«Συμπεριφορές και άλλα»
«Συμπεριφορές και άλλα»

«Συμπεριφορές και άλλα»

Έπασχα από εργασιομανία, ίσως να πάσχω ακόμη.

Αν κάτι ελάττωνε την κούραση του μυαλού μου ήταν η φυσική μου κούραση.

Κατοικούσα και εργαζόμουν στο Μανχάταν.

Έκανα και τις δυο διαδρομές, σπίτι-γραφείο, γραφείο-σπίτι, περπατώντας. Το πρωί έφτανα στο γραφείο εντελώς ξύπνια, αντίθετα από άλλους συναδέλφους που έρχονταν με το μετρό, που τους κοίμιζε το κούνημά του, ή άλλο μέσο με τις δικές του δυσκολίες.

Το απόγευμα έφτανα στο σπίτι με καθαρό μυαλό, εκτός αν πηγαίναμε για ένα ποτό, στο τελευταίο πάτωμα του 666 της 5ης Λεωφόρου και 53ης Οδού, αν και συνέβαινε συχνά.

Τα πρωινά δεν είχα κανέναν λόγο να αργήσω και τα απογεύματα δεν κοίταζα με ανυπομονησία το ρολόι· έβλεπα την ώρα στην έξοδο των άλλων. Έφευγα τελευταία.

Τις λίγες φορές που άργησα, μια κάθε δυο χρόνια, δέχτηκα την περιπαικτική ειρωνεία των άλλων. Είχαν καταλάβει ότι είχα πάει να ψηφίσω προτού έρθω στο γραφείο.

Ήμουν η μόνη που ψήφιζε. Οι άλλοι δεν είχαν κανένα ενδιαφέρον ή βαριούνταν. Υπήρξαν μια δυο εξαιρέσεις, που μάλλον δεν επηρέασαν ποτέ το εκλογικό αποτέλεσμα, ούτε στις δημοτικές ούτε στις προεδρικές αλλαγές.

Δεν τους αφορούσαν, δεν μπορούσαν να διακρίνουν καμιά διαφορά ανάμεσα στα κόμματα ή στα αποτελέσματα των εκλογών. Εξάλλου δεν ήταν περισσότερα από δύο και αν εμφανιζόταν κάποιο τρίτο, λίγοι το μάθαιναν, και για ποιον λόγο να πάνε να ψηφίσουν;

Ούτε προσπάθησα ποτέ να τους πω ότι δεν έβλεπαν διαφορές γιατί ζούσαν μέσα στο αμερικανικό όνειρο. Η δουλειά, ο τζόγος στο χρηματιστήριο, οι τράπεζες, πίστευαν, θα μπορούσαν να το πραγματοποιήσουν για χάρη τους.

Στις εκλογές του 1969 όπου ανεδείχθη πρόεδρος ο Ρίτσαρντ Νίξον (1970-1974 – χρόνια χούντας στην Ελλάδα και πολέμου στο Βιετνάμ) κατοικούσα σε μια λευκή γειτονιά, στην 72η Οδό, ανάμεσα στην Μπρόντγουεϊ και τον ποταμό Χάντσον.

Είχα ψηφίσει ένα τρίτο κόμμα.

Ύστερα από δυο-τρεις ημέρες ο νοικοκύρης μου με περίμενε έξω από το σπίτι, μια τριώροφη άσπρη μονοκατοικία. Είχε κάτι να μου πει. Όσο έλειπα είχαν έρθει κάποιοι πράκτορες και ρωτούσαν για μένα. Ζήτησαν από τον ίδιο να τους ανοίξει το διαμέρισμά μου – όλοι οι ιδιοκτήτες έχουν τα αντίστοιχα κλειδιά ή κάποιο που ανοίγει όλες τις πόρτες. Είχα καταλάβει τα υπόλοιπα.

Εκείνα τα χρόνια η φίλη μου Νάνσι Πόλακ όταν τελείωσε το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης και πήρε το δίπλωμά της, το παρέδωσε στους γονείς της –η μητέρα της ήταν παιδοψυχολόγος σε σχολεία, ο πατέρας της εκδότης– και τους πληροφόρησε ότι δε θα το χρειαζόταν. Μικροκαμωμένη, με ξανθά ίσια μαλλιά, γαλανά μάτια, με τόσο αβρά και απαλά χέρια, που αν χαιρετιόσουν με χειραψία μαζί της, νόμιζες ότι θα της σπάσεις τα δάχτυλα.

Τη ζήλευα.

Αναρωτήθηκα για το σθένος της. Θα πήγαινε σε χωριά όπου κατοικούσαν μαύροι σε καλύβες, με τον φόβο του εμπρησμού τους από την Κου Κλουξ Κλαν, όπου οι άντρες δε σήκωναν τα μάτια τους πάνω σε λευκές γυναίκες μήπως και κατηγορηθούν για βιασμό και βρεθούν την άλλη μέρα κρεμασμένοι από κάποιο δέντρο.

Θα μιλούσε με ανθρώπους που δεν είχαν πάει ποτέ σχολείο ή, κι αν είχαν πάει, δεν είχαν μάθει γράμματα. Θα άκουγε, όμως, τη μουσική τους που εξέφραζε αυτό που ένιωθαν εκείνοι.

Ήταν ιστορικά γνωστό ότι υπήρχαν γενεές επί γενεών, από τους πρώτους σκλάβους, που δεν είχαν ψηφίσει ποτέ.

Τα προαπαιτούμενα για την άσκηση αυτού του δικαιώματος των πολιτών, εκτός της ιθαγένειας/υπηκοότητας, ήταν/είναι η γνώση της γραφής και της ανάγνωσης, και η σταθερή διεύθυνση κατοικίας.

Οι Αφροαμερικανοί (νέγροι όπως λέγονταν) πώς μπορούσαν να έχουν σταθερή κατοικία όταν γύριζαν από τη μια βαμβακοφυτεία στην άλλη για ένα κομμάτι ψωμί, ενώ υφίσταντο κάθε είδους καταδίωξη, ακόμα και κρεμάλα ή φωτιά στην καλύβα τους;

Είχαν προηγηθεί η εκλογή του Τζον Φ. Κένεντι ως προέδρου, η θέση του Ρόμπερτ Κένεντι ως υπουργού Δικαιοσύνης, οι δολοφονίες τους, ανάμεσά τους και η Νάνσι σε αεροπορικό δυστύχημα, μαζί με σαράντα επιβάτες συν το πλήρωμα που είχε απογειωθεί από την Αβάνα της Κούβας –χρόνια αργότερα την ευθύνη ανέλαβε η CIA–, οι προεδρίες των: Τζόνσον, Νίξον, Φορντ, Κάρτερ, Ρέιγκαν, Μπους πατρός και υιού, μεσολαβήσαντος του Κλίντον, ώσπου φτάσαμε στον Μπαράκ Ομπάμα το 2008.

Το άλλο πρωί της νίκης του, το πρώτο πρόσωπο που αντίκρισα ήταν ο άνθρωπος που σφουγγάριζε τον διάδρομο του ορόφου όπου κατοικούσα. Ανήκε στην ομάδα καθαριότητας και άλλων κατάλληλων εργαζόμενων που φρόντιζαν την καλή λειτουργία της πολυκατοικίας.

Κοντός, κουρεμένος, Λατίνος, όπως αποκαλούνται οι ισπανόφωνοι των ΗΠΑ, με τατουάζ ακόμα και γύρω από τον σβέρκο και τον λαιμό, αφού στα χέρια του δεν υπήρχε περιθώριο για ακόμα ένα σκίτσο.

«Τι καλά, επιτέλους έχομε έναν πρόεδρο που θα νοιαστεί και για μας».

«Και ποιος θέλει σοσιαλιστική την Αμερική;»

Τον ακούμπησα στον ώμο και του απάντησα: «Συνέχισε να σφουγγαρίζεις».

Πιθανόν, τώρα, να έχει αναρτήσει έξω από το σπίτι του ένα από τα πανό με το σύνθημα: Κάτω το κοινωνικό σύστημα υγείας του Ομπάμα.

Το βρίσκει σοσιαλιστικό.

Αυτό που δε βρίσκει είναι το δικαίωμά του στα κοινωνικά αγαθά, που τα προπληρώνει με τους άμεσους και έμμεσους φόρους του.

Όμως, πάντα υπάρχουν ενημερωμένοι και ενεργοί πολίτες που βρίσκουν τρόπους να προβάλλουν τα αιτήματά τους, να διαδηλώσουν ή να κινητοποιήσουν και τους άλλους.


 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: