«Η φάρσα» του Νίκου Αλιφέρη
«Η φάρσα» του Νίκου Αλιφέρη

«Η φάρσα» του Νίκου Αλιφέρη

Χθες μέσα στο βαγόνι του μετρό παρακολουθούσα με θαυμασμό την ταχύτητα και την ευκολία με την οποία οι νεαρές μαθήτριες έστελναν απανωτά μηνύματα με το κινητό τους τηλέφωνο. Σίγουρα, σκέφτηκα ωστόσο, η εντυπωσιακή αυτή εξοικείωσή τους με την τεχνολογία θα διαρκέσει μόνον κάμποσα χρόνια ακόμη. Στην συνέχεια, μετά από είκοσι χρόνια, ας πούμε, θα αισθάνονται και αυτές κάπως άβολα με τις μελλοντικές γενιές ηλεκτρονικών ή άλλων προϊόντων. Σε πενήντα χρόνια θα νιώθουν πιθανότατα αμηχανία απέναντι στην τελευταία λέξη της τότε τεχνολογίας…

Η Φρανσουάζ στον Προυστ, η υπηρέτρια στο σπίτι του ήρωα του Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, λόγω ηλικίας αλλά ασφαλώς και λόγω λαϊκής καταγωγής, δεν εξοικειώνεται ποτέ με το τηλέφωνο και, μολονότι είναι αναγκασμένη να το σηκώνει κάθε φορά που χτυπά και να απαντά, το αντιμετωπίζει με δυσπιστία, σχεδόν ως ένα σατανικό αντικείμενο.

Πράγματι είναι τόσο γοργές οι εξελίξεις στην επιστήμη και την τεχνική που δεν προλαβαίνεις –είναι εντελώς αδύνατο– να τις αφομοιώσεις. Θυμάμαι πως την εποχή των φοιτητικών μου χρόνων το πανεπιστήμιο του Λονδίνου, αυτός ο τεράστιος και φημισμένος οργανισμός, διέθετε έναν και μόνον ηλεκτρονικό υπολογιστή, στα κεντρικά γραφεία, αν δεν απατώμαι, που καταλάμβανε έναν ολόκληρο όροφο και λειτουργούσε με διάτρητες καρτέλες.

Την ίδια περίπου εποχή είχαμε δει στον κινηματογράφο μια ταινία επιστημονικής φαντασίας, στην οποία οι αστροναύτες επικοινωνούσαν με τους δικούς τους από το διάστημα μέσω οθόνης, μ’ ένα είδος skype, δηλαδή, πράγμα που φάνταζε εκείνα τα χρόνια ως κάτι ασύλληπτο.

Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε και βίωσα κι εγώ ο ίδιος αυτήν την απότομη αλλαγή ενός κόσμου που εξελίσσεται διαρκώς και συνεχώς μας ξαφνιάζει. Θυμήθηκα λοιπόν μια ιστορία, που μου έλεγαν οι δικοί μου όταν ήμουν παιδί, και που με είχε εντυπωσιάσει, κι έμοιαζε τότε σχεδόν αναληθοφανής.

Κάμποσα χρόνια πριν γεννηθώ, ερχόταν φαίνεται τακτικά στο σπίτι μας ένας βουλευτής της δεξιάς παράταξης, ο Δημήτρης Χ. (ας τον πούμε έτσι). Ήταν φίλος του πατέρα μου. Βρισκόμαστε σε παραμονές εκλογών, δεν γνωρίζω τις λεπτομέρειες, υποθέτω του 1951 ή του 1952, και τα πνεύματα εν μέσω προεκλογικής εκστρατείας ήσαν ξαναμμένα. Ο Δημήτρης Χ. συνέχιζε να επισκέπτεται σχεδόν καθημερινά τους δικούς μου παρ’ όλες τις προεκλογικές υποχρεώσεις του και για κάποιο ανεξήγητο λόγο έπνεε τα μένεα και εξαπέλυε μύδρους κατά του Παπάγου. Πιθανώς να διαφωνούσε με τις πολιτικές επιλογές του μετέπειτα πρωθυπουργού αλλά, ακόμη πιθανότερο –επειδή μάλιστα τα «κοσμητικά» επίθετα με τα οποία τον έλουζε απέπνεαν μια προσωπική πικρία– να είχε μάθει πως δεν ήταν στις προθέσεις του Στρατάρχη να τον υπουργοποιήσει. Οι δικοί μου τον άκουγαν στην αρχή ξαφνιασμένοι, στην συνέχεια όμως σχεδόν διαολισμένοι, διότι ο καλός τους φίλος όχι μόνον δεν ασκούσε δημοσίως καμία κριτική αλλά αντιθέτως δεν έχανε την ευκαιρία, μπροστά σε ευρύτερο κοινό, να πλέκει το εγκώμιο του επικεφαλής του Ελληνικού Συναγερμού.

Εκείνη την εποχή η μητέρα μου, που μελετούσε τότε το κλασικό τραγούδι, είχε φέρει από την Γερμανία ένα ολοκαίνουριο μαγνητόφωνο Grundig, ογκώδες και με μπομπίνες, τελευταία λέξη της γερμανικής τεχνολογίας. Πρακτικά το μαγνητόφωνο, ως είδος, ήταν κάτι το άγνωστο στην ελληνική κοινωνία της εποχής και μόνον επαγγελματίες και ειδικοί είχαν πιθανώς κάποια εξοικείωση με τις δυνατότητές του.

Επρόκειτο για μια κοινωνία που είχε περάσει την Κατοχή και τον Εμφύλιο και είχε μάθει αυτά τα χρόνια να διασκεδάζει στις κοινωνικές συναναστροφές συζητώντας αλλά και παίζοντας παιχνίδια, κάνοντας φάρσες, λέγοντας αστεία, προκειμένου να ξορκίσει το σκοτάδι των καιρών.

Δημιουργήθηκε λοιπόν στην οικογένεια η επιθυμία να κάνουν στον φιλόδοξο πολιτευτή μια χοντρή πλάκα. Το επόμενο βράδυ, με το που κατέφθασε ο Δημήτρης Χ., το μαγνητόφωνο, κρυμμένο κάτω από τον καναπέ, τέθηκε εν αγνοία του σε λειτουργία. Κάποιος μάλιστα σκοπίμως τον προκάλεσε, λέγοντάς του πως τα όσα έλεγε δεν θα τολμούσε ποτέ να τα υποστηρίξει δημοσίως. Αυτός, φουρκισμένος, ισχυρίστηκε πως δεν θα τον έλεγαν πλέον Δημήτρη Χ. αν δεν δήλωνε πολύ σύντομα σε όλους ποιος πραγματικά ήταν ο Στρατάρχης, και δεν παρέλειψε μάλιστα να τον στολίσει με διάφορα απαξιωτικά επίθετα. Η βραδιά λίγο αργότερα τελείωσε ήρεμα.

Την επομένη το πρωί μαγνητοφωνήθηκε από το ραδιόφωνο το χαρακτηριστικό μουσικό σήμα των ραδιοφωνικού σταθμού. Ηχογραφήθηκαν επίσης και ορισμένα σχόλια, του εκφωνητή δήθεν των ειδήσεων. Ο Δημήτρης Χ. κάνει λοιπόν την συνηθισμένη ώρα την εμφάνισή του. Ο πατέρας μου μετά από λίγο προτείνει να ακούσουν τα νέα. Κάποιος πηγαίνει τάχα προς το ραδιόφωνο, αλλά ανάβει στα κρυφά το μαγνητόφωνο. Ακούγεται το σήμα της ραδιοφωνίας και αμέσως μετά περίπου τα εξής: «Εθνικό ίδρυμα Ραδιοφωνίας. Αγαπητοί ακροαταί, εν όψει της επικείμενης εκλογικής αναμετρήσεως την επομένην Κυριακήν, η Εθνική Ραδιοφωνία σάς μεταφέρει το κλίμα της προεκλογικής εκστρατείας και τα παντός τύπου σχόλια τα οποία κατέγραψε εις διαφόρους αθηναϊκάς οικίας του κέντρου της πρωτευούσης. Ας τα ακούσωμεν». Ακούγονται δυο τρεις φράσεις η μία υπέρ του Πλαστήρα, η άλλη υπέρ του Παπανδρέου, από μια δήθεν αθηναϊκή κατοικία. Και στην συνέχεια: «Σ’ εμένα τα λες αυτά; Εμένα ρε να μην με λένε Δημήτρη Χ. αν δεν τα ψάλλω δημοσίως σ’ αυτόν τον ανίκανο, τον ανάξιο, τον ασήμαντο τον Παπάγο, που δεν ξέρει τι του γίνεται και θέλει μάλιστα να κυβερνήσει και τη χώρα! Ναι, θα τα πω μια μέρα, σύντομα μάλιστα, να είσαι σίγουρος, για να τα ακούσει όλος ο κόσμος και να μάθει πόσο τιποτένιος είναι!».

Ο Δημήτρης Χ. με το που άκουσε την φωνή του και το όνομά του κοκάλωσε, γούρλωσαν τα μάτια του, άρχισε να κοκκινίζει, έγινε κατακόκκινος και σωριάστηκε ξαφνικά λιπόθυμος στο πάτωμα. Μπείτε στην θέση του. Πώς να μπορέσει να φανταστεί τι ακριβώς είχε συμβεί; Πώς να μπορέσει να υποψιαστεί, μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, ότι ένα άγνωστο μέχρι τότε, ένα σατανικό μηχάνημα που μπορούσε να καταγράφει τον κάθε ήχο και θα μπορούσε ακόμη να υπονομεύσει και την σταδιοδρομία του είχε χωθεί κάτω από έναν καναπέ; Ότι υπήρχε μια συσκευή, δηλαδή, που απομνημόνευε και μπορούσε να επαναλάβει τα όσα λέγονταν, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, με απόλυτη ακρίβεια; Πως όλα αυτά δεν ήσαν παρά μια φάρσα που του έκαναν οι φίλοι του, οι αγαπημένοι του φίλοι;

Η ομήγυρη έσπευσε γύρω του να τον συνεφέρει. «Δημητράκη, φάρσα ήταν, μην ανησυχείς» του φώναξαν οι περισσότεροι μόλις άρχισε να συνέρχεται. «Φάρσα, με αυτό το καινούριο μηχάνημα, να το, μαγνητόφωνο λέγεται, μην σε νοιάζει διόλου, κανένας άλλος δεν σε άκουσε, ηρέμησε». Ο πολιτευτής ανασηκώθηκε, πήρε μια βαθιά ανάσα, τους κοίταξε, ήπιε το ποτήρι νερό που του έδωσαν, στάθηκε σιγά σιγά όρθιος στα πόδια του, δεν έβγαλε λέξη από το στόμα του, πήρε το καπέλο του, άνοιξε την πόρτα και έφυγε. Και δεν ξαναφάνηκε στο σπίτι των γονιών μου ποτέ…

Σαν παραπλάνηση δεν μοιάζει η κάθε τεχνολογική εφαρμογή και εξέλιξη, που ξεγελά κι εξαπατά τους αμύητους, τους παλαιότερους και γηραιότερους; Σαν φάρσα δεν φαίνεται, που εκτυλίσσεται μπροστά στα ανίδεα κι έκπληκτα βλέμματά τους;

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΑΠΟΨΕΙΣ
«Χριστόφορος Μηλιώνης, νέες εκδόσεις και εκδηλώσεις» της Ανθούλας Δανιήλ

  Στις 5 Ιανουαρίου του 2017, ο Χριστόφορος Μηλιώνης έφυγε για τα ηπειρώτικα βουνά του, επέστρεψε στον χώρο που έδρασαν οι ήρωές του και ανέλαβε η Μνήμη θεά το έργο της. Πέρασε τον Αχέροντα και τον Καλαμά...

ΑΠΟΨΕΙΣ
«Γκάγκα Ρόσιτς: Στη σκάλα προς τον ουρανό» της Μαρίας Σκιαδαρέση

Όταν κάποιος από τους κατοίκους της Μαργαριταρένιας Πόλης είχε ζήσει αρκετά χρόνια ώστε να βαρεθεί πια, γινόταν κι ο ίδιος ένα μικρό λαμπερό μαργαριτάρι. Της λίμνης, της νιφάδας, της παπαρούνας, των...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: