A+ A A-

«Φλαμίνγκο» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

«Φλαμίνγκο» της Ιωάννας Καρατζαφέρη
Ο τίτλος στο εξώφυλλο, Το πέταγμα του φλαμίνγκο, μ’ έναν πίνακα που μ’ έβαλε στον πειρασμό να μαντέψω σε ποια πόλη ήταν αυτή η γειτονιά με τις εξωτερικές σκάλες στα κτίρια πάνω από μισή ταμπέλα REST, τράβηξε την προσοχή μου με κάποια παρελθούσα συγκίνηση. Μπήκα στο βιβλιοπωλείο και αγόρασα το βιβλίο.

Στο καφέ Φίλιον, που έφτασα ύστερα από μερικά λεπτά, διάλεξα μια θέση σε μια γωνία και κοίταξα ακόμα πιο καλά το εξώφυλλο πάνω στο τραπεζάκι, προσπαθώντας να το διασυνδέσω με τα ροζ ή λευκά/ροζ μεγάλα πουλιά με τα αδύνατα ψηλά πόδια, που είχα δει άλλοτε από κοντά.

Ήμουν καλεσμένη από τον Σύνδεσμο Γυναικών Ξάνθης, πριν από χρόνια, για μια ομιλία γύρω από τα γυναικεία θέματα. Ένιωθα ημιτελής, ακόμα το νομίζω. Δεν ήμουν σύζυγος, δεν ήμουν μητέρα, παρά μόνο μια εργαζόμενη γυναίκα, αφιερωμένη, κάπως, σε αγώνες για διάφορα ανθρώπινα αιτήματα.

Ένας φίλος, καθηγητής, τότε, στο Πανεπιστήμιο της Ξάνθης, προσφέρθηκε δυο-τρεις φορές να με ξεναγήσει σε κάποια μέρη που είχαν το δικό τους ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ένα από αυτά ήταν η Λίμνη Βιστωνίδας, που με άφησε άφωνη από την ομορφιά της, τη λιμνοθάλασσά της, τόσο πλατιά και τόσες ανταύγειες, τα πουλιά της στην επιφάνεια των υδάτων της ή πετούμενα μονά ή ομαδικά. Μου ήταν όλα άγνωστα.

Τα φλαμίνγκο σε πόλεις; αναρωτήθηκα και άρχισα να διαβάζω. Ο σερβιτόρος μού έφερε τον καφέ, αλλά ούτε μ’ ένοιαξε. Η ροή της γραφής με παρέσυρε, η οικονομία της γλώσσας, οι εναλλασσόμενες εικόνες/σκιές, οι ανταλλασσόμενοι διάλογοι, φυτεμένοι μέσα στο κείμενο, μου αφαιρούσαν κάθε δυνατότητα να σταματήσω, έστω για να πιάσω το φλιτζάνι του καφέ, να προσθέσω ή να αφαιρέσω μια φράση ή μια λέξη.

Ο παρελθών χρόνος γινόταν παρόν ή το παρόν επέστρεφε στο παρελθόν ή ο χρόνος καταργείτο κι έμενε η λογοτεχνία στον αιώνα τον άπαντα. Έμεναν, ακόμα, οι χώρες, οι πόλεις, οι γλώσσες, ο έρωτας, τα γεγονότα, οι εγκαταλείψεις, οι αφίξεις και αναχωρήσεις, τα ονόματα εκείνων που είχαν προσφέρει στα γράμματα και τις τέχνες, οι προσωπικές και εθνικές επαναστάσεις, οι στροφές και οι επιστροφές. Ώσπου, έφτασα στο τέλος ενός διηγήματος: «Περίεργο που έπεσε. Κανονικά θα έπρεπε να είχε πετάξει ψηλά. Σαν φλαμίνγκο».

Είχα νιώσει κάποια ανάμεικτα αισθήματα για εκείνη που αντικατέστησε κάποιο από τα φλαμίνγκο που είχα δει κάποιες δεκαετίες πριν.

Ζήτησα έναν δεύτερο καφέ, ο σερβιτόρος κοίταξε το άθικτο φλιτζάνι και ύστερα από λίγο έφερε και ακούμπησε, χωρίς να πει τίποτε, το δεύτερο.

Κράτησα για μερικά λεπτά το βιβλίο στα χέρια μου κλειστό, κοίταξα και πάλι το εξώφυλλο, μέτρησα τους ορόφους, άραγε από ποιον έπεσε, αναρωτήθηκα.

Δεν θα άφηνα το βιβλίο – για να πάω πού;

Άρχισα να διαβάζω το επόμενο διήγημα. Βρέθηκα σε μια άλλη πόλη, άκουγα μια άλλη γλώσσα, ζούσα μια άλλη εποχή. Ώσπου, έφτασα στα εσωτερικά ερωτήματα του συγγραφέα: «Περίεργο πράγμα οι αναμνήσεις. Κάτι σαν όνειρο. Σχηματίζεται η εικόνα, βλέπω τα πράγματα, βλέπω τα πρόσωπα... Όποτε νιώσω την ανάμνηση, όποτε δηλαδή θυμηθώ την εικόνα και την ανασύρω στην επιφάνεια του νου και της ψυχής ταυτόχρονα, συγκερασμένα, απόλυτα, σπάει μέσα μου κάτι. Τότε δεν έσπαγε. Τότε ήταν το παρόν...»

Έσπασα τον δικό μου χρόνο.

Έκανα νόημα στον σερβιτόρο και του ζήτησα έναν καφέ για να τον πάρω μαζί μου. Με κοίταξε λίγο παράξενα. Κοίταξε και το εξώφυλλο του βιβλίου. Δεν τον ρώτησα αν είχε δει ποτέ του φλαμίνγκο.

Πήρα τον καφέ, έβαλα τα δάχτυλά μου ανάμεσα στη σελίδα με τις απορίες του συγγραφέα, Δημήτρη Φωτόπουλου, και τον πίνακα/εξώφυλλο του Παναγιώτη Σταυρόπουλου, και βγήκα από το Φίλιο.

Περπατώντας για το σπίτι, κρατώντας το βιβλίο, που μ’ έκανε να τρέμω, και τον τρίτο καφέ, επαναλάμβανα τον αριθμό της σελίδας μήπως και μου διαφύγει και τον ψάχνω. Ενδόμυχα, έλεγα μακάρι. Θα ξαναδιάβαζα το βιβλίο από την πρώτη σελίδα.

Μπήκα στο διαμέρισμα, ακούμπησα κάπου τον καφέ, κάθισα σε μια πολυθρόνα και άνοιξα το βιβλίο στη σελίδα όπου είχα διακόψει την ανάγνωση. Όταν τελείωσα το διήγημα, προστέθηκε ακόμα ένα ερώτημα: Πόσα χρόνια μπορεί να κρατήσει κάποιος μέσα του τις αναμνήσεις του – ή ήταν η απάντηση του συγγραφέα, «περίεργο πράγμα οι αναμνήσεις»; Τι κάνει κανείς μ’ αυτές; Τις απωθεί; Τις ανασύρει; Τις εκφράζει προφορικά συσχετίζοντας τες με κάποιο γεγονός, τις ζωγραφίζει, τις κάνει στίχους, τραγούδια, μελωδία, κινηματογραφική ταινία; Και ο αναγνώστης, ο θεατής, ο ακροατής, τι χρωστάει στον δημιουργό οποιασδήποτε μορφής με την οποία αναπλάθει τις δικές του αναμνήσεις, ώσπου γίνονται δικό του απόκτημα κι ένα κομμάτι μιας τέχνης ή μιας –άλλοτε συνειδητής και άλλοτε ασυνείδητης– κληρονομιάς;

Έκλεισα το βιβλίο, χωρίς να ανοίξω το καπάκι του καφέ.

Αχ, γιατί τα βιβλία έχουν τελευταία σελίδα, αφού η ζωή συνεχίζεται.

 

Διαβάστε επίσης

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr