A+ A A-

«Άνευ» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

«Άνευ» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

Η πρώτη φορά που διάβασα, στην Α’ τάξη Δημοτικού, τη λέξη άνευ ήταν πάνω στο καφετί χοντρό εξώφυλλο ενός μεγάλου βιβλίου, με μεγάλα γράμματα, στον τίτλο: ΜΕΘΟΔΟΣ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΑΝΕΥ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ. Το βιβλίο ήταν της αδελφής μου Ρουμπίνης κι έτρεξα να τη ρωτήσω τι θα πει άνευ.

«Μέθοδος τι θα πει ξέρεις;» με ρώτησε.

Ούτε αυτή τη λέξη ήξερα, αλλά η άνευ, προφανώς, μου είχε κάνει μεγαλύτερη εντύπωση ή ήταν πιο εύκολη να τη διαβάσω και να την πω, αν και δεν θυμάμαι αν τη διάβασα άνεφ.

Μεσολάβησε ο μπαμπάς μας και μου έλυσε την απορία – ούτε θυμάμαι αν μάλωσε τη Ρουμπίνη, που δεν μου απάντησε ευθέως εκείνη. Συνήθως οι γονείς μας δεν μας μάλωναν.

Αυτή η σκηνή, που συνέβη πριν από δεκαετίες δεκαετιών, επανήλθε στη μνήμη μου τον περασμένο Σεπτέμβρη, με τον τίτλο: «Άνοιξαν τα σχολεία άνευ διδασκάλων». Είχε προηγηθεί ο αγιασμός κι ακολούθησε το κλείσιμο των σχολείων. Ήταν τόσο παράλογο αυτό και ο αγιασμός χωρίς αντίκρισμα ή, τουλάχιστον, μερικός. Ο αγιασμός είχε τελεστεί μόνο για έναν αριθμό μαθητών σε σχολεία, δημοτικά, γυμνάσια, λύκεια, οποιουδήποτε νησιού, χωριού, κωμόπολης, πόλης ή ακόμα και της πρωτεύουσας με το υπέροχο όνομα Αθήναι και των προαστίων, καθώς και της μεγαλούπολης Θεσσαλονίκης.

Τι είναι το σχολείο, οποιασδήποτε βαθμίδας – ένα κτίριο ή οι ζωντανές υπάρξεις που το εμψυχώνουν;

Το συγκλονιστικό, όπως το ένιωσα ή εξακολουθώ να νιώθω ακόμα, θέμα δεν ήταν/είναι ο ακριβής αριθμός των άνευ, αλλά η κρατική, αχαρακτήριστη – αδιαντροπιά; αδιαφορία; ανευθυνότητα; Και, έστω, η μη αντίδραση των παρευρισκόμενων διδασκάλων, οι οποίοι παρέμειναν στη θέση τους για να διδάξουν ένα ποσοστό μαθητών.

Έμοιαζε με σκηνή απεργών και απεργοσπαστών, άνευ συνειδητής και εθελούσιας αποχής των απεργών, ενώ οι δεύτεροι κατέχονταν από τον φόβο μήπως εκδιωχθούν από την έδρα τους, ως αντιστασιάζοντες στις αποφάσεις της κυβέρνησης ή του υπουργείου Παιδείας. Η τελευταία υπόθεση, που έκανα, ήταν/είναι: ίσως οι εργαζόμενοι γενικά, σε παρόμοιες περιπτώσεις, να φοβούνται να διαμαρτυρηθούν για την έλλειψη διάφορων στοιχείων και επικουρικών ειδών, μήπως χάσουν τη δουλειά τους και αυτοί. Έχουμε φτάσει στα όρια των μη διαμαρτυρόμενων, ακόμα και στις στάσεις των λεωφορείων για την αραιή δρομολόγησή τους, όπου οι επιβάτες περιμένουν υπομονετικά την άφιξή τους, ή στις τράπεζες όπου η αναμονή περνάει, πολλές φορές, τη μισή ώρα. Έχω, επίσης, όπως όλοι μας, ακούσει και επισκεπτόμενη ασθενείς επιβεβαιωθεί ότι και αρκετά νοσοκομεία λειτουργούν άνευ ιατρών διαφόρων ειδικοτήτων, βοηθητικού προσωπικού, υλικών και άλλων σχετικών με τη δημόσια υγεία. Οι ασθενείς προσκομίζουν κλινοσκεπάσματα και άλλα είδη απαραίτητα στην καθημερινότητα ακόμα και ενός υγιούς ανθρώπου.

Παρ’ όλη την προσπάθειά μου να παρακολουθώ την καθημερινή ειδησεογραφία, έντυπη ή διαδικτυακή, υποψιάζομαι πως μπορεί να μου έχουν διαφύγει και άλλα ιδρύματα, σχετικά με την κανονική λειτουργία του κράτους, που δηλώνουν άνευ κάποιων έμψυχων ή υλικών αγαθών.

Η αφαίρεση, ο υποβιβασμός, η μείωση, τι αποτελέσματα αποφέρουν στο άτομο, την οικογένεια, την πόλη, τη χώρα; Η πτώση είναι ταξική, φανερή, ορατή, αισθητή, συνειδητή, ιάσιμη, άγνωστης χρονικής διάρκειας, προγραμματισμένη εκ των προτέρων, αναπάντεχη, φορέας απελπισίας, κατάθλιψης, υπεύθυνη για την απαισιοδοξία, ισχυρότερη από τη ζωή; Ποιο τμήμα σπουδών ερευνά συγκριτικά τις αυτοκτονίες – τα ποσοστά, τις αιτίες, την αύξησή τους, τον περιορισμό τους, την ανατροπή τους;

Κάποτε ρώτησα μια παρέα Σουηδών πού οφείλονται οι αυτοκτονίες. Η πρώτη απάντηση ήταν ότι η θρησκεία τους δεν την απαγορεύει στις Καθολικές ή άλλες κοινωνίες. Ξαφνιάστηκα γιατί, στα πέντε χρόνια που είχα ζήσει στη χώρα τους, δεν είχα ποτέ παρατηρήσει καμιά θρησκευτικότητα. Αντίθετα, την ήξερα ως στατιστικά οργανωμένη.

Όλα αυτά ή και περισσότερα με οδηγούν στο ερώτημα: πώς αντιδρά ή δεν αντιδρά ο λαός μας; Με αδιαφορία, με φόβο ή με άρνηση της πραγματικότητας.

 

Εμφανίσεις: 1213

«Θάλασσα» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

«Θάλασσα» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

Ταξίδευα από τα Δαρδανέλια για το νησί της Ίμβρου με μια καινούργια φίλη, Τουρκάλα, η οποία είχε αλλαξοπιστήσει για να παντρευτεί τον άνδρα που είχε αγαπήσει, ζώντας και οι δυο στη Γερμανία, είχαν αποκτήσει έναν γιο, που τον βάφτισαν σε κολυμπήθρα σ’ ελληνική ορθόδοξη εκκλησία, μου είχε δείξει τις γαμήλιες φωτογραφίες και της βάπτισης και μου είχε εκμυστηρευτεί ότι ο Έλληνας σύζυγος και πατέρας είχε εξαφανιστεί. Τον γιο της τον είχε στείλει, με τη βοήθεια και τη συνδρομή της μητέρας της, εσωτερικό στο Αμερικανικό Κολέγιο στην Κωνσταντινούπολη.

Η θάλασσα ήταν γαλάζια και ήρεμη, το φέρι μποτ ήταν πλήρες, ενώ οι περισσότεροι επιβάτες ήταν στρατιώτες. Κάθονταν σιωπηλοί και σκυθρωποί με τα όπλα όρθια ανάμεσα στα πόδια τους, με την κάννη να υπερυψώνεται πολλών από τα γόνατά τους. Ένιωθα αμήχανα, αλλά τελικά ρώτησα την Αϊσέ γιατί οι στρατιώτες φαίνονταν τόσο φοβισμένοι, αφού κρατούσαν όπλα, ποιος θα τους ενοχλούσε.

«Φαντάζομαι ότι οι περισσότεροι δεν έχουν δει ποτέ πριν θάλασσα, πόσο μάλλον να ταξιδεύουν με καράβι», μου απάντησε και συνέχισε λέγοντας ότι οι στρατιώτες έρχονταν στην Ίμβρο για να την επανδρώσουν, να την κατοικήσουν, να αντικαταστήσουν εκείνους που εκπατρίστηκαν.

Έχουν περάσει είκοσι έξι χρόνια από τότε.

Για μένα η θάλασσα ήταν η συνέχεια της γης. Ξεκινούσα με τα παιδιά της γειτονιάς και περπατώντας τη γη της Καλλιθέας, σε όλο το μήκος της Λεωφόρου Συγγρού, συνεχίζαμε μέχρι να φτάσουμε εκεί που ενωνόταν η γη με τη θάλασσα, με πρώτο σημείο το Ξηροτάγαρο. Σπεύδαμε να βγάλουμε τα ρούχα μας, ν’ ανέβουμε στην ξύλινη εξέδρα και ν’ αρχίσουμε τις βουτιές και τις αναμετρήσεις στο κολύμπι. Εγώ βιαζόμουν περισσότερο απ’ όλους. Προφανώς, να εκθέσω το σώμα μου στον ήλιο και στα βλέμματα των λουομένων, φορώντας ένα μάλλον τολμηρό μαγιό που είχα σχεδιάσει και μου είχε ράψει η μαμά μου με τα έξυπνα δάχτυλά της, ενώ η ίδια δεν είχε καθίσει ποτέ δίπλα από καμιά μοδίστρα.

Στις απουσίες μου από την Ελλάδα, εκείνο που μου έλειπε πάντα ήταν η θάλασσα.

Πριν από λίγο καιρό, το diastixo.gr δημοσίευσε ένα κείμενό μου με τον τίτλο «Υπο-πολιτισμός» και το συνόδεψε με μια σκοτεινή εικόνα. Στα βάθη της θάλασσας διακρινόταν μια ανθρώπινη φιγούρα. Όταν το είδα, έπαθα σοκ. «Μεταφυσικό;» ρωτούσα πάλι και πάλι τον εαυτό μου.

Πολλές φορές, διάφορα συμπτωματικά με μικρότερα ή μεγαλύτερα γεγονότα μού προξενούν τον ανεξήγητο φόβο του μεταφυσικού. Μόλις την προηγούμενη μέρα δήλωνα στην αδελφή μου ότι δεν πρόκειται πλέον να κολυμπήσω στη θάλασσα. Φαντάζεσαι, της έλεγα, να κάνω μια βουτιά και να βρεθεί μπροστά μου ένα πνιγμένο πτώμα παιδιού ή γυναίκας ή άνδρα. Άσε που φοβάμαι μήπως όλα αυτά τα πτώματα γίνουν κράχτες καρχαριών. Είχα διαβάσει κάποτε για τις αισθήσεις, ακοής και όρασης, του καρχαρία που τον κατευθύνουν προς την ανθρώπινη, κυρίως, σάρκα και είχα τρομάξει.

Πολλά χρόνια πριν, κάποιο βράδυ ο ποιητής Νίκος Σπάνιας κι εγώ είχαμε πάει στο Γκρίνουιτς Βίλατζ και είχαμε καταλήξει σ’ ένα βιβλιοπωλείο που διανυκτέρευε. Είχα πάρει δυο βιβλία: Τα σαγόνια του καρχαρία και Το τελευταίο ταγκό. Ξενύχτησα διαβάζοντας το πρώτο. Θυμάμαι πως είχα κάνει τη δική μου ανάλυση των θυμάτων συνδεδεμένη με το επάγγελμα του καθενός. Ο καρχαρίας ήταν το μεγάλο κεφάλαιο που κατέτρωγε τους μικρομεσαίους ή και μικρότερους επαγγελματίες, άνδρες ή γυναίκες.

Για το δεύτερο, πέρα από τις δικές μου παρατηρήσεις, εκτός από τον θαυμασμό μου για τον Μάρλον Μπράντο, σχετικά με το βιβλίο και την ταινία, θυμάμαι τον Χανς, στη Σουηδία. Όντας μάστερ στο σκάκι, είχαν καλέσει σε τουρνουά μια αντίστοιχη ομάδα από τη Σοβιετική Ένωση. Όταν τέλειωσε το παιχνίδι και πριν αναχωρήσουν οι συμπαίκτες, οι Σουηδοί τούς πρότειναν: «Στο Μάλμο υπάρχουν δυο κινηματογράφοι, ο ένας παίζει Τα σαγόνια του καρχαρία και ο άλλος ένα πορνό. Τι προτιμάτε;» Εκείνοι απάντησαν: «Τον Καρχαρία υπάρχουν πιθανότητες να τον δούμε ύστερα από κάποια χρόνια, πορνό ποτέ».

Από τότε έχουν περάσει κάποιες δεκαετίας.

Πριν από όλα αυτά, οι καρχαρίες μού ήταν άγνωστοι. Εμείς ξέραμε τη θάλασσα ήρεμη ή τρικυμισμένη, την απολαμβάναμε. Χαιρόμασταν και όταν ακόμα την ταξιδεύαμε στη Σαλαμίνα, την Αίγινα, την Ύδρα, τις Σπέτσες, τα νησιά μάκραιναν από τον Πειραιά, όσο μεγαλώναμε κι εμείς.

Τώρα η θάλασσα έχει μολυνθεί όχι μόνο από τους πνιγμένους, αλλά από τα πλεούμενα που μετέφεραν και εξακολουθούν να μεταφέρουν ανθρώπους, τα σωσίβια με τα οποία τους δένουν, ενώ πληρώνουν χιλιάδες δολάρια για τη μεταφορά τους από κάποιες ακτές σε κάποιες άλλες, από τις επισκέψεις για σύσκεψη διαφόρων επισήμων, από διαβουλεύσεις και άλλα που έχουν κέρδος δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων. Άκουσα ότι αυτό το κέρδος έχει περάσει τα 73 δις δολάρια και το πίστεψα.

Είχα φτάσει αργά ένα βράδυ στην Τραπεζούντα και, όπως συνήθως, είχα ζητήσει από τον ταξιτζή να με πάει σε κεντρικό ξενοδοχείο. Το πρωί χτύπησε η πόρτα του δωματίου μου, πολύ ασυνήθιστο, και άκουσα μια αντρική φωνή που δήλωνε την ταυτότητά του, ο ιδιοκτήτης. Του άνοιξα κι εκείνος με οδήγησε στο μπαλκόνι μου. Άπλωσε το χέρι του προς τον ορίζοντα και αναφώνησε: «Θάλαττα, θάλαττα!»

 

Εμφανίσεις: 856

«Μνήμες» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

«Μνήμες» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

Έχω πολλές φορές αναρωτηθεί αν οι μνήμες μπορούν να προσδιοριστούν επιστημονικά, αν είναι επιλεκτικές ή απωθημένες και τι τις ανασύρει ή τις απωθεί περισσότερο. Πόσο σχετίζονται με τον χρόνο, τις εμπειρίες, τις εμμονές, τις αναβολές, τις επαναλήψεις ή ποιες λειτουργίες του εγκεφάλου συνεργάζονται ή συμβάλλουν να παραμένουν αναλλοίωτες, να φθείρονται ή να εξαφανίζονται.

Έχουν δοθεί όροι, όπως αμνησία –αλλά δεν θυμάμαι αν δόθηκαν οι αιτίες–, το Αλτσχάιμερ, που για μένα παραμένει μια διατύπωση. Μάλλον δεν ασχολήθηκα να μάθω περισσότερα, πιθανόν γιατί δεν συνέτρεξε λόγος, ούτε καν οικογενειακός.

Μικρή είχα δει στον κινηματογράφο άνδρες να κακοποιούν τις γυναίκες και η ίδια σκηνή να επαναλαμβάνεται με τα ίδια πρόσωπα, γυναίκες με μαυρισμένα μάτια και στην ερώτηση «τι έπαθες;» να απαντάνε ότι χτύπησαν σε μια καρέκλα ή στρώνοντας το κρεβάτι και, μεγαλύτερη, στις ξένες ταινίες να βλέπω γυναίκες σε χώρους γυμναστικής ή παρόμοιους χώρους να έχουν σε διάφορα σημεία του σώματός τους σημάδια κακοποίησης και να προσπαθούν να τα κρύψουν.

Αν έχω μια μνήμη που με βασανίζει, είναι η ερώτηση που έκανα στη μητέρα μου, δεκάδες χρόνια πριν.

«Μαμά, ήσασταν ευτυχισμένοι με τον μπαμπά;»

«Ο μπαμπάς σας ήταν καλός», μου απάντησε.

Πέρασαν χρόνια να καταλάβω τι εννοούσε.

Ανατρέχω στα περασμένα, που ίσως να είναι και τωρινά ή διαφορετικά στο είδος. Ο μπαμπάς μου δεν τη χτυπούσε, δεν έπινε, δεν έπαιζε χαρτιά, δεν πήγαινε στον Ιππόδρομο, από την Καλλιθέα έφτανε στις Τζιτζιφιές με τα πόδια, δεν ξενυχτούσε, που ίσως να σήμαινε ότι δεν ήταν γυναικάς, δεν της αρνιόταν να φιλοξενήσει συγγενείς που έρχονταν από το Διαβολίτσι Άνω Μεσσηνίας, στο οποίο είχε γεννηθεί η ίδια, μερικές φιλοξενίες διήρκησαν χρόνια, δεν της έκανε παρατηρήσεις για τη συμπεριφορά της απέναντί μας, ελαστική ή αυστηρή, δεν ήταν κουτσομπόλα, αλλά ένα πρόσωπο που το εμπιστεύονταν συγγενείς, φίλοι και γείτονες.

Όλα αυτά συγκροτούσαν την ευτυχία της.

Χρόνια αργότερα με πλησίαζαν πανέμορφες φοιτήτριες, σε ακριβό αμερικανικό πανεπιστήμιο, με πανάκριβα αυτοκίνητα και οικονομική άνεση, και μου εκμυστηρεύονταν:

«I am not happy». [Δεν είμαι ευτυχισμένη.]

«Why not?» [Γιατί όχι;]

«You know why». [Ξέρετε γιατί.]

«No, I don’t know, you tell me». [Όχι, δεν ξέρω. Πείτε μου εσείς.]

Αυτός ο μικρός διάλογος μ’ έβαζε σε μια συγκριτική διάθεση, που με βόηθησε να καταλάβω την απάντηση της μαμάς μου για το τι είναι η ευτυχία. Διαφορετική κατά περίπτωση, κοινωνική, οικονομική και εθνικού επιπέδου που επηρεάζεται από τη θρησκεία ή την πολιτική.

Η κακοποίηση της γυναίκας επεκτείνεται στην κακοποίηση του παιδιού, του ανθρώπου, μιας ομάδας, μιας τάξης, ενός λαού.

Διαβάζοντας, έμαθα τη λέξη enabler, η οποία χρησιμοποιείται στην ψυχολογία, σχετικά με την κακοποίηση. Αν ένας άνδρας, για παράδειγμα, χτυπάει μια γυναίκα και αυτή εξακολουθεί να συμβιώνει μαζί του, του δίνει τη δυνατότητα να την ξαναχτυπήσει, γίνεται enabler. Το «ξανά», όμως, δεν απαριθμείται, ούτε διακρίνεται στο μέγεθος, στην ποιότητα, στο είδος, αν είναι γροθιά ή ανοιχτή παλάμη, ή κλοτσιά, ή κάψιμο με το τσιγάρο, ή χτύπημα με τη λωρίδα, αν φοράνε ακόμα.

Και όλα αυτά τα σκέφτομαι σε σχέση με τη σημερινή κατάσταση και διαβίωση, αν η ακολουθία κοινωνία-οικονομία-πολιτική είναι σωστή και επιβεβαιωμένη. Τι συμβαίνει στην κοινωνία μας; Ταλαιπωρείται από τις κρατικές και τις δημοτικές Αρχές σε διάφορους τομείς της καθημερινότητας, υπεύθυνες για τις συγκοινωνίες, τις παροχές δημόσιου φωτισμού, ύδρευσης, καθαριότητας, πάρκων για μεγάλους και παιδιά, παιδικής χαράς, αθλητικών εγκαταστάσεων, βιβλιοθηκών και άλλων γενικών μέσων, που διαμορφώνουν τις ανθρώπινες σχέσεις.

Οικονομικά, από τα οποία εξαρτώνται η υγεία, η παιδεία, η εργασία, η αμοιβή του εργαζόμενου, η ασφάλεια, η σύνταξη του υπερήλικα που έζησε δουλεύοντας και καταθέτοντας το καθιερωμένο ποσοστό από τον μισθό του στο συγκεκριμένο ταμείο, η σίτισή του, η ένδυσή του, η κατοίκησή του, ο τρόπος της ζωής του, της ανάπτυξής του και του εξελισσόμενου πολιτισμού.

Πολιτική. Αυτή που καθορίζει τα ανωτέρω προς τα πάνω ή προς τα κάτω και που απαρτίζεται από μια ομάδα ανθρώπων, από ένα κοινοβούλιο, στην περίπτωση της Ελλάδας με καθεστώς Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας, που οι πολίτες επιλέγουν στις εκλογές, και επιπλέον το χρέος να διαφυλάττει τα γεωγραφικά σύνορα, τη ζωή των πολιτών, τις συμμαχίες και να διαπραγματεύεται τις διακρατικές συμφωνίες, που υποτίθεται ότι δεν υπογράφονται αν δεν είναι υπέρ του συνόλου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα είναι εις βάρος του εταίρου, αλλά με δίκαιους όρους.

Αν η πολιτική που βρίσκεται στην εξουσία έχει αποβεί επανειλημμένα το λιγότερο δυσάρεστη και αντιλαϊκή, ποιος είναι υπεύθυνος ή, κατά την ψυχολογία, enabler; Το θύμα, δηλαδή ο κακοποιημένος, ασχέτως φύλου και ηλικίας, επιτρέπει στην επανεκλεγόμενη πολιτική, που τη σχεδιάζουν και την εκφράζουν άνθρωποι, να τον κακομεταχειρίζεται.

Πόσο είμαστε, ο καθένας χωριστά και ως σύνολο, υπεύθυνοι να κακοποιούμεθα ως μαθητές χωρίς δασκάλους, ως ασθενείς χωρίς γιατρούς και θεραπευτικά μέσα, χωρίς δουλειά και μεροκάματο, ως συνταξιούχοι, ως έθνος που του απαγγέλλουν επίσημα τη μείωσή του, εξαιτίας της υπογεννητικότητάς του, που οφείλεται στην οικονομία και την κοινωνία που φτωχαίνει, μεταναστεύει, παραμένει αδιαμαρτύρητη και παθητική;

 

Εμφανίσεις: 828

«Υπο-πολιτισμός» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

«Υπο-πολιτισμός» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

Το μεσημεριανό γεύμα στην τραπεζαρία είχε μόλις τελειώσει. Στην κορυφή του οβάλ τραπεζιού καθόταν πάντα ο παππούς, δεξιά του η μεγαλύτερη αδελφή μου, Ρουμπίνη, με το όνομα της γιαγιάς που δεν γνωρίσαμε ποτέ –η μαμά μας ήταν έξι χρόνων όταν την έχασε–, αριστερά καθόμασταν εγώ και η Σούλα.

Ο παππούς μάς μάθαινε πώς να χρησιμοποιούμε τα βοηθητικά πράγματα, από ποτήρι μέχρι κουταλάκι, που βρίσκονταν στο τραπέζι, με την κύρια παρατήρηση να μη μιλάμε ούτε να γελάμε όταν είχαμε φαγητό στο στόμα. Στο τέλος, σηκωνόταν πρώτα εκείνος και μετά μας επέτρεπε να σηκωθούμε κι εμείς.

Εγώ τον περίμενα να συνεχίσει το καθημερινό του πρόγραμμα: να παίρνει την εφημερίδα του, να πηγαίνει στο βορινό δωμάτιο για δροσιά, να κάθεται στην πολυθρόνα με τη γερτή πλάτη, και ύστερα από λίγο να απλώνει στο πρόσωπό του ένα άσπρο βρεγμένο μαντίλι, για να διώχνει το φως της ημέρας και να δροσίζεται. Όταν άκουγα τον ήχο και τον ρυθμό της αναπνοής του να αλλάζει, πλησίαζα σιγανά και έπαιρνα την εφημερίδα, μια κίνηση που την έκανα συχνά.

Είχα μάθει να διαβάζω πριν ακόμα πάω στο νηπιαγωγείο και τώρα που ήμουν μαθήτρια της δεύτερης τάξης του Δημοτικού σχολείου Καλλιθέας, η ανάγνωση ήταν το καλύτερό μου παιχνίδι, ακόμα και στο Διαβολίτσι, που μας έστελνε η μαμά μας στον παππού μας για το καλοκαίρι.

Μια φορά, κάθισα σ’ ένα σκαμνί πελεκημένο από πολύ χοντρό κορμό δέντρου και άρχισα να διαβάζω χωρίς να καταλαβαίνω όλες τις λέξεις. Θυμάμαι πως προβληματίστηκα με δυο πληροφορίες – τη λέξη στατιστική και τη σημασία της την αγνοούσα.

Η πρώτη ήταν πως ο πιο καθαρός λαός ήταν οι Ελβετοί, που ξόδευαν το περισσότερο σαπούνι, και η δεύτερη, η πιο πολιτισμένη χώρα ήταν η Ιταλία, όπου δεν υπήρχαν άγρια ζώα.

Στις γραμμές του τρένου, μπροστά από το σπίτι του παππού, περπατούσαν λικνιστικά κότες και κοκόρια, γυναίκες περνούσαν τραβώντας με σχοινί κάποιο πρόβατο ή κατσίκα, στις μουριές πετούσαν πουλιά, στα ηλεκτρικά σύρματα ξεκουράζονταν τα χελιδόνια, σε μια γωνιά της αυλής με τα δέντρα στεκόταν στα τέσσερα ένα γαϊδουράκι, που δεν το πλησιάζαμε.

Περίμενα να ξυπνήσει ο παππούς μου να τον ρωτήσω: «Δηλαδή;»

«Πήγαινε να φέρεις τη Μαριγώ», μου είπε.

Η Μαριγώ, η γυναίκα που είχε στο σπίτι και τον φρόντιζε, ήρθε αμέσως.

«Πάρε το κορίτσι και πήγαινέ το στην αποθήκη να του δείξεις τα σαπούνια και, όταν πας στο χτήμα, πάρ’ το μαζί σου».

Η αποθήκη ήταν ένα μεγάλο, μακρουλό, χαμηλοτάβανο δωμάτιο μ’ ένα μικρό παράθυρο, γεμάτο με βαρέλια, πιθάρια, πήλινα και μεταλλικά δοχεία, καζάνια σε διάφορα μεγέθη, ταψιά και χαλκώματα, όπως τα έλεγαν, κρεμασμένα στους πέτρινους τοίχους και ένα σωρό εργατικά εργαλεία, ακόμα κι εκείνο που φορτώνονταν οι αγρότες στην πλάτη τους και ράντιζαν ή θειάφιζαν τα κλήματα.

Κάτω από το παραθυράκι, άνοιξε ένα μικρό καζανάκι γεμάτο κομμάτια σε διάφορα μεγέθη και σχήματα, που είχαν περίπου το ίδιο χρώμα και έμοιαζαν σαν σκληρό κασέρι. Και μου είπε: «Αυτά είναι τα σαπούνια, με αυτά πλενόμαστε, και με αυτά πλένουμε τα ρούχα μας».

«Τόσα πολλά, πού τα βρήκατε;»

«Εγώ τα φτιάχνω».

«Με τι;»

«Με τα λάδια».

Μετά το μεσημέρι, όταν ο παππούς βγήκε από το σπίτι για να πάει στην αγορά, η γιαγιά, όπως εμείς λέγαμε τη γυναίκα, κρατώντας με από το χέρι με πήγε στο Πλατανάκι, ένα μεγάλο χτήμα με ελιές, και στο δρόμο μού έδειχνε διάφορα ζώα και μου έλεγε τι ήταν: σκυλιά για τα κοπάδια, σκυλιά για το κυνήγι, γαϊδούρια, μουλάρια, άλογα, αγελάδες, πρόβατα, κατσίκια, γουρούνια, πάπιες, κότες, κοτόπουλα, όλα στις αυλές των σπιτιών ή έξω να χαίρονται την ελευθερία τους. Μερικά έφευγαν μακριά μας, τα σκυλιά γάβγιζαν, κάποια μας ακολουθούσαν.

«Ποια είναι άγρια ζώα;»

«Δεν έχομε».

Το καλοκαίρι τελείωσε κι εμείς, οι εγγονές του παππού μου, φύγαμε για την Αθήνα με τη μαμά μας που ήρθε να μας πάρει γιατί θ’ άρχιζαν τα σχολεία.

Μετά ήρθε ο πόλεμος... και μετά ήρθε ένας θείος από το χωριό και άκουσα να λέει στη μαμά: «Μπήκαν στα σπίτια και τα πήραν όλα – τρόφιμα, λάδια, ρούχα, σίδερα, χαλκώματα…»

«Και τα σαπούνια;» ρώτησα παρακούοντας τον παππού μου να μη μιλάω όταν μιλάνε οι μεγάλοι.

«Όλα».

Με τον καιρό είδα τα άγρια ζώα.

Στρατιώτες που φορούσαν σκούρες στολές, με μελαγχολικό ατσάλινο χρώμα, κράνη με ζωγραφισμένους αγκυλωτούς σταυρούς, μπότες και σιδερένιες πλάκες που κρέμονταν στο στήθος τους, κρατώντας όπλα που σκότωναν ανθρώπους, μεγάλους και μικρούς, έκαιγαν σπίτια και σχολεία, σκοτωμένους γείτονες να κείτονται στους δρόμους της Καλλιθέας, παιδιά να φωνάζουν πεινάω, σκελετωμένα κορμιά να σέρνονται προς ταφή μέσα σε καροτσάκια, ατέλειωτες ουρές για ένα κομμάτι ψωμί με δελτίο και άλλες εικόνες γνωστές τώρα πλέον μόνο από διηγήσεις παλαιότερων, από βιβλία για όσους διαβάζουν, παλαιότερες ελληνικές ταινίες με θέμα τον πόλεμο, την Κατοχή και τον εμφύλιο, τραγούδια-ύμνους για την Αντίσταση των Ελλήνων και τις θυσίες τους.

Μεσολάβησαν δεκαετίες στη διάρκεια των οποίων, εξαιτίας μιας ρήσης που είχα διαβάσει και δεν είχα καταλάβει –ότι ο πολιτισμός έχει δυο πόδια, το ένα είναι το πνευματικό και το άλλο το ελεγχόμενο από την τεχνολογία και το κεφάλαιο–, κατέβαλλα όλες μου τις δυνάμεις να μάθω τα συστατικά του πολιτισμού, ανακαλύπτοντας τις πηγές του, τις μορφές του, τις φλέβες του, τις διαρροές του, τις συμπτύξεις του, τις κατακτήσεις του, τις προσφορές και τις ανταποδόσεις του, τις επιρροές του στο άτομο και το σύνολο.

Στον παρόντα χρόνο, ο πολιτισμός φαίνεται στα κύματα του Ανατολικού Αιγαίου, που ξεβράζουν στις ακτές της χώρας μας πνιγμένα κορμιά σε διάφορα μεγέθη που υπονοούν την ηλικία τους, και ακούγεται σε πολύγλωσσους θρήνους και στους επίσημους λόγους των πολιτικών εξουσιαστών, που τους παίρνει ο αέρας.

 

Εμφανίσεις: 1240

«Συμμετοχή» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

«Συμμετοχή» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

Τον περασμένο Αύγουστο, είχα λάβει στο Ίντερνετ από το Studio of Acting – Stella Adler (Σχολή Ηθοποιίας – Στέλλα Άντλερ) το πρόγραμμα του μηνός και είχα τυλιχτεί μέσα σ’ ένα δίχτυ από αναμνήσεις και απορίες.

Υπάρχουν ονόματα-θρύλοι, μύθοι, συνδεδεμένα με ιστορικές περιόδους, πολέμους, θρησκείες, προδοσίες, δημιουργίες ή πιο απλά μιας ξεχωριστής ζωής που άφησε πίσω της χνάρια τα οποία ακολουθήθηκαν ή συνεχίζουν να ακολουθούνται.

Το όνομα της Άντλερ (1901-1992), εκτός από το δικό της ως θεατράνθρωπου, κουβαλάει ονόματα όπως: Λι Στράσμπεργκ, Μάρλον Μπράντο, Ρόμπερτ Ντε Νίρο –τα πλέον γνωστά– και κυρίως του Κονσταντίν Στανισλάφσκι, για την εντελώς δική του θεωρία για το σωματικό θέατρο ή όπως αλλιώς και αν έχει χαρακτηριστεί.

Όσο ψηλά και αν ήταν ο δείχτης της θερμοκρασίας, η Σχολή βρίσκεται στη γειτονιά μου στο Μανχάταν, δεν θα με σταματούσε να προστεθώ στον αριθμό των θεατών και να παρακολουθήσω το έργο Johnny got his gunΟ Τζόνι πήρε το όπλο του (έχει γυριστεί και σε ταινία) του Ντάλτον Τράμπο. Έτρεφα μια ιδιαίτερη ευγνωμοσύνη στον συγγραφέα, γιατί το έργο του και η ζωή του είχαν κάποια χαρακτηριστικά που ενδυνάμωσαν τα αισθήματά μου κατά του πολέμου και του δικαιώματος της ελεύθερης σκέψης και έκφρασής της.

Έχοντας διαβάσει έναν αρκετά μεγάλο αριθμό άρθρων και βιβλίων για την εποχή του Μακαρθισμού,τη δεκαετία του 1940, κατά την οποία ο Ψυχρός Πόλεμος βρισκόταν σε καυτά ύψη, και μεταφράσει το βιβλίο του Ουόλτερ Μπερνστίν Μνήμες από τη Μαύρη Λίστα, η αναφορά στο πρόγραμμα του ονόματος του συγγραφέα και ο τίτλος του θεατρικού έργου ήταν μια ισχυρή πρόσκληση και πρόκληση.

Ο Ντάλτον Τράμπο (1905-1976) αναφέρεται στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και η ανάγνωση του συγκεκριμένου βιβλίου ή η μεταφορά του σε ταινία, που ακόμα και τώρα στοχεύει την τρομερή πολεμική βιομηχανία που παράγει όπλα (χαρακτηρίζονται πάντα «νέας γενιάς», σκοτώνουν και ανθρώπους νέας γενιάς, χωρίς να χαρίζονται στην προηγούμενη), τάραξε τα νερά της παραγωγής βιβλίου με το περιεχόμενό του, στο οποίο αποδόθηκε το 1939 το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος. Και επειδή ο ιστορικός χρόνος είναι ικανός να εκμηδενίζει το διάστημα, ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος δεν απείχε από τον Α’ και στις ΗΠΑ, που αψήφησαν το Δόγμα Μονρό για μη ανάμειξή τους σε πολέμους πέραν των δικών τους θαλασσών, το βιβλίο επανήλθε δριμύτερα σε καινούριες εκδόσεις και μεταφράσεις σε ξένες γλώσσες. Το βιβλίο έμοιαζε με κράχτη των αγωνιστών κατά των πολέμων, άσχετα από τη Δεξιά και την Αριστερά, και η λύση που δόθηκε ήταν να αποσυρθεί από την κυκλοφορία, και κυκλοφόρησε εκ νέου κατά τον πόλεμο της Κορέας, με ακόμα μεγαλύτερη κυκλοφορία τα χρόνια του πολέμου στο Βιετνάμ.

Όμως ο ίδιος ο συγγραφέας, Ντάλτον Τράμπο, είχε την προσωπική του περιπέτεια ως κομμουνιστής και μέλος του Κόμματος. Το 1947 κλήθηκε από την Επιτροπή Αντιαμερικανικής Δράσης –House Un-American Activities Committee– να καταθέσει ως συμπαθών κομμουνιστής ή κομμουνιστής και, επειδή αρνήθηκε να παρουσιαστεί, κατηγορήθηκε για απείθεια προς το δικαστήριο και στη συνέχεια συμπεριλήφθηκε στη γνωστή μαύρη λίστα του Χόλιγουντ. Παρ’ όλα αυτά, και επειδή συχνά συμβαίνουν διάφορα παράλογα, ενώ βρισκόταν στη μαύρη λίστα κέρδισε ένα Όσκαρ και δύο Βραβεία της Ακαδημίας, ενώ έγραφε σενάρια και άλλα με το ψευδώνυμο Ρόμπερτ Ριτς. Στο μεταξύ, φυλακίστηκε για έντεκα μήνες και με την έξοδό του κατέφυγε στο Μεξικό, όπου και συνέχισε να γράφει.

Όταν το 1961 παρευρέθηκα στο Φεστιβάλ των Καννών και θαύμασα το έργο ExodusΈξοδος– του Otto Preminger, τον οποίον γνώρισα και μίλησα μαζί του, όπως και τον πρωταγωνιστή του, Sal Mineo (1939-1976), συναντήθηκα μαζί του αρκετές φορές, ο οποίος δολοφονήθηκε με μια μόνο μαχαιριά στην καρδιά, στο σπίτι του στο Χόλιγουντ, δεν ήξερα τίποτα για τον συγγραφέα του έργου, που δεν ήταν άλλος από τον Ντάλτον Τράμπο. Μόλις τον προηγούμενο χρόνο, η Επιτροπή Αντιαμερικανικής Δράσης είχε χάσει την αξιοπιστία της και εξαφανιστεί, ενώ ο Τζόζεφ Μακάρθι (1908-1957), που μετά τους κομμουνιστές θα καταδίωκε τους ομοφυλόφιλους, πέθανε από αλκοολισμό και ο δικηγόρος του, Ρόι Κον (1927-1976), από AIDS.

Περπατούσα και μέχρι να φτάσω στο θέατρο έφερνα στον νου μου διάφορες λεπτομέρειες απ’ όσα θυμόμουν, χωρίς να υποψιάζομαι τι θα έβλεπα με τη μεταφορά του έργου στη θεατρική σκηνή ή ποιον θα συναντούσα. Είχα ειδοποιήσει και δυο-τρεις φίλους να συναντηθούμε στο θέατρο.

Η πρώτη έκπληξη ήταν ένα απλό τετρασέλιδο πληροφοριακό πρόγραμμα, όταν στα ονόματα του θιάσου διάβασα το ελληνικό Aspasia Miliaraki – Ασπασία Μηλιαράκη.

Στο τέλος της παράστασης, όταν οι εμπνευσμένοι σκηνοθέτες Scott Illingworth και Bill Bowers, οι οποίοι ανέπτυξαν το βιβλίο του Ντάλτον Τράμπο και το επεξεργάστηκαν με τη μέθοδο Στανισλάφσκι, παρουσιάστηκαν για να συζητήσουν με τους θεατές, θεώρησα την ύπαρξη της Ελληνίδας ηθοποιού μια ακόμα συμμετοχή, αφού οι ηθοποιοί εκφράζονται μόνο με τη σωματική τους κίνηση, στο παγκόσμιο αντιπολεμικό κίνημα.

Βγαίνοντας από την αίθουσα, άκουσα κάποιους να μιλάνε ελληνικά. Τους πλησίασα και τους αναγνώρισα αμέσως, ήταν και αυτοί φίλοι από το Κέντρο Ελληνικού Πολιτισμού. Μαζί τους και μια νέα, η Λητώ Τριανταφυλλίδου, που είχε αποφοιτήσει από τη Σχολή Σκηνοθετών στο New School. O κύκλος μεγάλωσε. Όλοι ήξεραν την Ασπασία Μηλιαράκη, κυρίως από τηλεοπτικές παραγωγές ή σίριαλ που είχαν παρακολουθήσει, αφού οι εκπομπές των καναλιών φτάνουν μέχρι τη Νέα Υόρκη και πιο μακριά.

Επιστρέφοντας στο σπίτι με αργό, αλλά σταθερό βήμα, ένιωθα την ελληνική συμμετοχή στον αμερικανικό θίασο υπέροχη και ανυψωτική να μου αφαιρεί, έστω και προσωρινά, μέρος από την κατάθλιψη που με κατείχε, προερχόμενη από την ειδησεογραφία για την κατάσταση στην πατρίδα, κοινωνική, οικονομική και πολιτική, που διογκώνονται με την εισροή των πολεμικών προσφύγων.

 

Εμφανίσεις: 889

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr