«Το όνειρο»

«Το όνειρο»

Μπήκα σ' ένα μισοσκότεινο μικρό μπαρ. Στο γωνιακό τραπέζι αριστερά μου ήταν η φίλη μου. Απέναντί μου καθόταν μια κοπέλα με πλούσια σγουρά μαλλιά. Δε με αναγνωρίζεις, ε; με ρώτησε. Και βέβαια σε ξέρω, απάντησα. Ήταν σύζυγος ενός καθηγητή στο Πάντειο, κατοικούσαμε στην ίδια γειτονιά, αλλά δεν είχαμε ποτέ ανταλλάξει ούτε μια απλή καλημέρα. Άλλαξα τα μαλλιά μου, συνέχισε, και μετά μου σύστησε εκείνη που καθόταν στ' αριστερά της. Ήταν νέα, είχε μαύρα γυαλιστερά μαλλιά, με σκόρπιες αραιές άσπρες τρίχες, μαζεμένα προς τα πίσω, και ήταν όμορφη. Είπε πως ήταν δημοσιογράφος.

Στην κουβέντα μας η διπλανή μου είπε: Ξέρετε, σκοτώθηκαν με το αυτοκίνητο τα ανίψια της Σ. Ώσπου να τελειώσει την πληροφορία, είδα το δυστύχημα την ώρα που συνέβαινε. Λαμαρίνες και σίδερα πετάχτηκαν στον αέρα. Ήταν ένα πολύ εντυπωσιακό δυστύχημα.

Μήπως διαβάσατε, ρώτησε η απέναντί μου, τον τρόπο που πέθανε η κόρη του Ρόμπερτ Ρέντφορντ; Ήταν λίγο χοντρούλα, αλλά χαριτωμένη. Ξάπλωσε στο κρεβάτι της, μ' ένα πιστόλι στο χέρι, τράβηξε τη σκανδάλη, η σφαίρα σφηνώθηκε στο ταβάνι και ύστερα έπεσε κάθετα στον αφαλό της.

Έβλεπα σαν σε κινηματογραφική ταινία την αυτοκτονία, άκουσα ακόμα και την εκπυρσοκρότηση του πιστολιού.

Είχα πάντα την απορία γιατί ο τραυματισμός στην κοιλιακή χώρα είναι τόσο επικίνδυνος, θανατηφόρος. Έγειρα το κεφάλι μου να δω τη λίμνη αίματος που θα είχε σχηματιστεί γύρω από το νεκρό της κορμί.

Η ζωή δεν είναι τίποτα, είπε κάποια. Εμένα δε με νοιάζει πότε και πώς θα πεθάνω.

Η ζωή είναι σπουδαία, αντιστάθηκα, διότι it relates. Θύμωσα αμέσως με τον εαυτό μου γιατί είπα αυτές τις τρεις λέξεις στ' αγγλικά. Η ζωή μεταφέρει τις γνώσεις και τις εμπειρίες της στην επόμενη γενιά. Αυτή είναι η αιώνια ψυχή της. Αν ήσουν σκυλί, δε θα σε πείραζε, γιατί αυτό δε θα μπορούσες ούτε να το πεις. Πιθανόν τα σκυλιά να προαισθάνονται ενστικτωδώς τον θάνατό τους, αλλά πώς τον εννοούν; Εσύ πώς τον εννοείς; Σκεφτόμουν και άλλα, όμως τόσο γρήγορα, που δεν προλάβαινα να τα πω.

Σκεφτόμουν επίσης πως εκείνες τις στιγμές είχα ξεπεράσει τον χρόνο στον ρυθμό του τικ τακ του ρολογιού και μπορούσα να κάνω ταυτόχρονα πιο πολλά πράγματα από ένα. Να είμαι παρούσα σε μια συζήτηση και να βλέπω ένα ατύχημα που έγινε κάπου αλλού, κάποια άλλη ώρα. Θυμόμουν και τον Μπρεχτ. Ο ηθοποιός δε ζει τα γεγονότα· τα αφηγείται. Είναι σαν δημοσιογράφος όταν περιγράφει ένα αυτοκινητικό ατύχημα. Το μεταφέρει. Το αναπαριστάνει. Η τέχνη του απαιτεί να είναι πειστικός.

Ένιωσα το βάρος μιας πλάκας στο στήθος μου. Είδα τον εαυτό μου, ανάμεσα σε άσπρα σεντόνια, ακίνητο σ' ένα ξύλινο κιβούρι, σ' έναν ολόκλειστο χώρο. Θα είχα πεθάνει.

Με ξύπνησε ένας βήχας. Ο δικός μου. Τον είχα ακούσει προτού μπω στο μπαρ.

Τα μάτια μου άνοιξαν μόνα τους.

Η πλάκα άρχισε να ανυψώνεται μέχρι που έγινε ένα άσπρο ταβάνι. Το διέσχιζαν κάποιες φωτεινές λωρίδες.

Προσπάθησα να αυτοσυγκεντρωθώ στην τελευταία ώρα της ζωής μου.

Σηκώθηκα από το κρεβάτι, άνοιξα την μπαλκονόπορτα του Ξενοδοχείου «Ayvalik Palace» στο λιμάνι της ομώνυμης πόλης και είδα τα φώτα μιας πλευράς της, προσπαθώντας να της δώσω τη γεωγραφική της θέση. Μάλλον βορινή.

Είχα έρθει από την Προύσα, μερικές ώρες πριν, είχα αφήσει τον σάκο μου στο ξενοδοχείο και είχα βγει για μια βόλτα γύρω από το λιμάνι.

Ένα βραδινό αεράκι είχε αφήσει τις καρέκλες των υπαίθριων καφενείων και φαγάδικων άδειες, ακόμα και του γνωστού καφενείου με τα μεγάλα γράμματα στο μέτωπό του: ORFANOS. Με καλησπέρισε ένας σερβιτόρος. Του ανταπέδωσα τον χαιρετισμό.

Περπάτησα στα σοκάκια στο παλιό λιμάνι του Αϊβαλιού, μεταφέροντας από την Προύσα τον βήχα που είχα αρπάξει στις αρχές του Νοεμβρίου. Θυμήθηκα τον Νίκο Ίκαρη, γλύπτη που έζησε πολλά χρόνια στη Νέα Υόρκη, ο οποίος μου είχε πει ότι το επίθετό του ήταν Αϊβαλιώτης, απ' όπου προέρχονταν οι γονείς του, αλλά αυτός το είχε αλλάξει.

Μπήκα σ' ένα μεγάλο καφενείο, άδειο από πελάτες. Κάθισα δίπλα στη βεράντα, με κλειστή τώρα την τζαμαρία του. Ένα νεαρό ζευγάρι καθόταν στη γωνία.

Δεν μπορούσα, εξαιτίας του βήχα, να πω στον σερβιτόρο τη λέξη: τσάι.

Από τον βήχα μου έτριζαν τα τζάμια. Εκείνος το υπέθεσε και μου το έφερε.

Ύστερα από λίγο ήρθε το αφεντικό. Θα σου κάνω ένα φασκόμηλο, είπε, που πίνουν οι Έλληνες. Δε θέλω να το πληρώσεις.

Ήπια και το ζεστό φασκόμηλο, αλλά ο βήχας συνέχιζε.

Βγήκα από το καφενείο, ήταν η μια γωνία του σοκακιού, η άλλη ήταν το ξενοδοχείο. Στο ισόγειό του, που σχημάτιζε τη γωνία, ήταν ένα πολύ μικρό μπαρ, «Le Petit Bar», ήταν μισοσκότεινο, οι πελάτες σε δυο μικρά τραπεζάκια.

Στάθηκα για ένα λεπτό αναποφάσιστη.

Τελικά μπήκα στο ξενοδοχείο.

Ανέβηκα στο δωμάτιό μου. Από το μπαλκόνι του αντίκριζα τα φώτα, τη ζωή.

Έκλεισα την μπαλκονόπορτα.

Μπήκα στο κρεβάτι με τα άσπρα κλινοσκεπάσματα. Σκέπαζα τον βήχα μου με το άσπρο μαξιλάρι.

Είχα τελειώσει μια αφήγηση.

Δεν είχα πεθάνει.

Δεν ήμουν σκυλί.


 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER