«Το πουλί»

«Το πουλί»

Θα έφευγα την Κυριακή του Άπιστου Θωμά ως μια άπιστη Αθηναία και θα επέστρεφα στη Νέα Υόρκη, ως μια άπιστη ερωμένη, με την οποία διατηρώ μια δυνατή σχέση επί δεκαετίες, και που υπήρξε και εξακολουθεί να είναι η αιτία του εσωτερικού μου διχασμού.

Αργά το βράδυ του Σαββάτου, έκλεισα πίσω μου την πόρτα του διαμερίσματός μου, με το σακίδιό μου δεμένο και έτοιμο για αναχώρηση, και πήγα στον κινηματογράφο να δω Το αγόρι τρώει το φαγητό του πουλιού.

Δεν είμαι οπαδός του ρολογιού, δε φοράω ποτέ ρολόι στον καρπό του χεριού μου, δεν έχω κινητό και τη μανία να κοιτάζω την ντίτζιταλ ώρα κάθε λεπτό στο λεωφορείο, το τρόλεϊ, το μετρό, το θέατρο, στη συναυλία ή στον κινηματογράφο, και περίμενα να σβήσουν τα φώτα του κινηματογράφου και να αρχίσει η ταινία.

Από το πρώτο πλάνο παραδέχτηκα ότι ο Γιάννης Παπαδόπουλος, παρά το κοινό του όνομα, μου ήταν άγνωστος, όπως υποθέτω και άλλοι πολλοί νέοι που συντηρούν και διατηρούν τις θεατρικές σκηνές της Αθήνας και όχι μόνο, αλλά και εμφανίζονται στις οθόνες των κινηματογράφων της ελληνικής επικράτειας, ενώ αρκετές φορές εξάγονται και σε ξένες χώρες, όπου κατακτούν κινηματογραφόφιλους, κριτικές επιτροπές και επιστρέφουν με βραβεία όπως οι στρατιώτες νικητές με παράσημα ύστερα από άνισους πολέμους.

Ο πρωταγωνιστής, ανώνυμος στην ταινία, είναι ένας ξανθός, γαλανός, σχεδόν αγγελικός νέος, με όμορφα χαρακτηριστικά, με κανονική σωματική διάπλαση· τη διάνοιά του και την ψυχή του δεν μπορείς να τα δεις, αλλά τα υποθέτεις, σωστά ή λάθος, από τη συμπεριφορά του στην καθημερινή του ζωή.

Μοιάζει σαν οποιονδήποτε από αυτούς που σου δίνουν την αίσθηση ότι περπατούν άσκοπα στο δρόμο ή που σε πλησιάζουν και μερικές φορές χωρίς να πουν ούτε μια λέξη νιώθεις ότι σου λένε πιο πολλά με τη σιωπή τους, ή σου ζητούν να συμπληρώσεις την τιμή του εισιτηρίου τους ή να διακόψεις προσωρινά την πείνα τους, κι εσύ δεν τους πιστεύεις, έχοντας ήδη δει τα σημάδια των τύπων των ήλων, που είναι άλλοι.

Η ταινία θα μπορούσε να έχει τον τίτλο close up, το μεγαλύτερο μέρος της είναι σε κοντινά και εσωτερικά πλάνα, σχεδόν κλειστοφοβικά, προκαλεί διάφορες αντιδράσεις, κυρίως για κάποιες ωμά ρεαλιστικές σκηνές, κι έτσι άρχισα να αυθαιρετώ αποδίδοντάς της τις δικές μου ερμηνείες, χωρίς την άδεια του σκηνοθέτη Έκτορα Λυγίζου, με το γνωστό επίθετο από προηγούμενες γενιές.

Το αγόρι, αρχικά αποκομμένο από την οικογενειακή εστία και ακολούθως από τον καλλιτεχνικό χώρο, αποτυγχάνοντας στην καλλιέργεια της φωνής και αποκλεισμένος από τον επαγελματικό χώρο ως τηλεφωνικός πωλητής, ζει μια αβάσιμη, αχρησιμοποίητη ατομική ελευθερία, χωρίς να μπορεί να ενταχθεί στην υπάρχουσα κοινωνία.

Μια από τις αντιθέσεις που υπάρχουν βρίσκεται στο πουλί στο οποίο είναι αφοσιωμένος, μια ζώσα, άφωνη –δεν ακούστηκε να τιτιβίζει– ύπαρξη που είναι η συντροφιά του.

Ωστόσο του στερεί την ελευθερία του έχοντάς το εγκλωβισμένο και προφυλαγμένο από το φως, καλύπτοντας το κλουβί μ’ ένα κομμάτι πανί.

Ελευθερία versus απομόνωση.

Φως versus σκοτάδι.

Το αγόρι επισκέπτεται έναν υπερήλικο άντρα, που ζει μόνος στην ίδια πολυκατοικία, για να τον βοηθήσει ή για να πιει νερό, αφού δεν τρέχει στο δικό του ξεπεσμένο δωμάτιο, ο λογαριασμός απλήρωτος.

Οι άνθρωποι που προσπερνά στο πεζοδρόμιο, όπου βαδίζει άσκοπα, του είναι αδιάφοροι εκτός από ένα κορίτσι, ντυμένο απλά και συνηθισμένα, χωρίς να είναι προκλητικό, το οποίο ακολουθεί χωρίς να το ενοχλεί.

Το κορίτσι γυρίζει το κεφάλι μια δυο φορές, τον βλέπει με τα μεγάλα, αθώα του μάτια και χωρίς να ανταλλάξουν κουβέντα συνεχίζει ο καθένας την πορεία του.

Τη σεξουαλική του υστέρηση, επιστρέφοντας στο δωμάτιό του, την ξεπερνά στην παλάμη του και απολαμβάνει τη γεύση του σπέρματός του με τη γλώσσα του.

Ή μήπως έτσι κατευνάζει την πείνα του;

Η απόπειρά του να γυρίσει στο οικογενειακό σπίτι αποτυγχάνει. Τώρα πια είναι ξένος.

Η σκηνή μέσα στην εκκλησία, ενώ ακολουθεί μια συνηθισμένη γυναίκα, έχει μια κάποια ένταση. Πιθανόν ο θεατής να νομίζει ότι θα της αρπάξει την τσάντα. Όμως αυτό δε συμβαίνει. Αντίθετα, γίνεται ένας ακατανόητος διάλογος ή εκφράζονται κάποιες αφηρημένες λέξεις ή αναφερόμενες στο φαγητό.

Το αγόρι δεν είναι κακοποιός, χαμένος είναι.

Το κορίτσι εμφανίζεται πάλι και η παρακολούθησή του από μακριά επαναλαμβάνεται.

Ώσπου, χωρίς προλόγους και διαλόγους, βρίσκονται οι δυο τους σε μια σκηνή περιπτύξεων και ερωτικών σκηνών. Η ολοκλήρωση δεν επιτυγχάνεται και όταν το κορίτσι με διάπλατα, τώρα, τα αθώα του μάτια φοβισμένο τον ρωτάει τι συμβαίνει, εκείνος δίνει την εξήγησή του: «…το μυαλό του κατρακυλάει…»

Στην έξοδο από τη σκοτεινή αίθουσα οι θεατές, γνωστοί ή άγνωστοι, ρωτιούνταν μεταξύ τους αν τους άρεσε το έργο.

Χωρίς την άδεια του Κνουτ Χάμσουν να τον αναβιώσουμε σε κάποια άλλη εκδοχή, ας τον αφήσουμε να κοιμάται ήσυχος στον τάφο του στο παγωμένο νορβηγικό χώμα.


 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 7
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER