«Το γουρούνι»
«Το γουρούνι»

«Το γουρούνι»

Μικρές, από το νηπιαγωγείο, μόλις έκλειναν τα σχολεία, η μαμά μάς έστελνε στον παππού μας με το τρένο.

Μας άρεσε πολύ η διαδρομή, παρόλο που όταν φτάναμε στο Διαβολίτσι, στην Άνω Μεσσηνία, ήμασταν τρία μικρά μαύρα κοριτσάκια. Τα άσπρα φορεματάκια μας με τις δαντέλες ήταν μαύρα, οι ελβιέλες μας, όπως λέγονταν τα πάνινα καλοκαιρινά παπούτσια, είχαν χρώμα μεταξύ άσπρου και μαύρου.

Στην αυλή του σπιτιού του παππού υπήρχε μια μεγάλη μαρμάρινη γούρνα με βρύση, μεγάλα χάλκινα καζάνια και σωλήνες· με το που μας έβλεπε ο παππούς έλεγε στη γυναίκα να μας πλύνει και να μας βάλει καθαρά ρούχα.

Ο παππούς μάς μάθαινε τρόπους, όταν καθόμασταν γύρω από το οβάλ τραπέζι για οκτώ, όπως χαρακτηριζόταν, μας άφηνε να παίζουμε με τα άλλα παιδιά, και αυτός ο μεγάλος κόσμος το καλοκαίρι ήταν όλος δικός μας.

Όμως είχε δώσει εντολή στη γυναίκα να μη σφάξει ποτέ μπροστά μας κότα που θα τη μαγείρευε με χυλοπίτες.

Δυο εβδομάδες προτού αρχίσουν τα σχολεία, τον Σεπτέμβρη, ερχόταν η μαμά να μας πάρει και να δει και τον πατέρα της.

Μια φορά με έντυσε με το καλό μου φόρεμα, ίσως ήταν ροζ οργαντίνα, με πήρε από το χέρι, πήγαμε στον σταθμό του τρένου, το περιμέναμε να έρθει από την Αθήνα, και πήγαμε στο Μελιγαλά.

Πρώτη φορά που δεν κοίταζα καταπρόσωπο τη μαμά μου. Προτιμούσα να βλέπω έξω με το μέτωπό μου κολλημένο στο τζάμι.

Το μέτρημα του χρόνου μού ήταν άγνωστο, αλλά όταν φώναξε ο ελεγκτής των εισιτηρίων ότι φτάσαμε στο Μελιγαλά, κατεβήκαμε από το τρένο.

Περάσαμε μέσα από ένα πολύ μεγάλο οικόπεδο και η μαμά είπε πως εκεί, κάθε Σεπτέμβρη, γινόταν ζωοπανήγυρη. Τη λέξη δεν την ήξερα, ήταν καινούργια. Πολλές λέξεις μού μάθαινε η μαμά μου.

Φτάσαμε στον κεντρικό δρόμο, το κατάλαβα από τα μαγαζιά, ανεβήκαμε στο πεζοδρόμιο και σταματήσαμε μπροστά σ’ ένα ψηλό σπίτι, μου άρεσε η μεγάλη ξύλινη πόρτα και πιο πολύ μια μεταλλική πλάκα καρφωμένη πάνω της. Έλαμπε. Διάβασα: ΟΔΟΝΤΟΪΑΤΡΟΣ. Άκουσα τη φωνή μου μονοκόμματη και σήκωσα τα μάτια μου για να καταλάβω αν την άκουσε και η μαμά μου.

Τότε άνοιξε η πόρτα και εμφανίστηκε μια ψηλή γυναίκα με ωραία ρούχα και μαύρα μαλλιά. Αγκάλιασε τη μαμά μου, ύστερα γύρισε σ’ εμένα και είπε λόγια, ενώ χάιδευε το κεφάλι μου.

Ανεβήκαμε την εσωτερική ξύλινη σκάλα, μπήκαμε στη σάλα και η θεία της μαμάς μού είπε να πάω στο μπαλκόνι για να βλέπω έξω. Τέτοια.

Ύστερα από λίγο ήρθε ο οδοντιατρός, με άσπρη μπλούζα και πυκνά χοντρά μαύρα φρύδια, που ξαφνιάστηκε, όπως είπε, που διάβασα σωστά τη λέξη και ήμουν τόσο μικρούλα.

Από το μπαλκόνι έβλεπα τον κόσμο, ψηλά δέντρα, γαϊδουράκια και κάρα.

Ξαφνικά, άκουσα κάποια δυνατά γρυλίσματα που τρυπούσαν τ’ αυτιά μου και την καρδιά μου, που την άκουγα, αλλά δεν ήξερα πού ακριβώς βρισκόταν.

Μετά τα γρυλίσματα είδα κάποιους ανθρώπους να τρέχουν πίσω από ένα γουρούνι που προσπαθούσαν να το πιάσουν κι αυτό τους ξέφευγε.

Στο σβέρκο του γυάλιζε ένα μεγάλο μαχαίρι.

Φοβήθηκα πολύ, όμως κρατήθηκα να μη βάλω τα κλάματα.

Η μαμά μου και η θεία της βγήκαν με βιάση στο μπαλκόνι, η μαμά μου με αγκάλιασε και είπε να μη φοβάμαι.

Δεν ξέρω πόσος χρόνος είχε περάσει όταν έμαθα ότι το γουρούνι έτρεχε και γρύλιζε από τους πόνους επειδή το μαχαίρι που είχε μπηχτεί στο σβέρκο του δεν είχε πετύχει να το σφάξει.

Όταν πήγα στη Νέα Υόρκη το πιο συνηθισμένο φαγητό ήταν τα χοιρινά παϊδάκια. Όχι μόνο δεν τα αγόραζα να τα ψήσω, αλλά ποτέ δεν τα παράγγειλα σε κανένα εστιατόριο.

Αυτή η σκηνή είχε μείνει στο μυαλό μου, όπως συμβαίνει με τα παιδιά που πρώτα προσλαμβάνουν τις εικόνες.

Πολλά χρόνια αργότερα, τηλεφώνησα στην αδελφή μου από τη Μαδρίτη και της ανήγγειλα ότι μόλις είχα βγει από την Αρένα, όπου είχα παρακολουθήσει μια ταυρομαχία.

«Φρίκη», αναφώνησε η αδελφή μου. «Καλά, κλείσε τώρα».

Είχα καταλάβει. Δεν περίμενε κάτι τέτοιο από μένα. Ούτε εγώ πρόλαβα να της εξηγήσω ότι οι ταυρομάχοι έχουν εκπαιδευτεί πού ακριβώς να μπήξουν τα σπαθιά για τον ακαριαίο θάνατο, ώστε να μην υποφέρει ο ταύρος. Αν δεν το πετύχει, παύει και η καριέρα του.

Δε μ’ ένοιαξε και πολύ. Θα το ήξερε. Από τότε που έμαθα την αλφαβήτα –νά-νι, μω-ρό, νε-ρό, γα-τά-κι–, η αδελφή μου μόνο διαβάζει.

Την περασμένη εβδομάδα στάθηκα με το τισέρτ μου μπροστά στον καθρέφτη κι έψαχνα να βρω την καρδιά μου. Σε κάποια σημεία την άκουγα, αλλά δεν μπορούσα να την εντοπίσω με ακρίβεια.

Ίσως δεν είχα ή δεν ήταν στη θέση της.

Τηλεφώνησα στην Κατερίνα, γιατρό στη Νέα Υόρκη, που την έχω βαφτίσει.

«Μπορείς να μου πεις πού ακριβώς είναι η καρδιά μου;» τη ρώτησα.

«Γιατί;»

«Θέλω να αυτοκτονήσω με μια μαχαιριά και να πεθάνω ακαριαία, χωρίς να υποφέρω».

«Δε γίνεται».

«Γιατί;» Ήταν η σειρά μου να ρωτήσω.

«Δεν είσαι εκπαιδευμένη. Είναι πολύ δύσκολο. Πιθανόν, αν και δεν είμαι και πολύ σίγουρη αν για κάτι τέτοιο εκπαιδεύονται ίσως κάποιες ειδικές στρατιωτικές μονάδες».

Είχα μεταφράσει το βιβλίο του Ντάνιελ Λανγκ, Απώλειες Πολέμου, για μια δολοφονία ενός κοριτσιού στο Βιετνάμ από Αμερικανούς στρατιώτες, με ειδικά μαχαίρια ή λάμες που σφάζουν ελάφια.

Ούτε να τρέξω σαν ελάφι δεν μπορούσα.

 


 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: