A+ A A-

«Αχάριστη πατρίδα» της Μπελίκας-Αντωνίας Κουμπαρέλη

«Αχάριστη πατρίδα» της Μπελίκας-Αντωνίας Κουμπαρέλη


Περπατάω με το σκυλί μου στην Αποστόλου Παύλου. Δίπλα μου ένα ζευγάρι με δύο παιδιά. Σαραντάρηδες οι γονείς, δεκάχρονα τα πιτσιρίκια, σταματάνε και χαϊδεύουν το σκυλί, ρωτώντας με σε σπασμένα ελληνικά αν αυτή η ράτσα είναι κατάλληλη για οικογένεια. Τους προτείνω ένα μεγαλύτερο σε μέγεθος σκυλί γιατί δεκαέξι πόδια πατάνε εύκολα ένα τόσο μικροσκοπικό πλάσμα και σκάμε στα γέλια.

Συνεχίζουμε παρέα, μαθαίνω ότι είναι μετανάστες δεύτερης γενιάς στην Αυστραλία και πρώτη φορά φέρνουν τα παιδιά τους στην πατρίδα. Γυρίζουμε στα αγγλικά ώστε να συμμετέχουν και τα παιδιά στην κουβέντα. Κάνω κάτι σαν ξενάγηση, δείχνοντάς τους διάφορα σημεία της διαδρομής μας. Αυτοί οι άνθρωποι με αντιμετωπίζουν ως την τυχερή που κατάφερε να μείνει «σ’ αυτόν τον άγιο τόπο» - ο πατέρας, «με αυτό το μαγικό φως» - η μητέρα.

Τα παιδιά τους μου λένε ότι έχουν ερωτευτεί την Αθήνα και θέλουν να μείνουν για πάντα εδώ. Μαθαίνω ότι οι γονείς των γονιών έφυγαν απ’ το Θησείο για να γλιτώσουν απ’ τους Χίτες. Ρωτάω αν υπάρχει πιθανότητα να επιστρέψουν, ο πατέρας μουρμουρίζει στα ελληνικά –επίτηδες ώστε να μην καταλάβουν τα αγόρια του– «μπα, ντεν νομίζω, τα παιντιά...» και η γυναίκα του κοιτάζει μια τον άντρα της, μια τα αγόρια της και μια την Ακρόπολη. Το βλέμμα της σκοτεινιασμένο με την αγωνία του ανθρώπου που δεν μπορεί να βάλει σε λέξεις τα συναισθήματά του.

Φτάνουμε κουβεντιάζοντας στην πλατεία του Θησείου. Ένας κύριος με αρμόνιο και φωνή πληγωμένου αηδονιού. Κόσμος μαζεύεται από όλες τις πλευρές κι όσο πλησιάζουν, πέφτει σιωπή, μια σιωπή με απόλυτη συγκέντρωση καθώς ακούγονται οι στίχοι του τραγουδιού. «Δε ρώτησες τόσον καιρό για μένα, πώς πέρασα τρελή στην ξενιτιά...»

Η σύζυγος με παρακαλάει να τους μεταφράσω το τραγούδι. Με το που καταλαβαίνουν, κλαίνε και οι δύο σιωπηλά για την μητρίδα που τους έδιωξε, που έγινε πατρίδα, ίσως και μητριά, στην ξενιτιά. «Και μ’ έχουν της ζωής κατάδικο...». Τα παιδιά τους άναυδα και τρομαγμένα τους πιάνουν απ’ το χέρι. «Κι αυτό το βρίσκω να ‘ναι άδικο...» συνεχίζει ο τραγουδιστής.

Κοιτάζω γύρω μου τους σιωπηλούς ανθρώπους. Οι τουρίστες περισσότεροι απ’ τους Έλληνες. Όμως φαίνεται ότι καταλαβαίνουν τους στίχους. Πολλοί κολλάνε το στόμα τους στο διπλανό αυτί, άρα μεταφράζουν. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι είναι μετανάστες που κάνουν το ετήσιο ταξίδι τους στην Ελλάδα; Είναι δυνατόν; Αφήνω τους Ελληνο-αυστραλούς μου για λίγο. Περπατάω ανάμεσα στο βουβό βουρκωμένο πλήθος. Ναι, είναι. Βλέπω πούλμαν παρκαρισμένα λίγο πιο πέρα, ρωτάω τον οδηγό.

«Έχουμε φέρει γύρω στους πεντακόσιους ξένους».
«Ξένους;»
«Ναι... δηλαδή μετανάστες απ’ την Αυστραλία, παλιούς Έλληνες... δε μιλάνε καλά ελληνικά».
«Και επειδή δε μιλάνε καλά ελληνικά τους λέτε ξένους;» ρωτάω συγχυσμένη.
«Κοπέλα μου, αυτοί λένε τον εαυτό τους “ξένο”, εσένα τι σε νοιάζει; Αυτοί μένουν στο Χίλτον, εσύ κι εγώ όχι!»
«Αχάριστη δεν πόνεσες για μένα...»

Ξαναπλησιάζω το πλήθος και τους καινούργιους μου φίλους. Το τραγούδι επαναλαμβάνεται για τρίτη, ίσως και τέταρτη φορά. Η θήκη του αρμονίου μπροστά στον τραγουδιστή είναι γεμάτη χρήματα. Ο ίδιος είναι τυφλός, όμως μια κυρία κάτι του ψιθυρίζει στο αυτί και, ανάμεσα στις επαναλήψεις, ακούγεται η φωνή του να ευχαριστεί τον κόσμο. Λέει κάτι σαν, «κι εγώ έχω δικούς μου έξω, παιδιά» που καλύπτεται απ’ τα χειροκροτήματα.

Κάθομαι στο τοιχάκι με τα δύο αγόρια των Ελληνο-αυστραλών φίλων μου στα πόδια μου. Τα παιδιά με ρωτάνε γιατί κλαίει η μαμά και ο μπαμπάς, γιατί κλαίει τόσος κόσμος. Για μένα δεν ρωτάνε, δεν με βλέπουν, έχω το πηγούνι μου πάνω στο κεφάλι του ενός αγοριού. Την πέμπτη φορά που επαναλαμβάνεται το τραγούδι, ακούγεται πεντακάθαρα και ο λυγμός του τραγουδιστή. Τα μάτια του κατακόκκινα.

Ακριβώς πίσω του κι απέναντί μας, ένα ζευγάρι αγκαλιασμένο. Τραντάζονται και σαν να παρηγορούν ο ένας τον άλλον. Σκουπίζουν τα μάτια τους, διασχίζουν κυκλικά την πλατεία για να μην ενοχλήσουν τον καλλιτέχνη και κάθονται δίπλα μας.

Με το που βλέπουν το σκυλί μου χαμογελάνε. Η άτιμη η Μπούμπα τους αρχίζει στα παιχνίδια και τα φιλιά.

«Έχουμε κι εμείς σκυλί» μου λέει η κοπέλα.
«Τώρα που φεύγουμε το χαρίσαμε» συμπληρώνει το παλικάρι.
«Ένα μήνα πριν... για να σιγουρέψουμε ότι είναι ευτυχισμένος με τα καινούργια του αφεντικά» εξηγεί η κοπέλα.

Βλέπω τις βέρες στους αριστερούς αντίχειρες.
«Φεύγετε; Πού πάτε;»
«Εγώ στη Γερμανία, είμαι γιατρός» με πληροφορεί με σκυμμένο κεφάλι.
«Εγώ στον Καναδά, είμαι γλωσσολόγος», μουρμουρίζει η κοπέλα.
«Στο Κάναντα πολύ γκρύο» ενημερώνει ο Ελληνο-αυστραλός.
«Και στη Γερμανία» απαντάει ο γιατρός.
«Κάνατε καρτιά για Οστρέλια;»
«Κάναμε, αλλά οι άλλοι μας δέχτηκαν αμέσως», το παλικάρι.

Ο Ελληνο-αυστραλός επιμένει ότι μπορεί να βοηθήσει, δουλεύει σε κάποια δημόσια υπηρεσία. Οι αρραβωνιασμένοι κοιτάζονται. Η κοπέλα σαν να μην πιστεύει τίποτα πια, το παλικάρι σαν τον πνιγμένο που θέλει να σωθεί.

«Έχουμε υπογράψει συμβόλαιο... Τουλάχιστον ένα χρόνο υποχρεωτικής παραμονής...» λέει η κοπέλα.
«Ας το ξαναδούμε, αγάπη μου...» επιμένει ο γιατρός κοιτώντας κατάματα τον Ελληνο-αυστραλό. Οι δυο άντρες δίνουν τα χέρια. Ανταλλάσουν μέιλ.

Η γυναίκα αγκαλιάζει τα παιδιά της μόλις της εξηγώ τι συμβαίνει. «Δηλαδή χωρίζουν;» τραυλίζει αγγλικά στο αυτί μου. Πλησιάζει την κοπέλα, της χαϊδεύει τα μαλλιά. Εκείνη σκύβει στον ώμο της. Τα αγοράκια κολλημένα πάνω μου. Ανάμεσά μας η Μπούμπα τρέμει.

«... μα μια κατάρα πάντα θα σε δέρνει...». Απέναντί μας ο τραγουδιστής σηκώνεται. Η κυρία που τον συνοδεύει του δίνει το μικρόφωνο. Το κεφάλι του ψηλά, οσμίζεται τη θλίψη του κόσμου με αδιόρατες γκριμάτσες στο πρόσωπό του, με τον χαρακτηριστικό τρόπο του ανθρώπου που συναισθάνεται περισσότερο απ’ όσους διαθέτουν όλες τις αισθήσεις τους. Το χέρι του τρέμει. Πιάνει το μικρόφωνο και με το αριστερό του χέρι, να το σταθεροποιήσει.

«Παιδιά, συγγνώμη, ευχαριστώ, δεν μπορώ άλλο».

 

Διαβάστε επίσης
ΑΠΟΨΕΙΣ
«Θα τα ξαναπούμε στο Πάλε…» του Πέτρου Γκάτζια

Η πόλη καίγεται σαν ένα κομμάτι θυμίαμα. Στον καπνό βρυχάται η συνείδησή μας.Ράντοβαν Κάρατζιτς Ο Μπόμπαν δακρύζει όταν του ζητούν να πει δυο λόγια στον παλιό του γείτονα, τον Εμίρ, μπροστά σε μια κάμερα. Τους...

ΑΠΟΨΕΙΣ
«Για τη Βούλα Μάστορη» του Μάνου Κοντολέων

«Δεν μπορείς να πετάξεις κρατώντας το κλουβί σου» Το έργο ενός συγγραφέα αποτιμάται όταν πλέον μπορεί να θεωρηθεί πως έχει περατωθεί. Και η περάτωση ενός συγγραφικού έργου είμαστε βέβαιοι πως συντελείται με...

ΑΠΟΨΕΙΣ
«Γιώργος Χρονάς: Το μέλλον διαρκεί πολύ» του Σταύρου Σταυρόπουλου

«Το μέλλον διαρκεί πολύ». Η φράση είναι του Αλτουσέρ και αποτελεί και τον τίτλο της αυτοβιογραφίας του. Βέβαια, υπάρχει μια συνθήκη, μια αναγκαία παράμετρος. Να το τροφοδοτείς συνέχεια με παρόν....

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr