A+ A A-

«Με θαυμαστικά» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

«Με θαυμαστικά» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

Η πρώτη χρονολογία που διάβασα ήταν/είναι το 1915 και η αρμενική αναφορά μου έφεραν αμέσως στο νου το Ολοκαύτωμα των Αρμενίων, το οποίον υπέστησαν από τους Τούρκους. Η πρώτη σκέψη που έκανα ήταν/είναι το κοινό παρελθόν των τριών γειτονικών χωρών, Τουρκία - Ελλάδα - Αρμενία. Η πρώτη ανταπόκρισή μου ήταν ο θαυμασμός από την πρώτη σελίδα και συνέχισε να πολλαπλασιάζεται κάθε φορά που πήγαινα στην επόμενη. Ο αναγνώστης πληροφορείται, από την πρώτη σελίδα, ότι πρόκειται για τη διήγηση της ζωής κάποιου Γαληνού Φιλονίδη. Το μυθιστόρημα σέρρα του Γιάννη Καλπούζου δεν είναι μόνο μια εξιστόρηση των ιστορικών γεγονότων ενός αιώνα, που αναφέρονται σ’ έναν μόνο γεωγραφικό χώρο, τον Πόντο, απ’ όπου ξεκινάει, αλλά υπερβαίνει και τα δυο αυτά στοιχεία, εμπλέκοντας καταγωγές, διασχίζοντας σύνορα, γλώσσες, εθνικές και τοπικές, αναφορές στον Όμηρο, τον Ξενοφώντα, Αρχιεπίσκοπους, Πατριάρχες, τη συγκίνηση που του προξενούσε η ιδέα να βρεθεί στη γενέθλια γη του Σεβαστού Κυμινήτη, του επιφανέστερου Τραπεζούντιου λόγιου του 17ου αιώνα, φτάνει στον Λένιν, τον Τρότσκι και τον Στάλιν, αφού το 1917 γίνεται η Ρωσική Επανάσταση, τον Μουσταφά Κεμάλ, στον οποίο αποφεύγει να προσθέσει το όνομα Ατατούρκ, που σημαίνει «πατέρας των Τούρκων», τον Ελευθέριο Βενιζέλο, σε ανθρώπινες σχέσεις, εκπατρισμούς, εγκλήματα, έρωτες, γεννήσεις, θανάτους, βαρβαρότητα, βιασμούς, και διηγήσεις που η μνήμη τους είναι τόσο έντονη και λεπτομερής ώστε ξεπερνάει την ηλεκτρονική.

Το μυθιστόρημα σέρρα του Γιάννη Καλπούζου δεν είναι μόνο μια εξιστόρηση των ιστορικών γεγονότων ενός αιώνα, που αναφέρονται σ’ έναν μόνο γεωγραφικό χώρο, τον Πόντο, απ’ όπου ξεκινάει, αλλά υπερβαίνει και τα δυο αυτά στοιχεία, εμπλέκοντας καταγωγές, διασχίζοντας σύνορα, γλώσσες, εθνικές και τοπικές.

Γνωρίζοντας ο κάθε αναγνώστης την ηλικία του συγγραφέα –στο ολιγόλογο βιογραφικό σημείωμα στο εξώφυλλο του βιβλίου αναγράφεται το έτος γέννησής του– δυσκολεύεται να κατανοήσει την προέλευση της γραμμικής γραφής, τις περιγραφές των πόλεων, ακόμα και οποιασδήποτε συνοικίας ή γειτονιάς, που όταν στρίβεις τον τάδε δρόμο, βγαίνεις στην τάδε πλατεία «όθε», κατά την έκφρασή του, αντί του «όπου», στη νότια πλευρά υπάρχει κάποια εκκλησία Αγίου, ή το εργοστάσιο του δείνα, ποταμούς και ποταμίσκους, τις ονομασίες που μεταφράζει από διάφορες γλώσσες και διαλέκτους στα σημερινά ελληνικά, τα προϊόντα διατροφής, πότε φυτεύονται ή σπέρνονται, πότε ωριμάζουν, τι είδους εργοστάσια τα επεξεργάζονται για κατανάλωση. Ωστόσο, ο συγγραφέας έχει τον δικό του τρόπο με τον οποίο εκφράζεται γραπτώς, σε συντακτικό και λέξεις που συνθέτει, ή τροποποιεί ο ίδιος. Οι σχηματισμοί της γης, τα όρη, οι λόφοι έχουν συγκεκριμένο ύψος, οι αποστάσεις έχουν το δικό τους όνομα, μήκος σε μέτρα ή χιλιόμετρα, η θάλασσα σαν πλωτός δρόμος και σαν υδάτινο χωράφι που παράγει τροφή. Τα φυσικά στοιχεία, ο ήλιος, το φεγγάρι, η βροχή, το χιόνι, το κρύο, η ζέστη, έχουν τις δικές τους επιπτώσεις πάνω στον άνθρωπο. Ο άνθρωπος με ποικίλες καταγωγές , όπως: «…Στον Πόντο κατοικούν μουσουλμάνοι, Λαζοί, Κιρκάσιοι, Κούρδοι, Κηζηλμπάσηδες, Γεωργιανοί, Πέρσες, Αθίγγανοι, Τουρκμάνοι, Τάταροι, Τσιαπνήδες, Ούζοι και τόσες φυλές, και φυσικά πλήθος εξισλαμισμένων Ελλήνων. Οι Τούρκοι δεν ξεπερνούν το πέντε τοις εκατό». Και αλλού: «Ωστόσο, η διάθεση της Φιλάνδης δεν άλλαξε με την άφιξή της στο κατά την ποντιακή διάλεκτο παρχάρι…» ή «Υποστήριζε, δε, ότι καταγόταν απ’ τη φυλή των Αμαζόνων, οι οποίες έζησαν στον κεντρικό Πόντο με πρωτεύουσα τη Θεμίσκυρα, τη νυν πόλη του Τσαρσαμπά…» Διάβαζα και δεν μπορούσα να αναγνωρίσω τι ήταν παλιά γνώση, έχοντας μεγαλώσει στην Καλλιθέα με προσφυγικούς συνοικισμούς και ακούσει διάφορες λέξεις με μια διαφορετική προφορά, ή πόσα ήταν καινούργια. Ο βίος του Γαληνού Φιλονίδη γίνεται όλο πιο ενδιαφέρων προς χάρη των εναλλαγών, καθώς τρέχει ο χρόνος, των δικών του διάφορων προσωπικών επιδιώξεων και αναζητήσεων. Οι γνώσεις του ήταν άμεσες ή έμμεσες από τις ερωτήσεις και απαντήσεις που έπαιρνε κι έδινε: «Συνήθιζαν παλιότερα οι πλούσιοι Έλληνες να κτίζουν απόμακρα τις επαύλεις τους… Στα δυτικά υψώνονταν τα κάστρα των Κομνηνών, από την εποχή της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας… 1204-1461». Είχαν περάσει τα μεσάνυχτα, είχα κλείσει το χορό σέρρα μέσα στο ομώνυμο βιβλίο και στην αϋπνία μου θυμήθηκα μια παλιά μου συμμαθήτρια από το Δημοτικό, τη Σιμέλα Κομνηνού. Το πρωί πήρα στα χέρια μου το βιβλίο και το άνοιξα στο σελιδοδείκτη που είχα βάλει το προηγούμενο βράδυ.

Οι σελίδες γέμιζαν από πολλαπλά πρόσωπα με διαφορετικές καταγωγές και γλώσσες, περιπέτειες για την επιβίωση, εκτοπισμούς, μπόγους κρεμασμένους από τους ώμους και τις πλάτες μέχρι μικρών παιδιών, κακουχίες, ανταρσίες, φιλοδοξίες, προδοσίες, και «…πλήθη Ελλήνων προσφύγων απ’ τις περιοχές που εγκατέλειπαν τα ρωσικά στρατεύματα κατέφευγαν στην Τραπεζούντα, ενώ Ρώσοι φαντάροι και υπαξιωματικοί περιφέρονταν κατά ομάδες…».

Κεφάλαιο 17 Άρχισα να διαβάζω. Κάτω από τις αποφθεγματικές αράδες του συγγραφέα: «Στις 3 Απριλίου 1916» (ημέρα των γενεθλίων μου), «Κυριακή των Βαϊων...» (τέτοια μέρα πήγαινα στην εκκλησία για να πάρω βάγια και να τα φέρω στη μητέρα μου)... ένιωσα πως κάτι μεταφυσικό μου συνέβαινε. Αγκάλιασα το βιβλίο με τη μνήμη της ώσπου συνήλθα και συνέχισα το διάβασμα. «…ο βαλής Μεχμέτ Τζεμάλ Αζμί ανακοίνωσε στον μητροπολίτη Χρύσανθο ότι οι τουρκικές Αρχές εγκαταλείπουν την Τραπεζούντα και συμφώνησαν τον τρόπο παράδοσης της πόλης στους Ρώσους…» Οι ώρες περνούσαν με το γύρισμα των σελίδων και τις περιπέτειες, όχι μόνο του Γαληνού Φιλονίδη, αλλά και τόσων άλλων χαρακτήρων που τον πλαισίωναν, και γέμιζαν τις ώρες μου που δεν επηρεάζονταν από την παράγραφο: «Στη Ρωσία το πρόγραμμα των Μπολσεβίκων προβλέπει οκτώ ώρες εργασίας κι εμείς δουλεύουμε έντεκα και δώδεκα ημερησίως…». Αντικατέστησα το υποκείμενο του πρώτου πληθυντικού του ρήματος με το «εγώ» και συνέχισα το διάβασμα. Οι σελίδες γέμιζαν από πολλαπλά πρόσωπα με διαφορετικές καταγωγές και γλώσσες, περιπέτειες για την επιβίωση, εκτοπισμούς, μπόγους κρεμασμένους από τους ώμους και τις πλάτες μέχρι μικρών παιδιών, κακουχίες, ανταρσίες, φιλοδοξίες, προδοσίες, και «…πλήθη Ελλήνων προσφύγων απ’ τις περιοχές που εγκατέλειπαν τα ρωσικά στρατεύματα κατέφευγαν στην Τραπεζούντα, ενώ Ρώσοι φαντάροι και υπαξιωματικοί περιφέρονταν κατά ομάδες…» Η κύρια περιοχή, όπως είναι σχεδιασμένη στις πρώτες σελίδες του βιβλίου, ως ΧΑΡΤΗΣ ΠΟΝΤΟΥ, φτάνει μέχρι το Σουχούμ της Γεωργίας, όπου έφτασαν, κάτω από τρομακτικές και απάνθρωπες συνθήκες, οι εκδιωγμένοι και εγκαταστάθηκαν, πολλοί από τους οποίους επέστρεψαν πάλι στη γενέτειρά τους· μου θύμισαν την οικογένεια Αβραμίδου, που είχε έρθει στην Καλλιθέα τη δεκαετία του 1940, με τον πρωτότοκο υιό να μεταναστεύει αργότερα στην Αυστρία, όπου και εξελίχθηκε ως σημαντικός γλύπτης, γνωστός ως Joannis Avramidis (23 Σεπτεμβρίου 1922–16 Ιανουαρίου 2016). Είχε γεννηθεί στο Βατούμ Γεωργίας, έγινε Καθηγητής στην Ακαδημία Καλών Τεχνών, και αργότερα στο Αμβούργο, είχε έρθει στη Θεσσαλονίκη, καλεσμένος, όπου και τον επισκέφθηκα, ατυχώς δεν θυμάμαι το έτος. Η Επανάσταση του 1917, το Κομμουνιστικό Κόμμα, η ΕΣΣΔ, τα κολχόζ, ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, οι εκδιωγμένοι Έλληνες, η αναφορά πόλεων και τοποθεσιών είναι ένα συγγραφικό σύνολο που δεν αφήνει τίποτα απέξω, από τον βίο που διηγείται ο Γαληνός Φιλονίδης, ο οποίος υπήρξε δάσκαλος της ελληνικής γλώσσας και άλλων σχετικών με την καταγωγή του ενασχολήσεων και δραστηριοτήτων, σύζυγος, πατέρας ενός γιου που τον σκότωσαν, παιδάκι ακόμα, χτυπώντας τον βίαια σε βράχια, και μιας κόρης, εραστής, και διαβάζοντάς τα ο αναγνώστης άλλοτε αναγνωρίζει κάποιες σελίδες ιστορίας ή έστω ονομασίες, όπως: «Το τρένο σταμάτησε στο σταθμό Σιρ Νταριά του Ουζμπεκιστάν, στα ογδόντα χιλιόμετρα απ’ την Τασκένδη …». Η διήγηση και η παρουσίαση διάφορων ανθρώπων μέσα από το βιβλίο με είχαν εγκλωβίσει στις σελίδες του σέρρα και ευχόμουν «μακάρι να μπορούσα να μεταφέρω τα συναισθήματά μου» καθώς έφτανα στο τέλος τους. «…Ο Φειζέλ Κιουλκάν ήταν εκατό τοις εκατό Τούρκος και άνθρωπος. Ο Κριτόδημος εκατό τοις εκατό Έλληνας, κακοήθης και αχρείος. Ρώσος και Τούρκος και κτήνος ο Χαμζά Χαφίζ. Ρωμιός και άνθρωπος ο Όμηρος Σεμενιάδης, ο νονός και θετός μου πατέρας, για χάρη του οποίου πήρες και τ’ όνομά σου. Ρώσος, τομάρι και κάθαρμα ο Ρούρικ. Ιταλός και άνθρωπος ο Βερονέζι. Λαζός, άθλιος, απόβρασμα και μακελάρης ο Τοπάλ Οσμάν. Απ’ τους μεν και τους δε, διαλέγω τους ανθρώπους ανεξαρτήτως φυλής». Τελείωσα την ανάγνωση με τις τελευταίες δυο αράδες: «Άμον τον ήλον έρθες και τ’ ς’ αστραπής το θάμα, σον ουρανόν εκρέμετ’ και της ζωής μ’ το στάγμα», και έκλεισα το βιβλίο νιώθοντας ένα έντονο ερωτηματικό να ξεπηδά από τα βάθη της ύπαρξής μου: Ποιος μπορεί να είναι αντικειμενικός; Ο αφηγητής, ο συγγραφέας, ο αναγνώστης, ποιος; 

 

Εμφανίσεις: 1981

«Επενδύσεις» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

«Επενδύσεις» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

Ο πιλότος μας καλωσόρισε, μας έδωσε τις πρώτες οδηγίες, μας πληροφόρησε ότι η πτήση για τη Νέα Υόρκη θα διαρκούσε δέκα ώρες και δέκα λεπτά, μας ευχαρίστησε που προτιμήσαμε τη συγκεκριμένη αεροπορική εταιρία και μας ευχήθηκε καλό ταξίδι. Όλα αυτά ήταν γνωστά και τα υποδεχτήκαμε σιωπηλοί.

Αφού τακτοποιήθηκα στο κάθισμά μου, άνοιξα τις εφημερίδες. Τα τρέχοντα θέματα ήταν τα γνωστά: η Ειδομένη, ο Πειραιάς, κάποια ελληνικά νησιά, εναέριες παραβιάσεις, οικονομικά, συνταξιοδοτικά, ασφαλιστικά, μειώσεις μισθών –αναφορές στις μίζες δεν γράφονταν–, μετακινήσεις, καταργήσεις και επενδύσεις.

Άραγε το ταξίδι είναι μια επένδυση; αναρωτήθηκα. Πού επενδύει κάποιος; Σε αυτά που προτιμάει, σ’ εκείνα που το κέρδος είναι γενικό, εθνικό, πολυεθνικό, βιομηχανικό, πολιτισμικό, επεκτατικό ή επιβεβαιωμένο προσωπικό;

Στράφηκα γύρω μου: αριστερά, δεξιά, εμπρός και πίσω αλλά καμιά όψη κανενός επιβάτη δεν μου δημιούργησε την εντύπωση ότι είναι επενδυτής – αν και δεν ήξερα τα εξωτερικά τους χαρακτηριστικά, ύφος ή εμφάνιση, ή αν αυτοί δεν ταξιδεύουν μόνοι τους και ακόμα περισσότερο στη λεγόμενη τουριστική θέση. Ύστερα από λίγα λεπτά της ώρας άλλαξα διανοητικά τη σειρά των ερωτήσεων μου.

Τα τελευταία χρόνια, η κινηματογραφοφιλία μου υποχωρούσε μπροστά σε πολλές σύγχρονες ταινίες εξαιτίας της χρήσης των όπλων κάθε κατασκευής και προέλευσης, παρ’ όλο που τα πολεμικά έργα μού ενέπνευσαν πολλά χρόνια πριν την ειρηνοφιλία μου, που δεν έμεινε μόνο παθητική.

Κάποια σελίδα που γύρισα είχε ένα σταυρόλεξο. Θα έφτιαχνα το δικό μου, αναζητώντας τους χώρους και τα είδη που θα γίνονταν επενδύσεις. Στα μολύβια, στις ξύστρες, στα τετράδια, στις γομολάστιχες, στο μελάνι, στο καρμπόν, στις γραφομηχανές, στις ταινίες τους, στους πίνακες, στις κιμωλίες, στα σφουγγάρια που έσβηναν τα γραμμένα, στους χάρτες, στα θρανία, στα καθίσματα (αυτά ζητούσε άλλοτε ο Κάστρο από διάφορους Συνδέσμους Φιλίας με την Κούβα), στα σπιρτόκουτα, στους αναπτήρες, στα κομπολόγια, στα ρολόγια του χεριού, τα λουράκια, στα επιστολόχαρτα, στις άσπρες κορδέλες που φοράνε τα κορίτσια ή σαν εκείνη τη γαλαζόλευκη που μου έδενε η μαμά μου στο κεφάλι όταν ήμουν μαθήτρια του Δημοτικού, τους άσπρους γιακάδες γύρω από το λαιμό της μπλε σχολικής ποδιάς, στα στραγάλια, στους πασατέμπους, στα κουλούρια, στις γραβάτες διαφορετικού μεγέθους ή μήκους για να βγουν τα αγοράκια φωτογραφία;

Τι μου διέφευγε; Έφτιαχνα ένα σταυρόλεξο όχι μόνο με κάθετες και οριζόντιες στήλες, αλλά και διαγώνιες με ερωτήσεις, για παράδειγμα:
Τι δώρα δεν κάνατε ποτέ στ’ αγόρια σας;
Πιστολάκια.

Γύρισα σελίδα. Το πρώτο που αντίκρισα ήταν μια φωτογραφία. Κάποιοι άνδρες, αξύριστοι και ξυπόλυτοι, με φαρδιές και μακριές πουκαμίσες, βαστούσαν στα χέρια τα τελευταίας γενιάς όπλα, όπως έγραφε από κάτω. Η βία οδηγεί στο χρήμα ή τανάπαλιν. Οι φωτογραφισμένοι έδειχναν τόσο φτωχοί και εξαθλιωμένοι που απόρησα πού είχαν βρει τα χρήματα (σε τι εθνικό ή ιμπεριαλιστικό νόμισμα) που κόστιζαν αυτά τα όπλα, που προφανώς θα ανανέωναν. Τόσα «που». Δίπλωσα την εφημερίδα.

Τα τελευταία χρόνια, η κινηματογραφοφιλία μου υποχωρούσε μπροστά σε πολλές σύγχρονες ταινίες εξαιτίας της χρήσης των όπλων κάθε κατασκευής και προέλευσης, παρ’ όλο που τα πολεμικά έργα μού ενέπνευσαν πολλά χρόνια πριν την ειρηνοφιλία μου, που δεν έμεινε μόνο παθητική.

Μέτρησα τα μαύρα τετραγωνάκια στο σταυρόλεξο, έμοιαζαν σαν να ήταν μαύρα στίγματα της δομής του, παραλίγο να πω της δραχμής του, για να υπολογίσω τα λευκά για να βρω την αντίστοιχη λέξη. Κάποια ερώτηση που άρχιζε με το άλφα και τελείωνε με το ωμέγα είχε μείνει αναπάντητη. Κόντευα να την ξεχάσω ενώ την είχα η ίδια σκεφτεί. Αποκτώ, αποτιμώ, απαιτώ, αποχωρώ, αγνοώ, απατώ, αποζητώ, αναζητώ, αποφοιτώ, αγαπώ;

Δεν είχα μαζί μου κανένα λεξικό να ψάξω κάποια που να χωρούσε στα κενά. Άνοιξα, ανοίγω, και πάλι την εφημερίδα. Ίσως διαβάζοντας να ανακάλυπτα, ανακαλύπτω, την κατάλληλη λέξη.
Πριν προλάβω να τη συμπληρώσω, μια άλλη έγχρωμη φωτογραφία τράβηξε την προσοχή μου. Τραβηγμένη από μακριά, έδειχνε μια σειρά από ανθρώπινες φιγούρες που φαίνονταν σαν να περπατούσαν σ’ ένα ερημικό τοπίο ενώ στο βάθος έδυε, δύω – δύση, ο ήλιος, είπα σ’ εμένα. Τα γράμματα κάτω από το πράσινο χορτάρι άρχισαν να χορεύουν λες και το φυσούσε κάποιος δυτικός άνεμος. Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου για να βεβαιωθώ ότι διάβαζα σωστά: «Τρία δισεκατομμύρια ευρώ (χρηματική μονάδα) είναι το κέρδος των διακινητών των προσφύγων και των μεταναστών...».

Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου για να βεβαιωθώ ότι διάβαζα σωστά: «Τρία δισεκατομμύρια ευρώ (χρηματική μονάδα) είναι το κέρδος των διακινητών των προσφύγων και των μεταναστών…»

Ένιωσα να ταράζομαι τόσο που έκανα μια κίνηση να σηκωθώ από το κάθισμά μου. Αλλά δεν πρόλαβα. Ακούστηκε η φωνή του πιλότου, ενώ ταυτόχρονα φωτίστηκε μπροστά και πάνω από τα καθίσματα η πινακίδα, που μας ζητούσε να μείνουμε στις θέσεις μας εξαιτίας των ανέμων, και το αεροσκάφος έκανε μια βουτιά, άγνωστο το βάθος της. Δεν μ’ ένοιαζε που θα βυθιζόμουν στα βάθη του Ατλαντικού Ωκεανού, αλλά θα έχανα μερικές εκατοντάδες ευρώ που είχα πληρώσει για το εισιτήριο μετ’ επιστροφής, που δεν θα χρησιμοποιούσα.

Όταν επιστρέψαμε στο ύψος μας συνέχισα να διαβάζω. Αυτά τα τρισεκατομμύρια δεν παρέμειναν ανενεργά στις τσέπες –εξάλλου δεν θα χωρούσαν– των διακινητών, αλλά κατατέθηκαν σε διάφορες τράπεζες του εξωτερικού, όπως λέγαμε εκείνες εκτός των συνόρων μας, για να επενδυθούν σε ανώνυμες εταιρίες ή σε συνδυασμούς που ναι μεν δεν διακινούν ανθρώπους, αλλά διακινούν χρήμα.

Ένα βράδυ, στο τέλος του περασμένου Ιανουαρίου, ένας ταξιτζής μου είχε πει, ίσως εξαιτίας του σημείου απ’ όπου με πήρε, ότι η κατάσταση των προσφυγικών ροών είχε αποφέρει εβδομήντα τρία δισεκατομμύρια κέρδη. Επενδύσεις σε πλεούμενα, σωσίβια, μεσολαβητές, μίζες, και άλλα... Η διαδρομή για το σπίτι μου ήταν μικρή και δεν άκουσα περισσότερα.

Και λοιπόν, τι να έγιναν άραγε τα άλλα εβδομήντα τρισεκατομμύρια, μάλλον θα είχαν πολλαπλασιαστεί και επενδυθεί.

Τώρα από το ύψος που πετούσα όλα άλλαζαν μορφή και μέγεθος.

 

Εμφανίσεις: 755

«Λάντλοου» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

«Λάντλοου» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

Έχω κατά καιρούς, ή σπάνια, ανατρέψει τη σειρά ενός βιβλίου με κάποιο άλλο στη λίστα των βιβλίων των προτιμήσεων μου, όπως συνέβη εσχάτως μετά την ανάγνωση του ιστορικού μυθιστορήματος Αμοιρολόιτος. Ο Λούης Τίκας και η σφαγή στο Λάντλοου του Ζήση Παπανικόλα [Zesse Papanikolas], ενώ συμπτωματικά είχα δει τις προηγούμενες ημέρες και την ταινία Ludlow του Λεωνίδα Βαρδαρού.

Παρά τις λιγοστές μου γνώσεις επί του θέματός του από την παλαιότερη προβολή της ταινίας, Το αλάτι της γης του συγγραφέα-σκηνοθέτη Χέρμπερτ Μπίμπερμαν, ενός από τους Δέκα της Μαύρης Λίστας του Χόλιγουντ που είχε αρνηθεί να παρουσιαστεί ενώπιον της Επιτροπής για αντιαμερικανική δράση την εποχή του Μακαρθισμού, η οποία αναφερόταν σε μια απεργία των ανθρακωρύχων στο Λάντλοου, το βιβλίο του Παπαζήση με είχε κατακυριεύσει. Επανέφερε στη μνήμη μου την προβολή της εν λόγω ταινίας στην Κινηματογραφική Λέσχη Αργυρούπολης/ Ηλιούπολης, όπου είχαμε προσκληθεί ο Νίκος Αντωνάκος, σκηνοθέτης-συγγραφέας, ο Στέλιος Ελληνιάδης, με πολιτική- πολιτιστική δράση και γραπτά, κι εγώ, και είχε ακολουθήσει συζήτηση με το κοινό. Καθώς επίσης και μια παλαιότερη εκδήλωση για τον Λούη Τίκα του Νίκου Κουνάδη στη Στοά βιβλίου, από την οποία κράτησα ένα μικρό ποτηράκι ούζου με χαραγμένο το όνομά του.

Η ανθρώπινη δράση, όσο διαδίδεται, έστω και προφορικά, τόσο αποδεικνύει την ανεξάντλητη πορεία της

Ενώ Το αλάτι της γης αναφέρεται σε μια ορισμένη περιοχή κατοικημένη κυρίως από Μεξικάνους, ο Αμοιρολόιτος αναγνωρίζει και όλες τις άλλες φυλές – Έλληνες, Ιταλοί, Σλάβοι, Ιάπωνες και άλλους–, επισκέπτεται διάφορες Αμερικανικές Πολιτείες και δίνει προτεραιότητα στις δυο Ανθρακοφόρες Περιοχές, τη Βόρεια και τη Νότια, με κοινά σημεία τα ανθρακωρυχεία, τις στοές, την εκμετάλλευση των ανθρακωρύχων, και άλλων εργατών, την ψευδή καταμέτρηση της παραγωγής τους , την κατακράτηση ποσοστού από την αμοιβή τους, τους απεργούς και τους απεργοσπάστες, τους ένοπλους αστυνομικούς και τους συνεργάτες τους, τους μεσάζοντες για την εξεύρεση εργασίας, την ίδρυση των συνδικάτων με την καταπληκτική ταύτιση ονομάτων και καταγωγής, ηλικιών και φυσικών γνωρισμάτων, τρόπους ψυχαγωγίας και γεγονότων, τόπων διαμονής και δράσης.

Η ανθρώπινη δράση, όσο διαδίδεται, έστω και προφορικά, τόσο αποδεικνύει την ανεξάντλητη πορεία της και όσο επεκτείνεται επικοινωνιακά τόσο αναγνωρίζεται από τα μέσα που διαθέτει και δεν παραμένει στάσιμη στον χώρο και τον χρόνο.

Από τις πρώτες αράδες του Προλογικού Σημειώματος της Αλέκας Μπουτζούβη ένιωσα την επιθυμία να διαβάσω για τη ζωή των ανθρακωρύχων και τη ζωή ενός ανθρώπου χωρίς παρελθόν, η μορφή του οποίου σώζεται μόνο σε πέντε ξεθωριασμένες και ρετουσαρισμένες φωτογραφίες που αποτυπώνουν φευγαλέα στιγμές της ζωής και του θανάτου του. Η πρώτη το 1906 τον δείχνει σε ηλικία 20 χρόνων, ντυμένο με την τοπική στολή, πριν ξεκινήσει για το μεγάλο ταξίδι στη Νέα Υόρκη, και η τελευταία, το 1914, στο κρεβάτι του νεκροτομείου.

Θα εμπλούτιζα τις γνώσεις μου γύρω από τον Λούη Τίκα από τη Λούτρα Ρεθύμνου. Ακολούθησε ο «Πρόλογος στην αμερικανική έκδοση» του Ουάλας Στέγκνερ, με ιστορικές επισημάνσεις που αύξησαν την επιθυμία μου για την ολοκλήρωση της ανάγνωσης του βιβλίου.

Από την πρώτη παράγραφο της επόμενης ενότητας με τίτλο «Εθνοτική καταγωγή και ταξικοί αγώνες: Η αφηγηματοποίηση μιας ασύμβατης σχέσης» που προετοιμάζει τον αναγνώστη για την ιστορικότητα του περιεχομένου και την έρευνα που θα επακολουθούσε, καθώς και μια πρόταση από τη μέση της πρώτης παραγράφου «Εν ολίγοις, η μαζική μετακίνηση ελληνικών πληθυσμών προς τις ΗΠΑ, που ξεκίνησε στη δεκαετία του 1880, χαρακτηρίστηκε ως “αιμορραγία” και διαμόρφωσε μια εικόνα της Ελλάδας ως “έθνους μεταναστών”», ένιωσα την ανάγκη να υπογραμμίζω τα σημεία που με άγγιζαν περισσότερο αφού μέχρι το 1924 είχαν μεταναστεύσει στην Αμερική ο αδελφός της μητέρας μου και ο πατέρας μου.

Από την πολύπλευρη έρευνα και τις ιστορικές αναφορές του συγγραφέα Ζήση Παπανικολάου, ένιωθα σαν να είχα βυθιστεί σ’ ένα πηγάδι με πολύτιμους λίθους και ολόχρυσα  παράσημα

Από τις πρώτες σελίδες του Αμοιρολόιτου κατάλαβα πως δεν θα μπορούσα απλώς να τις διαβάζω τη μια μετά την άλλη, γιατί γρήγορα ανακάλυψα την κίνησή μου να γυρίζω πίσω και ξαναδιαβάζω, αν όχι ολόκληρη τη σελίδα, κάποια παράγραφο, κάποια αμερικανική ή ελληνική τοποθεσία, κάποιο όνομα ή επίθετο ή εργατική απασχόληση και απολαβή, χρονολογίες και ονόματα πολιτικών, που έπαιξαν μεγάλο ρόλο στον 20ο αιώνα.

Οι χαρακτήρες, αληθινά πρόσωπα, δεν αφήνονται να αιωρούνται ή να εμφανίζονται παρεμπιπτόντως, αλλά δίνουν την αίσθηση ότι θα έχουν μια συνέχεια. Είχα ακούσει ότι οι περισσότεροι μετανάστες στα τέλη του 19ου αιώνα και αρχές του 20ου απέφευγαν να αποκτήσουν την αμερικανική ιθαγένεια για να μην ορκιστούν υπέρ της αμερικάνικης σημαίας, γιατί το θεωρούσαν προδοσία κατά της πατρίδας.

Αντίθετα, σύντομα διάβασα: «Εγώ, ο Λούης Τίκας , ετών είκοσι τεσσάρων, επάγγελμα έμπορος, δηλώνω ενόρκως ότι η προσωπική περιγραφή μου έχει ως εξής: Φυλή λευκή, χρώμα επιδερμίδος μελαμψό, ύψος πέντε πόδια και οχτώ ίντσες, βάρος εκατόν πενήντα μία λίβρες, χρώμα μαλλιών σκούρο καστανό, χρώμα οφθαλμών καστανό, άλλα διακριτικά σημεία κανένα. Γεννήθηκα οκτώ μίλια δυτικά του Ρεθύμνου Κρήτης, την δεκάτη τρίτη Μαρτίου, το έτος Κυρίου 1886... Προτίθεμαι καλή τη πίστει να αποκηρύξω δια παντός κάθε υπακοή και πίστη σε οποιονδήποτε ξένο ηγεμόνα...»

Όσο πολλαπλασιάζονταν οι σελίδες, τόσο πολλαπλασιάζονταν οι πληροφορίες και τα θαυμαστικά μου για τη δράση των ανθρακωρύχων, κυρίως των Ελλήνων και τη στάση των γυναικών στις απεργίες τους, ώσπου διάβασα: «Βόρεια Ανθρακοφόρος Περιφέρεια: Η γέννηση ενός συνδικαλιστή», με την αναφορά:

Κατά το χρονικό αυτό διάστημα, εργαζόμενος προς όφελος της πληρέστερης ανάπτυξης της οργάνωσης σας ανάμεσα στους συντοπίτες μου, γύρισα ολόκληρη την Βόρεια Ανθρακοφόρο Περιφέρεια της Πολιτείας του Κολοράντο.
Λούης Τίκας

Οι πληροφορίες πλήθαιναν. Ο Τίκας, όταν έγραψε σχετικά δυο χρόνια αργότερα, είπε ότι εκείνος ξεσήκωσε την απεργία μαζί με εξήντα τρεις Έλληνες συναδέλφους του... Έτσι ο Τίκας κάνει το πρώτο βήμα προς το πεπρωμένο του...
Ο Τίκας και οι μετανάστες συνδικαλιστές σαν εκείνον κρατούσαν στα χέρια τους τη δυνατότητα να κάνουν ένα βήμα εμπρός...

Ο Τίκας δεν ήταν ο πρώτος έλληνας συνδικαλιστής στη Βόρεια Περιφέρεια, αλλά επρόκειτο να γίνει ο αποτελεσματικότερος. «Ο Λούης Τίκας, εκείνος ο οποίος δέχτηκε άνανδρη επίθεση και πυροβολήθηκε από κάποιον μπράβο της...τη 13η Ιανουαρίου του 1913, είναι ο ίδιος με τον Λούη Τίκα, συγγραφέα της αναφοράς αυτής προς εσάς». Αυτή είναι η τελευταία μαρτυρία για τον Λούη Τίκα.

Στις επόμενες σελίδες το όνομα του Τίκα εμφανίζεται σχεδόν σε κάθε παράγραφο. Μέχρι την πληροφορία εκ μέρους του συγγραφέα: Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν ο υπεύθυνος του καταυλισμού, ο Λούης Τίκας. Ο Λούης ο Έλληνας.

Είχα μπει στη βιβλιοθήκη αναζητώντας υλικό για μυθιστόρημα. Βγήκα με ένα όνομα. Γύρισα λίγες σελίδες και βρέθηκα μπροστά σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, ένα ακίνητο κορμί, σκεπασμένο μ’ ένα άσπρο σεντόνι , με το κεφάλι, όπου διακρίνονται τα χαρακτηριστικά του προσώπου του και τα μαύρα του μαλλιά σ’ ένα άσπρο μαξιλάρι, και τρεις αράδες στο τέλος της σελίδας:

«Τον πάτησαν στο πρόσωπο. Έχουμε μια φωτογραφία... δείχνει καθαρά τα αποτυπώματα της μπότας στο πρόσωπό του».
Περλ Τζόλι

Ο Λούης Τίκας στο νεκροθάλαμο. Με την ευγενική παραχώρηση της Βιβλιοθήκης της State Historical Society of Colorado, Συλλογή Ντονλντ.

Ο Τίκας δεν ήταν ο πρώτος έλληνας συνδικαλιστής στη Βόρεια Περιφέρεια, αλλά επρόκειτο να γίνει ο αποτελεσματικότερος.

Έκλεισα το βιβλίο και το ακούμπησα πάνω στο στήθος μου σαν κάτι πολύτιμο, που δεν το είχα χάσει, αλλά το ξανάβρισκα με αυτή τη μορφή του μυθιστορήματος που προσφέρεται στον αναγνώστη μ’ ένα τόσο ρεαλιστικό τρόπο. Προσπάθησα ύστερα από αρκετή ώρα να ξεπεράσω τη συγκίνηση και να συνεχίσω το διάβασμα, όχι μόνο επί ώρες, αλλά ημέρες γιατί γύριζα, εμπρός και πίσω τις σελίδες. Πώς μπορούσα να αναφερθώ στο πλούσιο αυτό ιστορικό μυθιστόρημα μέσα από μία, έστω, εκτεταμένη στήλη.

Από την πολύπλευρη έρευνα και τις ιστορικές αναφορές του συγγραφέα Ζήση Παπανικολάου, ένιωθα σαν να είχα βυθιστεί σ’ ένα πηγάδι με πολύτιμους λίθους και ολόχρυσα παράσημα, με λέξεις που γίνονταν πράξεις και γεγονότα που μετατρέπονταν σε ιστορία. Συνέχισα να διαβάζω ώσπου, κατά το συγγραφέα «ο Τίκας κατέληξε κάτι άχρωμο και ανούσιο, κατέληξε μάρτυρας. Αυτοί οι κακοφτιαγμένοι στίχοι είναι βέβαια συγκινητικοί, αλλά παραμένουν πιο εύγλωττοι για τους ζωντανούς παρά για τους νεκρούς».

...Ω! Λούη Τίκα, ψυχή ευγενική,
των αβοήθητων και των ανίσχυρων υπερασπιστή,
κάλλιο θα σ’ έλεγαν της ανθρωπότητας ιππότη
παρά της Ελλάδας ή της Αμερικής παιδί.

Βέβαιη πως θα επανερχόμουν πάλι και πάλι στον Αμοιρολόιτο από θαυμασμό για τον συγγραφέα και «ζήλια» για τη μεταφράστρια Πελαγία Μαρκέτου, αντίκρισα την άγραφη σελίδα στο λαπτόπ μου.

 

Εμφανίσεις: 862

«Οι φασκιές» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

«Οι φασκιές» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

Είχα τελειώσει την ανάγνωση του βιβλίου Η Ευρώπη και τα δικαιώματα των γυναικών της  Άννας Καραμάνου*, αλλά δεν είχα τελειώσει μαζί του. Το είχα αφήσει δίπλα στο λάπτοπ μου ή το έπαιρνα μαζί μου όταν άφηνα το γράψιμο για να διαβάσω, έστω και αν επρόκειτο για κάποιο άλλο έντυπο. Δεν μπορούσα να απαλλαγώ από αυτό, επειδή υπάρχουν τόσες πολλές αναφορές και παραπομπές, δικαιολογούσα τον εαυτό μου, που με προκαλούσαν, όχι μόνο ως γυναίκα ή με την κοινή ονομασία φεμινίστρια, αλλά ως άνθρωπο. Με είχε κατακτήσει, ιδιαίτερα, το Κεφάλαιο 4, με τίτλο «Ελλάδα-Τουρκία: Συγκριτική ανάλυση», που αφορά τις δυο γειτονικές χώρες με πολλές κοινές ιστορικές σελίδες, ενίοτε κατακτητικές ή συμβιώνουσες, φιλικές ή εχθρικές.

Όσο το διάβαζα τόσο έβαζα σε δοκιμασία τον εαυτό μου, όχι μόνο για τις προσωπικές μου αγωνιστικές εμπειρίες μέσα σ’ έναν «κόσμο των ανδρών», μια κοινή έκφραση, αλλά και για τις ιστορικές μου γνώσεις των τελευταίων αγώνων του 18ου, 19ου  του 20ου, ακόμα και του 21ου αιώνα που διανύουμε, για την κατακτημένη επί αιώνες Ελλάδα από τους Τούρκους, τον Διαφωτισμό, τη Γαλλική Επανάσταση, την Ελληνική Επανάσταση του 1821, τις πρώτες γυναίκες, όχι μόνο σε στρατιωτικές κινητοποιήσεις και επιχειρήσεις –ποιος δεν έχει, τουλάχιστον, ακούσει την Μπουμπουλίνα–  αλλά και εκείνες που άφησαν έργο πίσω τους, όπως η Καλλιρρόη Παρρέν, (1861- 1940), η οποία εκφράστηκε με τον γραπτό λόγο ως δημοσιογράφος-συγγραφέας και με τον προφορικό ως δασκάλα. Η δράση της για τα δικαιώματα γυναίκας είναι μεγάλη και είναι απίστευτο το γεγονός ότι το 1918 εξορίστηκε (!) στην Ύδρα, για τη συνολική της δράση, αλλά κυρίως για την Εφημερίδα των Κυριών, που ο τίτλος είναι καίριος.

Τα κοινά σημεία που χαρακτηρίζουν τις γυναίκες της Ελλάδας και της Τουρκίας είναι αδιαμφισβήτητα αφού δεν προέρχονται από τη φαντασία της συγγραφέως, αλλά από την πραγματικότητα. Πολλά είναι εμφανή ακόμα και στην τεχνολογική εποχή μας, στα καθεστώτα, στις αμοιβές εργασίας, στις προτιμήσεις και τις διαιρέσεις, τις συγκρίσεις ελαττωμάτων και προτερημάτων, την αποδοχή των γυναικείων επιδόσεων και αποδόσεων.

Αυτό που αποδεικνύεται ως κινητήρια δύναμη είναι, μάλλον, η πολιτικοποίηση του πολίτη της κάθε χώρας και η πλατιά δημοσιοποίηση της διαδικασίας για την επιτυχία των θεμάτων που τίθενται από τις γυναίκες για την επίγεια ζωή τους σαν ισάξιες με το άλλο φύλο.

Στο εσωτερικό κεφάλαιο, «Φεμινιστική δράση για πολιτικά, αστικά και οικονομικά δικαιώματα- 20ος αιώνας», μας πληροφορεί ότι: «Στη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων και του Πρώτου Παγκοσμίου, το κίνημα των γυναικών πολιτικοποιήθηκε και κατέκτησε αρκετά από τα δικαιώματα που διεκδικούσε: το 1914 τα πανεπιστήμια δέχτηκαν γυναίκες, το 1915 ιδρύθηκε Πανεπιστήμιο Γυναικών και το 1917 περιορίστηκε με νόμο η πολυγαμία, πράξη βέβαια που ουδέποτε εφαρμόστηκε στην καθημερινή ζωή, ωστόσο ήταν ένα σημαντικό βήμα για τον κόσμο του Ισλάμ. Το 1919 το δικαίωμα της ψήφου έγινε κυρίαρχο και οι γυναίκες διοργάνωσαν εκστρατεία πληροφόρησης […]»

Παρασύρθηκα και παρ’ όλο που αντέγραψα αρκετές αράδες από το βιβλίο δεν έμεινα ικανοποιημένη, αλλά συγχώρησα και πάλι τον εαυτό μου γιατί από το βιβλίο αυτό δεν υπάρχει τίποτα περιττό ή λειψό. Θα πρέπει να διαβαστεί ολόκληρο και να του αποδοθεί ο τίτλος, μια επίτομη εγκυκλοπαίδεια επί του ιδίου θέματος. Αυτό που αποδεικνύεται ως κινητήρια δύναμη είναι, μάλλον, η πολιτικοποίηση του πολίτη της κάθε χώρας και η πλατιά δημοσιοποίηση της διαδικασίας για την επιτυχία των θεμάτων που τίθενται από τις γυναίκες για την επίγεια ζωή τους σαν ισάξιες με το άλλο φύλο.

Η ανάγνωση του βιβλίου για τα δικαιώματα των γυναικών με οδήγησε στον κινηματογράφο για να συναντήσω, οπτικά και ακουστικά, την Ορκισμένη παρθένα. Τα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας σαν τοπία, η τεχνητή λίμνη που επιτρέπει την πλεύση, είναι πανέμορφα, τα κοπάδια, το εσωτερικό των σπιτιών, η συμπεριφορά των ανδρών προς τις γυναίκες, κυρίως τις θυγατέρες, ίσως να θυμίζουν την Ελλάδα του πρώτου ήμισυ του 20ού αιώνα, και αν δεν υπήρχε η παρουσία/ χρήση κινητού τηλεφώνου, θα νόμιζε ο θεατής ότι η ταινία αναφερόταν σ’ εκείνα τα χρόνια. Η μια κόρη κάποιας οικογένειας, που ο δυναμισμός της μπορεί να συναγωνιστεί/ ανταγωνιστεί τον ανδρικό, έστω με τη χρήση ενός κυνηγητικού όπλου, πείθεται από την ανδρική συμπεριφορά απέναντι στις γυναίκες ότι δεν θα μπορέσει ποτέ να αναπτύξει τη δική της προσωπικότητα, να κερδίσει η ίδια τη ζωή της, αφού ο κώδικας ήταν ότι η γυναίκα είναι πάντα δεύτερη. Για να κρύψει το δικό της φύλο, κόβει τα μακριά της μαλλιά και χτενίζεται όπως οι άνδρες, φασκιώνει το στήθος και ντύνεται ανδρικά και τελικά εγκαταλείπει το κλειστό της και περιορισμένο οικογενειακό και τοπικό περιβάλλον για την Ιταλία, όπου η ζει η αδελφή της με την οικογένειά της. Ορκισμένη πως θα μείνει ανέγγιχτη από τα ανδρικά χέρια, τα ίδια που χτυπάνε τις γυναίκες σαν πρώτοι και τις εγγίζουν σαν άνδρες, φασκιώνει το στήθος της και εμφανίζεται σαν άνδρας για να βρει δουλειά, μια θέση στην ανδροκρατούμενη κοινωνία. Η ταινία αφήνει τον θεατή να υποθέσει ή να αποφασίσει αν η φασκιωμένη νέα γυναίκα θα βρει και θα αποδεχτεί το φύλο της όταν το φιλί της μ’ έναν άνδρα έχει κάποια άλλη γεύση και προκαλεί άλλα ρίγη.

Η Ευρώπη και τα δικαιώματα των γυναικών δεν έχουν τέλος. Αντίθετα είναι μια λεωφόρος με πολλά σταυροδρόμια όπως, συμπτωματικά, τα αντίκρισα σε διάφορα μήκη και πλάτη του αραβικού ή ασιατικού κόσμου, όπου οι γυναίκες φασκιώνουν το στήθος τους. Γιατί; Για να μην προκαλούν τους άνδρες να τις βιάσουν ή για να πιάσουν μια δουλειά που θα τους δίνει τη δυνατότητα να αγοράσουν το ψωμί τους για να ζήσουν.

 

*Το εν λόγω βιβλίο, ένας ολοκληρωμένος τόμος, της συγγραφέως Άννας Καραμάνου δεν εκλαμβάνεται η κορύφωση της γενικότερης δράσης της ως εργαζόμενη, ως πολιτική ακτιβίστρια, ως Γενικής Γραμματέως του Γυναικείου Κινήματος του άλλοτε πλειοψηφικού πολιτικού κόμματος ΠΑΣΟΚ, το οποίο αντιπροσώπευσε στο παρελθόν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά μια αρχή για κάποια άλλη διαδρομή, πολιτική ή ακαδημαϊκή, στη μακρά πορεία των γυναικών σε δράση για τα δικαιώματα των γυναικών στον κόσμο.

 

Εμφανίσεις: 1258

«Έσθερ (2)» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

«Έσθερ (2)» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

Από τα τελευταία χρόνια του Γυμνασίου εκείνο που μας απασχολούσε ήταν η συνέχεια των σπουδών μας και, πιο συγκεκριμένα, ποια σχολή μας ταίριαζε ή ποιο θα ήταν το επάγγελμα που θα θέλαμε να υπηρετήσουμε. Από την πρώτη ώρα που παρακολούθησα το μάθημα της κοσμογραφίας και είχα γοητευτεί –τότε μπορούσαμε τη νύχτα να δούμε τον Εσπερινό, τη Μικρή και τη Μεγάλη Άρκτο και πολλά άλλα άστρα και τους γαλαξίες στον ουρανό– σκεφτόμουν πως αυτή θα ήταν η επιστήμη που θα με έκανε ευτυχισμένη. Το υπερπέραν.

Την πρώτη αντίρρηση την εξέφρασε η καλύτερη μου φίλη και συμμαθήτρια, η Σοφία, που προετοιμαζόταν για τη Νομική Σχολή. Το μόνο που θα άλλαζε ήταν αντί από συμμαθήτριες θα γινόμασταν συμφοιτήτριες. Κάποιο απόγευμα με πήρε μαζί της στο φροντιστήριο που παρακολουθούσε, στην Πλατεία Κάνιγγος. Παρέμεινα για δυο ώρες μια σιωπηλή ακροάτρια που εντυπωσιαζόταν από τις ερωτήσεις, τις απαντήσεις και τη χρήση της γλώσσας.

Στην κοσμογραφία, επέμενε, κυριαρχούν τα μαθηματικά.
Μα, είμαι καλή σ’ αυτό το μάθημα.

Μέχρι να δώσουμε εισαγωγικές εξετάσεις υποχώρησα και αργότερα αποχώρησα, ενώ τελικά αναχώρησα. Στους υπερατλαντικούς καινούργιους φοιτητικούς κύκλους άκουγα μια άλλη ρήση: Τα πιο δύσκολα μαθηματικά είναι τα ασφαλιστικά. Ένιωθα κάποια αμηχανία στη Σχολή Επιχειρήσεων (Cambridge School of Business) που φοιτούσα στη Νέα Υόρκη να ζητήσω κάποια επεξήγηση. Παρ’ όλο που δεν είχα αυτοκίνητο, έδωσα τη δική μου απάντηση στην ερώτησή μου, ακούγοντας για τα ασφάλιστρά τους. Υπήρχαν οδηγοί δεκαετιών που δεν είχαν κάνει ποτέ το παραμικρό ατύχημα, δεν είχαν συγκρουστεί ούτε φτερό με φτερό, δεν είχαν τραυματίσει ή σκοτώσει όχι άνθρωπο, αλλά ούτε σκουλήκι. Αντιθέτως, κάποιοι από τον πρώτο μήνα ή το δεύτερο που είχαν ασφαλιστεί σκότωσαν όχι μόνο έναν άνθρωπο, αλλά μια ολόκληρη οικογένεια. Πολλές υποθέσεις έφταναν στα δικαστήρια.

Όλα αυτά τα επανέφερε στη μνήμη μου το θέμα του Ασφαλιστικού που συζητείται από την κυβέρνηση στο Κοινοβούλιο, τα στρογγυλά τραπέζια των τηλεοπτικών καναλιών, τους διάφορους αντιπροσώπους των κρατικών ασφαλιστικών ταμείων και το μόνο που τελικά καταλαβαίνω είναι η ανειλικρίνεια όλων όσοι αποπειρώνται να μας διαφωτίσουν. Η πραγματικότητα που δεν τολμούν να εκφράσουν έως τώρα, να την προβάλλουν, είναι η παραπομπή των πολιτών της χώρας σε ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες.

Αυτά τα μαθηματικά, νόμιζα, δεν με αφορούσαν, αν και υπήρξαν φορές που παλιότεροι εργαζόμενοι μού σύστηναν συχνά να προσέχω αν τα αφεντικά κατέθεταν στην Κοινωνική Ασφάλιση το μερίδιό τους για τη σύνταξή μου. Δεν ρωτούσα με ποιο τρόπο να προσέχω, ούτε ήξερα πότε θα έπαιρνα σύνταξη και αν θα ζούσα μέχρι τότε.

Ντρεπόμουν να ρωτήσω ακόμα και την καλύτερή μου φίλη, την Έσθερ, που βλεπόμαστε πολύ συχνά, καθώς κατοικούσαμε στην ίδια ευθεία της Δεύτερης Λεωφόρου στο Μανχάταν, εκείνη στην 32η οδό κι εγώ στην 26η. Ψηλή, λεπτή, χαμογελαστή, με χιούμορ, εξαιρετικά ταλαντούχα, σχεδιάστρια του Κάλβιν Κλάιν, η πρώτη που σχεδίασε εκείνο το ύφασμα, κυρίως, για ανδρικά πουκάμισα ή άλλα, με τα πολύχρωμα μικρά γεωμετρικά σχέδια.

Η ΄Εσθερ αγαπούσε την Ελλάδα και την επισκεπτόταν κάθε καλοκαίρι. Επιστρέφοντας μου διηγιόταν με λεπτομέρειες πώς είχε περάσει τις μέρες της στα νησιά, κυρίως, στη Σαντορίνη. Μου μιλούσε ακόμα και για τους ίσκιους που έπεφταν στην πορεία του ήλιου. Τότε την αγαπούσα περισσότερο γιατί θαύμαζα, πέρα από το ταλέντο της, την ειλικρίνειά της. Δεν την αμφισβητούσα ποτέ. Για όλα αυτά ήθελα να της κάνω ένα δώρο, αλλά δεν ήξερα τι. Τα είχε όλα. Έτσι της αφιέρωσα τον τίτλο του μυθιστορήματός μου που πήρε το όνομά της, ΄Εσθερ.

Μια από τις πιο αξέχαστες μέρες ήταν τα γενέθλια των σαράντα χρόνων της, που τα γιορτάσαμε με συγγενείς, φίλους και γείτονες στο σπίτι των γονιών της μια ώρα ή περισσότερο μακριά με το τρένο. Καμιά μας δεν είχε αυτοκίνητο. Αυτό που μετρούσα αρνητικά στην ΄Εσθερ ήταν η μακρόχρονη σχέση της μ’ έναν Σπαρτιάτη, έναν όμορφο λεβεντάνθρωπο και αναποφάσιστο, με τον οποίον ήταν ερωτευμένη.

Με την εμφάνιση της ασθένειας AIDS θρηνούσα καθημερινά τα θύματα μεγάλων καλλιτεχνών στο Μπρόντγουεϊ, το Χόλιγουντ και αλλού ή και άλλων απλών και ανώνυμων ανθρώπων, όπως είμαστε το μεγαλύτερο ποσοστό των λαών.

Για κάποιες ημέρες δεν είχα συναντήσει την ΄Εσθερ και υπέθετα ότι είχε πάει στους γονείς της που επιθυμούσε. Όταν την άκουσα στο τηλέφωνο, τρόμαξα. Είχε περάσει τις ημέρες της με την αγωνία της θανατηφόρας ασθένειας και είχε σταθεί ώρες ολόκληρες στις ουρές των νοσοκομείων. Ήθελε να κάνει εξετάσεις για το AIDS.

Σοβαρολογείς; Για ποιο λόγο;
Καλά, εργάστηκα στην Ιαπωνία, στην Ταϊλάνδη, σε μια σειρά από χώρες της Ασίας, ακόμα και στο Βιετνάμ, τι νομίζεις πως ποτέ δεν κοιμήθηκα με κάποιους άνδρες;

Η ΄Εσθερ επισκεπτόταν τα δημόσια νοσοκομεία επειδή η Ασφαλιστική Εταιρεία, στην οποία την είχε ασφαλίσει ο πατέρας της από τότε που γεννήθηκε, της δήλωσε ότι δεν υπήρχε κανένας όρος στο συμβόλαιό της που να κάλυπτε αυτή την περίπτωση.

Μα, τότε που γεννήθηκα δεν υπήρχε το AIDS.
Λυπούμαστε, της απαντούσαν.
Για ποιον λυπούνταν, την ρωτούσα, με τη σειρά μου.

Είχε πάθει τέτοιο σοκ, άγχος, φόβο, απογοήτευση που κατέληξε και κάποιο χρονικό διάστημα σε ψυχιατρική κλινική. AIDS δεν είχε, διάψευση για το ασφαλιστικό της παρόν και μέλλον είχε.

Είχαν περάσει αρκετά χρόνια όταν στην Αθήνα, που επέστρεφα κάθε χρόνο από τη Νέα Υόρκη, μια εξίσου αγαπητή μου φίλη αρρώστησε από καρκίνο, δεν έμαθα τις λεπτομέρειές του, και η ασφαλιστική της Εταιρία αρνήθηκε να αναλάβει τη θεραπεία της εξαιτίας της απουσίας σχετικού όρου στο συμβόλαιό της.

Όλα αυτά τα επανέφερε στη μνήμη μου το θέμα του Ασφαλιστικού που συζητείται από την κυβέρνηση στο Κοινοβούλιο, τα στρογγυλά τραπέζια των τηλεοπτικών καναλιών, τους διάφορους αντιπροσώπους των κρατικών ασφαλιστικών ταμείων και το μόνο που τελικά καταλαβαίνω είναι η ανειλικρίνεια όλων όσοι αποπειρώνται να μας διαφωτίσουν. Η πραγματικότητα που δεν τολμούν να εκφράσουν έως τώρα, να την προβάλλουν, είναι η παραπομπή των πολιτών της χώρας σε ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες.

 

Εμφανίσεις: 992

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr