A+ A A-

«Συνεντεύξεις» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

«Συνεντεύξεις» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

Τους τελευταίους πέντε μήνες της εκλεγμένης προηγούμενης κυβέρνησης βρισκόμουν εκτός Ελλάδας, στη Νέα Υόρκη, με μόνιμη συντροφιά τους δυο εραστές μου: το λάπτοπ μου και την ΕΡΤ, που τα κύματά της έφταναν μέχρι το διαμέρισμά μου. Προσπαθούσα να παρακολουθώ, εκτός των δελτίων ειδήσεων, όλα τα προγράμματα στα οποία γίνονταν συζητήσεις με διάφορα πρόσωπα από τον πολιτικό, δημοσιογραφικό, καλλιτεχνικό, πανεπιστημιακό κόσμο, άλλοτε πολύ γνωστά, από τις συχνές εμφανίσεις τους, άλλοτε μετρίως ή, τέλος πάντων, κάποιας κλίμακας ανάμεσα στο πρώτο σκαλί και το τελευταίο. Τις δυο τελευταίες εβδομάδες πριν από τις εκλογές και τον ερχομό μου στην Αθήνα για να ψηφίσω, παρακολούθησα τις συνεντεύξεις των αρχηγών των κομμάτων ή παρομοίως.

Τι θα πει, όμως, συνέντευξη;

Προσωπικά, έτυχε να συνεντευξιαστώ τρεις φορές για να προσληφθώ σε κάποια δουλειά. Η πρώτη ήταν, τότε, ο πλέον φημισμένος ταξιδιωτικός χώρος, ύστερα από μια διαφήμιση σε μια ελληνική καθημερινή εφημερίδα, η δεύτερη το περιοδικό Forbes και τρίτη η Chrysler Corporation, που μου σύστησε το Κρατικό Γραφείο Ευρέσεως Εργασίας.

Ήταν τρεις διαφορετικές εμπειρίες, όπως και οι εξηγήσεις για την πρόσληψή μου που μου δόθηκαν αργότερα από τα αφεντικά. Είχαν μάθει αρκετά για μένα, για το παρελθόν μου, τις σπουδές μου, τις γνώσεις μου, το παρόν μου. Σε καμιά δεν ανταμείφθηκα για τα γαλλικά που είχα μάθει στην Alliance Française στην Καλλιθέα ή την τελειοποίησή τους στη Σχολή Καλογραιών, στη Χαριλάου Τρικούπη στην Αθήνα, αφού δεν τα χρησιμοποιούσα, ούτε για την αγάπη μου στον Μπετόβεν, αφού δεν τον ακούγαμε παρέα. Η αμοιβή μου είχε σχέση με το πόσες ώρες εργαζόμουν. 

Ύστερα από κάποια χρόνια, έτυχε να πάρω η ίδια συνεντεύξεις από υποψήφιους για πρόσληψη, αλλά είχα εκπαιδευτεί γι’ αυτό. Τους καθοδηγούσα πώς να μιλήσουν ή μάλλον να απαντήσουν, τι να φορέσουν, πώς να συμπεριφερθούν, γενικότερα. Και αλλιώς, όταν η κόρη μιας πάρα πολύ φιλικής μου οικογένειας, η Δήμητρα, προσλήφθηκε, αφού πήρε το δίπλωμά της, στη Μόργκαν, της είπαν πώς θα έπρεπε να ντύνεται στη δουλειά.

Μέσα από τους ελληνικούς εργατικούς κύκλους είχα μάθει πως δυο-τρία γραφεία ευρέσεως εργασίας, στη Νέα Υόρκη, είχαν κάνει διάφορες συνεννοήσεις με εργοδότες να τους στέλνουν εργάτες και ύστερα από λίγους μήνες να τους απολύουν, για να επιστρέφουν στα γραφεία και να τους στέλνουν σε άλλον εργοδότη, κι έτσι να πολλαπλασιάζεται η μίζα τους.

Υπήρχε και μια άλλη περίπτωση. Στο Δυτικό Βερολίνο, απ’ όπου ξεκινούσα για το Ανατολικό για χάρη του Μουσείου Περγάμου, είχα μια φίλη, τη Σοφία Αναστασιάδου, κοινωνική λειτουργό, εκλεγμένη με τους Πράσινους στον Δήμο, που είχα επισκεφθεί μερικές φορές και που τελικά η πιο αξέχαστη συζήτησή μας έγινε μετά την πτώση του Τείχους – έτυχε να βρίσκομαι εκεί εκείνη την ημέρα. Οι εργάτες από την Ανατολική Γερμανία, μου είχε πει, δεν είχαν ιδέα περί αιτήσεων και συνεντεύξεων για να πιάσουν δουλειά. Αυτό ήταν θέμα του Κράτους...

Από τους τριακόσιους βουλευτές, αντιπροσώπους στο Κοινοβούλιο εκείνων που τους ψήφισαν, δεν ξέρω τίποτα για κανέναν. Στις συνεντεύξεις τους μιλάνε για την προηγούμενη κυβέρνηση ή την πιο προηγούμενη, αλλά δεν άκουσα ποτέ να λένε κάτι για την καταγωγή τους, την αγωγή τους, την παιδεία τους, τη δουλειά τους, όποια και αν ήταν, για τους γονείς τους και το δικό τους παρελθόν, και τελικά για την άμεση, προσωπική τους συνεισφορά στο κοινωνικό, οικονομικό, πολιτικό τρισδιάστατο σχήμα που καλύπτει ή όχι τον λαό μας.

Αν κάποιος βουλευτής προέρχεται από μια πόλη, κωμόπολη ή χωριό, ίσως οι συγχωριανοί να ξέρουν γι’ αυτά. Για όσους, όμως, ζούμε και ψηφίζουμε στην Αττική, τι μπορεί να ξέρουμε, αν δεν μας τα πει ο ίδιος; Ψηφίζουμε τους αναγνωρίσιμους και η αναγνωρισιμότητα βασίζεται και εξαρτάται από την τηλεόραση.

Πιθανόν αυτό να ισχύει και για τους καλλιτέχνες και τους υπόλοιπους, ακόμα και για τους ανθρώπους της τηλεόρασης, που αν δεν εμφανιστούν για κάποιες ημέρες, εβδομάδες ή λίγο περισσότερο, ξεχνιούνται και αυτοί.

 

Εμφανίσεις: 796

«Η κάρτα» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

«Η κάρτα» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

Είχε ξημερώσει μια υπέροχη μέρα, ήταν η πρώτη Κυριακή του περασμένου Ιουνίου, με γαλανό ουρανό, λαμπερό ήλιο κι ένα ελαφρύ αεράκι, σαν μιας παρατεταμένης άνοιξης.

Λίγο μετά το μεσημέρι, συνάντησα τη φίλη μου Όλγα στη γωνιακή Village-Taverna, για μουσακά και σούπα αυγολέμονο. Το φως του ήλιου εισέβαλλε στο εσωτερικό από τα τζάμια που σχημάτιζαν τη γωνία κι εμείς απολαμβάναμε τις μπουκιές μας, βουτηγμένες σ’ ελληνικό λάδι και μασώντας καλαματιανές ελιές. Η κύρια συζήτηση περιστρεφόταν γύρω από την Ελλάδα που η ειδησεογραφία της, αν κοβόταν φέτες, ήταν μια φέτα καλή ή καλούτσικη και η άλλη πικρή, γεμάτη απογοήτευση. Στο τέλος, η Όλγα πλήρωσε με την πιστωτική της κάρτα.

Έξω στον δρόμο, University Place, ο κόσμος συνωστιζόταν στους πάγκους με τα εμπορεύματα, τα περισσότερα κινεζικής προέλευσης, όπου ήταν στημένη η ημερήσια λαϊκή αγορά, κάτι σαν πανηγύρι. Χαζέψαμε κι εμείς σε διάφορα μπιχλιμπίδια και καθρεφτάκια που αντικατόπτριζαν τα πάντα, όταν εντελώς απρόσμενα η Όλγα μού είπε: «Είναι πολλά χρόνια που είμαι πεισμένη ότι δεν υπάρχει πλέον ιδιωτική ζωή. Όλα είναι κοινά και διαθέσιμα...»

Την κοίταξα ξαφνιασμένη. «Τι εννοείς;» τη ρώτησα.

«Αυτή τη στιγμή, ξέρουν κάποιοι πού βρισκόμουν, τι έφαγα, τι πλήρωσα, ακόμα ότι πλήρωσα για δυο. Αλλά, αν ξέρουν τον έναν βρίσκουν και τον δεύτερο ή τον τρίτο ή όποια άλλη πληροφορία χρειάζονται. Αν είχες πληρώσει κι εσύ με την κάρτα σου, θα ήξεραν για σένα και όσα σε αφορούν».

«Δηλαδή;»

«Τα βρίσκουν όλα μέσα από την πιστωτική κάρτα».

Είχαμε φτάσει στην κατάμεστη από κόσμο Πλατεία της Ένωσης, Union Square, τα δέντρα έριχναν τη σκιά τους, αλλά δεν μπορούσαν να ρίξουν καμιά σκιά πάνω στην ιστορία της. Η φίλη μου είχε πάρει δουλειά στο σπίτι και βιαζόταν να επιστρέψει.

Αυτός ο σύντομος, περιεκτικός διάλογος με γύρισε δεκαετίες πίσω, σε αναμνήσεις από δυο φίλες σε διαφορετικές εποχές και μια πρόβλεψη ενός μεγάλου επιχειρηματία.

Η Αννέτα, ένα πολυτάλαντο κορίτσι, κόρη της Ελένης, μιας επίσης πολυτάλαντης μητέρας, που της είχε μεγάλη αδυναμία, της είχε κάνει δώρο για την εισαγωγή της σ’ ένα πανεπιστήμιο, μερικές ώρες μακριά από τη Νέα Υόρκη, μια πιστωτική κάρτα, την οποία τροφοδοτούσε πολύ συχνά στην τράπεζα.

Κάποιο γιορταστικό Σάββατο, με κάλεσε η Αννέτα να τη συναντήσω σ’ ένα εστιατόριο, όπου η ίδια δεν θα αποφάσιζα να πάω ποτέ λόγω του τιμολογίου του, αν και εργαζόμουν, ενώ εκείνη ήταν φοιτήτρια. Παρήγγειλα μια σαλάτα, εξάλλου είμαι χορτοφάγος, και νερό, αντίθετα από εκείνη που, κοιτάζοντας το μενού, διάλεξε το ακριβότερο πιάτο.

Η συζήτησή μας έκανε κύκλους γύρω από τις σπουδές της, τα σχέδιά της, τη συμμετοχή της σε μια φοιτητική θεατρική παράσταση, την αγάπη μας για την όπερα, της ανέφερα την τελευταία που είχα δει στο Lincoln Center στη Νέα Υόρκη, κι εκείνη χαρούμενη μου είπε ότι η μητέρα της είχε κλείσει μια ημερομηνία στο Carnegie Hall, όπου θα εμφανιζόταν ως επίδοξη υψίφωνος και θα τραγουδούσε άριες από την Κάρμεν του Μπιζέ.

Όταν ήρθε ο λογαριασμός κι έφριξα από το ύψος του, η Αννέτα με καθησύχασε ότι θα τον πλήρωνε τους επόμενους μήνες. «Η πιστωτική κάρτα», μου είπε καθώς μου την έδειχνε, «είναι η απόδειξη της μεγάλης Δημοκρατίας της Αμερικής. Δίνει τη δυνατότητα στον κάτοχό της να ζει σαν τον Ροκφέλερ».

Η αντίδρασή μου δεν την πτόησε καθόλου, όπως δεν πτοούσε και τη φίλη μου τη Νόλη, που δεν είχε ταξιδέψει στην Ελλάδα να δει τη μητέρα της τα τελευταία τρία χρόνια. «Είσαι και μοναχοκόρη», της επισήμαινα.

Όταν με καλούσε στο διαμέρισμά της, δεν έβρισκα πού να καθίσω. Καρέκλες, καναπέδες, κασέλες ή όποια καθιστική επιφάνεια υπήρχε ήταν φορτωμένη με μπλουζάκια, φουστίτσες, ζακετάκια, καλσόν, ρόμπες κι ένα σωρό άλλα αξεσουάρ και στοίβες από παπούτσια και διάφορα γυναικεία είδη.

«Φταίνε οι κάρτες», έλεγε και μου τις έδειχνε. Ήταν από τα πιο ακριβά καταστήματα.

«Αλήθεια», απορούσα, «όλα αυτά αντικαθιστούν τη χαρά που θα έδινες στη μητέρα σου να σε δει; Κάποια μέρα θα το μετανιώσεις».

Ακουγόμουν ρομαντική. Αναγνώριζα πως ήμουν κόρη της μαμάς μου, που δεν υπήρξε ποτέ πελάτισσα κανενός δοσά απ’ όσους έρχονταν στη γειτονιά μας.

Κάποια μέρα, με φώναξε στο γραφείο του the boss, που για μένα ήταν ο Νίκος –ήμασταν φίλοι, ήμουν φίλη με τα αδέλφια του και συμπαθούσα τη μητέρα τους– και μου ανήγγειλε τις προβλέψεις του, αφού πρώτα με ρώτησε αν ήξερα το χρέος της Αμερικής.

«Όχι».

«Επειδή οι τράπεζες δεν ανοίγουν τα βιβλία τους».

Και περισσότερα να μου έλεγε, πάλι δεν θα καταλάβαινα. Τον κοίταξα απορημένη.

«Ξέγραψε την οικονομία στην Ελλάδα», μου δήλωσε.

«Τι εννοείς;»

«Μπήκε στη ζωή των Ελλήνων η κάρτα», είπε με μια δυσάρεστη αναμονή στη φωνή του.

«Ποια κάρτα;»

«Η πιστωτική».

 

Εμφανίσεις: 845

«Κέρματα» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

«Κέρματα» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

Η δυσκολία μου σε αυτό το κείμενο ήταν ο τίτλος. Πάλευα ανάμεσα σε αυτόν που αποφάσισα και στα «Ρέστα», που βρίσκονται δαχτυλογραφημένα σε μακριές κόλλες στα ράφια του σπιτιού μου στην Αθήνα, με την υπογραφή του Κώστα Ταχτσή, που έλαβα πολλά χρόνια πριν και, χωρίς να είμαι σε θέση να ελέγξω τώρα από τη Νέα Υόρκη, μου τις είχε στείλει από την Αυστραλία. Είχα διαβάσει το διήγημα και το είχα φυλάξει σαν ένα απροσδόκητο δώρο ενός συγγραφέα με τον οποίο δεν είχα αναπτύξει καμιά ιδιαίτερη φιλία.

Πολλές δεκαετίες πριν, ακόμα και ο χρόνος είναι ρατσιστικός, στο πρώτο μου ταξίδι Αθήνα – Νέα Υόρκη, με ένα από τα υπερωκεάνια που διέσχιζαν τότε τον Ατλαντικό, διάβαζα ένα βιβλίο, υποψιάζομαι το όνομα του συγγραφέα και τον τίτλο, που επίσης δεν θυμάμαι αν το είχα φέρει μαζί μου ή το είχα δανειστεί από τη βιβλιοθήκη του πλοίου.

Ο πλους διαρκούσε έντεκα ή δώδεκα ή δεκατρείς ημέρες, το καθημερινό πρόγραμμα ήταν απολαυστικό ή ανιαρό και μετά το κολύμπι στην πισίνα του Υ/Κ ξανάπιανα το ίδιο βιβλίο, ξαναδιάβαζα σκόρπιες σελίδες του, μέχρι που κάποια μέρα αγόρασα από το κατάστημα του πλοίου ένα μεγάλο σε σχήμα και πολυσέλιδο τετράδιο. Είχα πάρει την απόφαση, θα το μετέφραζα.

Ύστερα από τόσα «δεν θυμάμαι», θα γράψω ακόμα ένα: Είχα μαζί μου λεξικό; Μάλλον όχι. Θυμάμαι, όμως, ότι δεν έπαυα να μεταφράζω, χωρίς να πάψω, ταυτόχρονα, να αναρωτιέμαι πώς ήξερα τη γλώσσα, ή τις γλώσσες, ώστε να μεταφέρω ένα κείμενο που το θέμα του ήταν για μένα πρωτάκουστο.

Μια γκανγκστερική συμμορία, σε κάποια Πολιτεία της Αμερικής, για να εκδικηθεί την εφορία –οι νόμοι της και οι κανονισμοί της είναι για όλες τις Πολιτείες οι ίδιοι– θα έκανε μια εκστρατεία/έφοδο σε όλη την επικράτεια και θα συνέλεγε όλα τα κέρματα από κάθε είδους μηχανήματα, μικρά ή μεγάλα, που δεν πουλούσε ποτέ, παρά μόνο τα παραχωρούσε με ενοίκιο, και έτσι θα κατέστρεφε την οικονομία της χώρας.

Από την ημέρα που άρχισα να περπατάω τους δρόμους του Μανχάταν, έβλεπα παντού στημένα μηχανάκια που πωλούσαν από τσίχλες μέχρι τσιγάρα, από εφημερίδες μέχρι χαρτομάντιλα, από είδη ψιλικών μέχρι επιλογή μουσικής και τραγουδιών στα jukebox, στα φαγάδικα και στα μπαρ πάνω στα τραπέζια ή στους τοίχους, με την εγκοπή για την εισδοχή των κερμάτων, ακόμα και για την είσοδο στον υπόγειο –subway– ή στο λεωφορείο, ή το μικρό, σαν στρογγυλό φασολάκι, dime – 10 εκατοστά του δολαρίου, για τα υπαίθρια τηλέφωνα, σε θαλάμους ή αλλού. Το dime, 10 σεντς, το είχα μάθει από τις αναφορές στο Μεγάλο Κραχ ή Κρίση όταν οι άνθρωποι ζητιάνευαν με τα ίδια λόγια: Can you spare a dime? Σου περισσεύει μια δεκάρα; Από τα περισσότερα ψιλικά που αγόραζε κάποιος με κέρματα, η αξία τους δεν ξεπερνούσε το quarter, στο μέγεθος της δραχμής της εποχής μου ή του ευρώ, ή 25 λεπτά του δολαρίου.

Αυτό που ακουγόταν τόσο απλό, ή σαν μια απειλή. Ωστόσο, οι γκάνγκστερ είχαν τους δικούς τους οικονομολόγους. Ναι, θα κατέστρεφαν την οικονομία της Αμερικής. Ο αγοραστής δεν θα έπαιρνε ποτέ ρέστα από ένα δολάριο, ή ένα πεντοδόλαρο ή ένα χαρτονόμισμα των δέκα ή είκοσι δολαρίων, και τα μπουκαλάκια και τα τενεκεδάκια της κόκα κόλα θα στοιβάζονταν στις αποθήκες, όπως και πολλά άλλα εμπορεύματα. Τα εργοστάσια που παρήγαν προϊόντα μικρότερης αξίας του ενός δολαρίου θα έκλειναν, οι εργάτες θα έχαναν τη δουλειά τους, οι πολίτες δεν θα μασούσαν τσίχλα, δεν θα κάπνιζαν, δεν θα χρησιμοποιούσαν τα μέσα μαζικής μεταφοράς και δεν θα τηλεφωνούσαν ούτε σε ώρα ανάγκης. Ρέστα δεν θα έπαιρναν.

Οι γνώσεις μου έφταναν μέχρι εκεί. Όμως έμαθα να κυκλοφορώ με κέρματα και όσα περισσεύουν να τα ρίχνω σ’ έναν κουμπαρά. Αυτή την τακτική τη διατηρώ ακόμα, κυρίως όταν ταξιδεύω.

Στις μέρες μας βλέπω ότι τα ΑΤΜ των τραπεζών στην πατρίδα βγάζουν, με τη γλώσσα τους στον πελάτη, άσχετα με το ποσό των πιθανών καταθέσεών του, χαρτονομίσματα των 20, των 50 ή πιο σπάνια των 10 ευρώ, και αναρωτιέμαι αν ο κουλουρτζής στη γωνία του σπιτιού μου ή λίγο πιο πέρα από την πλατεία βρίσκεται ακόμα στο πόστο του και αν υπάρχουν ακόμα πελάτες που αγοράζουν ένα κουλούρι για 20 ευρώ, ή που βρίσκει ο κουλουράς κέρματα για να δώσει ρέστα.

Έχω ξοδέψει αρκετές ώρες πηγαίνοντας σε βιβλιοπωλεία γυρεύοντας το βιβλίο που μετέφραζα στο πρώτο μου ταξίδι, δεν ξέρω τι έγιναν και το βιβλίο και οι σελίδες, και παίρνω από τα ράφια βιβλία που γράφτηκαν και εκδόθηκαν τις δεκαετίες του 1940, 1950, 1960, μήπως σε κάποια σελίδα αναγνωρίσω κάποια παράγραφο που να μου θυμίσει το βιβλίο της απειλής της συγκομιδής των κερμάτων από τους γκάνγκστερ.

Ταυτόχρονα, αναγνωρίζω τις ελλείψεις μου σχετικά με την οικονομία που διαμορφώνει η κάθε χώρα ή αν είναι διασυνδεδεμένες σε όμορα ή πλατύτερα σύνορα ή παγκόσμια, και ποια είναι η συμμετοχή του λαού της ή η αντίδρασή του. Δηλαδή, οι δεκαετίες έχουν πολλά κοινά σημεία, μόνο που αλλάζουν οι επωνυμίες και οι δείκτες των χρηματιστηρίων.

Όμως, το ερώτημα που διαμορφώνεται και διογκώνεται στο μυαλό μου είναι, μήπως το χρήμα είναι στρογγυλό για να κυλάει, όπως έλεγε ο μπαμπάς μου και όπως είναι σήμερα το ευρώ; Ποιος ελέγχει την αφετηρία του, την πορεία του και το τέρμα του;

Τα είχε πει ο Έζρα Πάουντ, που είχε επιμεληθεί και συμβουλέψει τον Τ.Σ. Έλιοτ, για την ποιητική Έρημη χώρα, πολέμιος των τραπεζών, που τον έκλεισαν σ’ ένα μετακινούμενο κελί με κάγκελα, σαν αυτά που κρατάνε έγκλειστα τα λιοντάρια, για να τον καταδικάσουν.

 

Εμφανίσεις: 1017

«Τυχαία» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

«Τυχαία» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

Παλαιότερα, ανάμεσα στις διάφορες λαϊκές προκαταλήψεις, υπήρχε κι εκείνη ότι οι μαθήτριες δεν ήταν καλές στα μαθηματικά και τα άλλα συναφή μαθήματα, όπως τα αγόρια. Δεν ήξερα αν αυτή ήταν η αιτία που εμείς πηγαίναμε σε σχολεία θηλέων και εκείνα στων αρρένων. Στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, που μαθαίναμε την προπαίδεια, 3x7, 7x9, κ.λπ., όλα τα κορίτσια τη λέγαμε απέξω κι ανακατωτά. Ξαφνιαζόμουν συχνά όταν καμιά γειτόνισσα έλεγε στον παντοπώλη, τόσο ρύζι, τόση ζάχαρη, τόσο αλεύρι, κάνουν 7,90 ή 6,72 δραχμές ή κάτι παρόμοιο, χωρίς να κρατάνε χαρτί και μολύβι, αλλά περιμένοντας τα ρέστα.

Προσωπικά, μου άρεσε η κοσμογραφία και η γεωμετρία. Αργότερα, ήρθε το μάθημα της Ιστορίας. Μου άρεσαν τα αρχαία ονόματα των βασιλιάδων, των βασιλισσών, του Ετεοκλή και του Πολυνείκη, και όταν διάβαζα κάποιο καινούργιο όνομα, έψαχνα στα βιβλία την ιστορία τους. Θα μου άρεσε η ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, αλλά με ενοχλούσε, κάπως, ο τίτλος «κατακτητής» που τον ακολουθούσε.

Αυτό που με στενοχωρούσε στην Ιστορία ήταν οι πόλεμοι. Αναρωτιόμουν αν θα υπήρχε χωρίς αυτούς. Το καταφύγιό μου ήταν ο Χρυσούς Αιώνας του Περικλή, η επίσκεψη στην Ακρόπολη, ο Φειδίας, ο Πραξιτέλης, και θα διάβαζα πιο συστηματικά την Οδύσσεια και την Ιλιάδα αν δεν είχαν τόσες πολεμικές ανταποκρίσεις, τόσες εξορίες, τη Μήδεια και την Εκάβη.

Μου διέφευγε η οικονομία εκείνων των εποχών, παρότι είχα μάθει τη λέξη μνας, αλλά όχι η απόκτησή της, η αποταμίευσή της και η κατανάλωσή της. Ακόμα και από τη θρησκευτική ιστορία είχα μια έμμονη ερώτηση, δεν την υπέβαλλα σε κανέναν: Τι θα τα έκανε τα τριάντα αργύρια ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, αν δεν είχε κρεμαστεί;

Τελικά συνέδεα, κατά κάποιον τρόπο, το χρήμα με την εξουσία, την προδοσία και τον πόλεμο.

Η μεγάλη στροφή έγινε με τη λογοτεχνία. Διαβάζοντας μάθαινα γεωγραφία, Ιστορία, παλατιανές ίντριγκες, ανθρώπινες συμπεριφορές, αισθήματα και συναισθήματα, την πείνα και την απληστία, τις πολιτικές ιδεολογίες, τις πηγές τους και τις κατευθύνσεις τους, τις επαναστάσεις και τις αντεπαναστάσεις. Χρειάστηκαν δεκαετίες για να τα τυλίξω όλα αυτά μέσα σε μια μεμβράνη σαν ένα ρόδι, και να ανασύρω κάθε φορά που εμφανιζόταν μια καμπή, του ύψους ή του βάθους, ένα σπυρί του και να βρω τη συνοχή του ή τη μοναδικότητά του. Δεν τα κατάφερνα, μου έλειπαν τα εργαλεία. Κατέφευγα στα βιβλία, στην ποίηση, στο θέατρο.

Σε κάποιο ράφι στεκόταν όρθιος, με σκληρά εξώφυλλα, ο Johann Wolfgang von Goethe, ο γνωστός Γκαίτε, και τον πήρα στα χέρια. Τον άνοιξα και είδα τον τίτλο του έργου του. Οι πρώτες αράδες που διάβασα, από τον πρόλογο, ήταν χρονικά καθοριστικές: Ο Φάουστ, στη μορφή που τον ξέρομε σήμερα, δεν εμφανίστηκε πριν το 1808. Διάβαζα αποσπασματικά, αλλά ο πειρασμός μπήκε μέσα μου από την πρώτη σελίδα του έργου:

ΦΑΟΥΣΤ

ΠΡΕΛΟΥΔΙΟ ΕΠΙ ΣΚΗΝΗΣ

Μάνατζερ:
Εσείς οι δυο, που πολλές φορές βάλατε ένα χεράκι
βοηθείας, στις ανάγκες και τα βάσανα,
ελάτε, πείτε μου τις προσδοκίες σας
γι’ αυτή, την επιχείρησή μας, στη χώρα της Γερμανίας!
Μακάρι ο λαός να νιώθει ότι τον χειριζόμαστε καλά,
ειδικότερα αφού επιβιώνει και μου επιτρέπει να ζω κι εγώ.
Τα πόστα σας έχουν κρατηθεί, η αίθουσα της επιτροπής είναι πλήρης
και όλοι περιμένουν το δείπνο που θα τους προσφέρω.
Βρίσκονται ήδη εκεί, με περίεργα ανασηκωμένα φρύδια,
κάθονται σοβαροί κι ελπίζουν να εκπλαγούν.
Ξέρω πως κι ενός ακόμα από το Λαό η γεύση μπορεί να κολακέψει
κι όμως εδώ νιώθω μια τεράστια αμηχανία.
Σε αυτό που είναι συνηθισμένος ο λαός δεν είναι σπουδαίο πράγμα,
όμως, αλίμονο! Έχουν διαβάσει πάρα πολλά.
Τι να κάνουμε για να είναι όλα φρέσκα και καινούργια –
ένα σπουδαίο πράγμα, κι όμως να είναι ελκυστικό;
Γιατί είναι ευχαρίστησή μου να τους βλέπω να ξεσηκώνονται,
όταν στην αίθουσά μας το ρεύμα πάει τόσο γρήγορα
και με τρομερή, και συχνά με επαναλαμβανόμενη αναστάτωση,
στριμώχνονται να βγουν μπροστά από τη στενή εξώθυρα της χάριτος.
Ακόμα και με το φως της ημέρας, σπρώχνουν και μπουκάρουν μέσα
για να φτάσουν στον πάγκο του πωλητή, ένας αγωνιζόμενος οικοδεσπότης,
και όσο για το ψωμί, μαζεύονται γύρω γύρω από την πόρτα ενός φούρνου, εξαιτίας του λιμού,
που για να πάρουν ένα κουπόνι κόβουν και το λαιμό τους.
Αυτό και μόνο το θαύμα μπορεί να παρακινήσει τον Ποιητή
για τόσο διαφορετικούς ανθρώπους, φίλε μου, προσευχήσου, δείξε το.

Οι διάλογοι με προσέλκυαν, όσο διακεκομμένοι και αν ήταν. Όπως η ακόλουθη ατάκα:

Ποιητής:
Δεν καταλαβαίνεις πως μια τέτοια συναλλαγή υποβαθμίζει.
Πόσο δεν ταιριάζει καθόλου στον Καλλιτέχνη, τον περήφανο και τον αληθινό
η τσαπατσούλικη δουλειά που κάθε άξιος άνθρωπος ψάχνει
είναι, όπως καταλαβαίνω, το στοιχείο σας.

Μάνατζερ:
Μια τέτοια καταγγελία καθόλου δεν προσβάλλει.
Κάποιος που περιμένει αποτελέσματα
πρέπει να χρησιμοποιεί τα εργαλεία που ταιριάζουν καλύτερα.
Ας πούμε ότι σου δίνουν ένα μαλακό ξύλο να το σχίσεις
και τότε βλέπεις για ποιον γράφεις.
Και το χειρότερο είναι, πολλοί
μόλις που διάβασαν τον καθημερινό τύπο...
[...]
Κοίτα να μπερδέψεις το ακροατήριό σου.
Το να το ικανοποιήσεις είναι καθήκον –
Τι σε πονάει τώρα; Το να υποφέρεις ή το να χαίρεσαι;

Ποιητής:
Πήγαινε να βρεις κάποιον άλλο, πιο υπάκουο σκλάβο.

Εύθυμος-Άντριου:
Τότε στο έργο σου, κοίτα το ωραιότερο λουλούδι
που μάζεψε η νεολαία, για ν’ ακούσεις την αποκάλυψη!
Κάθε τρυφερή καρδιά, μ’ ευαίσθητη δύναμη
μασουλάει μελαγχολική τροφή από τα καμώματά σου...

Ποιητής:
Τότε δώσε μου πίσω τα χαρούμενα χρόνια
[...]
Ω, δώσε μου πίσω τη νιότη μου.

ΥΓ. Με ελάχιστες και ασήμαντες ελευθερίες στη μετάφραση.

 

Εμφανίσεις: 1067

«Φλαμίνγκο» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

«Φλαμίνγκο» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

Ο τίτλος στο εξώφυλλο, Το πέταγμα του φλαμίνγκο, μ’ έναν πίνακα που μ’ έβαλε στον πειρασμό να μαντέψω σε ποια πόλη ήταν αυτή η γειτονιά με τις εξωτερικές σκάλες στα κτίρια πάνω από μισή ταμπέλα REST, τράβηξε την προσοχή μου με κάποια παρελθούσα συγκίνηση. Μπήκα στο βιβλιοπωλείο και αγόρασα το βιβλίο.

Στο καφέ Φίλιον, που έφτασα ύστερα από μερικά λεπτά, διάλεξα μια θέση σε μια γωνία και κοίταξα ακόμα πιο καλά το εξώφυλλο πάνω στο τραπεζάκι, προσπαθώντας να το διασυνδέσω με τα ροζ ή λευκά/ροζ μεγάλα πουλιά με τα αδύνατα ψηλά πόδια, που είχα δει άλλοτε από κοντά.

Ήμουν καλεσμένη από τον Σύνδεσμο Γυναικών Ξάνθης, πριν από χρόνια, για μια ομιλία γύρω από τα γυναικεία θέματα. Ένιωθα ημιτελής, ακόμα το νομίζω. Δεν ήμουν σύζυγος, δεν ήμουν μητέρα, παρά μόνο μια εργαζόμενη γυναίκα, αφιερωμένη, κάπως, σε αγώνες για διάφορα ανθρώπινα αιτήματα.

Ένας φίλος, καθηγητής, τότε, στο Πανεπιστήμιο της Ξάνθης, προσφέρθηκε δυο-τρεις φορές να με ξεναγήσει σε κάποια μέρη που είχαν το δικό τους ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ένα από αυτά ήταν η Λίμνη Βιστωνίδας, που με άφησε άφωνη από την ομορφιά της, τη λιμνοθάλασσά της, τόσο πλατιά και τόσες ανταύγειες, τα πουλιά της στην επιφάνεια των υδάτων της ή πετούμενα μονά ή ομαδικά. Μου ήταν όλα άγνωστα.

Τα φλαμίνγκο σε πόλεις; αναρωτήθηκα και άρχισα να διαβάζω. Ο σερβιτόρος μού έφερε τον καφέ, αλλά ούτε μ’ ένοιαξε. Η ροή της γραφής με παρέσυρε, η οικονομία της γλώσσας, οι εναλλασσόμενες εικόνες/σκιές, οι ανταλλασσόμενοι διάλογοι, φυτεμένοι μέσα στο κείμενο, μου αφαιρούσαν κάθε δυνατότητα να σταματήσω, έστω για να πιάσω το φλιτζάνι του καφέ, να προσθέσω ή να αφαιρέσω μια φράση ή μια λέξη.

Ο παρελθών χρόνος γινόταν παρόν ή το παρόν επέστρεφε στο παρελθόν ή ο χρόνος καταργείτο κι έμενε η λογοτεχνία στον αιώνα τον άπαντα. Έμεναν, ακόμα, οι χώρες, οι πόλεις, οι γλώσσες, ο έρωτας, τα γεγονότα, οι εγκαταλείψεις, οι αφίξεις και αναχωρήσεις, τα ονόματα εκείνων που είχαν προσφέρει στα γράμματα και τις τέχνες, οι προσωπικές και εθνικές επαναστάσεις, οι στροφές και οι επιστροφές. Ώσπου, έφτασα στο τέλος ενός διηγήματος: «Περίεργο που έπεσε. Κανονικά θα έπρεπε να είχε πετάξει ψηλά. Σαν φλαμίνγκο».

Είχα νιώσει κάποια ανάμεικτα αισθήματα για εκείνη που αντικατέστησε κάποιο από τα φλαμίνγκο που είχα δει κάποιες δεκαετίες πριν.

Ζήτησα έναν δεύτερο καφέ, ο σερβιτόρος κοίταξε το άθικτο φλιτζάνι και ύστερα από λίγο έφερε και ακούμπησε, χωρίς να πει τίποτε, το δεύτερο.

Κράτησα για μερικά λεπτά το βιβλίο στα χέρια μου κλειστό, κοίταξα και πάλι το εξώφυλλο, μέτρησα τους ορόφους, άραγε από ποιον έπεσε, αναρωτήθηκα.

Δεν θα άφηνα το βιβλίο – για να πάω πού;

Άρχισα να διαβάζω το επόμενο διήγημα. Βρέθηκα σε μια άλλη πόλη, άκουγα μια άλλη γλώσσα, ζούσα μια άλλη εποχή. Ώσπου, έφτασα στα εσωτερικά ερωτήματα του συγγραφέα: «Περίεργο πράγμα οι αναμνήσεις. Κάτι σαν όνειρο. Σχηματίζεται η εικόνα, βλέπω τα πράγματα, βλέπω τα πρόσωπα... Όποτε νιώσω την ανάμνηση, όποτε δηλαδή θυμηθώ την εικόνα και την ανασύρω στην επιφάνεια του νου και της ψυχής ταυτόχρονα, συγκερασμένα, απόλυτα, σπάει μέσα μου κάτι. Τότε δεν έσπαγε. Τότε ήταν το παρόν...»

Έσπασα τον δικό μου χρόνο.

Έκανα νόημα στον σερβιτόρο και του ζήτησα έναν καφέ για να τον πάρω μαζί μου. Με κοίταξε λίγο παράξενα. Κοίταξε και το εξώφυλλο του βιβλίου. Δεν τον ρώτησα αν είχε δει ποτέ του φλαμίνγκο.

Πήρα τον καφέ, έβαλα τα δάχτυλά μου ανάμεσα στη σελίδα με τις απορίες του συγγραφέα, Δημήτρη Φωτόπουλου, και τον πίνακα/εξώφυλλο του Παναγιώτη Σταυρόπουλου, και βγήκα από το Φίλιο.

Περπατώντας για το σπίτι, κρατώντας το βιβλίο, που μ’ έκανε να τρέμω, και τον τρίτο καφέ, επαναλάμβανα τον αριθμό της σελίδας μήπως και μου διαφύγει και τον ψάχνω. Ενδόμυχα, έλεγα μακάρι. Θα ξαναδιάβαζα το βιβλίο από την πρώτη σελίδα.

Μπήκα στο διαμέρισμα, ακούμπησα κάπου τον καφέ, κάθισα σε μια πολυθρόνα και άνοιξα το βιβλίο στη σελίδα όπου είχα διακόψει την ανάγνωση. Όταν τελείωσα το διήγημα, προστέθηκε ακόμα ένα ερώτημα: Πόσα χρόνια μπορεί να κρατήσει κάποιος μέσα του τις αναμνήσεις του – ή ήταν η απάντηση του συγγραφέα, «περίεργο πράγμα οι αναμνήσεις»; Τι κάνει κανείς μ’ αυτές; Τις απωθεί; Τις ανασύρει; Τις εκφράζει προφορικά συσχετίζοντας τες με κάποιο γεγονός, τις ζωγραφίζει, τις κάνει στίχους, τραγούδια, μελωδία, κινηματογραφική ταινία; Και ο αναγνώστης, ο θεατής, ο ακροατής, τι χρωστάει στον δημιουργό οποιασδήποτε μορφής με την οποία αναπλάθει τις δικές του αναμνήσεις, ώσπου γίνονται δικό του απόκτημα κι ένα κομμάτι μιας τέχνης ή μιας –άλλοτε συνειδητής και άλλοτε ασυνείδητης– κληρονομιάς;

Έκλεισα το βιβλίο, χωρίς να ανοίξω το καπάκι του καφέ.

Αχ, γιατί τα βιβλία έχουν τελευταία σελίδα, αφού η ζωή συνεχίζεται.

 

Εμφανίσεις: 1301

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr