NEBRASKA

NEBRASKAτης Ιωάννας Καρατζαφέρη


Τη ζωή στις Δυτικές Πολιτείες τη γνωρίζω ελάχιστα, μάλλον σαν επισκέπτρια παρά σαν μόνιμη κάτοικος οποιασδήποτε από αυτές στις πρωτεύουσές τους, ή σε πόλεις και χωριά.

Μου είναι γνωστές περισσότερο από τα βιβλία, όπως το Αντόνια, ένα από τα πολλά μυθιστορήματα της αγαπημένης μου Γουίλα Κάθερ (1873-1947) και το μυθιστόρημα Σας παρακαλώ μην επιστρέψετε από το φεγγάρι του Ντιν Μπακόπουλου (1975-) και άλλα πολλά, αφήνοντας το χρονικά ενδιάμεσο γνωστό, Στον δρόμο, του Τζακ Κέρουακ.

Αυτές οι πολιτείες συναποτελούν το λεγόμενο Midwest –με βουνά και πεδιάδες, άλογα και αγελάδες, ποτάμια και δρόμους που χάνεται το τέλος τους– κι έχουν γίνει πολύ γνωστές στο ευρύτατο, παγκόσμιο κοινό από τον κινηματογράφο.

Και μόνο ο τίτλος της ταινίας, Νεμπράσκα, υπήρξε για μένα μια πρόκληση, ενισχυμένη από τον ελληνικής καταγωγής σκηνοθέτη, Αλεξάντερ Πέιν, έναν άλλου είδους ειρηνικό κατακτητή.

Η ταινία έχει πολλά επίπεδα ανάγνωσης, τα οποία πολλαπλασιάζονται και βαθαίνουν από πλάνο σε πλάνο, με τη μετακίνηση σ' ένα τοπίο έρημο με μια μόνο εναλλαγή, το χιόνι και το κρύο, και κυρίαρχη την ερημιά.

Αυτή την κοινωνική απομόνωση που οδηγεί στο ποτό οπουδήποτε, στο σπίτι ή στο μπαρ, όπου είναι όλοι γνωστοί μεταξύ τους, από τα παιδικά τους χρόνια, απόμαχοι της δουλειάς, με τους περισσότερους να διατρέχουν την έβδομη ή την όγδοη δεκαετία της ζωής τους.

Αιτία για να περιγραφεί η εγκατάλειψη, κανένας δεν πηγαίνει ούτε έρχεται, η απραγία, ο διάλογος, το καινούργιο, η αναφορά σ' ένα εθνικό θέμα, κοινωνικό-οικονομικό-πολιτικό, ή έστω ένα όνομα πέρα από τα στενά όρια του τόπου όπου γεννήθηκαν και μάλλον θα πεθάνουν σ' αυτόν, είναι το δόλωμα μιας διαφήμισης που έχει παρερμηνευθεί και φέρνει μια μικρή αναστάτωση σ' έναν πνευματικά διαταραγμένο υπερήλικα.

Κατά λάθος, από μικρές νύξεις για το παρελθόν κάποιου, εκτίθενται οι προσωπικές σχέσεις στο ερωτικό πεδίο ή το οικονομικό, στην προσμονή ή στην πραγματοποίηση κάποιου γεγονότος ή ονείρου που θα άλλαζε τη ζωή τους.

Στην πραγματικότητα δεν περιμένει κανένας τίποτα.

Από τα καλωσωρίσματα, τυπικά στις εκφράσεις, γίνεται φανερό ότι οι απουσίες είναι δεκαετιών.

Η αποξένωση συμβαίνει επειδή δεν υπάρχει καμιά νοσταλγία για έναν άγονο και αφιλόξενο τόπο, μια φιλία, ένα αίσθημα, μια τρυφερή ανάμνηση που να παρακινεί εκείνους που απέδρασαν να επιστρέψουν στη γενέθλια πόλη ή χωριό.

Ο τόνος, η ολοκλήρωση της έλλειψης επικοινωνίας με τον εξωτερικό κόσμο, δίνεται σε μια καρέκλα, στημένη σ' ένα μη σημείο, είναι προφανώς το έμπα του χωριού και η έξοδος από αυτό, πιθανόν χωρίς επιστροφή.

Η ευφυΐα, πέρα από όλα τα κινηματογραφικά στοιχεία της ταινίας, είναι ότι γυρίστηκε σε μαύρο-άσπρο.

Στη διάρκεια της ροής της ταινίας δεν υπάρχει ούτε μια ηλιαχτίδα, ούτε ένα αυτοφυές ταπεινό λουλούδι, δε γίνεται καμιά φιλοφρόνηση, δεν αναμένεται μια αισθηματική χειρονομία, δεν υπάρχει καμιά εγγύτητα ανάμεσα στα άτομα, δεν εκφράζεται κανένας θαυμασμός για κανέναν και τίποτα.

Η συγκρατημένη υιική αγάπη ταυτίζεται με το τοπίο και την καταπίεση των αισθημάτων, δεν εφάπτεται, είναι πουριτανική.

Αυτή η αγάπη ολοκληρώνεται με ένα ψέμα που διαρκεί λίγα λεπτά της ώρας, όταν ο γιος πραγματοποιεί κάποια επιθυμία του πατέρα για την οδήγηση ενός μικρού φορτηγού και την αγορά ενός σχετικού μηχανήματος τοποθετημένου φανερά στην καρότσα του, ένα απωθημένο που βασάνιζε το ταραγμένο, από το αλκοόλ και το πέρασμα του χρόνου, μυαλό του πατέρα.

Όλα τα βραβεία.

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr