραχμές, άλλοτε, ή σε ευρώ, τα τελευταία χρόνια. Πλήρωνα τις επιλογές μου ή τα πάθη μου.

Ζώντας μόνη, όταν έβγαινα από το σπίτι, άφηνα ενίοτε το ραδιόφωνο να παίζει ή την τηλεόραση ανοιχτή σε κάποιο κανάλι να ακούγονται διαφορετικές φωνές, με την ψευδαίσθηση αν ερχόταν κανένας κλέφτης και άκουγε τους ήχους να φοβόταν να σπάσει την πόρτα, μήπως τον έπιαναν αυτοί που κάθονταν στον καναπέ απολαμβάνοντας το ένα ή το άλλο μέσον.

Μου πήρε καιρό να σκεφθώ ότι και ο κλέφτης έβλεπε και άκουγε τα ίδια ΜΜΕ και μάλλον θα αναγνώριζε τις φωνές, οπότε άλλαξα τακτική.

Και όλα αυτά ενώ είχα διαβάσει και ήξερα την ιστορία των Κόκκινων Καναλιών την εποχή του μέγιστου αντικομμουνισμού, που προήγε στα ύψη ή καταβαράθρωνε τον Ψυχρό Πόλεμο, που μεταφέρθηκε αρχικά στο Μπρόντγουεϊ και στη συνέχεια στο Χόλιγουντ και τελικά στην εποχή του Μακαρθισμού, και τις ταλαιπωρίες των συγγραφέων, των δημοσιογράφων, των σχολιαστών, των εκφωνητών, όπως πολύ απλά και κατανοητά περιέγραψε ο Ουόλτερ Μπερνστίν, 96 χρόνων σήμερα, στο βιβλίο του Μνήμες από τη Μαύρη Λίστα (που μετέφρασα και εξέδωσε ο Καστανιώτης), και τις δίκες των Δέκα, όπως έγινε γνωστός ο διασυρμός προσωπικοτήτων, κυρίως της Έβδομης Τέχνης –στην καταδίωξη πρωτοστάτησαν ο Ντίσνεϊ και ο Ρίγκαν–, με την υπόνοια ότι ήταν κομμουνιστές ή συνεργαζόμενοι, ακόμα και των μουσικών που έκαναν τη μουσική επένδυση. Η αρχή είχε γίνει με τις απειλές του FBI και της CIA προς τους βιομήχανους, βιοτέχνες, κατασκευαστές, παραγωγούς οποιωνδήποτε αγαθών, να πάψουν να πληρώνουν διαφημιστές που τους πρόβαλλαν μέσα από τα Κόκκινα Κανάλια, όπου όλοι τους ήταν κομμουνιστές, και τους χορηγούς ότι, αν εξακολουθούσαν τις δικές τους εισφορές, θα είχαν συνέπειες.

Αργότερα, όταν άρχισα να εργάζομαι, παρά τις σπουδές και τα αναγνώσματα, άργησα να καταλάβω το επίπεδο, ψηλό ή χαμηλό, του μισθού μου.

Πρώτον, πληρωνόμουν για τις ώρες της απασχόλησής μου, άσχετα αν ήξερα να παίζω πιάνο ή αν με συγκινούσε η Πέμπτη Συμφωνία του Μπετόβεν, αν ήξερα τον Τ.Σ. Έλιοτ ή είχα διαβάσει το Μόμπι Ντικ, ή αν μπορούσα να απαγγείλω τους Ψαλμούς από την Παλαιά Διαθήκη.

Δεύτερον, η δουλειά μου έπρεπε να είναι τόσο παραγωγική που να ξεπερνάει, σαν παράδειγμα, τα 100 δολάρια μέσα σε κάποιο χρονικό διάστημα, και από εκείνο το ύψος και πάνω κάποια υποδιαίρεση να ήταν η αμοιβή μου, μιας εργαζόμενης.

Πολύ αργότερα, με τη συμμετοχή μου στα κινήματα γυναικών, έμαθα ότι αυτό το ποσοστό δεν ήταν το ίδιο, με όλα τα αντίστοιχα, για τον άνδρα εργαζόμενο. Υπήρχε κι εδώ φυλετισμός.

Τα τελευταία χρόνια αποκαλύπτεται όλο και πιο ξεκάθαρα ότι όλα γίνονται για το χρηματικό κέρδος. Όλα για τα λεφτά.

Ο ελληνικός και ξένος Τύπος, όχι μόνο του Δυτικού κόσμου, δημοσιεύουν, καθημερινά, άρθρα, σχόλια, αναλύσεις, υποδείξεις, παρατηρήσεις, υποσχέσεις, αναβολές, συστάσεις, γνώμες, και οτιδήποτε άλλο για την ελληνική οικονομία, την ύπαρξή της μέσα κι έξω από την Ευρώπη ή κάποιους χρηματικούς, συγκεντρωτικούς οργανισμούς ή μηχανισμούς.

Και όλα αυτά ενίσχυσαν την καθημερινή μου απορία γιατί όλοι αυτοί ασχολούνται με την Ελλάδα των δέκα εκατομμυρίων πολιτών, αν είμαστε τόσοι, και όχι με κάποιες άλλες χώρες σε πραγματικά δεινή οικονομική κατάσταση. Όταν, ανόητα, ρώτησα κάποιον σε μια συζήτηση, η απάντηση ήταν: γιατί εμείς είμαστε στην Ευρώπη. «Γεωγραφικά;» Δεν πήρα απάντηση.

Όλα αυτά τα σκέφθηκα στην πρώτη επέτειο, 26 Μαΐου, της πρωθυπουργίας του Ινδού Ναρέντρα Μόντι, μιας χώρας ενός δισεκατομμυρίου διακοσίων πενήντα εκατομμυρίων λαού, που θα είναι ο μελλοντικός παίκτης στο παγκόσμιο γήπεδο, κοινωνικό, οικονομικό, πολιτικό ή οτιδήποτε άλλο, για την οποία διαβάζω πολύ πολύ αραιά κάποια είδηση, εκτός από συγκρούσεις τρένων, πλημμύρες, βιασμούς ανηλίκων, κοριτσιών ή αγοριών, και της όλο και οξύτερης δυσοσμίας του Γάγγη ποταμού, που μέσα του πετάνε τους νεκρούς επειδή δεν έχουν τα μέσα να τους κάψουν ή να τους κηδέψουν. Είχε γίνει αιτία να μην ταξιδέψω στο Νέο Δελχί για την παραλαβή κάποιου βραβείου.

Θυμήθηκα και κάτι ακόμα. Είχα επισκεφθεί στο Μαϊάμι κάποια συγγενική οικογένεια. Το σπίτι ήταν τεράστιο και πολυεπίπεδο, μέσα σ’ ένα δεντρόφυτο και ανθόσπαρτο οικόπεδο, με τρία ή πέντε γκαράζ, υπόγειο με μερικές συσκευές τηλεόρασης, μπιλιάρδο, πιγκ πογκ και άλλους χώρους ψυχαγωγίας, και δεν είχα πει τίποτα γι’ αυτά που ήξερα για να μην τους προσβάλω.

Τυχαία, πριν τους επισκεφθώ είχα διαβάσει ότι στο κανονικό μέγεθος της κατοικίας μιας συνηθισμένης αμερικανικής οικογένειας, δηλαδή τεσσάρων ατόμων, στο εμβαδόν της κατοικούν στην Ινδία πέντε χιλιάδες –5.000– άνθρωποι.

Οι συγγενείς μου ήταν τέσσερις: ο θείος, η θεία μου και τα δυο παιδιά τους, που είχαν φύγει και ζούσαν σε δικά τους σπίτια.

 

Εμφανίσεις: 1114

«Το δώρο» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

«Το δώρο» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

«...έχω ένα δώρο για σένα», άκουσα μια ανδρική φωνή από την άλλη άκρη του τηλεφώνου.

Δεν πρόλαβα να ρωτήσω ποιος ήταν, περπατούσα σε κάποιο πεζοδρόμιο της πλατείας και οι θόρυβοι επενέβαιναν στα ερτζιανά, ούτε να πω τη διά ζωής απόφασή μου: «Δεν δέχομαι δώρα».

«...θα σε περιμένω στις έξι στο καφενείο της Ακρόπολης».

Η φωνή χάθηκε, αφού διαπιστώθηκε η ταυτότητα του καλούντος.

Ρώτησα κάποιον περαστικό τι ώρα ήταν. Μόλις που προλάβαινα.

Παραδόξως, το ταξί με άφησε ακριβώς στις έξι στο καθορισμένο σημείο. Βγαίνοντας και πριν κλείσω πίσω μου την πόρτα, αντίκρισα τον καταπληκτικό σκηνοθέτη Αστέρη Κούτουλα, της ταινίας Μήδεια, να μου κουνάει το χέρι· μιλούσε στο κινητό.

Η συνάντησή μας ήταν ακόμα μια φορά θερμή και ειλικρινής. Είχαμε γνωριστεί στη Νέα Υόρκη, όπου είχε έρθει για την προβολή της Μήδειάς του. Ο Αστέρης Κούτουλας έχει γεννηθεί στη Ρουμανία από Έλληνες γονείς, έχει σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας – και είναι ένα σύνολο θεωρητικών σπουδών, που τις πραγματοποιεί στο ίδιο σώμα σε όποιο σημείο του κόσμου και αν βρίσκεται.

Δεν ρώτησα πού ήταν το δώρο ή αν είχε διαισθανθεί ότι δεν θα το δεχόμουν.

«Πάμε», είπε και περπατώντας στην ανηφόρα βρεθήκαμε έξω από το σπίτι του Μίκη Θεοδωράκη. Εκεί μας περίμεναν η Heike Hänsel, βουλευτής του Κόμματος της Αριστεράς της Γερμανίας, και ο ακτιβιστής Henning Zierock, της Επιτροπής Πολιτισμού για την Ειρήνη, που μόλις είχαν επιστρέψει από την Καισαριανή – προορισμός τους για να παρακολουθήσουν τις διάφορες εκδηλώσεις.

Ο Μίκης μάς περίμενε στον ιδιαίτερο χώρο του με μια έκφραση αναμονής στο πρόσωπο. Χαιρέτησε τον ένα μετά τον άλλο και όταν έφτασε σ' εμένα είπε: «Καλώς τη Νέα Υόρκη».

Στα χρόνια της χούντας 1967-1974, όταν απελευθερώθηκε από τη φυλακή και την εξορία, τον καλούσαν οι διάφορες αντιχουντικές επιτροπές για επίσκεψη. Στη Νέα Υόρκη, η Ελληνοαμερικανική Επιτροπή για Ελευθερία και Δημοκρατία στην Ελλάδα ανέθεσε σ' εμένα να πάω να τον υποδεχτώ στο αεροδρόμιο της Νέας Υόρκης. Μαζί μου πήρα τον ποιητή Νίκο Σπάνια –δεν ανήκε στην Επιτροπή, αλλά έγραφε στον αντιχουντικό Ελληνικό Ταχυδρόμο– επειδή μου είχε πει ότι με τον Μίκη ήταν μαζί ΕΛΑΣίτες στην περιοχή του Ελληνικού, όπου βρισκόταν το παλιό Αεροδρόμιο.

Προφανώς, όταν κάποιοι συναντιούνται ύστερα από κάποιο χρονικό διάστημα, γυρίζουν στα παλιά.

Το καλοκαίρι του 1966, η αδελφή μου είχε προετοιμάσει την ψυχαγωγία μου – μια εβδομάδα Μίκης Θεοδωράκης στον Λυκαβηττό. Εκεί πρωτοαντίκρισα τον κολοσσό της μουσικής του 20ού αιώνα, το ύψος του να κυματίζει, τα χέρια του να απλώνονται σαν φτερούγες ενός αετού που έφερνε κάτι καινούργιο, τα μαλλιά του να ανεμίζουν, η μπαγκέτα στα χέρια του να δείχνει τους δρόμους της ειρήνης, το χαμόγελό του να απλώνεται στο κοινό και τον καθένα χωριστά. Μου είχε κάνει εντύπωση η απουσία της Αστυνομίας, δεν είχε θέση ανάμεσα στη μουσική του Θεοδωράκη και τους ακροατές. Η ιδεολογία που τους ένωνε απομάκρυνε κάθε παρεκτροπή.

Με την επιστροφή μου στην πατρίδα μετά την πτώση της χούντας, με κάλεσε σε συνέντευξη Τύπου μαζί με τον Γιάννη Ρίτσο, για τον Σύνδεσμο Ελληνοτουρκικής Φιλίας. Το κίνητρο ήταν διπλό: η ειρήνη και η αγάπη για τους λαούς.

Αργότερα, ο Μίκης Θεοδωράκης και κάποιοι άλλοι φίλοι φτιάξαμε τον Ελληνοκουβανικό Σύνδεσμο Φιλίας.

Η αποψινή, όμως, βραδιά ανήκε στην προβολή της ταινίας του Αστέρη Κούτουλα, αφιερωμένη στον Μίκη Θεοδωράκη να διευθύνει ορχήστρες σε μουσικούς χώρους, στάδια, θέατρα και αλλού, με πλήρεις ορχήστρες σε διάφορες πόλεις του κόσμου, με ακροατές κάθε φορά και μιας άλλης εθνικότητας, φυλής και πολιτισμού να συνωστίζονται, να τραγουδούν, άλλοτε στη γλώσσα του συνθέτη και του ποιητή που είχε μελοποιήσει τους στίχους του, ή μεταφρασμένα στη δική τους γλώσσα, ακόμα και στα Ιμαλάια, που σε κάποια κορυφή πέντε μουσικοί παίζουν με τα δικά τους παραδοσιακά όργανα τη μουσική Θεοδωράκη.

Η ιδιοφυΐα του σκηνοθέτη Αστέρη Κούτουλα να διαμοιράσει τον χρόνο διάρκειας της ταινίας σε εξάλεπτες παρουσιάσεις του Μίκη να διευθύνει τις ορχήστρες δεν διαχωρίζεται από την καλλιτεχνική του επιδίωξη να ταυτιστεί μαζί του.

Παρακολουθούσαμε την εξέλιξη της ταινίας καθηλωμένοι στις θέσεις μας, έχοντας ανάμεσά μας δυο δημιουργούς που δεν αφήνουν κανένα κενό ανάμεσα στη δημιουργία και την παρουσίασή της ενώπιον σ' ένα κοινό, κάθε φορά διαφορετικό. Ο Θεοδωράκης, καθισμένος αναπαυτικά, παρακολουθούσε μ' ένα πλατύ, ευτυχισμένο χαμόγελο να απλώνεται στο πρόσωπό του, απολαμβάνοντας ευτυχισμένες μουσικές αναμνήσεις από το παρελθόν, διάσπαρτες στον χρόνο και τον χώρο.

Τον έβλεπα, με τα εσωτερικά μου μάτια, να ψηλώνει καθώς από νέος συμπλήρωνε κάθε του πεντάγραμμο, να απογειώνεται, να αγκαλιάζει με τα μακριά του χέρια τον κόσμο, τον Αστέρη να τον απαθανατίζει μέσα από μια άλλη μεικτή έκφραση τέχνης και τεχνολογίας, και τα έργα των δυο δημιουργών να σμίγουν και να γίνονται ένα σώμα, στιβαρό και αδιάσπαστο σαν διαμάντι.

Η ταινία του Αστέρη Κούτουλα, όπως και η δική του Μήδεια, γεννούσαν μέσα μου, κρυφά από τους άλλους, την ελπίδα για έναν άλλο κινηματογράφο, χωρίς εγκλήματα, όπλα, πολεμικές ιαχές και καταστροφικές επιδρομές.

Το δώρο μεγάλωνε και απογειωνόταν και ο Θεοδωράκης έλεγε πως από μικρός ήθελε να πετάξει στο Διάστημα, όπως τα πουλιά, και δεν καταλάβαινε γιατί δεν μπορούσε.

Είχαμε μείνει όλοι, χωρίς να εξαιρείται ούτε ο Μίκης, εκστατικοί και από δέος, μην μπορώντας να αγκαλιάσουμε τον ίδιο, τον χειροκροτήσαμε όπως και τον Αστέρη.

Αυτό δεν ήταν δώρο, ήταν θεία κοινωνία.

 

Εμφανίσεις: 1333

«Διάλογος» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

«Διάλογος» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

Άκουσα, δεν κρυφάκουγα, την αδελφή μου, δεκάδες χρόνια πριν, να λέει στον γιο της, στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού: «Φάε το φαγητό σου, εμείς στην ηλικία σου πεινούσαμε».

Ο Δημητράκης σήκωσε τα μάτια από το πιάτο του και την κοίταξε απορημένος. «Και γιατί δεν ανοίγατε το ψυγείο να φάτε;» της απάντησε.

Στη δεκαετία του '40 τα περισσότερα νοικοκυριά δεν είχαν ψυγεία –αν είχαν θα έμεναν άδεια–, αλλά μια τετράγωνη κατασκευή που οι πλευρές της ήταν από ένα πολύ λεπτό συρμάτινο δίχτυ, ενώ η μια από αυτές άνοιγε σαν πόρτα. Στο κέντρο της οροφής της υπήρχε ένας γάντζος από τον οποίο κρεμόταν στο ταβάνι του σπιτιού για να αερίζεται και να κρατάει τις βρασμένες τσουκνίδες μέχρι την άλλη μέρα για φάγωμα. Αυτό ήταν το φανάρι.

Όσοι είχαν τη δυνατότητα, διέθεταν ξύλινα ψυγεία που η ψύξη τους διατηρείτο με παγοκολόνες που τις κουβαλούσαν με τα καροτσάκια στα σπίτια άνδρες, συνήθως νέοι. Στο δικό μας ξύλινο ψυγείο δεν βάζαμε παγοκολόνες, αλλά ξερά σύκα, σταφίδες, καλαμποκάλευρο, πετιμέζι, δεν θυμάμαι τίποτε άλλο, για να μη μαζεύονται μυρμήγκια, ενώ το λάδι δεν χρειαζόταν τίποτε περισσότερο από το να υπάρχει.

Εκείνος ο μικρός διάλογος επισφράγισε την κατά καιρούς αντίληψή μου ότι είναι δύσκολο να καταφέρεις ένα νεανικό μυαλό να σκέφτεται με το μυαλό ενός μεγάλου, ακόμα και με χρονική διαφορά δυο δεκαετιών, όπως συνέβη με τον συγκεκριμένο διάλογο. Γίνεται ακόμα δυσκολότερο όταν αναφέρεται στην Ιστορία, σε διαχρονικά γεγονότα, και διαβάζονται από αναγνώστες που συνειδητά μπορούν να διακρίνουν, να εκτιμήσουν, να επικρίνουν, να αναγνωρίσουν, ενίοτε λαθεμένα προδιατεθειμένοι, ή έχοντας μια συγκεκριμένη ιδεολογία, που ίσως θα ρωτούσαν: «Και γιατί δεν κάνατε κάτι άλλο;» – όποιο κατά τη γνώμη τους θα ήταν το σωστό.

Κρατώντας στα χέρια μου με δέος το βιβλίο Δεκεμβριανά 1944, Η μάχη της Αθήνας, του Μενέλαου Χαραλαμπίδη, δεν μπορούσα, σε διάφορα σημεία, κυρίως που αναφέρονταν στην Καλλιθέα, όπου μεγάλωσα, και ιδιαιτέρως στην τραγικά δολοφονική μέρα της 3ης Δεκεμβρίου 1944, στην ένοπλη επίθεση της Αστυνομίας κατά του συγκεντρωμένου λαού, και στα θύματά τους, να μη νιώσω βαθιά συγκίνηση. Οι όποιες αναμνήσεις μου είναι ζωντανές, επειδή χαράχτηκαν στη μνήμη των παιδικών μου χρόνων ή λίγο αργότερα, τότε αργούσαμε να μεγαλώσουμε, τουλάχιστον εξωτερικά, εξαιτίας της ελλιπούς διατροφής και περιορισμένης ένδυσης, επανήλθαν ζωηρότερα, αν και ποτέ δεν με εγκατέλειψαν ούτε εγώ εκείνες, και χωρίς να το επιδιώξω η ανάγνωση γινόταν, έστω συγκρατημένα, προσθετική.

Θαυμάζοντας τον άγνωστό μου συγγραφέα Μενέλαο Χαραλαμπίδη για την έρευνά του, τις πηγές, τη βιβλιογραφία του, τη συνεπή γραφή του, χωρίς εξωραϊσμούς και υπαινιγμούς ή παρεκτροπές, ο νους μου ταξίδεψε χρόνια μετά τον Δεκέμβρη του 1944, καθώς και χρόνια πριν, όταν στο Πανεπιστήμιο Λουντ, Σουηδίας, ο καθηγητής θεωρίας θεάτρου και κινηματογράφου, κατευθύνοντάς μας στη συγγραφή της θέσης του καθενός, είπε στην τάξη: Η μέθοδος για την έρευνα είναι μια μεταμαρξιστική επίδοση, αφού ήταν εκείνος που την ανακάλυψε και τη διέδωσε.

Τώρα, πλέον, με την τεχνολογία η έρευνα μπορεί να διευρύνεται όλο και περισσότερο και ταχύτερα, οι εκδόσεις ιστορικών γεγονότων να πολλαπλασιάζονται, όχι μόνο σε συγγραφείς τους, αλλά και αναγνώστες. Βέβαια, η ζωντανή αφήγηση κάποιου/ων που έχει/ουν άμεση ή έμμεση σχέση ή κάποια ανάμνηση από κάποιο καθοριστικό γεγονός είναι πολύτιμη. Η προσωπική, όμως, ανάμνηση ισούται με την ανθρώπινη περιορισμένη σε χρόνο ζωή, εκτός αν καταχωρηθεί.

Στις 3 Δεκέμβρη του 1944, κάποια παιδιά καθόμασταν στα εξωτερικά σκαλάκια της απέναντί μας μονοκατοικίας, όπως συνήθως, και παίζαμε τρίλιζα. Μια γειτόνισσα, η κυρία Αθηνά, πέρασε από μπροστά μας και φώναξε: «Πάμε όλοι στο Σύνταγμα, σηκωθείτε».

Για μας, τότε, το Σύνταγμα ήταν μια μακρινή εκδρομή. Σηκώθηκε ο Βαγγελάκης, 11, 12 ή 13 χρόνων, με κοκκινωπά μαλλιά και φακίδες στο πρόσωπο – μου έδινε το πατίνι του με τα ρουλεμάν και έτρεχα πάνω-κάτω στην οδό Δήμητρος, τώρα Δαβάκη, στη μνήμη του αξιωματικού για τα ανδραγαθήματά του στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο τον Οκτώβρη του 1940.

Το σπίτι, διώροφο, άσπρο με μαρμάρινες κολόνες και μαρμάρινα εξωτερικά σκαλιά πίσω από μια χαμηλή πέτρινη μάντρα με μαύρα σιδερένια κάγκελα και πόρτα, βρισκόταν απέναντι στο τέλος του στενού Εκάβης, που κατοικούσαμε εμείς στον αριθμό 2 και η οικογένεια του Βαγγελάκη στο 6.

Από την Πλατεία Συντάγματος επέστρεψε μόνο η κυρία Αθηνά, ο Βαγγελάκης όχι. Το παιδί βρέθηκε ξαπλωμένο στις πλάκες της Πλατείας, τις είχε βάψει με το αίμα του που οι σφαίρες είχαν τρυπήσει το κορμί του.

Πέμπτο αγόρι από τα έξι της οικογένειας Πεντζαρόπουλου, και δεύτερο θύμα του Δεκέμβρη 1944, με τον πρωτότοκο γιο Γιώργο, έναν πανύψηλο νέο με μαύρα σγουρά μαλλιά και ακμή στο πρόσωπο – τον είχαν σκοτώσει τα πυρά ενός αγγλικού αεροπλάνου που είχε πετάξει πολύ χαμηλά πάνω από τον Λόφο του Φιλοπάππου. Όταν οι σύντροφοί του έτρεξαν να τον σηκώσουν, δεν μπόρεσαν. Οι σφαίρες είχαν γαζώσει τη σπονδυλική του στήλη και το άψυχο κορμί του δεν κρατιόταν στα χέρια τους, απλωμένα σαν σε ικεσία.

Μου έφερε στον νου ακόμα και την πάνδημη κηδεία, μαζί με δεκαεπτά ακόμα φέρετρα σκοτωμένων ΕΛΑΣιτών, και τη μάνα τους, την κυρία Ειρήνη, που για να φτάσει στη γωνία, Εκάβης και Δήμητρος, την έφεραν οι άνδρες της γειτονιάς σηκωτή στην καρέκλα της.

Μου θύμισε και κάτι παραπάνω. Γιορταστικό, ενθαρρυντικό, ηρωικό.

Μαθαίναμε για μέρες ότι στο Σισμανόγλειο, στο ψηλότερο σημείο της Λεωφόρου Συγγρού, στηνόταν μια αψίδα για να υποδεχτεί τον απελευθερωτικό ΕΛΑΣ στην είσοδό του στην Αθήνα, την πρωτεύουσα της πατρίδας μας. Τρέξαμε όλα τα παιδιά, τα περισσότερα δεν είχαμε δει αψίδα και τα πιο μικρά ίσως δεν ήξεραν τι ήταν αυτό. Την αντικρίσαμε κάποια μέρα, ψηλή, εικονογραφημένη, στολισμένη με σημαίες και λάβαρα με τους ΕΠΟΝίτες της Νέας Σμύρνης, της Καλλιθέας, των Τζιτζιφιών και από άλλες γειτονιές να συγκεντρώνονται τραγουδώντας αντάρτικα τραγούδια.

Διάβαζα, θαυμάζοντας τον συγγραφέα. Πληροφορίες, χρονολογίες, ονόματα, τοποθεσίες, φωτογραφίες, ακριβείς υποσημειώσεις, που όλα μαζί γίνονται μια πρόσκληση για αναγνώστες, ασχέτως φύλου, ηλικίας, οικονομικής επιφάνειας, παιδείας, γραμμένο σε μια ζωντανή γλώσσα, που φανερώνουν έναν συγγραφέα με καθαρή ιστορική κλίση και ικανότητα. Οι τελευταίες σελίδες προκαλούν τον αναγνώστη να πάρει στα χέρια του το βιβλίο και να τις ανοίξει, οπότε και θα βρεθεί μπροστά σε λεπτομερείς χάρτες με τα ονόματα περιοχών, γειτονιών, πλατειών και οδών που πολλά σημεία τους βάφτηκαν με αίμα από τη μάχη της Αθήνας.

Ένα βιβλίο καθαρά ιστορικό, στο οποίο μπορείς να επανέρχεσαι και να πλουτίζεις από γνώσεις.

 

Εμφανίσεις: 883

«Ακόμα μια επέτειος» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

«Ακόμα μια επέτειος» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

Αναρωτιόμουν συχνά για το πόσες όψεις έχει η καθεμιά. Συνολικές ή προσωπικές: εθνικής περηφάνιας, ταπείνωσης, θυσιών, σφαγών, γάμου, γενεθλίων, απόκτησης τέκνων, αγοράς κατοικίας και όποιας άλλης μπορεί ο καθένας να προσθέσει.

Με απασχολούσε/λεί, επίσης, η γνώση του περιεχομένου της επετείου. Αν είναι εθιμοτυπική, ιστορική ή ένας τρόπος για τη διατήρησή της στον χρόνο και αν αυτό σήμαινε συνειδητοποίηση του περιεχομένου. Τη μια απορία ακολουθούσε κάποια άλλη.

Το έτος που διανύουμε συμπληρώνει τα 100 χρόνια του εκδιωγμού των Αρμενίων από τον τόπο τους με την οποιαδήποτε ομαδική ή ατομική απώλεια, συνέπεια και συνέχεια.

Στην Καλλιθέα με τους πέντε συνοικισμούς, όπου μεγάλωσα, είχαμε γείτονες ή συμμαθητές και συμμαθήτριες, που είχαν καταλήξει ως εκδιωχθέντες από τις γενέθλιες πατρίδες τους, όπως από την Αρμενία, την Ασσυρία, τον Πόντο ή τη Μικρά Ασία. Εμείς οι παλιοΕλλαδίτες τούς κοροϊδεύαμε όχι γιατί έμεναν στις παράγκες, χωρίς στέγη, ηλεκτρικό, νερό ή τα πιο βασικά μέσα της ανθρώπινης ζωής και αξιοπρέπειας, αλλά για την προφορά τους ή τις λέξεις που συχνά χρησιμοποιούσαν ακούγοντάς τες στο σπίτι τους, από τους γονείς ή τους παππούδες.

Δεν θυμάμαι αν υπήρχαν αναφορές στα βιβλία της Ιστορίας ή κείμενα στα αναγνώσματα ή αν τα προσπερνούσαν, για εθνικούς λόγους, οι δάσκαλοι ή οι καθηγητές, αν δίνονταν τέτοιες οδηγίες από κυβερνητικές αρχές ή άλλες. Τον όρο «δημογραφικό» τον αγνοούσαμε.

Λίγα χρόνια πριν από το τέλος του προηγούμενου αιώνα, σε μια καθημερινή μου επίσκεψη στο πολυώροφο βιβλιοπωλείο Barns and Noble, στη Union Square, στο Μανχάταν, κοίταζα στους πάγκους τα βιβλία που δεν είχα δει τις προηγούμενες ημέρες, ούτε χτες. Ένα από αυτά τράβηξε ιδιαίτερα την προσοχή μου. Το εξώφυλλο ήταν κάπως γαλάζιο και άσπρο κι έδειχνε μια σειρά ανθρώπων, που κουβαλούσαν στην πλάτη τους μπόγους ή δέματα και πορεύονταν έχοντας κατά μήκος κάποιους ένοπλους να τους οδηγούν, άγνωστο προς ποια κατεύθυνση. Πριν προλάβω να διαβάσω το όνομα του συγγραφέα ή τον τίτλο του βιβλίου, φαντάστηκα πως ήταν μια σκηνή από την καταστροφή της Σμύρνης ή κάτι τέτοιο.

Όταν διάβασα το όνομα του συγγραφέα, Peter Balakian, τονίζοντάς το στο -ιάν, κατάλαβα πως ήταν Αρμένιος και ο τίτλος του Black Dog of Fate, μου έφερε στον νου την έκφραση: «Άντε φύγε, βρομόσκυλο». Δεν ξέρω γιατί. Πήρα το βιβλίο, ανέβηκα στον όροφο με το καφέ, πήρα ένα φλιτζάνι τσάι και άρχισα όχι μόνο να το ξεφυλλίζω, αλλά να το διαβάζω.

Ήμουν ακόμα αρκετά νέα όταν ένα κυριακάτικο πρωινό έλαβα ένα τηλεφώνημα από τις Αρχές του Δήμου της Νέας Υόρκης ή και άλλες, που με καλούσε στην πορεία των Ποντίων στην 5η Λεωφόρο. Επρόκειτο για μια διαμαρτυρία για την 50ή επέτειο του εκπατρισμού του αρμενικού πληθυσμού από τον τόπο του, που είχε συμβεί το 1915. Εκείνη η πορεία, αν και είχαν περάσει αρκετές δεκαετίες, έγινε ο ενδιάμεσος κρίκος ανάμεσα στην επέτειο και στην αναζήτηση του συγγραφέα του βιβλίου. Σύντομα άρχισα τη μετάφρασή του, που εξέδωσε ύστερα από μερικούς μήνες ο εκδοτικός οίκος Καστανιώτη, με τίτλο Το μαύρο σκυλί της μοίρας.

Αναρωτιέμαι, ακόμα και τώρα: τι είναι μια τέτοια επέτειος; Ο εκπατρισμός, η δική μου συμμετοχή στην πορεία ή οποιαδήποτε άλλη μορφή επαναφοράς στη μνήμη ενός γεγονότος, η τυχαία αγορά ενός βιβλίου λόγω του εξωφύλλου, του αυθαίρετου συλλογισμού μιας εικόνας από τον εκδιωγμό των Ελλήνων από τη Μικρά Ασία, η μετάφραση ενός βιβλίου που αναφέρεται στις ταλαιπωρίες ενός λαού ή κάτι άλλο που μου διαφεύγει.

Αλλά οι απορίες δεν έχουν μια απάντηση για πάντα ή μπορεί και να γεννούν άλλες απορίες ή να επεκτείνονται. Αν, για παράδειγμα, ένα ζευγάρι γιορτάζει την επέτειο του γάμου του, τι κάνει ύστερα από κάποια χρόνια που χωρίζει και παίρνει διαζύγιο; Υπάρχει επέτειος διαζυγίου;

Μήπως τέτοια μεγάλα εθνικά θέματα έχουν ανάγκη μιας άλλης επαναφοράς τους, χωρίς να αλλοιωθεί η ιστορικότητά τους, και επανεξέτασής τους από μια άλλη σκοπιά: εθνική, φυλετική, θρησκευτική, φανατική, εδαφική, πολιτική, οικονομική; Ακόμη και αριθμών;

Στα είκοσι έξι χρόνια που ταξιδεύω ετησίως την Τουρκία, βρέθηκα κάποια 29η Μαΐου στην Αλικαρνασσό. Γιόρταζαν τη δική τους επέτειο. Όσο παρακολουθούσα τα πλήθη, τόσο σκεφτόμουν αριθμητικά.

 

Εμφανίσεις: 897

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr