«Το καλαπόδι»

«Το καλαπόδι»

Στην απέναντι γωνία του σπιτιού μας, στην Καλλιθέα, ορθωνόταν ο ηλεκτρικός στύλος με τη λάμπα, που την προστάτευε ένα καπέλο από αλουμίνιο, και τους μήνες που είχαμε σχολείο, μόλις άναβε, έπρεπε να σταματήσουμε το παιχνίδι και να μπούμε στο σπίτι.

Το πεζοδρόμιο το περπατούσα πολλές φορές την ημέρα, και όταν παίζαμε, έτρεχα πάνω στις τσιμεντένιες πλάκες του και άκουγα τα βήματά μου.

Μια μέρα, σταμάτησα απότομα. Το κατεβασμένο ρολό στο κλειστό μαγαζί είχε ανοίξει και μέσα υπήρχαν λίγα πράγματα κι ένας άνθρωπος. Τρόμαξα κι έτρεξα πιο γρήγορα. Έφτασα στο σπίτι της Κατίνας με τα μεγάλα πράσινα μάτια, που πήγαινα και τη διάβαζα, και τη φώναξα.

«Πού είναι τα βιβλία σου;» με ρώτησε ξαφνιασμένη.

«Πάμε σπίτι μου να διαβάσουμε».

«Δεν μπορώ, φυλάω το αδελφάκι μου. Λείπει η μάνα μου».

Η Κατίνα ήταν έναν χρόνο πιο μεγάλη από μένα, αλλά πηγαίναμε στην ίδια τάξη, δεν είχε προβιβαστεί πέρυσι γιατί όλο φύλαγε το αδελφάκι της, είχε πολλές απουσίες και όταν ερχόταν δεν ήξερε το μάθημά της. Εγώ ήμουν δέκα. Τον άλλο μήνα, τη Μεγάλη Τετάρτη, θα γινόμουν έντεκα.

«Καλά», είπα.

Γυρίζοντας, κοίταξα με την άκρη του ματιού μου και είδα πιο πολλά. Ένιωσα την περιέργειά μου μεγαλύτερη από τον φόβο μου.

Από τότε και μετά άκουγα συχνά τις γειτόνισσες να λένε στα παιδιά τους, να πας στου Σκυλάκου να σου μπαλώσει τα παπούτσια, να σου βάλει τακούνια, να σου καρφώσει πέταλα μπροστά και πίσω, να κάνει γρήγορα και να τον ρωτήσεις πόσες δραχμές κάνει.

Ρωτούσα συχνά τη μαμά μου ποια παπούτσια χρειάζονταν σόλες ή τακούνια για να τα πάω στου Σκυλάκου. Αλλά η μαμά μου είχε πάντα την ίδια απάντηση: «Εσύ να κοιτάς τα βιβλία σου και τα διαβάσματά σου».

Τα κοιτούσα, αλλά κοιτούσα και το τσαγκάρικο του Σκυλάκου. Καθόταν σε μια κοντή καρέκλα, μ’ ένα κεντημένο μαξιλάρι, μπροστά σ’ ένα χαμηλό τετράγωνο τραπεζάκι γεμάτο μικροπράγματα και πολλές πρόκες. Είχε μαύρα μαλλιά και μουστάκι, φορούσε γυαλιά και όταν σηκωνόταν ήταν κοντός.

Μια φορά που πέρασα απ’ έξω είδα στο σκαλοπάτι που ανέβαινες για να μπεις στο μαγαζί του δυο ξύλινα πόδια από τον αστράγαλο και κάτω. Έμοιαζαν σαν αληθινά.

«Τι είναι αυτά;» τον ρώτησα.

«Καλαπόδια».

Έτρεξα σπίτι και ρώτησα τη μαμά μου τι ήταν τα καλαπόδια. Κι έμαθα.

Ύστερα από λίγες ημέρες πήγα στου Σκυλάκου και του είπα να μου κάνει τα πόδια σαν τα καλαπόδια.

Ο Σκυλάκος ακούμπησε στο τσιμεντένιο πάτωμα ένα κομμάτι χαρτί, μου είπε να το πατήσω με τα δυο πόδια, και ύστερα μ’ ένα χοντρό μαύρο μολύβι που το πέρασε γύρω γύρω ιχνογράφησε τις πατούσες μου.

Την άλλη μέρα ή την παραπάνω, στο πεζούλι είδα δυο μικρά καλαπόδια.

Εκείνος είδε εμένα, και φώναξε: «Έλα μέσα». Και πήγα. «Αυτά τα καλαπόδια είναι τα πόδια σου», είπε, και τα ’πιασα. «Όχι τα πόδια σου, τα καλαπόδια», είπε. «Να πας να το πεις στη μαμά σου, σ’ αυτά πάνω θα σου κάνω τα καινούργια σου παπούτσια», συμπλήρωσε.

Σήκωσα τα καλαπόδια και τα χάιδεψα. Ποτέ δεν είχα δει τα πόδια μου ξύλινα.

Πήγα σπίτι, περιέγραψα στη μαμά μου τα καλαπόδια, μου είπε να κοιτάξω τι παπούτσια είχαμε και πώς ήθελα τα δικά μου για να τα παραγγείλομε.

Διάλεξα ένα ζευγάρι του μπαμπά μου και ξεσήκωσα το σχέδιο σ’ ένα χαρτί.  Ήταν σαν ένα μεγάλο ανάποδο Μ με τρυπίτσες και έδεναν με κορδόνια.

Τα έδειξα στη μαμά μου και είπα: «Αυτά». Στον Σκυλάκο πήγαμε μαζί. Εκείνη έλεγε να είναι καλό και μαλακό το δέρμα μέσα κι έξω γιατί τα πόδια μου ήταν ακόμη τρυφερά, κι εγώ έλεγα πως τα θέλω καφετιά και ακριβώς σαν το σχέδιο.

Από εκείνη την ημέρα, πρωί απόγευμα περνούσα από το τσαγκάρικο να δω την πρόοδο των παπουτσιών μου.

Εκείνα τα παπούτσια επέφεραν τις πρώτες μου διενέξεις με τη μαμά μου, που γίνονταν μερικές φορές τον χρόνο, αλλά όλο και πιο ζωηρές. Δεν ήθελα να παραδεχτώ ότι τα πόδια μου μεγάλωναν, ότι έπρεπε να αλλάξω καλαπόδια, ότι ο μπαμπάς μου πλήρωνε με λεφτά που είχαν έρθει από ξένες τράπεζες, και δεν καταλάβαινα τι εννοούσε, για τα πόδια μου που με τον χρόνο μεγάλωναν και δε χωρούσαν στα ζωγραφισμένα παλιά σχέδια και ότι θα στράβωναν τα δάχτυλά μου και όταν θα μεγάλωνα θα ντρεπόμουνα για το χάλι τους, και ότι όσο κι αν με αγαπούσε ο μπαμπάς, εκείνη δε θα συμφωνούσε να μου κάνει ο Σκυλάκος καινούργια παπούτσια σε παλιά καλαπόδια.

Ήθελα να κλάψω, αλλά όχι μπροστά στη μαμά μου. Πήγαινα στου Σκυλάκου όταν ήταν μόνος του. Εκείνος με ρωτούσε αν με πονάνε. Εγώ έλεγα ψέματα: «Όχι, καθόλου».

Όσο μεγάλωναν τα πόδια μου τόσο μίκραιναν τα παπούτσια, αλλά δεν ήθελα να το παραδεχτώ.

Είχαμε γίνει φίλοι και ήθελε να με μάθει να παίζουμε σκάκι. Με άφηνε να στριφογυρίζω μέσα στο μαγαζί, να πιάνω τα καλαπόδια, όλα ανδρικά ήταν, τα κορδόνια που κρέμονταν από πρόκες στον τοίχο, τα κουτάκια βερνίκι, τα καρφάκια και τους σπάγγους, και να κολλάω ζωγραφιές με την κόλλα σ’ ένα τσίγκινο βάζο.

Μόνο πάνω δε με άφηνε να πάω.

Στο τσαγκάρικο υπήρχε μια στενή ξύλινη σκάλα που ανέβαινε σ’ ένα πατάρι.

Όταν έρχονταν κάποιοι άνδρες και μεγάλα αγόρια ανέβαιναν στο πατάρι για να διαβάσουν και ήθελαν ησυχία. Τότε ο Σκυλάκος μού έλεγε να πάω σπίτι, κατέβαζε τα ρολά κι έμενε αυτός με την ησυχία που ήθελαν οι άλλοι.

Δεν ξέρω γιατί αυτό δεν το είπα στη μαμά μου.

Μια μέρα το μαγαζί δεν άνοιξε. Τα ρολά έμειναν κατεβασμένα. Ούτε την άλλη μέρα άνοιξε.

Μέσα είχαν μείνει τα καλαπόδια.

Κοίταξα τα πόδια μου.

Δεν ήθελα να πιστέψω ότι δε χωρούσαν πια στα παπούτσια μου.


 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: