«Μαμούθ» της Ιωάννας Καρατζαφέρη

«Μαμούθ»

Άκουγα κι εγώ τη μαμά της μικρούλας Αγνής όταν τη μάθαινε καλούς τρόπους. Στο νηπιαγωγείο, η παιδαγωγός μια μέρα τη ρώτησε: «Και τώρα πού είναι ο μπαμπάς σου;» «Στην κυρία Ιαπωνία», απάντησε.

Ο δικός μου μπαμπάς δεν ήταν καπετάνιος, αλλά στο σπίτι μας –στης Λέλας, όπως έλεγαν– ερχόταν ο θείος Αντώνης, ψηλός, στητός και όμορφος σαν αρχαίος Έλληνας θεός, οδηγός στα τραμ, και ένας κοντοχωριανός του από τους Κωνσταντίνους, κοντός και σοβαρός, με λίγα κουρεμένα μαλλιά, εισπράκτορας στα τραμ, που όλο για το σχολείο με ρωτούσαν, αλλά εκείνοι μιλούσαν συνέχεια για την Ιντέλιτζενς Σέρβις.

Φανταζόμουν πως μόνο ο μπαμπάς μου, που μιλούσε αμερικάνικα, καταλάβαινε σε ποιαν αναφέρονταν αλλά δεν έλεγε τίποτε, απλώς κουνούσε το κεφάλι του, ενώ η μαμά μου επαναλάμβανε: «Πιο σιγά».

Για μένα η Ιντέλιτζενς Σέρβις ήταν μια κυρία με όνομα και επίθετο. Βρισκόταν παντού, ανακάτευε τα πράγματα, επενέβαινε σε όλα, μπέρδευε τα πάντα, γνώριζε πολύ κόσμο, έκανε πολλά ταξίδια, γινόταν αιτία κάθε κακού και ανωμαλίας.

Ούτε ξέρω γιατί τα σκεφτόμουν αυτά στη μισοφωτισμένη αίθουσα του κινηματογράφου, περιμένοντας ν' αρχίσει η ταινία.

Μέσα από μια βρόμικη θάλασσα, πηχτή και κυματώδη, που τα απόνερά της έσπαγαν πάνω σε μια χτιστή αποβάθρα, βγήκε κάποιος με φανελένια φαρδιά παντελόνια και παρόμοιο μπουφάν με κουκούλα. Στο πρόσωπό του τα μάτια του κινούνταν διαρκώς, λες κι έψαχναν κάτι αόρατο ή κάποιο σημάδι, τα γένια του φύτρωναν μαύρα, κάπως σγουρά και αραιά.

Στο λιμάνι του Αμβούργου και στους δρόμους του, όπου περπατάνε ένα εκατομμύριο οκτακόσιες χιλιάδες άνθρωποι, κάποιος πεζός με αυτή την εμφάνιση δεν προκαλεί κανενός περαστικού την περιέργεια, αλλά όταν ο φακός της κάμερας πέφτει πάνω του και τον απομονώνει στην οθόνη, η κουκούλα δεν χρησιμεύει για να τον προφυλάει από το κρύο, τα γένια γίνονται φορέας της ταυτότητάς του και το βλέμμα του αντανακλά μια υποψία, έναν εσωτερικό φόβο μήπως παρακολουθείται.

Μήπως αυτοπροδίδεται;

Προειδοποιημένος ή αφ' εαυτού του προσπαθεί να χαθεί μέσα στο πλήθος, ώσπου να φτάσει στο σπίτι όπου θα φιλοξενηθεί στην ευρύτερη περιοχή του Αμβούργου των πέντε εκατομμυρίων ανθρώπων. Ύστερα από κάποια συνάντηση θα καταλήξει στο Βερολίνο των τριάμισι εκατομμυρίων ανθρώπων, που διπλασιάζονται στην ευρύτερη περιοχή. Θα χανόταν στο πλήθος.

Παρακολουθώ την ταινία με μεγάλο και διαρκώς αυξανόμενο θαυμασμό για τον σκηνοθέτη, Άντον Κόρμπιν (Anton Corbijn), η ικανότητά του ξεπερνάει τα συγκριτικά μου μέτρα, το παίξιμο των ηθοποιών, υπερέχει ο Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν (Philip Seymour Hoffman), που μου προξενεί διάφορα αισθήματα και απορίες, όπως: αν ένας Γερμανός ντετέκτιβ συμπεριφέρεται σαν τους Αμερικανούς συναδέλφους του, να κλάψω που βρέθηκε νεκρός από υπερβολική δόση ναρκωτικών ουσιών, είχε παραστήσει και τον Master-Διδάσκαλο, αν θα ένιωθα καλύτερα αν φώναζα, κραύγαζα, ούρλιαζα, βλάκα, ηλίθιε, ή να τον σεβαστώ ως νεκρό, αν μια όμορφη, ψηλή, λεπτή, έξυπνη Γερμανίδα δικηγόρος μπορεί να ερωτευτεί έναν μελαχρινό λαθρομετανάστη Άραβα, αν αυτός αρνείται να εισπράξει τα λεφτά του πατέρα του δηλώνοντας ότι δεν τα θεωρεί αποκτημένα τίμια, η προσοχή μου εντείνεται στους διαλόγους και τις συνεννοήσεις ανάμεσα σε τραπεζίτες, μεσάζοντες, πράκτορες, ντετέκτιβ, οι κινήσεις τους διασπούν το μυαλό μου σε διάφορα κομμάτια που σκέφτονται ταυτόχρονα ή συγκρούονται με διάφορες πληροφορίες, από τα παλιά, ή από το γνωστό παρελθόν του Βρετανού συγγραφέα Τζον Λε Καρέ (John le Carré, πραγματικό όνομα: David John Moore Cornwell), σε βιβλίο του οποίου βασίζεται η ταινία, είχε υπάρξει, τις δεκαετίες 1950 και 1960, πράκτορας της Ιντέλιτζενς Σέρβις, και τα βιβλία κατασκοπίας μεγάλων επιτυχιών, που είχε συγγράψει, και είχα αρνηθεί να τα διαβάσω ή να δω τη μεταφορά τους στον κινηματογράφο, έστω και αν πρωταγωνιστής ήταν ο Σον Κόνερι.

Από μελέτες, συγκρίσεις, αναφορές, ισχυρισμούς διαφόρων αρχών και συστημάτων, εγκληματολόγων, κοινωνιολόγων, διοικητικών τοπικής αυτοδίοικησης, ακόμα και φυλακών ή προστασίας πολιτών, για τις δυσκολίες που δημιουργούνται ή εμφανίζονται στον έλεγχο των εξουσιών για να παραμείνουν αδιάφθορες, που είχα διαβάσει στο παρελθόν, είχα νιώσει κάποια αντίδραση για τις πόλεις-μαμούθ.

Ζώντας κάποια χρόνια στην πανεπιστημιούπολη Λουντ της Σουηδίας, είχα διαβάσει στο μάθημα κοινωνιολογίας ότι η διοίκηση αυτής της χώρας των δέκα εκατομμυρίων ή λίγο παραπάνω εκατοντάδων χιλιάδων κατοίκων, όταν η πρωτεύουσα Στοκχόλμη ξεπερνούσε το ένα εκατομμύριο κατοίκους, πρόσφερε στους πολίτες διάφορα κίνητρα για εθελούσια έξοδο, μετακίνηση και εγκατάσταση σε άλλες μικρότερες πόλεις.

Επισκεπτόμενη τους δικούς μου στην Πράγα, είχα μάθει ότι η πρωτεύουσα της τότε Τσεχοσλοβακίας των δέκα εκατομμυρίων δεν ξεπερνούσε το ένα εκατομμύριο κατοίκων.

Το εφαρμοζόμενο μέτρο ήταν επιστημονικό, εμπειρικό, πραγματικό και πρακτικό: οι πρωτεύουσες λειτουργούν θετικότερα και καλύτερα όταν ο πληθυσμός τους είναι δέκα τοις εκατό (10%) του συνόλου.

Αυτή η διάσπαση του μυαλού μου, παρακολουθώντας την εξέλιξη της ταινίας, μου αφαιρούσε τη δυνατότητα να καταλάβω με βεβαιότητα την κατασκοπία και την αντικατασκοπία του πρώην πράκτορα και επιτυχημένου συγγραφέα, να νιώσω τα αισθήματα του σκηνοθέτη, αν ήταν υπέρ ή κατά, να συμμεριστώ τη συμπάθεια της δικηγόρου ή την ερωτική έλξη του Άραβα προς μια άπιστη-ξένη, την οποία σέβεται ως γυναίκα και αποφεύγει να την ακουμπήσει, ενώ λιθοβολεί κάποια άλλη επειδή ερωτεύτηκε, ή της κόβει το κεφάλι διότι αρνήθηκε να φορέσει μαντίλα, τα κίνητρα ενός νεαρού Άραβα φοιτητή, που έχει έρθει σε άμεση επαφή με τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, κατά του θεωρητικού πατέρα του, να τα αποδεχτώ ή να τα αμφισβητήσω.

Ποιος ήταν φίλος και ποιος εχθρός;

Ο κινηματογράφος μπορεί να είναι και διαλεκτικός, να θέτει ερωτήματα;

Η σύγχυση ήταν όλη δική μου.


 

Τα σχόλια σας  

#1 maria i. 10-09-2014 09:18
Νομίζω ότι η αίσθηση της πόλης, ήταν "μπετόν" εκτός από "μαμούθ" στη συγκεκριμένη ταινία. Αν δεν κάνω λάθος στο Αμβούργο συνεχίστηκε η πλοκή. Αλλά εκτός από παχύδερμες οι πόλεις είναι πια και άκαμπτες, εμένα εκεί λοξοδρόμησε το μυαλό μου... Κρατητήρια μέσα σε πολυκατοικίες, κρυσφήγετα εξίσου σε πολυκατοικίες.. . αυτά για τον αστικό περιβάλλον που εξελίχθηκε η δράση.
Εκτός πάντως από το γεγονός ότι μου φάνηκαν αρκετά ρεαλιστικά τα γεγονότα, οι ήρωες δεν ήταν αμιγώς ούτε καλοί ούτε κακοί. Και η απουσία εφέ και εντυπωσιακών σκηνών (του τύπου καταδιώξεις στους δρόμους, σεξ ή υπαινιγμοί ανάλογοι, περιγραφή χλιδής ή/και γκάτζετς) είναι που διαφοροποιεί την ταινία από άλλες του είδους. Ο σκηνοθέτης νομίζω ότι ήθελε να μας αφήσει αυτή την αίσθηση μαμούθ, ή μαμούθ από μπετόν. Δεν είναι απαραίτητο, θέλω να πω, ότι αφού η ταινία είναι σύγχρονη οφείλει και να παίρνει θέση για όλα όσα καταγράφει (μεθόδους των μεν ή των δε, ήθος κλπ). Απλά τα καταγράφει.
Παράθεση

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER