A+ A A-

«Μειονότητες» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

«Μειονότητες» της Ιωάννας Καρατζαφέρη
Βγήκαμε με τον θείο μου, αδελφό της μαμάς μου, από τον κινηματογράφο αργά κάποιο βράδυ, αφού είχαμε δει επί ώρες τη μια μετά την άλλη δυο ή τρεις καουμπόικες ταινίες. Ήταν μια ειδική περίπτωση. Προφανώς του θείου μου του άρεσαν τα άλογα και, επιπλέον, πλήρωνες ένα εισιτήριο κι έμπαινες μέσα όποια ώρα ήθελες και έφευγες επίσης όποτε ήθελες. Μπορούσες και να κοιμηθείς εκεί μέσα.

Καθώς περπατούσαμε στους δρόμους της Νέας Ορλεάνης, στην Πολιτεία της Λουιζιάνας, άκουσα κάποιον να με φωνάζει με το όνομά μου. Ήταν αδύνατον, μάλλον συνέχιζα τον ύπνο που με είχε πιάσει στη σκοτεινή αίθουσα υπό τους ήχους των πιστολιών και των μακρύκαννων όπλων, προφανώς ονειρευόμουν ακόμα.

Τελικά, μας πλησίασε ένας νέος και άρχισε να συστήνεται κι εμένα να μου υπενθυμίζει τα παιδικά μας χρόνια στο νηπιαγωγείο και το δημοτικό σχολείο της Καλλιθέας και να με ρωτάει για τα άλλα παιδιά και τον Στουφή, που το σπίτι του ήταν κοντά στην Ευαγγελίστρια. Πριν μας καληνυχτίσει, μας προσκάλεσε στο καράβι τάδε την άλλη μέρα κάποια ορισμένη ώρα για περιήγηση και φαγητό.

Περίμενα να απαντήσει ο θείος μου: «Ευχαρίστως».

Η Νέα Ορλεάνη –La Nouvelle Orleans– βρίσκεται στις όχθες του Μισισιπί και στον Κόλπο του Μεξικού κι έχει μακριά Ιστορία, εξαιτίας των επαναστάσεων και την κατάκτησή της από διάφορες δυνάμεις μέχρι το 1803, που πουλήθηκε από τον Ναπολέοντα στην Αμερική. Μέχρι τότε είχε υπάρξει αποικία της Βασιλικής Γαλλίας, είχε κυβερνηθεί από Αμερικανούς, Γάλλους, Κρεολούς, Αφρικανούς, ήταν και είναι ένα από τα μεγαλύτερα και πλέον εμπορευματικά λιμάνια στον κόσμο. Ο πληθυσμός της πόλης είναι περίπου μισό εκατομμύριο, ενώ με όλη την περιφέρεια που την περιστοιχίζει φτάνει το ενάμισι εκατομμύριο.

Την άλλη μέρα, ο θείος κι εγώ πήγαμε στο καράβι. Ο πληθυσμός του θα ήταν ίσος μ’ ένα μικρό ελληνικό χωριό κι εγώ η μόνη γυναίκα. Αυτό που θυμάμαι περισσότερο είναι πως στην παρέα υπήρχε και ένας βαθμοφόρος Ινδός, που μας διηγήθηκε πως όταν ήταν μικρός στην πατρίδα του κατέβαινε στο λιμάνι, όπου τα περισσότερα καράβια είχαν την ίδια σημαία. Είχε ρωτήσει γι’ αυτήν και του είχαν πει πως ήταν ελληνική. Έτσι, πίστευε πως η χώρα που είχε αυτή τη σημαία ήταν η μεγαλύτερη και η πλουσιότερη στον κόσμο και το όνειρό του ήταν να γίνει Έλληνας.

Ζώντας στην Αμερική, η λέξη μειονότητα ήταν κάτι καινούργιο, που ταυτιζόταν με τους πολίτες της από διάφορες φυλές, γλώσσες και θρησκείες, όπως των Ινδών, των Ιταλών, των Ελλήνων και όλων των υπόλοιπων.

Την τελευταία εβδομάδα του περασμένου Μαΐου στο περίπτερο –ανήκει σε κάποιους Άραβες, ενώ ακούγεται πάντα μια χαμηλή μουσική που συνοδεύει εδάφια από το Κοράνι–, πήρα το τελευταίο τεύχος του περιοδικού ΤΙΜΕ, εξαιτίας του εξώφυλλου – μου θύμισε την εμπειρία από τη Νέα Ορλεάνη, απεικονίζοντας τον πρωθυπουργό της Ινδίας, Μόντι, με τοπική ενδυμασία: μαύρα υποδήματα, ένα μακρύ, στενό, εφαρμοστό παντελόνι –σαν τα μάλλινα σώβρακα του παππού μου που έπλενε η γυναίκα και κρεμούσε στα σχοινιά της μπουγάδας–, ένα κίτρινο, μακρύ πουκάμισο με μακριά μανίκια, κι ένα κλειστό άνοιγμα στον λαιμό για να περνάει το κεφάλι, το πρόσωπο με ψαλιδισμένα γκριζόασπρα γένια και μεγάλο μουστάκι με το ίδιο μεικτό χρώμα.

Αντίθετα από εμάς, που μετά τον Θόδωρο Κολοκοτρώνη και την ανεξαρτησία μας από τους Τούρκους, πετάξαμε πάραυτα φουστανέλες και τσαρούχια και ντυθήκαμε ευρωπαϊκά, όπως λεγόταν η ενδυματολογική αλλαγή. Μάθαμε να χορεύουμε βαλς και ταγκό, να λέμε merci και au revoir, ν’ ακούμε Στράους και Μπαχ και να συνθέτουμε οπερέτες...

Για την Ινδία του 1,25 δις λαού, η ειδησεογραφία, τουλάχιστον κατά την αντίληψή μου και την καθημερινή μου ανάγνωση και ακρόαση πολιτικών πεπραγμένων και άλλων γεγονότων, είναι δυσανάλογη σε έκταση και ένταση, συγκριτικά με άλλες χώρες.

Αντίθετα, για την Ελλάδα, όλοι ξέρουμε πόσοι είμαστε, ο παγκόσμιος Τύπος έχει πάντα αναφορές, ο δε ευρωπαϊκός συν τον αμερικανικό συμπληρώνουν τις στήλες τους, όλο και πιο συχνά, με κάποιες ελληνικές ειδήσεις και την πτώση του χρηματιστηρίου.

Δεν έχω την ικανότητα να σκεφθώ παγκοσμιοποιημένα, παρά μόνο υποθετικά και οριακά ή συγκριτικά και άνισα. Δηλαδή, να μετρήσω τη μιμητική μας διάθεση και ικανότητα και να βγάλω ένα συμπέρασμα που να με οδηγεί σε κάποια υποστήριξη της υποψίας μου, ότι όλα γίνονται για τα λεφτά.

Έτσι, πιάστηκα από μια λαϊκή παροιμία: «Ο χρόνος είναι χρήμα» και προσπάθησα να την εφαρμόσω σε μια πτυχή της καθημερινότητας. Ποιος πληρώνει; Ποιος αγοράζει;

Τα τελευταία δυο χρόνια οι εκφωνητές της τηλεόρασης και του ραδιοφώνου μιλάνε όλο και πιο γρήγορα, τόσο που ένας κοινός ακροατής δεν προλαβαίνει να ακούσει την είδηση και να την αξιολογήσει. Όλοι ξέρουμε πόσο ακριβά πουλιέται και αγοράζεται ο ραδιοφωνικός και κυρίως ο τηλεοπτικός χρόνος, καθώς και ο τυπογραφικός χώρος. Οι διαφημιστές απαιτούν η εξαγορά να συμπιέζει τον χρόνο και σε λίγα δευτερόλεπτα να λέγονται αυτά που άλλοτε λέγονταν σε κάποια λεπτά της ώρας. Ο ακροατής δεν έχει καιρό να αμφισβητήσει ή να αξιολογήσει το προϊόν που διαφημίζεται ή κοινοποιείται.

Αυτό μεταφέρθηκε και στην πολιτικολογία, και επομένως δεν προλαβαίνουμε να μετρήσουμε την ορθότητα του εκφραζόμενου λόγου. Αυτό το παρατήρησα πρώτα στη Νέα Υόρκη και μετά στην Αθήνα.

Αρχικά σκέφθηκα κάτι που είχα διαβάσει σ’ ένα μάθημα γλωσσολογίας: Οι κάτοικοι των πρωτευουσών και των μεγάλων πόλεων οποιασδήποτε χώρας μιλάνε γρηγορότερα από τους άλλους κατοίκους. Όμως, σε αυτό υπάγεται ή ανάγεται και η ταχύτητα με την οποία οι εκφωνητές αναγγέλλουν τα κοινωνικά, οικονομικά και, κυρίως, πολιτικά προγράμματα, επιδιώκοντας μια γενική σύγχυση ή είναι θέμα μίμησης;

Πόσο μεγαλύτερη είναι και πού εντοπίζεται η αξία της Ελλάδας σε σχέση με εκείνη της Ινδίας;

Τι πουλάμε εμείς και ποιος το αγοράζει; Η ίδια ερώτηση ισχύει και για την Ινδία.

Ποιος μας αγοράζει ή ποιος μας πουλάει;

 

Διαβάστε επίσης

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr